/*--

Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

«Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν»

    
............... Μποροῦμε νὰ συγκροτοῦμε ἐκκλησίασμα ἢ καὶ κοινωνία «προσώπων», ὅπως εἶναι τῆς μόδας νὰ λέγεται, ἀλλὰ τί σόι εἶναι αὐτὴ ἡ κοινωνία, ὅταν τὰ πρόσωπα κουβαλοῦν μαζί τους τὸν ἐγωισμὸ καὶ τὴ φιλαυτία τους; 


Ὅταν μνημονεύουν μὲν τὸν Θεό, ἀλλὰ «περιποιοῦνται τὴν ἰδίαν δόξαν»; Ὅταν εἶναι ἕρμαια συμπλεγμάτων ποὺ ἑπινοοῦν ἕνα Θεὸ μὲ τὰ ἴδια συμπλέγματα; Ζοῦμε εὐχαριστιακὴ ζωή, ὅταν τελικὰ μποροῦμε νὰ καταστέλλουμε τὸ ἐγωιστικὸ θέλημα τοῦ προσώπου μας, γιὰ νὰ φθάσουμε πάλι στὴν ἑνότητα τῆς ἀνθρώπινης φύσης, στὴν ὁποία τὰ πρόσωπα περιχωροῦνται, στὴν πραγματικὴ καὶ ἀρχοντικὴ ἀγάπη, στὸ ἕνα θέλημα, τὸ ὁποῖο προσέλαβε ὁ Χριστὸς καὶ τὸ ἕνωσε μὲ τὸ θεῖο θέλημα. 

Ἔτσι ὥστε νὰ ὑπάρχει ἕνας σκοπός, ἕνα ὅραμα, μιὰ προοπτική. Καθὼς λέει ὁ Μ. Βασίλειος, «τίποτε δὲν χαρακτηρίζεi περισσότερο τὴ φύση μας, ἀπὸ τὸ νὰ κοινωνοῦμε μεταξύ μας καὶ νὰ ἀγαπᾶ ὁ καθένας τὸν ὁμοούσιό του». Μὴ νομίζουμε ὅτι ἡ Εὐχαριστία αὐτὴ καθεαυτὴν ὡς πράξη, ἢ ὅτι ἡ Ἐκκλησία αὐτὴ καθεαυτὴν ὡς δομὴ εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὁπότε αὐτομάτως γινόμαστε ἀγγελούδια καὶ θεοὶ κατά χάριν.  Θεία Κοινωνία σημαίνει κοινωνία τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Πνεύματος τοῦ Χριστοῦ, πῶς ὅμως θὰ φωτίσει καὶ θὰ θερμάνει τὸ Πνεῦμα, ἂν δὲν βρεῖ ἡ φλόγα του ὀξυγόνο μέσα στὴν ψυχή μας;  Γι’ αὐτὸ λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος «ἂς μὴ ξεθαρρεύουμε ἐπειδὴ γίναμε μιὰ φορὰ μέλη τοῦ σώματος, γιατὶ ἡ κακία προκαλεῖ σοβαρὴ ἀρρώστια. Ἡ εἰλικρίνεια καὶ ἡ καθαρότητα τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ προϋπόθεση τῆς ἀληθινῆς κοινωνίας».  Ἔτσι, ἡ ἀπολυτοποίηση τῆς ἐξωτερικῆς συνάξεως, τῆς εὐχαριστιακῆς τελετῆς καὶ συμμετοχῆς, κυοφορεῖ τὸν κίνδυνο τῆς τυπολατρείας, δημιουργεῖ τὴ λανθασμένη καὶ ἐπικίνδυνη ἀντίληψη ὅτι ἡ ἴδια ἡ συμμετοχὴ στὸ μυστήριο ἀπροϋπόθετα μὲ καθιστᾶ μέλος τοῦ Χριστοῦ. Θὰ τολμήσω νὰ πῶ τὸ ἑξῆς: δὲν εἶναι τὸ μυστήριο ποὺ μᾶς σώζει. Μᾶς σώζει ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς μέσα ἀπὸ τὰ μυστήρια, κι αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Θεὸς προσφέρει τὴ δυνατότητα καὶ ἀπαιτεῖ τὴν προσωπική συνάντηση μαζί Του καὶ μὲ ὅλους τοὺς ἄλλους στὸν χῶρο τῆς καρδιᾶς, ποὺ εἶναι τὸ κέντρο τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Γιὰ νὰ μπορέσει ὁ ἄνθρωπος νὰ ζεῖ ευχαριστιακά, πρέπει νὰ ἀγωνίζεται νὰ ἀποκτήσει καθαρή καρδιά, νὰ ἀγωνίζεται νὰ θεραπευθεῖ ἀπὸ τὰ πάθη, ποὺ ὀρθώνονται σὰν τείχη ἀνάμεσα σ’ αὐτὸν καὶ στὸν Θεό.


Πῶς ὅμως δημιουργήθηκαν καὶ πῶς συντηροῦνται αὐτὰ τὰ πάθη; Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν Θεό, ἀναζητώντας ὑποκατάστατο τῆς ζωῆς ποὺ χάνει, καταφεύγει στὴν ἡδονὴ τῶν αἰσθήσεων. Καὶ ὅσο γαντζώνεται ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις, τόσο περισσότερο αὐξάνει τὸ αἴσθημα τῆς αὐτοσυντήρησης καὶ τὸ φόβο μήπως χάσει αὐτὰ τὰ παροδικὰ  καὶ ρέοντα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα παίρνει τὴ ζωὴ καὶ τὴν εὐτυχία του. Ἀποκτᾶ λοιπὸν καὶ συντηρεῖ μιὰ ἐμπαθῆ σχέση μὲ τὴν κτίση. Ὅσο κάνει ἄξονά του τὰ πάθη καὶ ζεῖ σὲ αὐτὸ τὸ φόβο, τὸ φόβο τοῦ θανάτου καὶ τοῦ μηδενός, τόσο περισσότερο χρησιμοποιεῖ τὴν κτίση παράλογα, γιὰ νὰ ἐξαγοράσει τὴ ζωή, γιὰ νὰ ἱκανοποιήσει τὶς σωματικὲς αἰσθήσεις.  Μὰ οἱ αἰσθήσεις ἀπαιτοῦν ὁλοένα καὶ περισσότερα. Ἔτσι ἐπινοοῦνται ἀνάγκες, καὶ αὐτὲς οἱ ψεύτικες ἀνάγκες ἀπαιτοῦν τὴν ἀλόγιστη παραγωγὴ ἀγαθῶν, ἢ καὶ τὴν καταστρατήγηση νόμων τῆς φύσης, ποὺ ἐπιφέρει τὴν ἀνισορροπία καὶ καταστροφή. Ἡ τυφλὴ ἄνεση καὶ ψεύτικη ἀσφάλεια τῆς εὐμάρειας δὲν σταματᾶ ἐκεῖ. Γίνεται αἰτία ὅλων τῶν κακῶν. Λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, «μὲ τὰ ὑλικὰ ὑπάρχοντα ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τὴ δειλὴ γενηὰ περιπαίζει τῶν γηίνων, στρέφοντας τὸν ἕνα κατὰ τοῦ ἄλλου». Γιὰ τὴ θεραπεία, τὴν ἴαση τῆς ψυχῆς, χρειάζεται ἡ ἐπιστροφὴ στὴν πηγὴ τῆς ζωῆς, ἡ συνειδητὴ προσευχὴ, καὶ ἡ καλλιέργεια τοῦ ἀσκητικοῦ φρονήματος. Βρίσκεται πράγματι ἡ ἄσκηση στὴν οὐσία τοῦ Χριστιανισμοῦ; Ἀπερίφραστα ναί. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέει ὅτι δουλαγωγεῖ καὶ ὑποπιάζει τὸ σῶμα του. Καὶ ὁ Χριστὸς καλεῖ τὸν μαθητή του νὰ σηκώσει σταυρὸ καὶ νὰ τὸν ἀκολουθήσει. 

Γίνεται ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς παράδειγμα νηστείας καὶ στέρησης.  Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μιλᾶ ἀκόμη γιὰ τὴ σταύρωση τῆς σάρκας καὶ τῶν ἐπιθυμιῶν ἢ ἀκόμη καὶ τὴ νέκρωση τῶν μελῶν ἐπὶ τῆς γῆς. Τοῦτο ἀρχικὰ φαίνεται σὰν μιὰ ἄρνηση τῆς ζωῆς, σὰν ἀποστροφὴ τῆς ὕλης καὶ τοῦ σώματος. Στὴν πραγματικότητα ὅμως σημαίνει ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο.  Μὲ τὴν ἀσκητικὴ στάση ζωῆς μαθαίνουμε βαθύτερα αὐτὸ ποὺ πράττουμε συμβολικὰ στὴν Εὐχαριστία. Πὼς ἡ ὕλη, καὶ τὰ πάντα, εἶναι δῶρο ζωῆς, καὶ μάλιστα ἁγιάζεται στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἄσκηση σημαίνει κατάφαση τῆς ζωῆς, τοῦ σώματος, τῶν αἰσθήσεων. Σὲ κάποιες λειτουργικὲς εὐχὲς παρακαλοῦμε τὸν Θεὸ νὰ φωτίζει τὸν νοῦ καὶ νὰ διατηρεῖ τὶς αἰσθήσεις μας ἀπὸ τὴν ἐμπαθῆ νέκρωση, δηλαδὴ ἀπὸ τὸν θάνατο ποὺ προκαλεῖ στὶς ἴδιες τὶς αἰσθήσεις ἡ ἱκανοποίηση τῶν ὀρέξεων. Εἶναι αὐτὲς οἱ ἐμπαθεῖς ἐπιθυμίες ποὺ φθείρουν καὶ νεκρώνουν τὸν ἄνθρωπο. Ἡ ἄσκηση λοιπὸν δὲν σημαίνει νέκρωση τῶν δυνάμεων καὶ ἐνεργειῶν τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος.  Γιὰ παράδειγμα, ὁ θυμὸς καὶ ἡ ἐπιθυμία εἶναι συστατικὰ τῆς φύσης μας ποὺ δὲν μποροῦν καὶ δὲν πρέπει νὰ νεκρωθοῦν. Γιατὶ τότε πῶς θὰ ἐπιθυμήσει κάποιος τὸν Θεό, ἢ πῶς θὰ θυμώσει ἐνάντια στὶς ὅποιες μορφὲς τοῦ κακοῦ ἢ πῶς θὰ φιλοτιμηθεῖ νὰ ἐπιδιώξει τὸ καλό; Ἐκεῖνο ποὺ ἐπιδιώκει ἡ ἄσκηση εἶναι ἡ μεταστροφή τῆς ἐνέργειας ἀπὸ τὸν διεστραμμένο προσανατολισμό της πρὸς τὸν Θεό.


Ἂς πάρουμε γιὰ παράδειγμα τὸ θυμό, τὸ θυμικὸ μέρος τῆς ψυχῆς. Στὸ διεστραμμένο του προσανατολισμὸ ὁ θυμὸς μάχεται γιὰ τὴ διατήρηση τῶν αἰσθητῶν πραγμάτων καὶ κτημάτων ἢ εἶναι μιὰ τελείως συμπλεγματικὴ κατάσταση. Βλέπεις τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο νὰ θυμώνει ὑπερβολικὰ μὲ τὰ πάντα καὶ νὰ ὀργίζεται κατὰ πάντων, καὶ ταυτόχρονα νὰ ἐκδηλώνει στὴ ζωή του θλιβερὴ δειλία ἤ δουλικότητα. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἡ σωστὴ καὶ ὑγιὴς χρήση τοῦ θυμικοῦ -τὸ γενναῖο φρόνημα, ἡ ἀνδρεία, τὸ νεῦρο τῆς ψυχῆς- ποὺ δὲν ἔχει σχέση μὲ αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε στὴν τρέχουσα γλώσσα θυμό. Ἂς πάρουμε τώρα καὶ τὴν ἐπιθυμία. 


Ἡ ἐπιθυμία χρησιμοποιεῖ πρόσωπα καὶ πράγματα γιὰ τὴν ἐγωιστικὴ ἱκανοποίησή της. Τὸ κριτήριο γιὰ τὴ διάκριση τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ γίνεται ἡ ἡδονὴ καὶ ἡ ὀδύνη. Εἶναι ἁπλό. Ἐπιδιώκεις τὸ πρῶτο, ἀποφεύγεις τὸ δεύτερο, χωρὶς ἄλλες ἀξιολογήσεις καὶ προβληματισμούς —γιὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ οὔτε λόγος νὰ γίνεται. Ὅσο γιὰ τὸν λόγο, τὸ λογικὸ μέρος τῆς ψυχῆς, στὴν κατάσταση ἐκτὸς καὶ μακρὰν τοῦ Θεοῦ ὑπηρετεῖ τυφλὰ αὐτὸ ποὺ εἶναι ἡ ἀρχὴ καὶ οὐσία τῆς ἁμαρτίας καὶ ἀγνωσίας: τὴν ὑπερηφάνεια. 


Σκοπὸς λοιπὸν τῆς ἀληθινῆς ἀσκήσεως, ὅπως τὴν ἐννοεῖ ἡ Ὀρθόδοξη παράδοση, εἶναι νὰ πάψουν οἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς, οἱ σκέψεις, οἱ συμπεριφορὲς καὶ οἱ ἐπιθυμίες νὰ ὑπηρετοῦν τὴν ἐγωκεντρικότητα, νὰ πάψουν νὰ ὑποκινοῦνται ἀπὸ τὸ φόβο καὶ τὴν ἰδιοτέλεια. Πρόκειται γιὰ θεραπευτικὴ μέθοδο. 


Ἡ ἐπιθυμία θεραπεύεται μὲ τὴν ἐγκράτεια, ὁ θυμὸς μὲ τὴν ἀνδρεία καὶ τὴν ἀγάπη, τὸ λογικὸ μέρος θεραπεύεται καὶ ἀποκτᾶ φτερὰ μὲ τὴν προσευχή. Καταλαβαίνει κάποιος ὅτι ἡ ἄσκηση καὶ ἡ καταπολέμηση τῶν παθῶν ἀποσκοπεῖ ὄχι ἁπλὰ στὴν εὐσἐβεια ἀλλὰ στὴν ἀλήθεια. Εἶναι μέθοδος γνώσης τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ τῶν ὄντων. Καὶ ἡ ἀλήθεια αὐτὴ μᾶς ἐλευθερώνει. Ἀντιθέτως, τὰ πάθη εἶναι μιὰ κατάσταση τύφλωσης, ἕνα νοητὸ τεῖχος, ποὺ στερεῖ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τὴν ἐσωτερικὴ αἴσθηση καὶ τὸν περιορίζει δυναστικὰ στὸ ἄμεσο καὶ ψηλαφητό. «Εἶναι λοιπὸν ἐπικίνδυνο», λέει ἕνας ἅγιος, «νὰ κατοικεῖτε μέσα σὲ φαντασίες καὶ ἀπάτες, καὶ νὰ μὴ βλέπετε τὶς ἀλήθειες ποὺ πρέπει νὰ ἀγαπᾶτε, ἀλλὰ νὰ βλέπετε αὐτὰ ποὺ θέλγουν μὲ τὸ πέταγμά τους».  Ἡ ἀπομάκρυνση, ἔστω καὶ μερική, ἀπὸ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου τούτου, καὶ προπαντὸς ἡ ψυχικὴ ἀποστασιοποίηση ἀπ’ αὐτά, μᾶς βοηθᾶ νὰ δοῦμε τὸν κόσμο, καὶ ὅλα μέσα σ’ αὐτόν, στὶς ἀληθινές τους διαστάσεις. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἄσκηση μπορεῖ νὰ παρανοηθεῖ ἀποκλειστικὰ στὸ πλαίσιο μιᾶς σωματικῆς σκληραγωγίας. Ἂς δοῦμε πῶς ἕνας μεγάλος ἅγιος τῆς ἐρήμου, ὁ ἅγιος Μακάριος, μᾶς ὁδηγεῖ ἀπὸ τὰ ἐξωτερικὰ στὴν οὐσία τῶν πραγμάτων: «Καλὸ ἡ νηστεία, καλὸ ἡ ἀγρυπνία, καλὸ ἡ σωματικὴ ἄσκηση καὶ ἡ ξενιτεία. 

Ὅλα αὐτὰ εἶναι προοίμια θεοφιλοῦς πολιτείας. Εἶναι ὅμως ἀλόγιστο νὰ ἔχουμε τὴν πεποίθησή μας σ’ αὐτὰ καὶ μόνο. Μπορεῖ ἀκόμα καὶ νὰ ἔχουμε κάποια στιγμὴ αἴσθηση τῆς θείας χάριτος. Καὶ παραταῦτα, ἡ κακία νὰ ἐμφωλεύει ἀπὸ κάτω, κρυμμένη, νὰ καλλιεργεῖ τὴν ψευδαίσθηση καὶ τὴν οἴηση τῆς τελειότητας, νὰ στήνει ἐνέδρες, γιὰ νὰ ἐπιτεθεῖ ληστρικῶς στὸν ἄνθρωπο».  Γι’ αὐτοὺς ποὺ νομίζουν ὅτι ἡ ἄσκηση, ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία, ἡ κακοπάθεια, ἀρκοῦν γιὰ τὴ μόρφωση τοῦ Χριστοῦ μέσα μας, πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι ὅλα αὐτά, χωρὶς τὴ μυστικὴ ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος στὸ θυσιαστήριο τῆς καρδίας, προδίδουν τὸ ἴδιο τὸ πνεῦμα τῆς ἀσκήσεως καὶ καλλιεργοῦν ὑπερηφάνεια καὶ σκληρότητα. Ἄσκηση καὶ ἐγκράτεια καὶ κακοπάθεια δὲν μπορεῖ νὰ ἔχουν καρποὺς σκληρότητας.  Ἡ ὕπαρξη πρέπει νὰ μεταβεῖ ἀπὸ τὴν ἀπληστία στὴ γενναιοδωρία, ἀπὸ τὴν ἐμπάθεια στὴν εὐγένεια. 


Καὶ οἱ Πατέρες σαφῶς προειδοποιοῦν ὅτι ἡ σκληρὴ κακοπάθεια, ποὺ νεκρώνει τὰ πάθη τῆς σαρκός, εἶναι ἀνώφελη, ἐὰν ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον ψυχραίνεται. Καταλαβαίνουμε ὅτι ἡ πραγματικὴ ἄσκηση δὲν εἶναι ἀθλητικὴ ἐπίδοση: πόσο θὰ νηστέψω, πόσες μετάνοιες θὰ κάνω, πόση ἐγκράτεια θὰ κάνω, γιὰ νὰ πάρω bonus.  Ὁ συνειδητοποιημένος μοναχός, πρὶν νηστέψει καὶ πρὶν ἀγρυπνήσει ἢ πρὶν μετρήσει τὰ κομποσχοίνια του, ἔχει ταπεινωθεῖ, ἔχει τσαλακώσει τὸ πρόσωπό του, ἔχει μπεῖ στὸ δρόμο τῆς ὑπομονῆς, ἔχει ἀρχίσει νὰ ἐργάζεται στὸν χῶρο τῆς καρδιᾶς, ἔχει ἀρχίσει νὰ ὑποψιάζεται τί σημαίνει ἡ ἀπαίτηση τῆς ἀγάπης. Ἔτσι, ἄσκηση σημαίνει πρωταρχικὰ στροφὴ εἰς ἑαυτόν, ἔλεγχος τῶν διαθέσεων καὶ κινήτρων, ψαλίδισμα τοῦ θελήματος, μὲ σκοπὸ τὴν καταστολὴ τῶν παθῶν ποὺ μᾶς φθείρουν καὶ μᾶς σκοτώνουν —τῆς φιλαυτίας, τῆς κενοδοξίας, τῆς ἐγωκεντρικότητας. Ἔτσι θὰ εὐτρεπίσουμε τὸν χῶρο τῆς καρδιᾶς, νὰ γίνει ἐργαστήριο τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ θὰ ἐπουλώσει τὴν ἀόρατη πληγὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ θὰ θρονιαστεῖ ἐκεῖ ἡ ἀγάπη.

Στὰ γραπτὰ τοῦ ἁγίου Μακαρίου βρίσκουμε μιὰ εἰκόνα ποὺ μᾶς θυμίζει ἀρκετὰ τὸ ταξίδι τοῦ ἁγίου Μπρένταν. Ὁ ἅγιος Μακάριος μᾶς μεταφέρει ἐπίσης στὸν ὠκεανό, γιὰ νὰ μᾶς δώσει μιὰ εἰκόνα τοῦ μοναχοῦ, πιὸ ὑπαρξιακή: «Ὅπως οἱ ἔμποροι κατέρχονται γυμνοὶ στὰ βάθη τῆς θάλασσας, εἰς θάνατον τοῦ ὕδατος, ἔτσι καὶ οἱ μοναχοὶ γυμνοὶ ἐξέρχονται τοῦ κόσμου καὶ κατεβαίνουν στὸ βυθὸ τῆς θάλασσας τῆς κακίας καὶ στὴν ἄβυσσο τοῦ σκότους καὶ ἀπὸ τὰ βάθη συλλέγουν καὶ φέρνουν στὴν ἐπιφάνεια πολύτιμους λίθους γιὰ τὴν ἐκκλησία.» Ἡ κάθοδος τοῦ μοναχοῦ γίνεται στὴν ἄβυσσο τῆς ὑπάρξεως, ἐκεῖ ποὺ ἔρχεται ἀντιμέτωπος με τὶς ρίζες τῶν παθῶν, τὸν πειρασμὸ τοῦ ἀκάθαρτου πνεύματος, τὸν ἅδη,ἀλλὰ καὶ τοὺς πολύτιμους λίθους, ποὺ εἶναι οἱ ἀρετές, τὰ χαρίσματα τοῦ Πνεύματος. Βλέπουμε ὅτι καὶ ὁ Μπρένταν γίνεται μετανάστης, ποντοπόρος, φθάνει μέχρι τὰ σύνορα τῆς κολάσεως, ἐξέρχεται ἀπὸ τὴ σταθερότητα τῆς γῆς, γίνεται ἄοικος, ἀνέστιος, ἀμαθὴς τῶν ἀνθρωπίνων συναλλαγῶν καὶ διδαγμάτων, ἀναζητᾶ ὄχι ἡσυχία, τάξη καὶ ἀσφάλεια, ἀλλὰ τὴν ἀλήθεια. Πάντοτε ἡ μοναστικὴ φιλοσοφία ἦταν τὸ ἀντίβαρο στὴ συμβατικὴ ἠθικὴ καὶ ἀρετὴ τοῦ κόσμου. Ἡ χριστιανικὴ κοινωνία συχνὰ παραμένει στὴν ἐπιφάνεια καὶ καταφέρνει ἕνα συνδυασμὸ εὐαγγελικῶν ἀρετῶν καὶ ἰδιοτέλειας. Ἀγνοεῖ ὅτι στὴν καρδιά, στὸ βάθος, μακριὰ ἀπὸ τὴν ἀσφάλεια καὶ θαλπωρὴ τῶν γνωρίμων πραγμάτων καὶ συνηθειῶν, βρίσκεται τὸ ἐργαστήριο τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀδικίας, ἐκεῖ ὁ θάνατος, ἐκεῖ ἡ ζωή, ἐκεῖ ὁ Θεός, οἱ ἄγγελοι, τὸ φῶς, ἡ βασιλεία.

Ἀναζητώντας τὶς ἀφετηρίες τῆς ἀσκητικῆς προσταγῆς στὴν Ὀρθόδοξη παράδοση, παρατηροῦμε δύο ὄψεις. Τὴν ἀρνητικὴ ὄψη, ποὺ ἀναφέρεται στὴ στερητικὴ ἄσκηση, καὶ τὴ θετική, ποὺ εἶναι ἡ ἄσκηση ὡς πλήρωμα. Ἡ πρώτη δηλώνει τὴν προσπάθεια νὰ ἀπομακρύνουμε τὶς ρίζες, τὰ αἴτια καὶ τὶς ἀφορμὲς τῆς ἐμπάθειας. Ἡ δεύτερη, ἡ ἀγάπη ὡς πλήρωμα, εἶναι ἡ ἔκφραση τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Θεό.  Ἡ αὐθυπέρβαση γίνεται ἡ φυσικὴ ἐκδήλωση τοῦ ἀγαπῶντος. Βλέπει κανεὶς τὸν γέροντα Παΐσιο νὰ ἀναφέρεται στὴν πρώτη, καὶ τὸν γέροντα Πορφύριο νὰ θαυμάζει τὴ δεύτερη.  Ὁ γέρων Παΐσιος λέει ὅτι ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀκριβὸ πράγμα, καὶ γιὰ νὰ κατοικήσει στὸν ἄνθρωπο θέλει πολὺ ἀγῶνα, ταπείνωση, αὐταπάρνηση, θυσία. Ὅμως, ἡ ἀγάπη κάνει τὴν ἄσκηση νὰ μὴν εἶναι ταλαιπωρία.  Ὑπερβαίνει καὶ ὑπερκαλύπτει τὸν κόπο, γιατὶ τίποτε δὲν φαίνεται σὰν ἀγώνας, ἀλλὰ εἶναι ἀρχοντιά, χαρὰ καὶ εἰρήνη. Κι αὐτὸ συμβαίνει ἐπειδὴ ἡ ἄσκηση συνδέεται μὲ τὸ σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, εἶναι μίμηση τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, ποὺ σημαίνει ὅτι εἶναι ἀνταπόκριση καὶ μέθεξη στὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. 


Ὅπως πολὺ ὄμορφα τὸ ἐκφράζει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ζοῦμε τὸ Πάσχα, ζοῦμε τὴ λαμπρότητα τῆς θεότητας, ὅταν θυσιάζουμε καθημερινὰ τοὺς ἑαυτούς μας, καὶ κάθε κίνησή μας, στὸν Χριστό, ὅπως θυσιάστηκε καὶ ἐκεῖνος γιὰ μᾶς. Ὅταν μὲ τὰ πάθη μας μιμούμεθα τὸ πάθος του. Ὅταν ἡ ταφή, ἡ ἀνάσταση καὶ ἡ ἀνάληψή του γίνονται γεγονότα τῆς προσωπικῆς μας ὕπαρξης.  Ἡ ἄσκηση πρέπει νὰ ξεκινάει ἀπὸ τὴν ἀγάπη, τὴ μικρὴ καὶ εὐτελῆ ἀνθρώπινη ἀγάπη καὶ νὰ στοχεύει στὴν μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Εἶναι πυράκτωση καὶ διαστολὴ τῆς ψυχῆς, ὥστε νὰ χωρέσει ὅλο τὸν κόσμο. Θὰ πρέπει ἐπίσης νὰ ποῦμε ὅτι τὸ ἀσκητικὸ ἦθος δὲν ἐκφράζεται μόνο μὲ τὴν ἑκούσια στέρηση καὶ κόπο, οὔτε τὸ εὐχαριστιακὸ ἦθος ἐκδηλώνεται μόνο μὲ τὴν εὐχαριστία γιὰ τὰ ἀγαθὰ καὶ ὡραῖα. 


Εὐχαριστία καὶ ἄσκηση εἶναι καὶ κάτι ἄλλο. Εἶναι ἡ ὑπομονὴ στοὺς πειρασμοὺς καὶ τὶς θλίψεις, ἡ ἀποδοχὴ τῶν ἀναπάντεχων δοκιμασιῶν —γιατὶ ἡ ἀγάπη πάντα ὑπομένει. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἅγιος Μπρένταν θὰ φθάσει στὸν προορισμό του μέσα ἀπὸ μεγάλες καὶ διάφορες δοκιμασίες. Καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος μέσα στὴν θλίψη καὶ τὴν πικρία τῶν πειρασμῶν δὲν παρέλειπε νὰ ἀναφωνεῖ τὸ «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν».


Ἡ ἄσκηση καὶ ἡ εὐχαριστία συγκροτοῦν τὸν πυρῆνα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, πάντοτε ὅμως ὑπάρχει ὁ κίνδυνος νὰ στερηθοῦν τὸ πνευματικό τους περιεχόμενο.  Ὁ ἄνθρωπος μένει συχνὰ στὸ φαινόμενο καὶ ἀπορροφεῖται ἀπὸ τὸ φαινόμενο, τὸ ἐξωτερικό. Οἱ θεσμοί, οἱ τελετές, οἱ ἐξωτερικὲς πράξεις, τὰ σύμβολα, οἱ ἱεραρχίες, ἔχουν ἕνα πλοῦτο ὀμορφιᾶς, ποὺ μᾶς σαγηνεύει νὰ σταθοῦμε, νὰ μείνουμε ἐκεῖ σ’ αὐτὸν τὸν ἐντυπωσιακὸ μικρόκοσμο, ποὺ μᾶς βοηθᾶ νὰ ἀναπτύξουμε τὶς δεξιότητές μας ἢ καὶ τὶς φιλοδοξίες μας. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ὑπάρχει ἕνας ἄλλος κίνδυνος: ὁ κίνδυνος τῆς συνήθειας, τῆς ἐξοικείωσης, ποὺ μᾶς κάνει νὰ χάνουμε καὶ τὴν οὐσία καὶ τὸ κάλλος τῶν πραγμάτων. Εἴτε λοιπὸν θαμπωμένοι ἀπὸ αὐτὸ τὸν κόσμο τοῦ μυστηρίου καὶ τῆς ἱεραρχίας, εἴτε βυθισμένοι στὴ συνήθεια, λησμονοῦμε ὅτι ὅλα αὐτὰ ἔγιναν καὶ γίνονται γιὰ τὴν ζῶσα τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία, ποὺ εἶναι ἡ λογικὴ ψυχή μας.

Πρὸς Θεοῦ, δὲν μειώνουμε καθόλου τὴν ἀξία τοῦ ὁρατοῦ: ὅλη ἡ οἰκονομία καὶ διακονία τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας ἐπιτελεῖται ἐν δυνάμει Πνεύματος ἁγίου. Ἀπὸ τὸ Βάπτισμα, τὴν Εὐχαριστία καὶ ὅλη τὴ μυστικὴ λατρεία οἱ πιστὲς καρδιὲς δέχονται τὴν ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος, ἀναπλάθονται μὲ τὴ δύναμη τῆς χάριτος καὶ δίνουν καρποὺς ἐπουράνιους. Τελικὰ ἡ σωτηρία μας εἶναι ἡ συνεχὴς συνεργία τῆς θείας χάριτος μὲ τὴ δική μας ἐλευθερία, μέσα σὲ τοῦτο τὸν χῶρο τῆς συνεχοῦς προσωπικῆς κοινωνίας μας μὲ τὸν ζωντανὸ καὶ ἀπρόβλεπτο Θεό. Εἶναι ἕνας δρόμος ἀπαιτήσεων, συνειδητῆς ἀνταπόκρισης, φιλότιμου, ὅπως ἔλεγε ὁ γέρων Παΐσιος. Εἰδάλλως ἡ ἴδια ἡ ἔννοια τοῦ μυστηρίου μπορεῖ νὰ ἀλλοιωθεῖ τραγικά. Χωρὶς συνεχῆ ἐνδοσκόπηση, αὐτοέλεγχο, συνειδητότητα καὶ προσωπικό ἀγῶνα ὅλα μεταβάλλονται σὲ τυπολατρεία καὶ βέβαια φαρισαϊκὴ αὐτάρκεια. Γίνονται σύμβολα χωρὶς τὸν συμβολιζόμενο. 


Ἔχει κανεὶς διαβάσει τὸν μεγάλο ἱεροεξεταστὴ ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς Καραμαζὸφ τοῦ Ντοστογιέφσκι; Ἐκεῖ ὁ μέγας ἱεροεξεταστὴς λέει στὸν Χριστὸ ὅτι ἐμεῖς χτίσαμε τὸ βασίλειό σου πάνω σὲ τρεῖς δυνάμεις, ποὺ μποροῦν νὰ κάνουν τὸν κόσμο εὐτυχισμένο, καὶ τὶς ὁποῖες ἐσὺ ἀπέρριψες: τὸ μυστήριο, τὸ θαῦμα, τὸ κύρος. Διδάξαμε ὅτι δὲν εἶναι ἡ ἐλεύθερη κρίση τῶν καρδιῶν, δὲν εἶναι ἡ ἀγάπη ἐκεῖνο ποὺ ἔχει σημασία, ἀλλὰ ἕνα μυστήριο, τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ ἀκολουθήσει κάποιος τυφλά, ἀνελεύθερα καὶ μὲ ἀπόλυτη ἀσφάλεια. Ἔτσι ἀγαπητικὰ ἐλαφρύναμε τὸ φορτίο τῶν ἀνθρώπων, καὶ τοὺς ἐπιτρέψαμε ἀκόμη καὶ νὰ ἁμαρτάνουν, ἀρκεῖ νὰ εἶναι μὲ τὴν εὐλογία μας. Καταλαβαίνουμε πόσο εὔκολα ὁ Χριστιανισμὸς μεταλλάσσεται σὲ μιὰ ἀνελεύθερη θρησκεία ὑποταγμένων καὶ καθησυχασμένων συνειδήσεων, ποὺ ἔχουν βέβαιη τὴ σωτηρία τους, ἀλλὰ χωρὶς μόχθο, χωρὶς διάκριση. Στὴν ἔρημο ὁ Χριστὸς πειράσθηκε ἀπὸ τὸν διάβολο νὰ κάνει τὶς πέτρες ψωμί. Ὁ Χριστὸς ἀρνήθηκε τὸ θαῦμα, λέγοντας ὅτι δὲν ζεῖ ὁ ἄνθρωπος μόνο μὲ ψωμί, ἀλλὰ κυρίως μὲ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος ὅμως, καὶ μάλιστα ὁ ἄνθρωπος τῆς νεωτερικῆς καὶ σύγχρονης ἐποχῆς, ἐνέδωσε στὸν πειρασμὸ νὰ κάνει τὶς πέτρες ψωμί. Νὰ τὶς κάνει ψωμὶ γιὰ νὰ βγάλει λεφτὰ καὶ γιὰ νὰ ὑποτάξει τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, γιατὶ οἱ ἄνθρωποι κυνηγοῦν τὸ θαῦμα. 


Ὁ σύγχρονος πολιτισμὸς μπαίνει βίαια καὶ μεταλλάσσει τὴν ἴδια τὴ φύση καὶ λειτουργία τῶν κτισμάτων, παραβιάζει τὸν λόγο τους, προκαθορίζοντας συγκεκριμένες λειτουργίες, προκειμένου νὰ γίνουν προϊόντα τῆς ἀγορᾶς. Στοὺς βίους τῶν ἁγίων τὸ θαῦμα ποτὲ δὲν λειτουργεῖ γιὰ τὴν ἀλλοίωση τῆς κτίσεως. Ἀκόμη καὶ στὴ θεία Εὐχαριστία, ὅπου καινοτομοῦνται οἱ φύσεις, δὲν μιλᾶμε γιὰ μετουσίωση ἀλλὰ γιὰ μεταβολὴ τῶν τιμίων δώρων, ποὺ οὐσιαστικὰ εἶναι ὁ ἐμπλουτισμὸς τῆς ὕλης ἀπὸ τὸ πλήρωμα τῆς θείας χάριτος, τῆς θεοποιοῦ ἐνέργειας. Ἔτσι, στὸ ψωμί κατοικεῖ πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς Θεότητος. Δὲν εἶναι ἡ φύση ποὺ μετουσιώνεται, ἀλλὰ ὁ Θεὸς ποὺ ἁγιάζει μὲ τὴν χάρι του τὴν κτίση του. Καταλαβαίνουμε μετὰ ἀπ’ αὐτὰ πῶς ὁ εὐχαριστιακὸς-ἀσκητικὸς δρόμος ἀποτελεῖ μιὰ πρόταση στὴ σημερινὴ πολυεπίπεδη κρίση. Τὸ εὐχαριστιακὸ-ἀσκητικὸ ἦθος συνιστᾶ τὴ χρήση τῶν πραγμάτων μὲ βάση τὴν ἀνάγκη, τὴ χρεία, τὸ τί καὶ σὲ ποιὸ μέτρο συμβάλλει στὴ σύσταση καὶ συντήρηση τῆς ζωῆς, ὑλικῆς καὶ πνευματικῆς. Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ μὴ περάσει τὸ σύνορο ποὺ χωρίζει τὴν ἀσκητικὴ/εὐχαριστιακὴ χρήση ἀπὸ τὸ πάθος τῆς πλεονεξίας.  Ἔτσι ἐκδηλώνει καὶ τὸν σεβασμό του πρὸς τὴν δωρεὰ τῆς φύσεως. Ὑπάρχει ἕνα μικρὸ περιστατικὸ στὸ βίο ἑνὸς ἄλλου ἁγίου ἡγουμένου ἀπὸ τὴν Ἰρλανδία. 

Ὅταν κάποτε ὁ Καῖνεχ μὲ τὴ συνοδεία του ὁδοιποροῦσαν, ἔμειναν χωρὶς τρόφιμα. Ζήτησαν τρόφιμα ἀπὸ κάποιους ψαράδες, ἀλλὰ ἐκεῖνοι τοὺς ἀρνήθηκαν. Τότε ἕνας ἀδελφὸς μὲ τὴν ράβδο τοῦ ἁγίου χτύπησε τὸ ποτάμι, καὶ ὁ Θεὸς θαυματουργικὰ τοὺς ἔφερε ἕνα ψάρι. Καλὰ μέχρι ἐδῶ. Ὅταν ὅμως ὁ Καῖνεχ, ποὺ περίμενε στὸ κατάλυμά τους, εἶδε ἐν Πνεύματι Θεοῦ τὸν μοναχό του νὰ ρίχνει τὴ ράβδο, γιὰ νὰ πιάσει καὶ ἄλλο ψάρι, εἶπε: «Σταμάτα, αὐτὸ λέγεται πλεονεξία. Ἀρκεῖ σὲ μᾶς αὐτὸ ποὺ ἔχουμε πιάσει». Καὶ ὁ μοναχός, ἀκούγοντας τὸν λόγο τοῦ ἁγίου, ἔριξε πίσω τὸ ψάρι στὸ νερό, καὶ ἐπέστρεψε μὲ τὸ ἕνα ψάρι. Ὁ Καῖνεχ ἔχει ἦθος ἀσκητικό, ποὺ σημαίνει ὅτι λαμβάνει ἀπὸ τὸ περιβάλλον αὐτὸ ποὺ ἔχει πραγματικὰ ἀνάγκη καὶ ὄχι τὸ περισσόν. Γνωρίζει ὅτι ἡ ἱκανοποίηση τῆς ἐπιθυμίας αὐξάνει ἀενάως τὴν πλεονεξία. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐπιμένει (αὐτὸς καὶ ὅλη ἡ εὐαγγελικὴ καὶ πατερικὴ παράδοση) στὰ χρειώδη, ὅσα καλύπτουν τὶς πραγματικές μας ἀνάγκες: ἁπλῆ τροφή, ἁπλὸ ἔνδυμα. Ἔτσι, δὲν θὰ ὑπάρχει καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς ἀλόγιστης παραγωγῆς ὑποτιθέμενων ἀγαθῶν, καὶ ὁ ἄνθρωπος θὰ θεραπευθεῖ ἀπὸ τὴν ἀρρώστια τῆς βουλιμίας καὶ τὴν καταναλωτικὴ ψύχωση. Κι ἂν ἀσκητικὸ ἦθος σημαίνει ὅτι λαμβάνω αὐτὸ ποὺ ἔχω ἀνάγκη, εὐχαριστιακὸ ἦθος σημαίνει ὅτι λαμβάνω αὐτὸ ποὺ εἶναι εὐλογημένο.  Ὅταν οἱ μοναχοὶ τοῦ Μπρένταν ἔφθασαν σὲ ἕνα νησὶ καὶ ἔτρεξαν νὰ πάρουν νερὸ ἀπὸ τὶς πηγές, ὁ ἅγιος τοὺς τὸ ἀπαγόρευσε.  Θὰ γευθοῦμε μόνον ὅ,τι μᾶς δίνει ὁ Χριστός, ὅ,τι ἔχει εὐλογία, καὶ ὄχι ὅ,τι βρίσκουμε στὸν δρόμο μας ἢ ὅ,τι ἱκανοποιεῖ τὶς αἰσθήσεις.

απόσπασμαΑΣΚΗΣΗ ΚΑΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ
ΠΡΟΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΜΑΣ 


Χρυσοστόμου Κουτλουμουσιανοῦ ἱερομονάχου

πηγή :  Ιερά Μονή Χρυσοπηγής - Κρήτη

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...