/*--

Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2013

Τά Χαρίσματα τοῦ Θεοῦ στήν πρός Ἐφεσίους Ἐπιστολή καί οἱ Δύο Ἐπιστῆμες(Ἐφεσίους 4,7-13)

   
Ὁλη ἡ ζωή μας εἶναι γεμάτη ἀπό χαρίσματα τοῦ Θεοῦ. Δέν ἔχουμε τίποτα, πού δέν τό λάβαμε ἀπό Αὐτόν Ἄν ὅμως ἡ ζωή μας εἶναι γεμάτη ἀπό τά χαρίσματα Του, πρέπει νά εἶναι γεμάτη καί μέ τήν εὐχαριστία πρός Αὐτόν, πού εἶναι ἡ φυσική ἀνταπόκριση στά δῶρα Του Ἔχουμε πολλά φυσικά χαρίσματα τοῦ Θεοῦ, ὅπως εἶναι ἡ ἴδια ἡ ζωή. Αὐτά ἔχουν μεγάλη σημασία. Ἄν εἴμαστε συνετοί καί πραγματικοί γραμματεῖς τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ, θά ἐμπορευθοῦμε μέ τά αὐτά – θέτοντάς τα στήν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ - γιά νά ἀποκτήσουμε τά ὑπερφυσικά.

 Ὅταν εὐχαριστήσουμε τόν Θεό μέχρι τέλους γι’ αὐτά, τότε ὁ Θεός θά μᾶς κάνει μετόχους καί στά θεῖα χαρίσματά Του. Ἄν ὅμως τά χρησιμοποιήσουμε μέ ὑπεροψία καί ἀπερισκεψία, τότε ὁ Κύριος δέν θά μᾶς ἐμπιστευθεῖ τά ὑπερφυσικά. Ὄχι διότι λυπᾶται νά μᾶς τά δώσει, ἀλλά γιά νά μήν κάνει τή ζωή μας δύσκολη. Ὁ Θεός δέν δίνει τά χαρίσματά Του ἀδιάκριτα, δηλαδή δέν τά δίνει ἄν δέν εἴμαστε ἕτοιμοι νά τά φυλάξουμε καί νά ἐργασθοῦμε μέ αὐτά, ὥστε νά κερδίσουμε τόν αἰώνιο πλοῦτο τῆς Βασιλείας Του.

Ὅλη ἡ ζωή μας καί κάθε ἀναπνοή τοῦ ἀέρα εἶναι ἕνα δῶρο τοῦ Θεοῦ. Ἄν τό γνωρίζουμε αὐτό, θά ἔχουμε ταπεινό φρόνημα πού θά ἐκφράζεται συνεχῶς μέ τήν εὐχαριστία πρός τόν Θεό. Εὐχαριστία σημαίνει ταπείνωση, καί ἡ ταπείνωση ἐμπνέει εὐχαριστία. Σέ μᾶς δέν δόθηκε τό πνεῦμα τοῦ κόσμου τούτου, πού εἶναι πνεῦμα ἀχαριστίας, ἀλαζονείας καί ὑπερηφάνειας, ἀλλά μᾶς δόθηκε τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, πού ἀνοίγει τά μάτια μας νά βλέπουμε ὁλοένα καί περισσότερο τά χαρίσματα τοῦ Θεοῦ στή ζωή μας. Ὁ Θεός αὐξάνει τά χαρίσματά Του σέ μᾶς ἀνάλογα μέ τήν εὐγνωμοσύνη καί τήν εὐχαριστία πού δείχνουμε.

Τό πρῶτο μισό καί παραπάνω τοῦ 20ου αἰῶνα δέν ἦταν εὔκολο. Ἦταν ἕνας πολύ δύσκολος αἰώνας γεμάτος πολέμους, ἐπαναστάσεις καί παθήματα. Ὁ Θεός ὅμως μᾶς ἔφερε σέ αὐτή τή ζωή, μᾶς χάρισε καλούς γονεῖς πού μᾶς μεγάλωσαν δίνοντάς μας ὅτι μποροῦσαν, καί προπαντός χαρίζοντάς μας τό Ἅγιο Βαπτισμα μέσα στήν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ.  Τραφήκαμε μέ τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ἀκούσαμε τόν λόγο Του, ἀνατραφήκαμε σέ ἕνα κόσμο πού ἦταν ζυμωμένος μέ τό πνεῦμα τῆς ἁγιότητος, τό πνεῦμα τῶν Πατέρων μας, καί ζήσαμε μέ ἐκλεπτυσμένη τήν αἴσθηση τοῦ τί εἶναι καλό καί τί κακό, τί εἶναι ἁμαρτία καί τί εἶναι εὐάρεστο στό Θεό.

 Ὁ Θεός μᾶς εὐλόγησε καί μᾶς ἔδωσε πολλά ἀγαθά, καί πάνω ἀπ’ ὅλα μᾶς δώρισε τήν ἐπίγνωση τοῦ Ἁγίου Ὀνόματός Του.Μᾶς ἔδωσε τό μέσο γιά νά κτίσουμε τό αἰώνιο οἰκοδόμημα τῆς σωτηρίας μας. Δέν ὑπάρχει μεγαλύτερη εὐεργεσία ἀπό τό νά γνωρίζουμε καί νά ἐπικαλούμαστε τό Ὄνομά Του. Στήν πρός Ἐφεσίους ἐπιστολή ὁ Ἀπόστολος δέν μιλάει γιά τά φυσικά χαρίσματα πού τελειώνουν στό μνῆμα, ἀλλά γιά τά πνευματικά. «Ἑνί δέ ἑκάστῳ ἡμῶν ἐδόθη ἡ χάρις κατά τό μέτρον τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ». Στόν καθένα μας δόθηκε ἡ χάρη. «Χάρη» δέν σημαίνει ἁπλῶς χάρισμα, πού εἶναι ἕνα στιγμιαῖο ἐνέργημα τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, ἕνα ἀποτέλεσμα.

Ἡ χάρη εἶναι ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, εἶναι τό φῶς καί ἡ ἀγάπη Του. «Κατά τό μέτρον τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ». Ὁ Θεός γνωρίζει τό μέτρο τοῦ δοχείου τοῦ καθενός.Ὁ Θεός προβλέπει, καί τό μέτρο αὐτό προσδιορίζεται ἀνάλογα μέ τήν εὐγνωμοσύνη μέ τήν ὁποία θά δεχθοῦμε τή χάρη Του καί τήν ὁποία Ἐκεῖνος προβλέπει. Στόν ἕνα δίνει παραπάνω καί στόν ἄλλο λιγότερο, ὄχι ἐπειδή κάνει διακρίσεις, ἀλλά ἐπειδή προβλέπει ὅτι ὁ ἕνας θά τό δεχθεῖ μέ ἐκτίμηση, εὐγνωμοσύνη καί σύνεση καί θά τό φυλάξει ὡς κόρη ὀφθαλμοῦ, ἐνῶ ὁ ἄλλος θά τοῦ φερθεῖ ἀσύνετα. «Διό λέγει ἀναβάς εἰς ὕψος ᾐχμαλώτευσεν αἰχμαλωσίαν καί ἔδωκε δόματα τοῖς ἀνθρώποις». Τό χωρίο αὐτό ἀνάφερεται στόν λόγο πού ἔδωσε τό Ἅγιο Πνεῦμα στήν Παλαιά Διαθήκη καί τώρα ὁ Ἀπόστολος τόν παρουσιάζει ὡς ἐκπληρωμένο καί πραγματοποιημένο γεγονός. 

Ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου σέ αὐτόν τόν στίχο γίνεται ποιητικός. «Διό λέγει». Ποιός λέγει; Τό Πνεῦμα τό Ἅγιο λέει ὅτι ὁ Χριστός ἀνέβηκε ψηλά καί αἰχμαλώτισε τήν αἰχμαλωσία. Δυό φορές ἄρνηση σημαίνει κατάφαση, ἔτσι καί ἐδῶ δυό φορές αἰχμαλωσία σημαίνει ἀπελευθέρωση. Μέ τήν ἁμαρτία εἴμασταν αἰχμάλωτοι στόν πονηρό, καί ὁ Χριστός αἰχμαλώτευσε τήν αἰχμαλωσία μας, δηλαδή μᾶς ἐλευθέρωσε ἀπό τήν τυραννία τοῦ διαβόλου. Ὅταν ὁ Χριστός ἐπετέλεσε τό ἔργο τῆς σωτηρίας καί ἀνέβηκε ψηλά στούς οὐρανούς, «ἔβρεξε» τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιά νά μαρτυροῦν τή συμφιλίωση τῶν ἀνθρώπων μέ τόν Θεό. Ὁ καθένας πού λαμβάνει χάρισμα συνάπτεται, ἑνώνεται μέ τόν Χριστό ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, καί ὁ Χριστός τόν ὁδηγεῖ στόν Οὐράνιο Πατέρα. Ὁ Θεός μᾶς ἔπλασε διά τοῦ Υἱοῦ Του ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Τώρα τό Ἅγιο Πνεῦμα μέ τά χαρίσματά Του μᾶς ἑνώνει μέ τόν Χριστό καί Αὐτός μᾶς ὁδηγεῖ στόν Οὐράνιο Πατέρα. «Οὐδείς πορεύεται πρός τόν Πατέρα εἰμή δι’ ἐμοῦ» λέει ὁ Κύριος. Ἔτσι, κατανοοῦμε τό ἔργο τῆς Ἁγίας Τριάδος γιά τή σωτηρία μας.

«Τό δέ ἀνέβη τί ἐστιν εἰ μή ὅτι καί κατέβη πρῶτον εἰς τά κατώτερα μέρη τῆς γῆς;». Τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐδῶ ἐμπνέει ἕνα θαυμασμό. Πῶς ὁ φύσει ἀθάνατος Θεός δέχεται θάνατο καί κατεβαίνει στό μνῆμα καί στά καταχθόνια γιά χάρη τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου; Αὐτό εἶναι τό μεγαλύτερο θαῦμα.Ἡ Ἀνάσταση ἔπεται, διότι ὁ Κύριος ἦταν ἀναμάρτητος καί ἀχώριστος ἀπό τόν Οὐράνιο Πατέρα καί δέν μποροῦσε νά δεῖ διαφθορά στό μνῆμα. Ἡ Ἀνάσταση εἶναι ὁ φυσικός θρίαμβος .Ἀλλά τό ὅτι ταπεινώνει καί κενώνει τόν ἑαυτό Του μέχρι θανάτου, «θανάτου δέ Σταυροῦ» καί κατεβαίνει στά καταχθόνια, αὐτό ἀποτελεῖ τό μεγαλύτερο θαῦμα. Ἐμεῖς θαυμάζουμε τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Μεγαλύτερο ὅμως θαῦμα εἶναι ἡ Σταύρωση καί ὁ θάνατός Του.Εἶναι μικρότερο θαῦμα τό ὅτι ἀνέβηκε ὁ Χριστός ψηλά στούς οὐρανούς. Μεγαλύτερο θαῦμα εἶναι ὅτι πρῶτα κατέβηκε στά κατώτερα μέρη τῆς γῆς.  Ὁ Κύριος δέν ἀναστήθηκε ἀπό τό μνῆμα, ἀλλά ἀπό τά καταχθόνια, καί ἀπό ἐκεῖ ἀνέβηκε στούς οὐρανούς καί κανένας δέν εἶδε αὐτή τή στιγμή. 

Γι’ αὐτό, ἄλλωστε, δέν ὑπάρχει εἰκόνα πού νά δείχνει τή στιγμή τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου.Στό παραπάνω χωρίο ὁ Ἀπόστολος, δόκιμος ὅπως ἦταν, ἁρπάζεται ἀπό ἕνα πνεῦμα θαυμασμοῦ γιά τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ. Λέει, τί σημαίνει ὅτι ἀνέβη, ἀλλά τό ὅτι πρῶτα κατέβηκε στά κατώτερα μέρη τῆς γῆς. Ὅταν ὁ Μέγας Παῦλος ἀποτραβήχτηκε στήν ἔρημο τῆς Ἀραβίας, στή μετάνοιά του κατέβηκε καί αὐτός μέχρι τά καταχθόνια, γιά νά γνωρίσει τόν Χριστό σέ ὅλες τίς πλευρές τῆς ζωῆς Του. Ὅταν ἁρπάχθηκε στόν οὐρανό καί ἄκουσε ἄρρητα ρήματα, εἶδε τόν Χριστό στή δόξα Του καί τρώθηκε ἀπό ἀγάπη γιά Αὐτόν. Ἀλλά ὅταν πῆγε στήν ἔρημο νά κάνει τή μετάνοιά του καί νά πεῖ τό μεγάλο εὐχαριστῶ, τότε κατάλαβε ὅτι ὅσο πιό πολύ ταπεινωθοῦμε καί κατεβοῦμε πρός τά κάτω, τόσο πιό πολύ θά εὐχαριστοῦμε τόν Θεό γιά τόν ἄθλο τῆς δικῆς Του κενώσεως. «Ὁ καταβάς αὐτός ἐστι καί ὁ ἀναβάς ὑπεράνω πάντων τῶν οὐρανῶν, ἵνα πληρώσῃ τά πάντα». Αὐτός εἶναι ἕνας πολύ ὡραῖος στίχος! Ὁ Μέγας Βασίλειος γιά νά κάνει τό νόημα πιό κατανοητό καί πιό δυνατό, προσθέτει στή Θεία Λειτουργία του στούς λόγους τοῦ Ἀποστόλου μία λέξη: «ἵνα πληρώσῃ Ἑαυτοῦ τά πάντα». Τό ἴδιο Πνεῦμα πού μίλησε διαμέσου τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, μίλησε καί διαμέσου τοῦ Μεγάλου Βασιλείου.

 Ὁ Χριστός εἶχε ἕνα σκοπό: Κατέβηκε ἀπό τόν Οὐρανό στή γῆ, καί τή γέμισε μέ τό φῶς τῆς θεογνωσίας Του. Κατέβηκε στά ὕδατα τοῦ Ἰορδάνη καί τά ἁγίασε. Καί περιῆγε τή γῆ γιά νά τήν ἁγιάσει μέ τόν λόγο, τά θαύματα, καί τήν Παρουσία Του.Ἔπειτα κατέβηκε στά καταχθόνια τῆς γῆς, στό σκοτάδι τοῦ ἅδη, γιά νά λάμψει καί ἐκεῖ τό Φῶς τοῦ Προσώπου Του, «ἵνα πληρώσῃ Ἑαυτοῦ τά πάντα», ἔτσι ὥστε νά μή μείνει χῶρος μέσα στό κτιστό εἶναι - ἀκόμα καί μέσα στό πνευματικό εἶναι – πού νά μήν τόν ἁγιάσει μέ τήν Παρουσία Του. Γέμισε τά πάντα μέ τά ἴχνη τῆς Παρουσίας Του, ὥστε ἐμεῖς, ὅπου καί νά βρισκόμαστε, πάνω στή γῆ, μέσα στά βάσανά μας, εἴτε ἀκόμα μέσα στόν ἅδη τῆς ἀπελπισίας καί τοῦ θανάτου μας, ἀκόμα καί ἐκεῖ νά μποροῦμε νά συναντήσουμε τόν Χριστό, διότι εἶναι πανταχοῦ Παρών καί πλήρωσε τά πάντα μέ τή θεουργική Του ἐνέργεια. Δέν ὑπάρχει τόπος μέσα στό κτιστό εἶναι, ἀκόμα καί στόν ἅδη, πού νά μήν μποροῦμε νά συναντήσουμε τόν Χριστό, πού νά μή μποροῦμε νά βροῦμε τή λύτρωσή Του.

Ἄν ὁ Θεός ἐπιτρέπει νά περάσουν οἱ Ἅγιοι μεγάλους διωγμούς καί δοκιμασίες, ἤ παραχωρεῖ στή ζωή τῶν Χριστιανῶν ὀδύνες ἀπό ἀσθένειες, κακουχίες, καταφρόνηση καί ἀπό μύρια ἄλλα δεινά, δέν τό κάνει γιά νά καταστραφοῦνε, ἀλλά γιά νά μυηθοῦνε στό μυστήριο τῆς καταβάσεως καί τῆς ἀναβάσεώς Του.Σέ ὁποιαδήποτε κατάσταση τῆς ζωῆς τους, ὅσο φοβερή καί φρικτή καί ἄν εἶναι, ἔχουν οἱ Χριστιανοί τή δυνατότητα νά στραφοῦν ἀπό ἐκεῖ στόν Θεό καί νά ἀρχίσει ἡ ἀνάβασή τους καί ἡ ἕνωσή τους μέ τόν Σωτήρα Χριστό.Ἔχει μεγάλη σημασία αὐτό, γι’ αὐτό οἱ Πατέρες ἔλεγαν ὅτι χωρίς πειρασμούς κανένας δέν σώζεται, καί ὅτι «διά πολλῶν παθημάτων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ».Μέ πολλά παθήματα μποροῦμε νά εἰσέλθουμε στήν κατάπαυση τοῦ Οὐρανοῦ, προπαντός ὅσοι ἔχουμε ἁμαρτήσει, «ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ». Ὁ Θεός μέσῳ τῶν παθημάτων μᾶς δίνει εὐκαιρία νά ταπεινώσουμε τό πνεῦμα μας κι ἐλεύθερα νά ζητήσουμε τή δική Του ἀντίληψη καί βοήθεια. Μόνο στά παθήματα ὁ ἄνθρωπος ἀνακαλύπτει τήν ἐλευθερία του, καί τότε μπορεῖ νά ἀγαπᾶ ἀληθινά, λέει ὁ Γέροντας Σωφρόνιος. Μέ τά παθήματα καταλαβαίνουμε ὅτι ὁ Θεός μᾶς ἔχει ἐκλέξει, μᾶς ἔχει προορίσει γιά μεγάλα πράγματα, καί ὅτι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ἔχουμε τήν εὐθύνη τῆς ἐλευθερίας μας. Στήν 9η ὡδή τῶν αἴνων τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων βρίσκουμε τό ἐξῆς τροπάριο: «Διά καταδύσεως ἡ πρός Θεόν ἡμῶν ἄνοδος γίνεται. Θαυμάσια τά ἔργα σου, Κύριε, δόξα Σοι».

Διά τῆς καταδύσεως, λέει, γίνεται ἡ ἀνάβασή μας πρός τόν Θεό. Αὐτό μᾶς διδάσκει ὁ Κύριος καί στήν ἑορτή τῶν Θεοφανείων. Περιγράφει μπροστά μας τήν ὁδό πού ἀκολούθησε, ὅταν μπῆκε στήν οἰκουμένη ἀπό τούς κόλπους τῆς Θεότητός Του κατέβηκε πρῶτα στά καταχθόνια καί στή συνέχεια ἀνέβηκε στούς οὐρανούς. Αὐτή εἶναι ἡ ὁδός τοῦ Θεοῦ: πρῶτα ἡ κατάβαση καί ἔπειτα ἡ ἀνάβαση.Κανένας δέν μπορεῖ νά ἑνωθεῖ μέ τόν Χριστό, οὔτε νά εὐαρεστήσει στόν Θεό, ἄν δέν πορευθεῖ αὐτή τήν ὁδό ἀρχικά τῆς ταπεινώσεως καί ἔπειτα τῆς ὑψώσεως. Δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε τόν αἰώνιο νόμο τῆς ζωῆς πού φανέρωσε ἡ ὁδός τοῦ Κυρίου: «Ὁ ταπεινῶν ἑαυτόν ὑψωθήσεται». Καί μᾶς ζητάει: «Μάθετε ἀπ’ Ἐμοῦ ὅτι πρᾶος Εἰμι καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ», μάθετε, λέει ὁ Κύριος, αὐτή τήν ὁδό πρῶτα τῆς καταδύσεως καί ὕστερα τῆς ἀνόδου, τῆς καταβάσεως καί ἔπειτα τῆς ὑψώσεως, τῆς ταπεινώσεως καί ἔπειτα τῆς δόξας. Ἡ ὁδός τοῦ Κυρίου, ἡ κατάβαση καί ἡ ἀνάβαση, ἔφερε στή γῆ τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτό ἵδρυσε τήν Ἐκκλησία, καί Αὐτό ἔκανε ρῆγμα στόν Οὐρανό, γιά νά ἔχουμε ἐμεῖς, ἀκολουθοῦντες τόν Κύριο Ἰησοῦ, εἴσοδο στά Ἅγια τῶν Ἁγίων. Τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μαρτυροῦν ὅτι τό μεσότειχο τῶν ἁμαρτιῶν μας ἔχει ἀρθεῖ, καί ἑνώθηκε ὁ Οὐρανός μέ τή γῆ. Βεβαιώνουν ἀκριβῶς τή συμφιλίωση τῶν ἀνθρώπων μέ τόν Θεό.Ὁ Κύριος ἔγινε μεσίτης Θεοῦ καί ἀνθρώπων. Τό Ἅγιο Σῶμα Του ἔγινε ἡ γέφυρα πού ἑνώνει τόν Οὐρανό μέ τή γῆ.

«Καί Αὐτός ἔδωκε τούς μέν Ἀποστόλους, τούς δέ Προφήτας, τούς δέ Εὐαγγελιστάς, τούς δέ Ποιμένας καί Διδασκάλους».  Ὁ Ἀπόστολος ἀπαριθμεῖ ἐδῶ μερικά εἰδικά χαρίσματα, πού εἶναι πολύ σημαντικά γιά τήν οἰκοδομή τῆς Ἐκκλησίας μέσα στόν κόσμο. Ὁ Κύριος ἔβαλε στούς Ἀποστόλους τόν σπόρο τῆς Παρουσίας καί τῆς χάριτός Του, καί ἀπό αὐτούς μεταδόθηκε στούς Πατέρες μας καί ἔφθασε ὥς ἐμᾶς. Τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ εἰσῆλθε στόν κόσμο πρῶτα στά σώματα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Ἑνώθηκε ἡ χάρη μέ τήν ἀνθρώπινη φύση. Καί οἱ Ἀπόστολοι, ὡς οἱ θεμέλιοι στύλοι τοῦ Οἴκου τοῦ Θεοῦ, μετέδωσαν αὐτή τή χάρη στίς ἐπερχόμενες γενεές. Προφῆτες εἶναι αὐτοί πού γνωρίζουν τόν Θεό καί ἔχουν τόν λόγο Του ζωντανό στίς καρδιές τους, «λόγον ζωῆς ἐπέχοντες». Εὐαγγελιστές εἶναι αὐτοί οἱ ὁποῖοι εὐαγγελίζονται «ἡμέραν ἐξ ἡμέρας» τό σωτήριον τοῦ Θεοῦ. 

Λέγοντας ὁ Ἀπόστολος «τούς δέ Ποιμένας καί Διδασκάλους», ἀναφέρεται στά εἰδικά χαρίσματα, μέ τά ὁποῖα κτίζεται τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, μιλάει εἰδικά γιά τήν ἁγία Ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ.Ὅλοι μετέχουμε στά τρία χαρίσματα πού ἔδωσε ὁ Χριστός: τό Προφητικό, τό Ἱερατικό καί τό Βασιλικό. Στό Προφητικό χάρισμα μετέχουμε, ὅταν μποροῦμε νά δεχόμαστε τόν λόγο Του, νά διδασκόμαστε τίς ἐντολές Του, καί νά γνωρίζουμε τό θέλημά Του. Αὐτό εἶναι προφητική ζωή. Δέν εἶναι προφητική ζωή νά προβλέπουμε τά μέλλοντα, ὅπως γινόταν πρό Χριστοῦ, διότι Ἐκεῖνος γιά τόν Ὁποῖο προφήτευαν οἱ Προφῆτες ἦλθε, καί πάλιν ἔρχεται. Τώρα, Προφήτης εἶναι ἐκεῖνος πού μαρτυρεῖ τήν ἀλήθεια Αὐτοῦ πού ἦλθε καί πάλιν ἔρχεται. Αὐτός, στόν ὁποῖο ζεῖ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ἡ ἐπίγνωση τοῦ θελήματός Του, καί εἶναι μυημένος στό μυστήριο τῶν ὁδῶν τῆς σωτηρίας γιά κάθε ἄνθρωπο.

Πῶς ἐννοεῖται ἡ μετοχή μας στό Βασιλικό χάρισμα τοῦ Κυρίου; Ὁ Κύριος ἔδωσε σέ ὅλους τή χάρη, νά γίνουμε κύριοι πάνω σέ ὅλα τά κτιστά καί τήν ἐξουσία∙ «πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καί σκορπίων καί ἐπί πᾶσαν τήν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ».Μᾶς ἔδωσε, δηλαδή, τή χάρη νά γίνουμε νικητές, βασιλιάδες πάνω στούς πειρασμούς καί πάνω στά πάθη τοῦ κόσμου τούτου· «Θαρσεῖτε, ἐγώ νενίκηκα τόν κόσμον».Γινόμαστε, λοιπόν, μέτοχοι τοῦ βασιλικοῦ χαρίσματος τοῦ Κυρίου, ὅταν μετέχουμε στή νίκη πού κατάφερε ὁ Κύριος μέ τόν Σταυρό καί τήν Ἀνάστασή Του. Ὁ Κύριος ἐπιτρέπει νά πειρασθοῦμε ἀπό τόν ἐχθρό, γιά νά μᾶς καταστήσει κυρίους καί βασιλεῖς πάνω στή δύναμη τοῦ ἐχθροῦ.Νά μένουμε ἄτρωτοι καί ἀσάλευτοι στίς προσβολές τοῦ Βελίαρ.

Πῶς μετέχουμε στό ἱερατικό χάρισμα τοῦ Κυρίου;  Ἱερεῖς εἶναι οἱ ἄνθρωποι πού ἐκλέγονται ἀπό τόν λαό, γιά νά προσφέρουν θυσία στόν Θεό ἐν ὀνόματι τοῦ λαοῦ καί νά σταθοῦν διακονοῦντες ἀνάμεσα στόν Θεό καί στό λαό. Ἀλλά καί ὁ κάθε πιστός μπορεῖ νά ἱερατεύει. Ὁ καθένας ἀπό ἐμᾶς, ὅταν προσφέρει μετάνοια ἀληθινή στόν Θεό, ἱερατεύει τή δική του σωτηρία, γίνεται ἱερέας τῆς σωτηρίας του. Ὅταν κλάψουμε μιά ὥρα μπροστά στόν Θεό γιά τίς ἁμαρτίες μας, γιά τή μηδαμινότητα καί τήν πνευματική μας φτώχεια, ἐπιτελούμε λειτουργία μπροστά στόν Θεό.Ἐάν κρατήσουμε σταθερά αὐτή τή λειτουργία καί συγκεντρώσουμε τά ἴχνη τῆς χάριτός Του μέσα μας, θά πλατυνθεῖ ἡ καρδιά μας, ὥστε νά χωράει μέσα της ὅλο τόν κόσμο. Τότε ἀρχίζουν ἡ προσευχή καί ἡ μετάνοιά μας νά γίνονται κραυγή γιά τή σωτηρία ὅλης τῆς γῆς, καί ἔτσι γινόμαστε ἀληθινά βασίλειον ἱεράτευμα.

 Αὐτό ἀποτελεῖ τήν πρεσβεία τῶν Ἁγίων γιά ὅλο τόν κόσμο. Ὅλοι οἱ Ἅγιοι εἶναι ἀληθινοί ἱερεῖς τοῦ Θεοῦ κατά τήν τάξιν Μελχισεδέκ. Ἡ βασιλική ἱερωσύνη τῶν Ἁγίων μένει εἰς τόν αἰώνα, διότι εἶναι κατά τήν τάξιν Μελχισεδέκ, πού δέν εἶχε οὔτε ἀρχή οὔτε τέλος ἡμερῶν. Ἐνῶ ἡ ἱερωσύνη κατά τήν τάξιν Ἀαρών εἶναι ἡ εἰδική χειροτονία πού λαμβάνουν οἱ ἱερεῖς.Τό Πνεῦμα τό Ἅγιο ἔδωσε σέ ὅλους μας χαρίσματα «πρός τόν καταρτισμόν τῶν ἁγίων εἰς ἔργον διακονίας, εἰς οἰκοδομήν τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ». Ὁ Θεός δέν μᾶς δίνει τή χάρη γιά τόν ἑαυτό μας.Ὅταν μᾶς δίνει τά χαρίσματά Του, δέν τά δίνει γιά νά μᾶς κάνει μεγάλους καί τρανούς, ὥστε νά ἐξουσιάζουμε καί νά ἐπιβαλλόμαστε στούς ἀδελφούς μας, οὔτε γιά νά ἐκμεταλλευόμαστε τήν ἄγνοια ἤ τήν καλοσύνη τους.

Ὁ Θεός δίνει τά χαρίσματά Του, γιά νά τά διαθέσουμε γιά τή δόξα Του καί τήν ὑπηρεσία τῶν ἀδελφῶν μας. Ὅταν συνερχόμαστε στήν Ἐκκλησία, ὁ καθένας πρέπει νά φέρει τό μικρό ἤ μεγάλο χάρισμά του καί νά τό καταθέσει στή σύναξη τῆς Λειτουργίας πού συναπαρτίζουμε, γιά νά δημιουργηθεῖ ἡ κοινωνία τῶν χαρισμάτων, μέσα στήν ὁποία ὅλοι θά ἀναβαπτιστοῦμε, θά ἀνανεωθοῦμε καί θά πλουτίσουμε.Δέν μπορεῖ κάποιος νά εἶναι μέλος τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ χωρίς νά ἔχει «ἴδιον χάρισμα». Τά χαρίσματα μᾶς δίνονται γιά διακονία, γιά καταρτισμό καί οἰκοδομή, ὥστε νά κτίσουμε τό Ἕνα Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησία. Μᾶς δίνονται γιά νά τά διαθέσουμε, καί μέ αὐτό τόν τρόπο νά πλουτίσουμε καί ἐμεῖς μέ τά χαρίσματα τῶν ἄλλων μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, πού καί ἐκεῖνα διαθέτουν τά δικά τους χαρίσματα. Τό χάρισμα τοῦ Θεοῦ διατηρεῖται ζωντανό μέ τή μετάνοια καί τήν προετοιμασία πού κάνουμε στό κρυφό ταμεῖο μας.

Ἐάν ἔχουμε προετοιμασθεῖ καί ἔχουμε προσευχηθεῖ μέχρι τέλους, ἄν ἔχουμε μετανοήσει γιά τίς ἁμαρτίες μας καί ἔχουμε ζητήσει τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ γιά τίς ἀδυναμίες μας, ἄν ἔχουμε θυμηθεῖ αὐτούς πού ἔχουν ἀνάγκη καί ἔχουμε προσφέρει στό Θεό τά πάντα, θά ἔρθουμε στήν Ἐκκλησία γεμάτοι μέ πνευματικές διαθέσεις, οἱ ὁποῖες εἶναι οἱ ἐνέργειες τοῦ χαρίσματος πού ἔχουμε. Φέρνοντας αὐτές τίς ἐνέργειες στήν Ἐκκλησία θά δημιουργηθεῖ ἡ ἀτμόσφαιρα τῆς κοινωνίας τῶν χαρισμάτων, μέσα στήν ὁποία θά πλουτίσουμε καί ἐμεῖς μέ τά χαρίσματα τῶν ἄλλων. Τά χαρίσματα δέν εἶναι φανερά· δέν γνωρίζουμε ποιός ἔχει μεγαλύτερο χάρισμα, μικρή ἤ μεγάλη θέρμη στήν καρδιά∙ μόνο ὁ Θεός γνωρίζει. Γιά νά εἴμαστε ὅμως τίμιοι ἀπέναντι στό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, πού συνάζεται στό ναό γιά νά ἐπιτελέσει τή λατρεία τοῦ Θεοῦ ἐν Πνεύματι, πρέπει ὁ καθένας μας νά φέρει καί νά καταθέσει κάτι. Γι’ αὐτό χρειάζεται νά κάνουμε κάποια προετοιμασία, μέ νηστεία, ἐξομολόγηση, μετάνοια, ἀγαθοεργίες, ὑπακοή, ταπείνωση, ἀλλά προπαντός μέ τήν προσευχή.

Πρέπει νά ἔχουμε δημιουργήσει στήν καρδιά μας ἕνα ἰδιαίτερο χῶρο πού νά ζέει, ὥστε νά μποροῦμε νά σταθοῦμε στό ναό ἀκίνητοι, ἁπλοί καί ἀνεπιτήδευτοι. Ἀλλά ἡ θέρμη τῆς καρδιᾶς νά συγκρατεῖ τό πνεῦμα μας καί νά κάνει εὔκολη τήν παράσταση μας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μέ ἕναν τρόπο ἀφανή. Αὐτός ὁ ἅγιος χῶρος πού καταρτίζει ὁ ἄνθρωπος μέσα του ἐκφράζεται στή Γραφή μέ διαφορετικούς τρόπους. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τόν ὀνομάζει «περιτομή καρδίας», τόν ἀποκαλεῖ «στίγματα τοῦ Ἰησοῦ», καί ὁ ἄλλος Ἀποστόλος «χρῖσμα ἅγιον» Ἡ ἐλεημοσύνή μας ἄς μή φανεῖ. Ἡ προσευχή μας ἄς εἶναι στό κρυφό μας ταμεῖο. Ὅταν κάνει τό καλό ἡ δεξιά μας, ἄς μή τό γνωρίζει ἡ ἀριστερά μας, γιά νά μή γίνει γνωστό στούς ἀνθρώπους. Ἄν φανερωθεῖ, ἀπέχουμε τοῦ μισθοῦ μας, πληρωθήκαμε ἀπό τήν ἀνθρωπαρέσκεια καί δέν ἔχουμε τίποτα νά περιμένουμε, μᾶλλον χάσαμε. Γι’ αὐτό πρέπει νά καλλιεργήσουμε ἕνα ζωντανό, μυστικό τόπο μέσα μας, πού νά μαζεύει ὅλο τό νοῦ καί ὅλη τή δύναμη τῆς ψυχῆς μας καί ἀπό ἐκεῖ νά ἀνατείνεται στόν Θεό. Ἄν νηστεύουμε, ἄς ἀλείψουμε τό πρόσωπό μας, γινόμενοι εὐχάριστοι, γιά νά μή φανεῖ ἡ κακοπάθεια καί ἡ κατά Θεόν νέκρωσή μας στούς ἀνθρώπους, καί ἔτσι θά ἀποθησαυρισθεῖ ὁ ἔπαινός μας ἀπό τόν πιό τέλειο μισθαποδότη, πού εἶναι ὁ Θεός.

Ὁ Κύριος ἐμφανίστηκε στόν Ἰορδάνη, κι ἐκεῖ Τόν διακονοῦσαν ἄγγελοι. Ἦταν στήν ἔρημο πειραζόμενος, καί πάλι Τόν διακονοῦσαν ἄγγελοι. Προσευχόταν στή Γεθσημανή, καί ὁ ἄγγελος ἦταν δίπλα Του. Ὅπως λέει ἕνας ὕμνος τῶν Θεοφανείων: «Ὅπου ὁ Βασιλιάς ἐκεῖ καί τάξις παραγίνεται». Ποιά εἶναι αὐτή ἡ τάξη; Εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἡ θριαμβεύουσα στόν Οὐρανό μέ τούς Ἁγίους καί τούς ἀγγέλους, καί ἡ στρατευομένη πάνω στή γῆ μέ τούς μετανοοῦντες πιστούς, ὅπως εἴμαστε ὅλοι μας. Ὅπου βρίσκεται ὁ Βασιλιάς, ἐκεῖ εἶναι ὅλοι συναγμένοι καί συντεταγμένοι στό Ὄνομά Του, ἡ Πανάχραντος Μητέρα Του, ὅλα τά τετελειωμένα πνεύματα τῶν ἀγγέλων καί τῶν Ἁγίων, ὅλοι οἱ σεσωσμένοι καί ὅλα τά ἐκλεκτά μέλη τοῦ Σώματός Του, οἱ πιστοί πάνω στή γῆ.Ὅταν, λοιπόν, ἔρθουμε στήν Ἐκκλησία καλλιεργώντας τό μικρό χάρισμα πού μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός, μπαίνουμε στήν κοινωνία τῶν χαρισμάτων τῶν ἀδελφῶν μας πού ἀπαρτίζουν τή σύναξη, καί ταυτόχρονα εἰσερχόμαστε καί στή σύναξη τῶν χαρισμάτων τῶν ἀοράτων μελῶν αὐτῆς τῆς συνάξεως, τῆς δοξασμένης, θριαμβεύουσας Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ στόν Οὐρανό. Καί οἱ δύο εἶναι παροῦσες, διότι ὁ Κύριος εἶναι Παρών καί Αὐτός εἶναι, «ὁ Προσφέρων καί Προσφερόμενος καί Προσδεχόμενος καί Διαδιδόμενος Χριστός ὁ Θεός ἡμῶν». 

 Ὅπου εἶναι ἡ Λειτουργία, ἐκεῖ εἶναι καί ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.Βεβαίως, γιατί ἐκεῖ εἶναι ὁ Βασιλιάς, ὁ Ὁποῖος ποτέ δέν εἶναι μόνος Του. Ἡ Βασιλεία Του εἶναι πλούσια καί συναπαρτίζεται ἀπό τή θριαμβεύουσα, τή δοξασμένη Ἐκκλησία πού εἶναι στούς οὐρανούς καί ἀπό τή στρατευομένη, τούς ἐκλεκτούς Του πάνω σέ ὅλη τή γῆ, πού προσέρχονται στή Θεία Λατρεία μέ τίς πνευματικές διαθέσεις τῆς καρδιᾶς. Γι’ αὐτό ἡ Λειτουργία ἔχει τόσο μεγάλη δύναμη καί χάρη. Ἄν τό καταλάβουμε αὐτό, ἡ ἀκηδία πού μᾶς νεκρώνει θά φύγει καί θά ἔχουμε τόν ζῆλο τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ, πού διψοῦν γι’ αὐτή τήν κοινωνία μέ τόν Ἅγιο τῶν Ἁγίων, καί μέ τούς ἁγίους ἀδελφούς τους, ὥστε νά ἐκπληρωθοῦν στήν τελειότητα οἱ δύο μεγάλες ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί νά καταργηθεῖ ὁ θάνατος.Αὐτός εἶναι ὁ καταρτισμός καί αὐτή εἶναι ἡ οἰκοδομή τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, πού κτίζουμε πάνω στή γῆ «μέχρι καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς τήν ἑνότητα τῆς πίστεως καί τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ», δηλαδή μέχρι νά γίνουμε ὅλοι παγκόσμιοι μέ τήν παγκόσμια χάρη τοῦ Χριστοῦ.

Στό βιβλίο τοῦ Γέροντος Σωφρονίου «Τό Μυστήριο τῆς Χριστιανικῆς Ζωῆς» διαβάζουμε: «Στή ζωή ἑνός ἑκάστου προσώπου μπορεῖ νά ἀντικατοπτρισθεῖ ἕνα τεράστιο φάσμα ἀπό τήν οἰκουμενική ζωή τῶν ἀνθρώπων, κι ἄν ὅλοι ἐμεῖς ἀποκτούσαμε τό μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ τότε στόν καθένα θά φανερωνόταν ὁ πανάνθρωπος. Μή πραγματοποιώντας τόν στόχο αὐτό θλιβόμαστε, γι’ αὐτό προσευχόμαστε καί γιά μᾶς τούς ἰδίους καί γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους». Ἄν ζοῦμε μέσα στήν κοινωνία τῶν χαρισμάτων, θά ζήσουμε τή ζωή ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Ἡ καρδιά μας θά πλατυνθεῖ καί θά ἀγκαλιάσει ὅλο τόν κόσμο μέ τά παθήματά του. Ἡ προσευχή τοῦ ἀνθρώπου τότε γίνεται μία κραυγή γιά ὅλη τή γῆ, γιά ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος, καί ὁ Θεός βλέπει στήν καρδιά τοῦ προσευχομένου ὅλη τήν οἰκουμένη, ὅλο τό γένος τῶν ἀνθρώπων. Αὐτή εἶναι ἡ μεσιτεία τῶν Ἁγίων.

Οἱ Ἅγιοι εἶναι πανάνθρωποι. Ἐπειδή ἐμεῖς δέν ἔχουμε αὐτό τό πλήρωμα, θλιβόμαστε καί προσευχόμαστε ταπεινά γιά μᾶς τούς ἰδίους καί γιά τούς ἀνθρώπους: «Κύριε, σῶσον ἡμᾶς καί τόν κόσμον Σου ἅπαντα».Στό βιβλίο «Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστι», βλέπουμε τόν Γέροντα Σωφρόνιο νά θαυμάζει συνεχῶς γιά τή μεγαλειώδη ζωή πού ἔφερε ὁ Χριστός πάνω στή γῆ.Γιά νά φθάσουμε κι ἐμεῖς στό πλήρωμα αὐτό καί νά γίνουμε ὅλοι πανάνθρωποι - οὐσιαστικά ἀληθινοί ἄνθρωποι - ὁ καθένας μας πρέπει νά εἶναι μία ὑπόσταση πού φέρει μέσα της ὅλη τήν ἀνθρώπινη φύση. Ὅπως τό κάθε Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδας φέρει μέσα Του ὅλο τό πλήρωμα τῆς Θεότητος καί εἶναι φορέας τοῦ πληρώματος τῆς ζωῆς καί τῆς οὐσίας τῆς θείας Φύσεως, ἔτσι καί ὁ δικός μας προορισμός εἶναι κατ’ εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος.Ὁ καθένας ἀπό ἐμᾶς νά τελειωθεῖ, νά φθάσει στό μέτρο τῆς ἡλικίας τοῦ Χριστοῦ καί νά φέρει στήν καρδιά του ὅλο τό γένος τῶν ἀνθρώπων μέ τή χάρη τοῦ Χριστοῦ, ὥστε νά γίνει «πανάνθρωπος». 

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀποκτήσει ὁλόκληρο τόν Χριστό στήν καρδιά του, διαμέσου Αὐτοῦ θά ἀγκαλιάσει καί ὅλο τόν κόσμο. Ὁ Κύριος κατέβηκε στή γῆ, ἔλαβε ἀνθρώπινη μορφή καί ἡ φύση Του ἔγινε διπλή. Ἀντίστοιχα ἐνεργεῖ καί μέ τόν ἄνθρωπο. Μᾶς ὑψώνει μέ τή χάρη Του γιά νά ἀγκαλιάσουμε ὅλη τή Θεότητά Του στήν ἐνεργητική Της μορφή, καί μέ αὐτή τή χάρη νά πλατυνθοῦμε καί νά ἀγκαλιάσουμε ὅλο τόν Ἀδάμ.

Ὑπάρχουν δύο ὑπέροχες Ἐπιστῆμες στήν πνευματική ζωή, πού μποροῦν νά μᾶς ὁδηγήσουν σέ αὐτό: Ἡ πρώτη εἶναι ἡ ὁδός τοῦ Χριστοῦ, ἡ κατάβαση. Ἡ μεγαλύτερη ἐντολή τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι νά καταδικάζουμε τόν ἑαυτό μας ὡς ἀχρεῖο καί ἀνάξιο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Μέ τόν τρόπο αὐτό ταπεινωνόμαστε καί γινόμαστε μηδέν μπροστά στόν Θεό, δίνοντάς Του ὅλο τόν χῶρο, γιά νά κατοικήσει μέσα μας. Ἄν δέν ἔχουμε τήν αὐτομεμψία τῆς αὐτοκαταδίκης δέν θά φθάσουμε νά ἀγαπήσουμε τόν Θεό, ὅπως Τοῦ πρέπει, καί δέν θά γνωρίσουμε τό πλήρωμα τῆς ἀγάπης Του. Ἀλλά οὔτε καί τόν πλησίον θά ἀγαπήσουμε, καί δέν θά γίνουμε ὁ πανάνθρωπος πού ἀγκαλιάζει ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος, ὄχι μέ ἠλεκτρονικές συσκευές, ἀλλά μέ καρδιά πλατυσμένη ἀπό τήν χάρη τοῦ Κυρίου Ἡ κατάβαση γίνεται μόνο μέ τήν αὐτομεμψία. Ὅταν συνέχεια μεμφόμαστε τόν ἑαυτό μας, πορευόμαστε πρός τά κάτω. Ἐπειδή ὅμως κάνουμε μία πράξη ἀληθινή, ἑλκύουμε τό Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας, πού ἔρχεται καί ἐργάζεται μέσα μας τόν πλατυσμό τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό οἱ Πατέρες ἔλεγαν ὅτι ἡ μεγαλύτερη ἀρετή εἶναι νά μάθουμε νά παίρνουμε τό πταῖσμα πάνω μας μπροστά στόν Θεό καί μπροστά στό συνάνθρωπο καί νά μήν δικαιολογοῦμε τόν ἑαυτό μας. Αὐτό εἶναι μεγαλεῖο∙ νά μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά ταπεινωθεῖ καί νά πάρει τή δεύτερη θέση, ὄχι τήν πρώτη. Ὁ ἄλλος νά ἔχει σημασία καί ὄχι ὁ ἑαυτός μας. 

Ἡ αὐτομεμψία στήν πιό ἀκραία μορφή της φθάνει τή μεγάλη ἐπιστήμη, γιά τήν ὁποία μιλάει ὁ Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης: «Κράτει τόν νοῦν σου εἰς τόν ἅδῃν, καί μή ἀπελπίζου». Νά ἔχουμε τήν τόλμη νά καταδικάζουμε τόν ἑαυτό μας μπροστά στόν Θεό ὡς ἄξιο ἀκόμα καί τοῦ ἅδη, ἀπό ἀγάπη πρός τόν Θεό, χωρίς νά ἀπελπιζόμαστε.Ρίχνουμε τόν ἑαυτό μας σέ αὐτόν τόν ἅδη, ἐπειδή ἀγαπᾶμε τόν Θεό, καί δέν ἀπελπιζόμαστε. Καταδικάζουμε τόν ἑαυτό μας σέ αὐτό τό σκοτάδι καί τή φωτιά, καί τότε ἐλευθερωνόμαστε ἀπό ὅλα τά κατάλοιπα τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, τά πάθη τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἑαυτοῦ μας. Ὅταν ταπεινωνόμαστε καί πηγαίνουμε πρός τά κάτω, ὁ ἐχθρός πού μᾶς ἐξουσιάζει καί μᾶς πειράζει σέ κάθε στάδιο τῆς ζωῆς μας, μᾶς ἀφήνει ἐλεύθερους, γιατί ὁ ἴδιος δέν μπορεῖ νά πορευθεῖ πρός τά κάτω. Ὁ μόνος τρόπος νά ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τόν ἐχθρό εἶναι νά ταπεινωθοῦμε καί νά πορευθοῦμε πρός τά κάτω μέ τήν αὐτομεμψία, παίρνοντας τό πταῖσμα ἐπάνω μας, προτιμώντας νά ἀδικηθοῦμε παρά νά ἀδικήσουμε. «Ὁ ταπεινῶν ἑαυτόν»[ ἐλευθερώνεται καί ἡ χάρη τόν ὑψώνει.

Ἡ ἄλλη ἐπιστήμη εἶναι νά εὐχαριστοῦμε τόν Θεό συνεχῶς γιά ὅλα ὅσα ἔκανε γιά μᾶς, γιά τή φυσική καί τήν ὑπερφυσική ζωή πού μᾶς ἔδωσε μέ τό Ἅγιο Βάπτισμα.Ὅσο πιό πολύ εὐχαριστοῦμε τόν Θεό, τόσο πιό πολύ ἀνοίγουν τά μάτια τῆς ψυχῆς μας καί βλέπουμε τίς εὐεργεσίες Του, καί τόσο περισσότερο θέλουμε νά Τόν εὐχαριστήσουμε. Δημιουργεῖται μέσα μας τέτοια ζέση εὐχαριστίας, ὥσπου ἔρχεται μιά στιγμή πού αἰσθανόμαστε ἀνάξιοι καί φτωχοί νά εὐχαριστήσουμε ἕνα τέτοιο Θεό, ὅπως εἶναι ὁ Χριστός.Ἐκεῖνος, ὡς ἄμωμος καί ἄσπιλος, ἦταν ἀληθινή εὐχαριστία στόν Θεό. Γι’ αὐτό ὁ Χριστός δέν προσεύχεται ποτέ γιά τόν ἑαυτό Του. Στήν ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου δέν προσεύχεται νά Τόν βοηθήσει ἤ νά Τόν ἐλεήσει ὁ Θεός, ἀλλά εὐχαριστεῖ τόν Θεό πού πάντοτε εἶναι μαζί Του καί δίνει τήν ἐντολή: «Λάζαρε δεῦρο ἔξω». 

Συχνά ὁ Κύριος πρίν ἀπό τά θαύματα εὐχαριστεῖ τόν Θεό∙ «ἐνεβριμήσατο τῷ Πνεύματι», δηλαδή «παρακινεῖται» ἀπό τό πνεῦμα τῆς εὐχαριστίας, διότι ὁ Ἴδιος εἶναι καθαρή εὐχαριστία στόν Θεό.Ὁ Χριστός ἦταν ἡ τέλεια καί ἄμωμη εὐχαριστία στόν Θεό. Γι’ αὐτό καί ἐμεῖς βλέποντας τό παράδειγμά Του συνειδητοποιοῦμε ὅτι εἴμαστε ἀνίκανοι νά Τόν εὐχαριστήσουμε τέλεια, ὅπως Ἐκεῖνος μᾶς ἔδειξε. Συναισθανόμαστε ὅτι ὑστεροῦμε καί θλιβόμαστε πού δέν μποροῦμε νά Τοῦ προσφέρουμε ὅλα ὅσα εἶναι ἅγια, ὅλα ὅσα εἶναι δίκαια, ὅλα ὅσα εἶναι τέλεια, ὅλα ὅσα εἶναι ἀρετή καί ἔπαινος.

Αὐτός ὁ πόνος τῆς καρδιᾶς γεννᾶ τή μετάνοια τῆς ἀγάπης καί τῆς εὐγνωμοσύνης πού δέν ἔχει τέλος πάνω στή γῆ. Μέ αὐτόν τόν τρόπο φθάνουμε στό ἴδιο ἀποτέλεσμα, γινόμαστε δηλαδή μέτοχοι τῆς κοινωνίας τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Αὐτές εἶναι οἱ δύο ὑπέροχες ἐπιστῆμες τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς μας. Εἴτε κρατήσουμε τήν αὐτομεμψία, ἄν εἴμαστε ψυχικά ὑγιεῖς, εἴτε χρησιμοποιήσουμε τήν μέθοδο τῆς συνεχοῦς εὐχαριστίας στόν Θεό, θά φθάσουμε στό ἴδιο λιμάνι, «στό μέτρον τῆς τελειότητος τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ», στήν αἰώνια σωτηρία. Ἀμήν.

Ἀρχιμανδρίτου Ζαχαρία,
Ἱερᾶς Μονής ΤιμίουΠροδρόμου, Έσσεξ Ἀγγλίας
                                                          

πηγή : http://www.imconstantias.org.cy/templates/Glow/images/headerImage.jpg

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...