/*--

Τετάρτη, 11 Σεπτεμβρίου 2013

ΤΟ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ

                        
Διερωτηθήκαμε ἄραγε μήπως ἐμεῖς οἱ ἴδιοι κάνουμε τὴν πνευματική μας ζωὴ δύσκολη καὶ πολυσύνθετη; Μήπως ὁ σκοπός, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ὅπως τὸν καθορίζει ὁ θεοφώτιστος ἀπόστολος Παῦλος, ποὺ εἶναι «ἀγάπη ἐκ καθαρᾶς καρδίας καὶ συνειδήσεως ἀγαθῆς καὶ πίστεως ἀνυποκρίτου», συχνὰ παραθεωρεῖται, ἐκτρέπεται καὶ μεταβάλλεται σὲ «ματαιολογίαν»(A΄ Τιμοθ. α´ 5-6).

Δὲν εἶναι σπάνιο τὸ φαινόμενο νὰ ἐξαπατᾶ κανεὶς τὸν ἑαυτό του, καλόπιστα ἴσως, μὲ θρησκευτικὲς ἰδιορρυθμίες, μὲ τυπολατρίες καὶ ὀπτασίες καὶ νὰ φουσκώνη ἀπὸ ὑπερηφάνεια. Νὰ ἀφήνη τὰ «βαρύτερα τοῦ νόμου, τὴν κρίσιν καὶ τὸν ἔλεον καὶ τὴν πίστιν» (Ματθ. κγ´ 23) καὶ νὰ αὐτοϊκανοποιῆται, ἐπειδὴ «διυλίζει τὸν κώνωπα», ἐνῶ δὲν διστάζει νὰ «καταπίνη τὴν κάμηλον». Νὰ λησμονῆ τὴν οὐσία καὶ νὰ ἐπιμένη στὴ λεπτομέρεια καὶ τὰ ἐπουσιώδη. Νὰ μὴν ἔχη συνειδητοποιήσει, ὅτι «τὸ Εὐαγγέλιον δὲν ἔχει σκοπὸ νὰ πλάση ἁπλῶς μυστικοπαθεῖς καὶ θρησκόληπτους, ἀλλὰ θελήσεις ἰσχυρὲς γιὰ τὴν κατόρθωση τῆς ἁγιότητος καὶ τῆς ἀγάπης». 

Ἔτσι μερικοὶ τὴν θρησκοληψία καὶ τὴν τυπολατρία τὶς ἐκλαμβάνουν ὡς γνήσια ὀρθόδοξη πνευματικότητα. Καθησυχάζουν τὴν συνείδησή τους [μὲ τυποποιημένες καὶ μηχανικὰ ἐπαναλαμβανόμενες εὐχὲς]* καὶ βολεύονται σὲ μιὰ στείρα πνευματικὴ ζωή. Φυλακίζουν τὴν ζωή τους στὸ ἰδιόρρυθμο ἐγώ τους καὶ δημιουργοῦν ἕνα κλίμα αὐταρέσκειας. Τὸ ὅτι δὲν λένε καλημέρα μὲ τὸν ἀδελφό τους καὶ τὸ πεῖσμα κυριαρχεῖ στὴν ζωή τους, αὐτὸ δὲν τοὺς ἀπασχολεῖ. 

Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἐπιστρέφουν σ’ ἕνα εἶδος φαρισαϊσμοῦ. Δημιουργοῦν μιὰ θρησκεία δικῆς τους ἐμπνεύσεως, τελείως ξένη πρὸς τὴν θρησκεία τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ. Ἀνάγουν σὲ δόγματα πίστεως «τὸ ἡδύοσμον καὶ τὸ ἄνηθον καὶ τὸ κύμινον» καὶ ἀφήνουν «τὴν κρίσιν καὶ τὸ ἔλεον καὶ τὴν πίστιν». Ἂν δηλαδὴ παραμελοῦν τὸ μεγάλο κεφάλαιο τῆς ἀγάπης καὶ τῆς δικαιοσύνης στὴν καθημερινή τους ζωή, δὲν τοῦ δίνουν καὶ μεγάλη προσοχή. Τοὺς ἀρκεῖ ὅτι ἔχουν κάποια ὑποτυπώδη πίστη. Καὶ ξεχνοῦν, πὼς «οὐ πίστις μόνον ἀρκεῖ πρὸς σωτηρίαν, εἰ μὴ καὶ βίος ἄξιος τῆς πίστεως πάρεστιν… Τὸ δὲ ὀνομάζειν αὐτὸν Κύριον πίστεως μόνης ἐστὶν» (Ζιγαβηνός). 

Φυσικὰ ἡ πίστη –καὶ ἀφαλῶς ἡ ὀρθὴ πίστη– εἶναι προϋπόθεση τῆς σωτηρίας καὶ τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ἂν ὅμως ἡ πίστη δὲν συνοδεύεται μὲ ἔργα, μὲ ἔργα εἰλικρινοῦς καὶ ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης. Ἂν δὲν κοσμῆται ἀπὸ ἀρετές, ἀπὸ τοὺς καρποὺς τοῦ Πνεύματος γιὰ τοὺς ὁποίους κάνει λόγο ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Γαλατ. ε´ 22), τότε ἡ πίστη αὐτὴ σὲ τίποτα δὲν ὠφελεῖ. Εἶναι νεκρή. Μιὰ τέτοια ἀνενεργὸς πίστη δὲν σώζει, δὲν μεταμορφώνει, δὲν ἑτοιμάζει πολίτες τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. «Ἐκ τοῦ καρποῦ τὸ δένδρον γινώσκεται». Μονάχα ἡ πλούσια φυλλωσιὰ δὲν δικαιώνει τὴν ὕπαρξή του. Κινδυνεύει ἀπὸ τὴν ἀξίνα τοῦ γεωργοῦ, ἔστω καὶ ἂν φαντάζη μὲ τὴν ἐξωτερικὴ μεγαλοπρέπειά του. 

Ὁ κίνδυνος λοιπόν, τῆς ἀποδοκιμασίας ἐπικρέμεται ἀπειλητικός, ἔστω καὶ ἂν ὑπάρχουν θαύματα μεγάλα, χωρὶς νὰ ἔχουν τὸ ἀνάλογο πνευματικὸ ἀντίκρισμα, δηλαδὴ ἔργα ἀγάπης καὶ ταπεινοφροσύνης. «Ὁ Κύριος, παρατηρεῖ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, δὲν στάθηκε μόνο σ’ αὐτά. Προχώρησε πολὺ πιὸ πέρα. “Πολλοὶ θὰ μοῦ ποῦν κατὰ τὴν ἡμέρα ἐκείνη˙ Κύριε Κύριε, δὲν προφητεύσαμε στὸ ὄνομά Σου καὶ δὲν διώξαμε δαιμόνια καὶ δὲν κάναμε θαύματα πολλά;…” (Ματθ. ζ´ 22). Ναί, παρ’ ὅλα αὐτὰ ἐγὼ δὲν σᾶς γνωρίζω. Ἀπομακρυνθῆτε ἀπὸ κοντά μου. Εἴσαστε ἐργάτες τῆς ἀνομίας. Χρησιμοποιήσατε τὰ χαρίσματά μου γιὰ τὴν δική σας ἐπίδειξη καὶ ὠφέλεια. Θαύματα πραγματοποιήσατε, σᾶς ἔλειψε ὅμως ἡ ἀρετὴ καὶ τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης». 

περιοδ. «ΖΩΗ» (ἀρ. τ. 4254, 23.02.2012)
 






+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...