/*--

Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

Η Εγκληματολογία μέσα από τα Ιερά Ευαγγέλια

 
ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Από την αρχή επιθυμώ να κάμω δύο επισημάνσεις:
1ο Αναλύω τα Ιερά Ευαγγέλια ως εγκληματολόγος και χωρίς καμία άλλη ιδιότητα δεδομένου ότι δεν διαθέτω τις γνώσεις για να προσεγγίσω τα θέματα ως Θεολόγος επί παραδείγματι.

2ο Θα μπορούσα να κάμω μια πιο εκτεταμένη ανάλυση. Αυτό θα αντέβαινε προς δύο πράγματα:

α) Προς το πνεύμα των ίδιων των Ευαγγελίων. Ο Χριστός μίλησε για όλο τον κόσμο και όχι για ορισμένους «εκλεκτούς» και «ειδήμονες». Για το λόγο αυτό εξ’άλλου χρησιμοποιεί, συχνά, τις παραβολές. Στόχος του ήταν να τον καταλάβουν όλοι οι άνθρωποι χωρίς καμία διάκριση.

β) Προσωπικά σε όλες μου τις δημοσιεύσεις προσπάθησα να είμαι απλός και κατανοητός εφ’όσον πιστεύω ότι και τα πιο σύνθετα πράγματα μπορούν να παρουσιασθούν με τρόπο σαφή και απλό χωρίς να επηρεάζεται η «επιστημοσύνη» τους.

Παρ’όλ’αυτά δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι παρά την απλότητα της διδασκαλίας του Χριστού, η εφαρμογή της στην πράξη είναι ιδιαίτερα δύσκολη. Αν σε προηγούμενη δημοσίευσή μας είχαμε καταλήξει ότι, βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας, είμαστε όλοι «δυνάμει» παραβατικοί αυτό ισχύει σε πολύ μεγαλύτερη έκταση απέναντι στη διδασκαλία του Χριστού.

Βάση για την ανάλυσή μας αποτέλεσε το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο. Σε πρώτη φάση κρατήσαμε από όλα τα Ευαγγέλια τα εδάφια εκείνα που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για τις εγκληματολογικές επιστήμες. Προηγούνται τα σχετικά Κεφάλαια και εδάφια των Ιερών Ευαγγελίων και ακολουθεί ο σχολιασμός. Είναι σαφές ότι και σε άλλα σημεία αναφέρονται ζητήματα που αφορούν εγκλήματα και κυρώσεις. Δεν τα θίξαμε, όμως, γιατί απαιτούσαν εξειδικευμένες γνώσεις Θεολογίας Το πόνημα αυτό αποτελεί μια πρώτη προσέγγιση. Ασφαλώς και πρέπει να ακολουθήσει μια βαθύτερη ανάλυση η οποία απαιτεί μια διεπιστημονική συνεργασία.        
------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Ι. Ανάλυση του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, Κεφ. 5 (3-10)
«Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, ότι αυτών εστίν η βασιλεία των ουρανών.
Μακάριοι οι πενθούντες, ότι αυτοί παρακληθήσονται.
Μακάριοι οι πραείς, ότι αυτοί κληρονομήσουσι την γην.
Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην ότι αυτοί χορτασθήσονται
Μακάριοι οι ελεήμονες, ότι αυτοί ελεηθήσονται.
Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται.
Μακάριοι οι ειρηνοποιοί, ότι αυτοί υιοί Θεού κληθήσονται.
Μακάριοι οι δεδιωγμένοι ένεκεν δικαιοσύνης, ότι αυτών εστιν η βασιλεία των ουρανών».
Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι……

Αν δεχθούμε, όπως υποστηρίζει ο Καθ. Στέργιος Αλεξιάδης ότι ο εγωισμός και η επιθυμία του ανθρώπου (και θα προσέθετα η αδικία)  προσδιορίζουν την εγκληματική συμπεριφορά, όλ’αυτά τα στοιχεία βρίσκονται στους Μακαρισμούς.

1η Ενότητα (κατά του εγωισμού)
α) Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι.

2η Ενότητα (κατά της επιθετικότητας)
α) Μακάριοι οι πραείς
β) Μακάριοι οι ειρηνοποιοί
3η Ενότητα (κατά της αδικίας)
α) Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην.
β) Μακάριοι οι δεδιωγμένοι ένεκεν της δικαιοσύνης.

Είναι σαφές ότι το να επιδιώξει, κάποιος αυτά που αναφέρει ο Χριστός τον απομακρύνει εντελώς από την παραδοσιακή μορφή του εγκλήματος οποιαδήποτε θεωρία και αν υιοθετήσουμε από τις υπάρχουσες εγκληματολογικές θεωρίες (παραδοσιακές, κριτικές ή καταργητικές). Η ταπεινοφροσύνη και η μη αλαζονεία αντιπαρατίθενται στον εγωισμό, η πραότητα και η επιδίωξη της ειρηνικής συμβίωσης στην επιθετικότητα και η επιδίωξη της δικαιοσύνης στην αδικία. Σε αυτές τις καταστάσεις, που αποτελούν και τον ακρογωνιαίο λίθο της διδαχής του Χριστού η έννοια του εγκλήματος και του εγκληματία φαίνονται ασυμβίβαστες.Τα εγκλήματα αρχίζουν να εμφανίζονται από τη στιγμή που απομακρυνόμαστε από αυτές τις αρχές και η βαρύτητα των εγκλημάτων θα εξαρτηθεί από το πόσο απομακρύνθηκε κάποιος από μια αρχή].

Το ζήτημα αν μπορούμε να απομονώσουμε τις αξίες αυτές και να πούμε, για παράδειγμα, ότι ο Α είναι πράος αλλά δεν είναι δίκαιος ή ο Β είναι επιθετικός αλλά είναι και δίκαιος αν και από πρώτη άποψη μπορεί να φαίνεται πιθανό κανονικά δεν είναι δυνατό να συμβεί. Μπορείς, άραγε, να είσαι εγωιστής και να επιδιώκεις τη δικαιοσύνη? Ο πραγματικά δίκαιος και πρώτα-πρώτα με τον ίδιο του τον εαυτό και ύστερα με τους άλλους δεν μπορεί να είναι και εγωιστής ή επιθετικός .

Ασφαλώς η κατάσταση που περιγράφει ο Χριστός είναι η τελειότητα και σ’ένα κόσμο υλικό και φθαρτό όπως ο γήινος πρέπει ο άνθρωπος να αγωνίζεται συνέχεια για να χτυπήσει τον εγωισμό, την επιθετικότητα ή την αδικία. Γιατί, για παράδειγμα, ν’αγοράσει κάποιος ένα πολυτελές αυτοκίνητο ή ένα τεράστιο σπίτι αντί ν’αρκεσθεί σε κάτι το αναγκαίο και το αρκετό? Διότι, κατά κανόνα, για ν’αποκτήσει κάποιος αυτά τα πολυτελή αγαθά και επιθετικός και άδικος μπορεί να γίνει . Ή ακόμη ο Α που πιστεύει ότι είναι ωραίος και θέλει να κατακτήσει όλες τις γυναίκες  μπορεί να παρενοχλήσει σεξουαλικά μια υφισταμένη, να «ρίξει» τη γυναίκα κάποιου φίλου του διαλύοντας οικογένειες ή να κάνει οτιδήποτε για χατίρι μιας νέας «κατάκτησης».

Από πρώτη άποψη φαίνεται να μένει μετέωρο το «Μακάριοι οι πενθούντες». Όμως αν δούμε συνολικά την κατάσταση στην οποία διαβιούν οι άνθρωποι σε ορισμένες χώρες τότε δεν πρέπει να πενθούμε; Αν δεν το κάνουμε δεν τελούμε μια μορφή εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας; Ως προς το «Μακάριοι οι καθαροί την καρδίαν», νομίζω ότι αφορά την ενοχή, το ηθικό στοιχείο του εγκλήματος ( mens rea) Στο σημείο αυτό βλέπουμε τη σημασία που δίνει ο Χριστός όχι μόνο στις πράξεις που εκδηλώνουν επιθετικότητα και εγωισμό αλλά και στη σκέψη. Σε τελική ανάλυση αυτή η «καθαρότητα» της καρδιάς (όχι άλλα σκέφτομαι και άλλα κάνω) δεν είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις άλλες αρχές; Πρόκειται ουσιαστικά για τη συνέπεια μεταξύ λογισμού (πρόθεσης) και πράξης. Και στην προκειμένη περίπτωση οι δύο έννοιες είναι συνυφασμένες μεταξύ τους.

Είναι σαφές ότι αν ακολουθήσει κάποιος αυτές τις αρχές είναι ξένος προς την έννοια του εγκλήματος. Δυστυχώς, όμως, ο καθένας μας είναι και λίγο άδικος ή επιθετικός ή εγωιστής όταν κρίνουμε ότι το συμφέρον μας το απαιτεί ή οι περιστάσεις μας αναγκάζουν. Τότε τελούμε τις διάφορες εγκληματικές πράξεις των οποίων η βαρύτητα θα εξαρτηθεί από τις συνέπειες, τις συνθήκες και την πρόθεση.Πράγματι, ο Χριστός αναγνωρίζει ότι υπάρχει διαφορετική βαρύτητα σε κάθε πταίσμα (έγκλημα). Διαφορετική είναι και η διαδικασία αλλά και ο τρόπος ρύθμισης. Ο εξοργιζόμενος, αναίτια, είναι υπεύθυνος . Η δικαιολογημένη, όμως, οργή δεν τιμωρείται. Αυτό φαίνεται και από τον εξοργισμένο τρόπο με τον οποίο «έδιωξε» ο Χριστός τους εμπόρους από το Ναό, οι οποίοι τον είχαν μετατρέψει σε οίκο εμπορίου. Εδώ η οργή όχι μόνο συγχωρείται (λόγος που αίρει τον καταλογισμό) αλλά και δικαιολογείται (λόγος που αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης).

Κεφ. 5 εδ.21-22«Ηκούσατε ότι ερρέθη τοις αρχαίοις, ου φονεύσεις` ος δ’αν φονεύση ένοχος έσται τη κρίσει..Εγώ δε λέγω υμίν ότι πας ο οργιζόμενος τω αδελφώ αυτού εική ένοχος έσται τη κρίσει` ος δ’αν είπη τω αδελφώ αυτού ρακά, ένοχος έσται τω συνεδρίω` ος δ’αν είπη μωρέ, ένοχος έσται εις την γέενναν του πυρός.» 

Αναλύοντας την Εντολή «ου φονεύσεις» ο Χριστός μιλά για κατ’εξοχήν προληπτική (αντεγκληματική) πολιτική. Όχι απλά δεν πρέπει να φονεύσεις αλλά αν και μόνο εξοργισθείς κατά του αδελφού σου (έλεγχος του θυμού) είσαι ένοχος «κρίσεως», Αν τον εξυβρίσεις τότε η κύρωση θα είναι βαρύτερη ενώ αν του πεις «Μωρέ» η καταδίκη θα είναι απόλυτη (εις την γέενναν του πυρός).

Ερωτήματα μπορεί να μας δημιουργήσει η ρήση «αν σε ραπίσει κάποιος στρέψε και το άλλο μάγουλο». Πρόκειται, ουσιαστικά, για μια άρνηση του Χριστού να μπει στον κύκλο της βίας εφ’όσον η βία φέρνει βία και δεν επιλύει καμία διαφορά. Μέσα σε μια κατάσταση βίας ο άνθρωπος δεν πρέπει να την πυροδοτεί περαιτέρω αλλά, αποστρεφόμενός την να επιζητά μια ειρηνική επίλυση της διαφοράς (εναλλακτικές μορφές απονομής της δικαιοσύνης) Ο Χριστός τονίζει τους ειρηνικούς τρόπους επίλυσης των διαφορών («ειρήνευσον μετά του αντιδίκου σου ταχέως») αλλά και την απόδοση του οφειλομένου (αποκατάσταση).

Εδ.27-28«Ηκούσατε ότι ερρέθη τοις αρχαίοις, ου μοιχεύσεις.Εγώ δε λέγω υμίν ότι πας ο βλέπων γυναίκα προς το επιθυμήσαι αυτήν ήδη εμοίχευσεν αυτήν εν τη καρδία αυτού.»

Ως προς την Εντολή «ου μοιχεύσεις» και στο σημείο αυτό τονίζεται η πρόληψη εφ’όσον ο λογισμός (η επιθυμία) κρίνεται αρκετός. Αν αφήσει κάποιος την επιθυμία να υπάρχει είναι βέβαιο ότι αν δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες θα υλοποιηθεί.

Κεφ. 6, εδ. 14«Εάν γαρ αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο πατήρ υμών ο ουράνιος.» 

Εδώ διδάσκεται η συγγνώμη και η συγχώρηση των πταισμάτων των άλλων. Αν και η συμπεριφορά αυτή δεν φαίνεται εύκολη , ίσως είναι ο μοναδικός, βαθύτερος και ουσιαστικός τρόπος επούλωσης των πληγών που έχει δημιουργήσει το πταίσμα (έγκλημα) .
Εδ. 24«Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν` ει γαρ τον ένα μισήσει και τον έτερον αγαπήσει, η ενός ανθέξεται και του ετέρου καταφρονήσει. Ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμωνά».

«Δεν μπορείς να δουλεύεις δύο κυρίους».Στο σημείο αυτό αναφέρεται η διπλή συμπεριφορά του ανθρώπου, η έλλειψη συνέπειας. Το φαινόμενο είναι ιδιαίτερα συχνό στις μέρες μας κυρίως στον τομέα των οικονομικών εγκλημάτων όπου το άτομο επιδεικνύει διπλή συμπεριφορά

Εδ. 25, 27«Διά τούτο λέγω υμίν, μη μεριμνάτε τη ψυχή υμών τι φάγητε και τι ποίητε, μηδέ τω σώματι υμών τι ενδύσησθε` ουχί η ψυχή πλείον εστί της τροφής και το σώμα του ενδύματος; »………«Τις δε εξ υμών μεριμνών δύναται προσθείναι επί την ηλικίαν αυτού πήχυν ένα ;».

«Μη μεριμνάτε για τη ζωή σας, τι θα φάτε και τι θα πιείτε». Στο σημείο αυτό διδάσκεται η αυτάρκεια και η λιτότητα που υπογραμμίζουν τη ματαιότητα της απόκτησης υλικών αγαθών και τη φροντίδα που πρέπει να δίνεται στην ψυχή, το «άφθαρτο». Ένα μεγάλο μέρος της εγκληματικότητας οφείλεται στην πρόταξη από τους ανθρώπους των υλικών αγαθών όπως στην περίπτωση της κτητικής εγκληματικότητας. Η επιθυμία να αποκτήσεις και να πολλαπλασιάσεις τα υλικά αγαθά αποτελεί, στις μέρες μας πρωταρχική αξία και επιδίωξη.«Κανείς δεν μπορεί να προσθέσει μια πήχη στο ανάστημά του».Είναι γεγονός ότι η φροντίδα για τα υλικά αγαθά σε προσεγγίζει προς την εγκληματικότητα. Η φροντίδα για την ψυχή, το «άυλο» σε απομακρύνει. Και όπως αναφέρθηκε παραπάνω, δεν μπορείς να επιδιώκεις δύο στόχους που είναι αντίθετοι. Ή τον Κύριο ή τον μαμωνά θα υπηρετείς.

Κεφ, 7 εδ. 1«Μη κρίνετε ίνα μη κριθήτε»

Εδώ ο Ιησούς τονίζει ότι εφ’όσον είμαστε άνθρωποι δεν είμαστε σε θέση να κρίνουμε τους άλλους. Στο σημείο αυτό φαίνεται να έχει δίκιο ο Άγγλος δικαστής που είχε χαρακτηρίσει την κρίση για την ενοχή κάποιου ως θεϊκό άθλο. Το εδάφιο αυτό πρέπει να συνδυασθεί με τη ρήση «ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω». Με τον τρόπο αυτό βγαίνει στην επιφάνεια ο «εύθραυστος» και ατελής χαρακτήρας του συστήματος της αναγνώρισης της ενοχής και της επιβολής και εκτέλεσης της ποινής.

Κεφ. 13 εδ. 4-8«Ιδού εξήλθεν ο σπείρων του σπείραι, και εν τω σπείρειν αυτόν ά μεν έπεσε παρά την οδόν, και ελθόντα τα πετεινά κατέφαγον αυτά` άλλα δε έπεσεν επί τα πετρώδη, όπου ουκ είχε γην πολλήν και ευθέως εξανέτειλε διά το μη έχειν βάθος γης`ηλίου δε ανατείλαντος εκαυματίσθη και διά το μη έχειν ρίζαν εξηράνθη` άλλα δε έπεσεν επί τας ακάνθας, και ανέβησαν αι άκανθαι και απέπνιξαν αυτά άλλα δε έπεσεν επί τη γην την καλήν και εδίδου καρπόν ό μεν εκατόν, ό δε εξήκοντα, ό δε τριάκοντα».

Η παραβολή των σπόρων που φύτρωσαν σε διαφορετικά εδάφη.

Η παραβολή αυτή εξηγεί τη διαφορετική πορεία των διαφόρων ανθρώπων ως προς το έγκλημα (εγκληματογένεση). Κατ’αρχάς πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των σπόρων που έπεσαν δίπλα στο δρόμο, εκείνων που έπεσαν σε βραχώδες έδαφος και εκείνων που φύτρωσαν μαζί με τα αγκάθια. Αν και από πρώτη άποψη δεν φαίνεται να υπάρχει διαφορά ανάμεσα στις δύο πρώτες κατηγορίες δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι δίπλα στο δρόμο το έδαφος είναι πατημένο και δεν φυτρώνει τίποτε. Πρόκειται για τους ανθρώπους που προσομοιάζουν προς τους «εκ φύσεως» εγκληματίες, σύμφωνα με παλαιότερες απόψεις ή, διαφορετικά τους γονιδιακά βεβαρυμένους όπου, προς το παρόν δεν υπάρχουν τα μέσα για να διορθωθεί το πρόβλημά τους. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν τα άτομα που ενώ στην αρχή είναι δεκτικά και έχουν καλή θέληση διαβιώνουν σ’ένα ιδιαίτερα βεβαρυμένο κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον όπου τα καλά στοιχεία εξανεμίζονται και το άτομο εγκαταλείπει τον αγώνα.

Ο σπόρος που φύτρωσε στα αγκάθια προσομοιάζει προς τους ανθρώπους που οι φροντίδες της καθημερινής ζωής και η απατηλή έλξη του πλούτου οδήγησε να προβούν σε συνεχείς παραχωρήσεις και συμβιβασμούς. Στο κατά Μάρκον, μάλιστα Ευαγγέλιο (Κεφ. 4 εδ.19) η επιθυμία απόκτησης άλλων πραγμάτων προστίθεται στην απατηλή έλξη του πλούτου. Είναι γνωστό ότι για ένα μεγάλο μέρος της εγκληματικότητας οι δύο τελευταίοι παράγοντες ανάγονται σε κύριες αιτίες του περάσματος στην πράξη. Ο καλός σπόρος προϋποθέτει το κατάλληλο έδαφος τον μη περισπασμό από τις φροντίδες της καθημερινής ζωής (τα ζιζάνια) και τις κατάλληλες συνθήκες για να μεγαλώσει και να «αποδώσει».

Στο σημείο αυτό ο Χριστός μιλά για την τελική κρίση τη Θεϊκή κρίση των ανθρώπων ανάλογα με τη συμπεριφορά που επέδειξαν. Τότε θα επιβληθούν κυρώσεις σ’αυτούς που, συνειδητά, επέδειξαν μια κακή συμπεριφορά. Αυτό, από πρώτη άποψη, φαίνεται αντιφατικό με τη διδασκαλία για αγάπη και συγγνώμη. Δυστυχώς το «κακό» και το ¨διεστραμμένο» υπάρχει διάσπαρτο στη Γη. Ακόμη και αν οι προσπάθειες ορισμένων ανθρώπων να το περιορίσουν έχουν αποφέρει καρπούς, το «κακό» δεν μπορεί να εξαφανιστεί. Τη στιγμή, όμως, της Τελικής Κρίσης η αντιπαράθεση καλού και κακού θα φθάσει στο κορύφωμά της και τότε το κακό θα πάει, πλέον, οριστικά στο κακό και τo καλό στο καλό. Γι’αυτό ο Χριστός λέγει ότι «έχοντες σκανδαλίσει και οι άνομοι» θα υποστούν τη βαρύτατη ποινή του να ριφθούν στην κάμινο του πυρός όπου θα υπάρχει ο κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων.

Θα ήταν πολύ απλουστευτικό να λέγαμε ότι η παραβολή αυτή αφορά τους παραβατικούς οι οποίοι χωρίζονται στις παραπάνω κατηγορίες. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει, όμως, ότι όλοι μας θα βρεθούμε κάποια στιγμή μπροστά στο δίλημμα να υιοθετήσουμε ή όχι παραβατική συμπεριφορά. Πάντως η παραβολή των σπόρων δεν πρέπει να μας οδηγήσει στο να εγκαταλείψουμε τις προσπάθειες για τον περιορισμό του «κακού». Αντίθετα η υιοθέτηση συμπεριφορών που προσεγγίζουν προς τη διδασκαλία του Χριστού αφ’ενός μπορεί να έχει ευεργετική επίδραση στους άλλους και αφ’ετέρου μπορεί να παρεμποδίσει την τέλεση νέων εγκλημάτων. Η κοινωνική αλληλεγγύη και προσφορά μπορούν να αποτελέσουν ισχυρά «αντιπαραδείγματα» στα παραδείγματα που προσφέρει η σύγχρονη καταναλωτική κοινωνία της απόλαυσης στους ανθρώπους και ιδιαίτερα τους νέους.

Kεφ. 15 εδ. 19 «εκ γαρ της καρδίας εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείαι, πορνείαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι»

«Από την καρδιά μας πηγάζουν οι πονηροί διαλογισμοί καθώς και τα εγκλήματα όπως φόνοι, μοιχείες, πορνείες, κλοπές, ψευδομαρτυρίες». Στο εδάφιο αυτό αναφέρονται ευθέως τα εγκλήματα κοινού ποινικού δικαίου και ότι όλα πηγάζουν από την εγκληματική πρόθεση του ατόμου ήτοι την ελεύθερη βούληση του. Ο Χριστός μιλά καθαρά για την ελευθερία της βούλησης του ατόμου.

Κεφ. 16 εδ.. 27 «Μέλλει γαρ ο υιός του ανθρώπου έρχεσθαι εν τη δόξη του πατρός αυτού μετά των αγγέλων αυτού, και τότε αποδώσει εκάστω κατά την πράξιν αυτού.

Ο Χριστός κατά την Τελική Κρίση θα αποδώσει εις έκαστον κατά την πράξιν αυτού. Δύο θέματα αναφύονται εν προκειμένω.:

α) Ο καθένας θα κριθεί με βάση την καθημερινή του συμπεριφορά. Επομένως, ο άνθρωπος βρίσκεται σε καθεστώς συνεχούς δοκιμασίας (probation) για τις πράξεις του.

β) Θα μπορούσε κάποιος να ισχυρισθεί ότι στο εδάφιο αυτό βρίσκει την αιτιολόγησή της η θεωρία του just desert (ότι του αξίζει-δίκαιη ποινή) κατά την επιβολή των ποινών. Εδώ όμως χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Αν αυτό μπορεί να εφαρμοσθεί στην Τελική Κρίση όπου ο Θεός θα αποτιμήσει τη συμπεριφορά των ανθρώπων δεν είναι δυνατό να εφαρμοσθεί χωρίς επιφυλάξεις και περιορισμούς στον τομέα της ανθρώπινης δικαιοσύνης η οποία μέσα στις ατέλειές της δεν μπορεί να συγκριθεί με τη Θεϊκή Δικαιοσύνη. Σε τελική ανάλυση αυτό σημαίνει ότι απόλυτα προσδιορισμένες ποινές δεν μπορεί να υπάρξουν αλλά ούτε και ότι οι επιβαλλόμενες ποινές είναι οι ιδανικές.

Κεφ.18, εδ.6 «Ος δ’αν σκανδαλίση ένα των μικρών τούτων των πιστευόντων εις εμέ, συμφέρει αυτώ ίνα κρεμασθή μύλος ονικός εις τον τράχηλον αυτού και καταποντισθή εν τω πελάγει της θαλάσσης».

«Όποιος σκανδαλίσει ένα παιδί καλλίτερα να δέσει μια μυλόπετρα στο λαιμό του και να πέσει στη θάλασσα».Ο Χριστός θεωρεί την κακοποίηση παιδιών ως ιδιαίτερα σοβαρό αδίκημα. Η σε παγκόσμια κλίμακα αυστηροποίηση των νομοθεσιών για την πάταξη της παιδικής κακοποίησης και παραμέλησης ευθυγραμμίζεται απόλυτα προς τη διδασκαλία του Χριστού. «Όποιος δεχτεί ένα παιδί στο όνομά μου εμένα δέχεται» συμπληρώνει ο Ιησούς.

Κεφ. 18, εδ. 7 «Ουαί τω κόσμω από των σκανδάλων` ανάγκη γαρ εστιν ελθείν τα σκάνδαλα` πλην ουαί τω ανθρώπω εκείνω δι ου το σκάνδαλον έρχεται».

«Αλίμονο στον κόσμο από τα σκάνδαλα και αλίμονο σ’αυτόν που θα φέρει τα σκάνδαλα στον κόσμο». Κατά την άποψή μας ο όρος «σκάνδαλο» περιέχει την παρέκκλιση από τις βασικές Αρχές που δίδαξε ο Χριστός. Ιδιαίτερα στις μέρες μας ως σκάνδαλα θεωρούνται:

α) Η επιδίωξη της απόλαυσης πάση θυσία και η αποφυγή οποιασδήποτε δυσκολίας.

β) Το γκρέμισμα κάθε ορίου στις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων, ορίου που επιβάλλουν ο σεβασμός και η αγάπη καθώς και όλες οι αρχές που αναφέρονται στους Μακαρισμούς στην αρχή του Ευαγγελίου.

γ) Η ασυδοσία στη θέση της ελευθερίας.

δ) Η υπέρμετρη ανάπτυξη των εγωκεντρικών συναισθημάτων. Ως παράδειγμα μπορεί να δοθεί η ευκολία με την οποία ζητούνται και δίνονται τα διαζύγια με την πρώτη δυσκολία που θα συναντήσει το ζευγάρι και ανεξάρτητα από τα προβλήματα που θα δημιουργηθούν για τα παιδιά.

ε) Η θεοποίηση του χρήματος και η προτίμηση προς τα υλικά αγαθά.
Η κύρωση γι’αυτόν που επιφέρει τα «σκάνδαλα» αυτά είναι αυστηρή «το πυρ το αιώνιο». Η σοβαρότητα της αντιμετώπισης παρόμοιων συμπεριφορών εξηγείται από το γεγονός ότι με τέτοιες παραβιάσεις δυναμιτίζεται όλη η κοινωνική ζωή των ανθρώπων. Αποτελούν ουσιαστικά μια αυτοαναίρεση της ίδιας της αρμονικής κοινωνικής συνύπαρξης . Εξ’άλλου με το να προτιμήσει κάποιος να κόψει το πόδι του ή να βγάλει το μάτι του παρά να «σκανδαλίσει» τονίζεται η σημασία της πρόληψης.

Κεφ. 18, εδ. 23 επ «Διά τούτο ωμοιώθη η βασιλεία των ουρανών ανθρώπω βασιλεί, ος ηθέλησε συναραι λόγον μετά των δούλων αυτού. Αρξαμένου δε αυτού συναίρειν προσηνέχθη εις οφειλέτης μυρίων ταλάντων` μη έχοντος δε αυτού αποδούναι εκέλευσεν αυτόν ο κύριος αυτού πραθήναι και την γυναίκα αυτού και τα τέκνα και πάντα όσα είχε και αποδοθήναι` πεσών ουν ο δούλος προσεκύνει αυτώ λέγων`κύριε μακροθύμησον επ’εμοί και πάντα σοι αποδώσω. Σπλαχνισθείς δε ο κύριος του δούλου εκείνου απέλυσεν αυτόν και το δάνειον αφήκεν αυτώ. Εξελθών δε ο δούλος εκείνος εύρεν ένα των συνδούλων αυτού, ος ώφειλεν αυτώ εκατόν δηνάρια, και κρατήσας αυτόν έπνιγε λέγων` απόδος μοι ει τι οφείλεις. Πεσών ουν ο σύνδουλος αυτού εις του πόδας αυτού παρεκάλει αυτόν λέγων` μακροθύμησον επ’ εμοί και αποδώσω σοι. Ο δε ουκ ήθελεν, αλλά απελθών έβαλεν αυτόν εις φυλακήν έως αποδώ το οφειλόμενον. Ιδόντες δε οι σύνδουλο αυτού τα γενόμενα ελυπήθησαν σφόδρα, και ελθόντες διεσάφησαν τω κυρίω εαυτών πάντα τα γενόμενα. Τότε προσκαλεσάμενος αυτόν ο κύριος αυτού λέγει αυτώ` δούλε πονηρέ, πάσαν την οφειλήν εκείνην αφήκα σοι επεί παρεκάλεσάς με. Ουκ έδει και σε ελεήσαι τον σύνδουλόν σου, ως και εγώ σε ελέησα? Και οργισθείς ο κύριος αυτού παρέδωκεν αυτόν εις βασανιστάς έως ου αποδώ παν το οφειλόμενον αυτώ».

Στην παραβολή αυτή ο δούλος μη μπορώντας να εξοφλήσει το δάνειο παρεκάλεσε τον κύριό του να δείξει επιείκεια. Όταν έγινε έτσι ο δούλος με τη σειρά του έδειξε σκληρότητα απέναντι σε σύνδουλό του που του χρωστούσε χρήματα. Μαθαίνοντας αυτό ο κύριος τον υποχρέωσε άμεσα να αποδώσει το χρέος με την απειλή ποινής.

Εν προκειμένω αναγνωρίζεται η αρχή της επιείκειας και της συγχώρησης των άλλων για τα πταίσματά τους υπό τον όρο ότι το άτομό θα αναγνωρίσει και θα αποδεχθεί το σφάλμα του αναλαμβάνοντας να το επανορθώσει. Εφ’όσον δεν υπάρξει πραγματική μεταμέλεια θα επακολουθήσει δίκαιη τιμωρία. Στην παραπάνω περίπτωση ο δούλος όχι μόνο δεν μεταμελήθηκε αλλά, ουσιαστικά, υποτροπίασε απαιτώντας από το σύνδουλό του αυτό που ο ίδιος δεν είχε καταβάλλει στον κύριό του που τον συγχώρησε. Αν πρωτίστως επικρατεί η αγάπη μέσω της συγχώρησης των πταισμάτων των άλλων δεν παύει να υπάρχει και η δικαιοσύνη μέσω της απαίτησης της πραγματικής αναγνώρισης των σφαλμάτων πράγμα που επιδιώκουν και οι νέες μορφές απονομής της δικαιοσύνης όπως η επανορθωτική (restorative) .

Κεφ. 19, εδ.23, 23 «Ο δε Ιησούς είπε τοις μαθηταίς αυτού` αμήν λέγω υμίν ότι δυσκόλως πλούσιος εισελεύσεται εις την βασιλείαν των ουρανών` πάλιν δε λέγω υμίν, ευκολώτερον εστι κάμηλον διά τρυπήματος ραφίδος διελθείν η πλούσιον εις την βασιλείαν των ουρανών  εισελθείν».

Πρόκειται για την παραβολή με τον πλούσιο και πόσο δύσκολο είναι να πάει στον Ουρανό. Στο σημείο αυτό ο Χριστός καταδικάζει χωρίς ενδοιασμούς την εγκληματικότητα των «ισχυρών» και πόσο δύσκολο είναι οι τα υλικά κατέχοντες να σεβαστούν τις άλλες αξίες που έχουν, ήδη, αναφερθεί. Το εδάφιο αυτό αποτελεί ένα από τα πολλά όπου ο Χριστός κατακρίνει τους πλούσιους, τους ισχυρούς και τους αλλαζόνες. Είναι γνωστό ότι η εγκληματικότητα των ισχυρών αποτελεί κομβικό στοιχείο για την Κριτική Εγκληματολογία. Η τελειότητα για το Χριστό συνίσταται στην πλήρη απάρνηση των υλικών αγαθών. Δυστυχώς, η πλειονότητα από εμάς σήμερα επιδιώκουμε το ακριβώς αντίθετο. Υπ’αυτή την έννοια είμαστε όλοι λιγότερο ή περισσότερο παραβατικοί ανάλογα με τη σημασία που αποδίδουμε στα υλικά αγαθά και δεδομένου ότι ο Χριστός υπονοεί ότι το να αποκτήσεις υπερβολικά υλικά αγαθά δεν μπορεί να γίνει παρά μέσω της παραβίασης βασικών αρχών όπως της εντιμότητας, της ευθύτητας και της κοινωνικής αλληλεγγύης.

Κεφ. 21, εδ.12-13 «Και εισήλθεν ο Ιησούς εις το ιερόν του Θεού, και εξέβαλε πάντας τους πωλούντας και αγοράζοντας εν τω ιερώ και τας τραπέζας των κολλυβιστών κατέστρεψε και τας καθέδρας των πωλούντων τας περιστεράς, και λέγει αυτοίς` γέγραπται, ο οίκος μου οίκος προσευχής κληθήσεται` υμείς δε αυτόν εποιήσατε σπήλαιον ληστών».

Ο Χριστός εκδιώκει τους εμπόρους και αργυραμοιβούς από το Ναό. Εντύπωση προκαλεί η βιαιότητα της αντίδρασης του Ιησού η οποία έρχεται σε αντίθετη προς την πραότητα που τον διακρίνει. Ιδιαίτερα, πρέπει να προσεχθεί το σημείο όπου αναφέρει προς τους εμπόρους ότι μετέτρεψαν τον οίκο προσευχής σε σπήλαιο ληστών. Είναι σημαντικό το ότι παρουσιάζει τους ανθρώπους αυτους που έδρασαν κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες ως ληστές.

Κεφ. 23, εδ.13 «Ουαί δε υμίν, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί, ότι κατεσθίετε τας οικίας των χηρών και προφάσει μακρά προσευχόμενοι` διά τούτο λήψεσθαι περισσότερον κρίμα».

Ο Χριστός κατακρίνει έντονα τους Φαρισαίους. Πρόκειται για ένα άλλο σημείο όπου ο Ιησούς δείχνεται ιδιαίτερα αυστηρός απέναντι στους «ισχυρούς» και την υποκριτική τους στάση. Το γεγονός μάλιστα ότι από τη μια κατατρώγουν τα σπίτια των χηρών και από την άλλη κάνουν μακρές προσευχές χειροτερεύει τη θέση τους. Τη στάση αυτή υιοθετούμε συχνά για πολλά ζητήματα.

Κεφ. 25, εδ. 42επ. «Επείνασα γαρ, και ουκ εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα, και ουκ εποτίσατέ μοι, ξένος ήμην, και ου συνηγάγετέ μοι, γυμνός και ου περιεβάλετέ με, ασθενής και εν φυλακή, και ουκ επεσκέψασθέ με…….αμήν λέγω υμίν, εφ’όσον ουκ εποιήσατε ενί τούτων των ελαχίστων, ουδέ εμοί εποιήσατε. Και απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον».

Ένοχος κρίνεται ο μη υπηρετών τον πεινασμένο, διψασμένο, ξένο, ασθενή ή φυλακισμένο.
Μεγάλη σημασία αποδίδει ο Χριστός στην κοινωνική αλληλεγγύη προς αυτές τις ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού, θεωρώντας ως έγκλημα τη μη συμπαράσταση προς αυτούς τους ανθρώπους. Προς την άποψη αυτή προσεγγίζουν οι θέσεις των κριτικών εγκληματολόγων οι οποίοι θεωρούν ως έγκλημα τη μη ικανοποίηση των βασικών δικαιωμάτων των ατόμων όπως το δικαίωμα για στέγαση και για αξιοπρεπή ζωή.

ΙΙ) Συμπληρωματικές παρατηρήσεις από τα λοιπά Ευαγγέλια

Α) Το Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, Κεφ. 4 εδ.19
Στην παραβολή για τους σπόρους αναφέρεται ως αιτία που «συμπνίγει» τους σπόρους και η επιθυμία απόκτησης άλλων πραγμάτων εκτός από την απάτη του πλούτου. Οι δύο αυτοί παράγοντες θεωρούνται ως οι κύριες αιτίες του περάσματος στο έγκλημα.

Κεφ. 12, εδ.3 επ.
Στην παραβολή με τον κύριο που ζήτησε από τους γεωργούς που δούλευαν γι’αυτόν τα δεδουλευμένα κι’εκείνοι προσπάθησαν να καρπωθούν την περιουσία του κακοποιώντας τους απεσταλμένους του και σκοτώνοντας το γιο του καταδικάζεται η πλεονεξία του να αποκτήσουν περισσότερα αγαθά χρησιμοποιώντας τη βία

Κεφ. 11, εδ. 52 «Ουαί υμίν τοις νομικοίς ότι ήρατε την κλείδα της γνώσεως` αυτοί ουκ εισήλθετε, και τους εισερχομένους εκωλύσατε».

‘Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ξεχωριστή μνεία για τους νομικούς. Είναι, πράγματι, σπάνιο να κατακρίνει ο Ιησούς κάποιο συγκεκριμένο επάγγελμα.
Κατ’αρχάς οι νομικοί φέρουν μια μεγάλη ευθύνη: να γνωρίσουν την αλήθεια στον κόσμο. Ο Χριστός τους κατακρίνει διπλά: «Ούτε την αλήθεια παρουσιάσατε στους ανθρώπους αλλά και επί πλέον τους παρεμποδίσατε από το να τη μάθουν». Ή κατά διαφορετική απόδοση αφαίρεσαν το κλειδί της γνώσης με αποτέλεσμα οι ίδιοι να μη μπορέσουν να μπούν μέσα και να την κατακτήσουν αλλά και να παρεμποδίσουν τον κόσμο να την αποκτήσει.

Β) Το Κατά Λουκά Ευαγγέλιο
Κεφ. 12, εδ.4 «Λέγω δε υμίν τοις φίλοις μου` μη φοβηθείτε από των αποκτεινόντων το σώμα, και μετά ταύτα μη εχόντων περισσότερόν τι ποιήσαι».
Μη φοβηθείτε αυτούς που σκοτώνουν το σώμα σας. Δεν μπορούν να κάνουν τίποτε περισσότερο. Το εδάφιο αυτό θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και εναντίον της θανατικής ποινής δείχνοντας τη ματαιότητα της πράξης του να σκοτώσεις το υλικό σώμα.

Κεφ. 12, εδ. 20 «Είπε δε αυτώ ο Θεός` άφρων, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου` α δε ητοίμασας τίνι έσται; Ούτως ο θησαυρίζων εαυτώ και μη εις Θεόν πλουτών».

Κατακρίνεται όποιος θησαυρίζει στη γη. Ο Χριστός τονίζει το ρήμα θησαυρίζει κατακρίνοντας έτσι την πλεονεξία και απληστία.

Κεφ. 12, εδ. 47 «Εκείνος δε ο δούλος, ο γνους το θέλημα του κυρίου εαυτού και μη ετοιμάσας μηδέ ποιήσας προς το θέλημα αυτού, δαρήσεται πολλάς` ο δε μη γνους, ποιήσας δε άξια πληγών, δαρήσεται ολίγας….».

«Ο γνωρίζων και πράτων θέλει δαρθεί πολύ». Αναγνωρίζονται διαφορετικοί βαθμοί ευθύνης (και κύρωσης) ανάλογα με το τι γνωρίζει ο πράτων.

Κεφ. 14, εδ.12επ. «Έλεγε δε και τω κεκληκότι αυτόν` όταν ποιείς άριστον η δειπνούν, μη φώνει τους φίλους σου μηδέ τους αδελφούς σου μηδέ τους συγγενείς σου μηδέ γείτονας πλουσίους, μήποτε και αυτοί σε αντικαλέσωσι και γενήσεταί σοι ανταπόδομα. Αλλ’όταν ποιής δοχήν, κάλει πτωχούς, αναπήρους, χωλούς, τυφλούς».

Μη προσκαλείς ανθρώπους στους οποίους πρέπει να ανταποδώσεις. Κάλεσε φτωχούς πολίτες. Στο σημείο αυτό τονίζεται η προσφορά χωρίς αναμονή ανταπόδοσης χωρίς, ουσιαστικά, συμφέρον πράγμα που είναι ιδιαίτερα δύσκολο.

Κεφ. 14, εδ. 33 «Ούτως ουν πας εξ υμών, ος ουκ αποτάσσεται πάσι τοις εαυτού υπάρχουσιν, ου δύναται είναι μου μαθητής».

Αν δεν απαρνηθεί κάποιος τα υπάρχοντά του δεν μπορεί να λογίζεται μαθητής του Ιησού.
Η λιτότητα και η αυτάρκεια εκτός του ότι αποτελούν ακρογωνιαίο λίθο της διδασκαλίας του Χριστού , στο επίπεδο της Εγκληματολογίας παίζουν σίγουρα εγκληματοπροληπτικό ρόλο. Γενικά δεν υπάρχουν κίνητρα για να πάρεις κάτι από κάποιον που γνωρίζεις ότι δεν έχει.

Κεφ. 15, εδ. 7 «Λέγω υμίν ότι ούτω χαρά έσται εν τω ουρανώ επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι ή επί εννενήκοντα εννέα δικαίοις, οίτινες ου χρείαν έχουσι μετανοίας».

Η παραβολή του ασώτου.

Μέσω της παραβολής αυτής βλέπουμε πόσο σημαντικό είναι να επανεντάξουμε ένα παραβατικό.
Γ) Το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο
Κεφ. 8, εδ.3 «άγουσι δε οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι γυναίκα επί μοιχεία κατειλημμένην, και στήσαντες αυτήν εν μέσω λέγουσιν αυτώ` διδάσκαλε, αύτη η γυνή κατείληπται επ’αυτοφώρω μοιχευομένη` και εν τω νόμω ημών Μωυσής ενετείλατο τας τοιαύτας λιθάζειν. Συ ουν τι λέγεις? Τούτο δε είπον εκπειράζοντες αυτόν ίνα σχώσι κατηγορίαν κατ’αυτού. Ο δε Ιησούς κάτω κύψας τω δακτύλω έγραφεν εις την γην. Ως δε επέμενον ερωτώντες αυτόν, ανέκυψε και είπεν αυτοίς` ο αναμάρτητος υμών πρώτος βαλέτω λίθον επ’ αυτήν. Και πάλιν κάτω κυψας έγραφεν εις την γην. Οι δε ακούσαντες εξήρχοντο είς καθ’είς, αρξάμενοι από των πρεσβυτέρων, και κατελείφθη ο Ιησούς και η γυνή εν μέσω ούσα. Ανακύψας δε ο Ιησούς είπεν αυτή` γύναι, πού εισιν; Ουδείς σε κατέκρινεν? Η δε είπεν` ουδείς Κύριε. Είπε δε ο Ιησούς` ουδέ εγώ σε κατακρίνω` πορεύου και από του νυν μηκέτι αμάρτανε».

Η απόπειρα λιθοβολισμού της μοιχαλίδας.

Κανείς αναμάρτητος δεν βρέθηκε μεταξύ αυτών που απειλούσαν τη γυναίκα με λιθοβολισμό. Ο ίδιος ο Ιησούς αρνήθηκε να την καταδικάσει λέγοντάς της απλά: «Πήγαινε και μην αμαρτάνεις εφεξής». Στο εδάφιο αυτό φαίνεται το πόσο δύσκολο και εύθραυστο είναι να κρίνει κάποιος την ενοχή ενός άλλου για κάποιο έγκλημα.


ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ


Μέσα από τα Ιερά Ευαγγέλια σε πολύ λίγο χώρο και με λόγο λιτό δίνονται οι κατευθυντήριες γραμμές που καλύπτουν όλα τα αδικήματα των «κοινών» ποινικών κωδίκων καθώς και τις διάφορες εγκληματολογικές θεωρίες. Η παραβολή με τους σπόρους που σπάρθηκαν σε διαφορετικά εδάφη, για παράδειγμα, καλύπτει όλες τις περιπτώσεις των παραβατικών.

Αναρωτιέται, λοιπόν, κανείς γιατί οι κώδικες έγιναν τόσο σύνθετοι περικλείοντας πληθώρα αδικημάτων και περιπτώσεων. Θυμάμαι τις προσπάθειες της Επιτροπής Μεταρρύθμισης του Δικαίου του Καναδά όταν είχε καταλήξει ότι πίσω από τις πολύπλοκες και πάρα πολλές διατάξεις που αφορούσαν τις κλοπές και τις απάτες βρίσκονταν η έννοια της ανεντιμότητας (dishonesty).

Σε τελική ανάλυση οι Κώδικες που καταλήγουν να είναι τόσο περίπλοκοι για να καλύψουν, δήθεν, όλες τις πιθανές περιπτώσεις, γίνονται ένα «σουρωτήρι» όπου ο καθένας ανάλογα με την εξουσία που διαθέτει και τα συμφέροντα που έχει εγκληματοποιεί ή απεγκληματοποιεί συγκεκριμένες συμπεριφορές. Αυτή η πολυνομία και οι πολλές θεωρίες οφείλονται και στο γεγονός ότι από τη στιγμή που δημιουργήθηκε ο ποινικός νόμος ο άνθρωπος έψαχνε να βρει τρόπους για την καταστρατήγησή του μέσω της ερμηνείας για παράδειγμα.

Συμπερασματικά επιθυμούμε να τονίσουμε ότι η εγκληματικότητα των «ισχυρών» κατέχει κομβικό σημείο στη διδασκαλία του Χριστού και μάλιστα αποτελεί ένα από τα ελάχιστα σημεία όπου ο Χριστός αφήνοντας την πραότητά του εξοργίζεται έντονα.



Αντώνη Δ. Μαγγανά
Καθηγητή Τομέα Εγκληματολογίας Παντείου Πανεπιστημίου


πηγή : criminology.panteion.gr/

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...