/*--

Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΑΡΕΤΗΣ

    
ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΑΣΚΗΤΙΚΩΝ ΓΡΑΦΩΝ
ΑΠΟ ΑΓΙΟΡΕΙΤΕΣ ΓΕΡΟΝΤΕΣ
Ὅταν ἀναφερόμαστε στὴ ζωὴ τοῦ χριστιανοῦ, ἀναφερόμαστε σὲ μία ζωὴ ἀρετῆς. Τί εἶναι ὅμως ἀρετὴ καὶ πῶς ἀποκτιέται; Γνωρίζουμε ὅλοι μας – συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα– ὅτι οἱ λέξεις εἶναι τὰ ὀχήματα πού μας μεταφέρουν σὲ αὐτὸ ποὺ ἐννοοῦμε.
Ὅταν λοιπὸν χρησιμοποιοῦμε ὅλοι τὴν ἴδια λέξη, εἶναι σημαντικὸ νὰ «φτάνουμε» στὸν ἴδιο τόπο καὶ προορισμό, δηλαδὴ νὰ λέμε τὰ ἴδια πράγματα. Ἔτσι ἔχουμε συνεννόηση. Μποροῦμε καὶ ἐπικοινωνοῦμε. Ἔτσι μποροῦμε νὰ ζήσουμε μαζί, νὰ κτίσουμε κοινωνία, «νὰ κάνουμε χωριό», ὅπως λέει καὶ ὁ λαός μας.

Πῶς ὅμως κατανοεῖ ὁ Χριστιανισμὸς τὴν ἀρετή; Γιὰ ἀρετὴ μιλοῦν καὶ οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες καὶ ἄλλοι λαοί. Ἐντούτοις, στὴν συγκεκριμένη περίπτωση μᾶς νοιάζει νὰ καταλάβουμε ποῦ βρίσκεται ἡ βάση τῆςχριστιανικῆς ἀρετῆς. Ἀσφαλῶς, ἡ βάση τῆς ἐντοπίζεται στὸ εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Λέει ὁ Κύριός μας: «Ἐὰν ἀγαπᾶτέ με, τάς ἐντολάς τάς ἐμάς τηρήσατε.» (Ἰωάν. 14.15) Ἤ, ὅπως παραλάβαμε ἀπὸ τὴν ἀποστολικὴ παράδοση, ἡ πίστη μας εἶναι «δι’ ἔργων» ἐνεργούμενη. Ἄν λοιπόν ἡ χριστιανικὴ ἀρετὴ εἶναι ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου μας καὶ τὸ εὐαγγέλιό Του ἐφαρμοσμένο, τότε ἡ τελείωση στὴν ἀρετὴ αὐτήν –τὴν ἐν Χριστῷ– προϋποθέτει τόσο τὸν ἀγώνα μας ὅσο καὶ τὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ συμβαίνει διότι τὰ «προστάγματα» τοῦ Θεοῦ εἶναι «φῶς ἐπὶ τῆς γῆς».Συνεπῶς, κανεὶς ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ προκόψει σὲ τούτην τὴν ἀρετὴ «εἰ μὴ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν, τὸν ἄνθρωπο ποὺ ζεῖ ἐν Χριστῷ ὁ Ἀπόστολος τὸν ὀνομάζει «καινὴ κτίσι».

Ἀπὸ τὴ μία, ἐξελίσσεται ὁ ἀγώνας τῆς τήρησης τῶν ἐντολῶν στὴ ζωή μας καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἡ ἁπλόχερη συνδρομή-βοήθεια τοῦ Θεοῦ μέσα ἀπὸ τὰ Μυστήρια της Ἐκκλησίας. Καὶ ἀκριβῶς τότε, κατανοοῦμε πὼς ἀποκτιέται ἡ ἀρετή. Ἄν λοιπόν ἡ προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι ἀρκετὴ καὶ τοῦτο εὐνόητα (ἐφόσον ἡ ἀρετὴ τοῦ χριστιανοῦ δὲν εἶναι ἀνθρωποκεντρικὴ καὶ γήινη, δὲν ἐξυπηρετεῖ στόχους κοινωνικοὺς καὶ ἱστορικούς, ἀλλὰ εἶναι μία ἀρετὴ θεοειδὴς, ποὺ ἀπαιτεῖ τὴν ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ στὴ ζωὴ τοῦ κάθε ἀνθρώπου ἰδιαίτερα καὶ προσωπικά), τότε ἀναζητοῦμε ἕναν σαφῆ χῶρο, στὸν ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ ψηλαφίσουμε αὐτὴν τὴν ἁγιαστικὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὁ χῶρος αὐτὸς δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὴν εὐρύχωρη «αὐλὴ» τῆς Ἐκκλησίας, στὴν ὁποία αὐλίζονται κόσμια καὶ μυστηριακὰ τὰ αἰσθητὰ καὶ τὰ νοητά, τὰ ὁρατὰ καὶ τ’ ἀόρατα, τὰ ἑστῶτα καὶ τὰ ρέοντα.

Συμμετέχουμε στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας σημαίνει ὅτι ἀσκούμαστε στὴν ἀρετή καὶ ταυτόχρονα ἀγωνιζόμαστε γι’ αὐτήν. Ἡ ἀρετὴ εἶναι τὸ φῶς ποὺ ἀντικαθιστᾶ τὸ σκοτάδι τῆς κακίας. Ἄν, λόγου χάρη, εἶσαι φλύαρος καὶ ἀπὸ τὴ φλυαρία σου φτάνεις στὴ συκοφαντία, στὴν ἐκστόμιση λόγων «ἀργῶν», στὴν αὐθάδεια καὶ στὴν ἀσέβεια, τότε μπορεῖς νὰ γιατρέψεις τὸ πάθος αὐτό (τὴν κακία αὐτήν) μὲ μία ἀρετή, ποὺ σημαίνει ὅτι ἀποκαθίσταται στὴ σωστή της θέση ἐκείνη ἡ λειτουργία τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς ποὺ εἶχε σαλευθεῖ καὶ ὑποστεῖ μία ὀθνεία ἀλλοίωση καὶ διαστροφή. Ζήτα ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ προσπάθησε νὰ γίνεις φειδωλὸς στὸν λόγο καὶ σταδιακὰ σιωπηλός, ὥστε νὰ ἀποφύγεις τὰ κακὰ ποὺ γεννιοῦνται ἀπὸ τὴν φλυαρία, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ καλλιεργήσεις τὴν μετάνοια, τὸν ἐσωτερικὸ καὶ ἄγρυπνο ἔλεγχο τῶν πράξεων καὶ τῶν σκέψεών σου. Ἡ νηφαλιότητα σὲ ἰκανώνει, καὶ μπορεῖς ὄχι μόνο νὰ ἐλέγχεις ἀλλὰ καὶ νὰ ἀποτρέπεις τὶς τάσεις γιὰ συκοφαντία ποὺ πολιορκοῦν τὴν καρδιά σου. Ἀλλὰ καὶ τὸν χρόνο σου θὰ γεμίσεις μὲ ἔργο καὶ λόγο θεάρεστο, ἀποφεύγοντας τὴν ἀκηδία ἢ τὸ χωρατὸ, ποὺ χαλαρώνουν τὶς αἰσθήσεις τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἀφήνουν ἀχαλίνωτη τή γλώσσα. Ἀντὶ τῆς διάχυσης, θὰ λάβεις τὴ συστολὴ καὶ τὴν κοσμιότητα ποὺ χαρίζει ἡ εἰλικρινῆς μετριοφροσύνη. Ἡ σεμνότητα καὶ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ θὰ ἀγκαλιάσουν τὴ ζωὴ τοῦ καθενός.

Γιὰ τὴν ἀπόκτηση ὅλων αὐτῶν τῶν ἀρετῶν, βέβαια, μολονότι τέθηκε τὸ βασικὸ περίγραμμα, ἀπομένει νὰ ἐξετάσουμε κάτι ἀκόμη. Ποιὸς θὰ ὁδηγήσει τὸν ἀσκούμενο; Τὸ ζήτημα εἶναι καὶ ἁπλὸ καὶ πολύπλοκο. Ἁπλὸ, γιατί ὁ Θεὸς τὴν ψυχὴ ποὺ εἰλικρινὰ τὸν ποθεῖ θὰ βρεῖ τρόπο νὰ τὴν κατευθύνει στὸν δρόμο τοῦ εὐαγγελίου. Τὸ πρόβλημα ξεκινάει ἀπὸ τὸ ὅτι ὅλες οἱ ψυχὲς δὲν εἶναι «γῆ καλὴ καὶ ἀγαθή», ποὺ θὰ καρπίσει καὶ θὰ δώσει καρπὸ πολλαπλασίονα. Χώρια ὅτι ὑπάρχει καὶ τὸ δεδομένο τῶν πολλῶν πειρασμῶν, ποὺ μὲ ποικίλα δέλεαρ ἀποζητοῦν ν’ ἀγγιστρώσουν τὴν ψυχὴ στὰ πάθη. Συνεπῶς καὶ μὲ βάση τὴν «ἀντικειμενική» αὐτὴν γνώση, ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὴν αἰωνόβια πείρα τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἡλίου φαεινότερο πὼς ἀπαιτεῖται ἕνας ὁδηγός. Καί πρῶτα-πρῶτα, ὁδηγὸς γιὰ τοὺς χριστιανοὺς εἶναι ὁ ποιμένας τους, τὸ πρόσωπο ποὺ τοὺς καθοδηγεῖ πνευματικὰ καὶ ποὺ ἀναλαμβάνει νὰ προσάγει τὶς ψυχὲς (ποὺ ἔχει ὑπὸ τὴν πρόνοιά του) στὸν Θεό. Τὸ πρόσωπο τοῦ ποιμένα-πνευματικοῦ δὲν στέκεται μετέωρο, ἀλλὰ εἶναι ἐνταγμένο καὶ αὐτὸ ἁρμονικὰ σὲ μιὰν ἀναρίθμητη σειρὰ ἄλλων προσώπων, ποὺ προηγήθηκαν καὶ ἐκτέλεσαν τὸ ἴδιο καθῆκον: νὰ ὁδηγήσουν τὸν λαὸ του στὸν Θεό, (ἔξω ἀπὸ τὴν παρεμβολὴ τοῦ κόσμου) στὴν ἀνατέλλουσα Βασιλεία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.

Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτήν, ἡ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα γιὰ τὸ ποιὸς θὰ ὁδηγήσει τὸ ἀσκούμενο εἶναι διττή: Ὁπωσδήποτε καὶ πέραν πάσης ἀμφιβολίας, αὐτὸς ποὺ εἶναι τὸ ὁρατὸ σημεῖο ἀναφορᾶς τοῦ ἀσκουμένου εἶναι ὁ πνευματικός του πατέρας. Συνάμα, ὑπάρχει καὶ ἕνα συχνὰ δυσθεώρητο ὡς πρὸς τὸ σύνολό του σημεῖο ἀναφορᾶς: ἡ παράδοση τῶν παράδοσης. Τί βίωσαν αὐτοὶ οἱ ἄνδρες, ὥστε νὰ γίνουν φάροι τῆς εὐσέβειας; Βίωσαν τὴν ἀκρίβεια τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, καὶ πέραν τῆς ἀκρίβειας βίωσαν τὴν οἰκονομία, καὶ πέραν τῆς οἰκονομίας τὸν Θεό, μὲ τὸ νὰ γίνουν θεοὶ κατὰ χάρη. Καὶ εἶναι πράγματι σημαντικὸ νὰ γνωρίζουμε πὼς ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ὁρατὴ ἀναφορά μας στὸ πρόσωπο τοῦ πνευματικοῦ, ἡ παράδοση αὐτή (ἡ χορεία τῶν ἁγίων πατέρων μας, ἀφανῶν καὶ φανερῶν), εἶναι ὁδηγὸς ἀπλανὴς καὶ ἀρωγὸς ἀκούραστος τῆς σωτηρίας μας.

Εἶναι ἀναγκαῖο, λοιπόν, νὰ τοὺς γνωρίσουμε, νὰ μάθουμε τὴν ἀκρίβεια τῆς ζωῆς τους, νὰ κατανυγοῦμε ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἦταν καὶ εἶναι καί, ἀφοῦ ἐγκύψουμε στὴ δική μας προσωπικὴ ἀδυναμία καὶ ἀναξιότητα, νὰ προσπαθήσουμε φιλότιμα νὰ τοὺς μιμηθοῦμε. Κάθε φορὰ ποὺ ἐγείρεται ἡ μνήμη μας καὶ στρέφεται στὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα τους, ἐγείρεται καὶ ἡ διάθεσή μας σὲ ἅμιλλα πνευματική. Χρειάζεται νὰ σκύψουμε καὶ στὸ σήμερα, γιὰ νὰ δοῦμε τέτοιους ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ στὸ πρόσφατο παρελθόν –μᾶς ἐνθαρρύνει ἡ χρονικὴ ἐγγύτητα στὴν προσπάθεια μίμησής τους– και νὰ ρουφήξουμε ὅ,τι πιὸ πολὺ μποροῦμε ἀπὸ τὴν ἁγιασμένη ζωή τους Ἂν δοῦμε κάποιες πτυχὲς τῆς ζωῆς τοὺς μέσα ἀπὸ συγκεκριμένα παραδείγματα καὶ δίχως νὰ κάνουμε φωναχτὰ συγκρίσεις (αὐτὸ θὰ γίνει ἀναπόφευκτα μέσα μας καθὼς θὰ ξετυλίγουμε κάτι ἀπὸ τὴ χαριτωμένη ζωή τους) θὰ νιώσουμε –ἐλπίζουμε– τί ἔπραξαν αὐτοὶ γιὰ νὰ κερδίσουν τὴν ἀρετή, ποὺ σὲ τελευταία ἀνάλυση εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός.

Ἐπειδὴ τέτοιες μνῆμες συνήθως τὶς στερούμαστε καὶ δυστυχῶς οὐδέποτε ἀξιοποιήσαμε τὸν χρόνο μας σὲ τέτοιες ἐπικερδεῖς πνευματικὰ συναναστροφές, πρέπει νὰ σπεύσουμε νὰ ἀντλήσουμε μνῆμες καὶ ἐμπειρίες ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ὑπῆρξαν οἱ ἴδιοι τηρητὲς τῆς ἀκριβείας ἀλλὰ καὶ συναναστράφηκαν μὲ ἄνδρες φωτισμένους καὶ δεινοὺς στὴν ἀρετή. Ἂς δοῦμε τί συμπεραίνεται ἀπὸ τὴ ζωὴ τέτοιων ἀνδρῶν, ἀφανῶν κατὰ κόσμο -ἐπιφανῶν κατὰ Θεόν:

α. Ὅσοι ἔλαμψαν γιὰ τὴν ἀρετὴ τους, ὑπῆρξαν τηρητὲς τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ μὲ ὑπερβολικὴ ἐπιμέλεια καὶ φροντίδα, ποὺ στὴν ἐκκλησιαστικὴ γλώσσα ὀνομάζεται «ἀκρίβεια». Οἱ ἄνδρες αὐτοὶ δὲν ἀρέσκονταν στὶς παραχωρήσεις. Ἀπεναντίας, φόρτωναν τοὺς ὤμους τους μὲ κόπους σωματικοὺς καὶ πνευματικοὺς ὡς τὰ βαθειά τους γεράματα.

β. Καλλιέργησαν ἰδιαίτερα τὴ νοερὰ προσευχὴ καὶ τὴν ποικιλία τῶν σωματικῶν ἀσκήσεων (ὄχι κάτι σὰν γιόγκα ἀλλὰ τὴν ἐνασχόληση μὲ τὸ ἐργόχειρό τους, τὴ χαμαικοιτία, τὴν ἀγρυπνία, τὴν ὀρθοστασία, τὴν προτίμηση βαρέων τύπου ἐργασιῶν, τὴν ἔκθεση σὲ σκληρὲς καιρικὲς συνθῆκες, τὴν ἐκκοπὴ τοῦ ἰδίου θελήματος, τὴν τέλεια ἀποχὴ ἀπὸ κάθε σαρκικὴ-ἐρωτικὴ συνάφεια, τὴ μείωση τῆς ποικιλίας καὶ ποσότητας τοῦ φαγητοῦ).

γ. Διακρίνονταν γιὰ ἀγωνιστικὸ φρόνημα καὶ μαχητικότητα στὰ ζητήματα πίστης, χωρὶς ὡστόσο νὰ θυμίζει ὁ ἀγώνας τους φανατισμὸ ἢ ἰδεολογικὴ στράτευση. Γιὰ τοῦτον τὸν λόγο καὶ ἡ στάση τους ἦταν συνδεδεμένη μὲ τὴν ἁπλότητα, τὴ σεμνότητα καὶ τὴ λακωνικότητα λόγων καὶ πράξεων.

δ. Ξεχώρισαν γιὰ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν προσήλωσή τους στὰ ὅσα ἔχει παραδώσει ἡ Ἐκκλησία ὡς πίστη, στὴ μελέτη τῶν Γραφῶν καὶ τῶν κανόνων τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴ φιλαδελφεία, ποὺ ἐκφράζονταν πληθωρικὰ μὲ ἐκδηλώσεις ἀγάπης.

ε. Συναντοῦμε τὴν ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν φανέρωση αὐτοῦ τοῦ θελήματος μετὰ ἀπὸ σύντονη προσευχὴ καὶ ἀφούγκρασή του.

στ. Ὑπῆρξαν σπουδαῖοι καὶ σφοδροὶ τηρητὲς τῶν ὅσων παρέλαβαν ἀπὸ τοὺς πατέρες τους, εἴτε ὡς ὑλικὴ εἴτε ὡς πνευματικὴ κληρονομιὰ, διάγοντας βίο μετανοίας καὶ ἡσυχίας.

ζ. Χαρακτηρίζονταν γιὰ τὴν πείρα τους στὴν πνευματικὴ ζωή, στὶς κινήσεις τῆς ψυχῆς καὶ στὸν πόλεμο ἐνάντια στὸν διάβολο καὶ τὰ ὄργανά του. Αὐτὰ τὰ λίγα ἀλλὰ ἀξιόλογα σημεῖα μποροῦν νὰ σκιαγραφήσουν ἁδρὰ τὸ μέτρο μὲ τὸ ὁποῖο, ὡς χριστιανοί, θὰ πρέπει νὰ θεωροῦμε τὴν ἐν Χριστῷ ζωή, τὴ ζωὴ τῆς ἀρετῆς.

  π. Ἀθανάσιος Α. Χύτας

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...