/*--

Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

Ἡ ἀντιμετώπιση τῆς ψυχικῆς ἀσθένειας στό μυστήριο τῆς Μετάνοιας


    
Σεβασμιώτατοι, σεβαστοί πατέρες, κυρίες καί κύριοι,
Εὐχαριστῶ γιά τήν τιμή πού μοῦ ἔγινε νά συμπεριληφθῶ στούς εἰσηγητές αὐτοῦ τοῦ συνεδρίου, τοῦ ἀφιερωμένου στήν ὑγεία καί στήν ἀσθένεια. Ἄν ὁλόκληρη ἡ ζωή τοῦ χριστιανοῦ καλεῖται νά μιμηθῆ τή Θεία Λειτουργία καί τό ἦθος της, ἡ ἀσθένεια διαθέτει τό ἐπώδυνο προνόμιο νά μυεῖ τόν ἄνθρωπο στό σταυροαναστάσιμο λειτουργικό ἦθος.


Ἄς ἀρχίσουμε μέ τρία πολύ συγκεκριμένα παραδείγματα.
Ἕνας ἄνθρωπος προσέρχεται στόν πνευματικό γιά νά ἐξομολογηθῆ τίς ἁμαρτίες του. Εἶναι φανερό ὅτι διακατέχεται ἀπό περιδεᾶ συνείδηση. Μόλις αὐτός τόν βοηθήσει νά ἀντιληφθῆ τήν ἀγάπη καί τήν συγχωρητικότητα τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖνος ἀνακαλύπτει νέα σημεῖα στά ὁποῖα εἶναι ἔνοχος καί τελικά χάνεται καί ὁ ἴδιος καί περιπλέκει καί τόν πνευματικό του μέσα στόν λαβύρινθο τῶν πολύπλοκων σκέψεών του. Ἀπορροφᾶται ὅλη του ἡ ἐνέργεια ἀπό τήν ἔγνοια τί συγκεκριμένες τελετουργίες πρέπει νά κάμει ὥστε νά εἶναι «ἐντάξει» μέ τόν Θεό. Ὁ πιστός αὐτός πάσχει ἀπό ἰδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, ἡ ὁποία ἐνδέχεται νά περάσουν χρόνια γιά νά λάβει θεραπεία.

Ἕνας ἄλλος προσέρχεται στόν κληρικό ζητώντας ποιμαντικές συμβουλές πῶς νά ἀντιμετωπίσει τά ὁλοένα ὀγκούμενα προβλήματα τῆς ζωῆς του καί τίς συσσωρευόμενες δυσκολίες πού τοῦ προκαλοῦν οἱ ἄλλοι γύρω του στό σπίτι, στή δουλειά κτλ., γιά τούς ὁποίους ἐκφράζει πολλά παράπονα. Ὁ πνευματικός αἰσθάνεται νά μεταδίδεται καί σέ αὐτόν ἕνα μέρος ἀπό τήν ψυχική πίεση τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ καί προσπαθεῖ φιλότιμα νά τόν ἀνακουφίσει ἀπό τό βάρος του. Τοῦ διαφεύγει ὅμως ὅτι ὁ πιστός πάσχει ἀπό κατάθλιψη, ἡ ὁποία τόν ὠθεῖ νά βιώνει τά πάντα γύρω του ὡς πρόβλημα.

Τέλος, ἕνας τρίτος ἔρχεται καί μέ χαρά ἀνακοινώνει στόν πνευματικό ὅτι αἰσθάνεται ἔντονη τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ στή ζωή του καί ἀναφέρει καί σημάδια αὐτῆς τῆς παρουσίας πού ὁ Θεός τοῦ προσφέρει, ὅπως π.χ. χαρά μέσα στήν καρδιά του. Ὁ κληρικός χαίρεται γι’ αὐτό καί συμπράττει ἄθελά του στήν ἐγκατάσταση μιᾶς ψυχωσικῆς διεργασίας. Θά τό ἀντιληφθῆ ἀργότερα, μόνο ὅταν ὁ ἐξομολογούμενος θά τοῦ ἀναφέρει πώς ἄκουσε τήν Παναγία νά τόν καθοδηγεῖ.

Αὐτά ἀφοροῦν ἐνδεικτικά σέ συγκεκριμένες ψυχιατρικές νόσους. Ἄν θελήσουμε νά ὑπεισέλθουμε στόν εὐρύ χῶρο πού ὀνομάζεται διαταραχές προσωπικότητος (ἤ τοῦ χαρακτῆρα) ἀνοίγεται «πεδίον δόξης λαμπρόν» γιά παρανοήσεις καί συγχύσεις, δεδομένου ὅτι ὅλες χωρίς ἐξαίρεση οἱ πτυχές τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς καί καθημερινότητας συμπλέκονται μέ τίς ἰδιορρυθμίες τοῦ χαρακτῆρα σέ τέτοιο βαθμό ὥστε νά ἀναρωτιέται κάποιος συχνά ἄν ἡ συγκεκριμένη ἐκδήλωση ἀποτελεῖ προτέρημα ἤ σύμπτωμα.
Παραδείγματα ἐδῶ ὑπάρχουν ἄφθονα: Ἀπό τόν μή εὐαισθητοποιημένο κληρικό μπορεῖ νά ἐκληφθοῦν ἡ ἀποφευκτικότητα τῆς δειλίας ὡς σύνεση, ἡ μειονεξία ὡς ταπείνωση, ἡ ἐνοχική τελειοθηρία ὡς συνέπεια, ὁ ναρκισσισμός ὡς ἐμπνευσμένη ἡγεσία, ἡ παρανοειδής καχυποψία ὡς ἐπιφυλακτικότητα καί προνοητικότητα, τά ἔντονα βιώματα τοῦ ἀσταθοῦς μεθοριακοῦ ὡς πλούσια θρησκευτικότητα. Πολλά ἀπό αὐτά τά ἀρρωστήματα χαρακτηρίζουν κι ἐμᾶς τούς κληρικούς, γι’ αὐτό καί δυσκολευόμαστε νά τά διακρίνουμε.
Καθώς τό πνευματικό μέ τό ψυχολογικό στοιχεῖο συμπλέκονται ἀξεδιάλυτα, ὁ πνευματικός ἔρχεται σέ δύσκολη θέση, τόσο ὡς πρός τή διάγνωση ὅσο καί ὡς πρός τή θεραπεία. Ἀκόμη χειρότερη ἐκδοχή ἀποτελεῖ τό ἐνδεχόμενο νά μήν ἔχει κἄν ἀντιληφθῆ ὅτι βρίσκεται σέ δύσκολη θέση, δηλαδή νά νομίζει ὅτι γνωρίζει καί ὅτι κατάλαβε. Ἄς μή βιαστοῦμε νά θεωρήσουμε μικρό τόν ἀριθμό τῶν πνευματικῶν αὐτῶν.

Ἡ μετάνοια, ὡς διαδικασία μακρά καί ἐπίπονη, παρουσιάζει πολυπλοκότητες. Ἐπηρεάζεται ἀπό τόν τρόπο μέ 
τόν ὁποῖο λειτουργεῖ ὁ ψυχισμός τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως ἄλλωστε ἐπηρεάζεται καί κάθε πτυχή τῆς θρησκευτικότητος. Ὁ πιστός ἔρχεται σέ σχέση μέ τόν Θεό μέ τόν ἴδιο ψυχολογικό «ἐξοπλισμό» μέ τόν ὁποῖο σχετίζεται καί μέ τούς ἀνθρώπους. Ἔτσι τά προτερήματα καί τά ἐλαττώματα τοῦ ψυχισμοῦ διευκολύνουν ἤ ἐμποδίζουν τή μετάνοια ἀντίστοιχα.

Ὡς γνωστόν ἀπό τήν ἐκκλησιαστική ἱστορία, τό ἱερατικό λειτούργημα τοῦ πνευματικοῦ ἔγκειται κατ’ ἐξοχήν στήν διαπίστωση ἄν ὑπάρχει μετάνοια στόν προσερχόμενο καί ποιά ἡ ποιότητά της. Τοῦτο γίνεται μέ στόχο νά πιστοποιηθῆ ἡ γνησιότητα τῆς ἐπιστροφῆς στόν Χριστό καί στήν Ἐκκλησία Του. Ἡ ἐν λόγῳ διαπιστωτική ἀποστολή εἶναι ἱερατικῆς φύσεως κατά τό γεγονός ὅτι στοχεύει στό νά ἐπανενώνει τόν παραπεσόντα ἄνθρωπο μέ τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, καθ’ ὅν τρόπον ἄλλωστε ἡ ἱερωσύνη ὑπηρετώντας τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας συντελεῖ στήν ἕνωση ὅλων ἐν Χριστῷ. Τό ἄλλο σκέλος τῆς διακονίας πού λαμβάνει χώρα κατά τήν ἐξομολόγηση, ἡ συμβουλευτική καί ἡ πνευματική καθοδήγηση δηλαδή, δέν συνδέεται ἄμεσα μέ τήν ἱερωσύνη ἀλλά ἔχει τίς ἱστορικές ρίζες του στόν μοναχισμό πού ἀνέκαθεν παρῆγε πλῆθος πνευματικῶν καθοδηγητῶν.
Ὑπό μία εὐρεῖα ἔννοια βέβαια δέν στερεῖται καί τό σκέλος αὐτό μυστηριακοῦ χαρακτῆρα, ἀφοῦ μυστήριο εἶναι κάθε συνάντηση κτιστοῦ καί ἀκτίστου, κάθε ἀπόπειρα τοῦ ἀνθρώπου νά οἰκειωθῆ τό γεγονός τῆς σωτηρίας. Ὁλόκληρη ἡ πνευματική ζωή τοῦ χριστιανοῦ ὀφείλει νά διαθέτει μυστηριακό ἦθος, νά διεξάγεται δηλαδή ὡς πρόθυμη εὐχαριστιακή ἀντιπροσφορά τῶν ψυχοσωματικῶν δυνάμεων καί τῆς ζωῆς ἐν γένει, κατά τό πρότυπο τῆς Θείας Λειτουργίας.
Παρ’ ὅλα αὐτά εἶναι σκόπιμο νά παραμένουν διακριτές οἱ δύο πτυχές τοῦ ἔργου τοῦ πνευματικοῦ, πρός ὄφελος τοῦ ἰδίου, καί κατ’ ἐπέκταση τοῦ πιστοῦ. Ἄν ἀκόμη καί διακονίες ἱερατικῆς φύσεως ἐπηρεάζονται ἀπό τίς ἰδιαιτερότητες τοῦ κληρικοῦ ὡς ἀτόμου, ὅπως συμβαίνει π.χ. στό κήρυγμα, κατά μείζονα λόγο ἡ διακονία τῆς συμβουλευτικῆς καθοδήγησης, ὡς μή ἱερατική λειτουργία, ἐξαρτᾶται σέ μεγάλο βαθμό ἀπό τήν  προσωπικότητα τοῦ πνευματικοῦ, δηλαδή ἀπό τίς ψυχολογικές καί πνευματικές του προϋποθέσεις. Ὅταν κανείς κρατᾶ αὐτή τήν πραγματικότητα στή μνήμη του δύσκολα θά παρασυρθῆ νά θεωρήσει κατ’ ἀνάγκην θεόπνευστη τήν συμβουλή καί καθοδήγησή του ἁπλῶς καί μόνο λόγῳ τῆς ἱερωσύνης, ὅπως δυστυχῶς συχνά συμβαίνει στίς μέρες μας. 

Τά λάθη τῶν πνευματικῶν κατά τήν ἀντιμετώπιση τῆς ψυχικῆς διαταραχῆς στά πλαίσια τοῦ μυστηρίου τῆς μετανοίας συνήθως ὀφείλονται σέ ἄγνοια τῆς πολυπλοκότητας τῆς ἀνθρώπινης φύσης καί σέ ὑπερτίμηση τῶν δυνατοτήτων τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, ἀποτελέσματα τοῦ γεγονότος ὅτι δέν ἔχουν ἀκόμη συναντηθῆ ἐπαρκῶς ἡ ἐκκλησιαστική καί θεολογική πραγματικότητα μέ τή νεωτερικότητα, πρός ζημίαν καί τῶν δύο. Κατά τούς νέους χρόνους διαπιστώθηκε καί τεκμηριώθηκε ἡ αὐτόνομη ὕπαρξη τῆς ἐπιστημονικῆς γνώσης, ἡ ὁποία πλέον δέν πηγάζει ἀπό τή θεολογική, ὅπως πίστευαν κατά τόν μεσαίωνα στή δύση. Συνεπῶς ἀποτελεῖ θεολογικό ζήτημα καί ἐκδήλωση ὀρθοδόξου φρονήματος νά ἀναγνωρίζεται ἡ σημασία τῆς ψυχιατρικῆς καί ψυχολογικῆς ἐπιστήμης.
Φυσικά οἱ ἐπιστῆμες αὐτές δέν εἶναι παντοδύναμες. Σέ σύγκριση μέ τό παρελθόν, ὅμως, ἔχουν πραγματοποιήσει ἅλματα. Τά ὅριά τους μέ τήν ἐξομολόγηση καί τήν ποιμαντική καθοδήγηση δέν θά πρέπει ποτέ νά συγχέονται, διότι τό ἔργο τους εἶναι διαφορετικό. Τό ἐκκλησιαστικό ἔργο ἔγκειται στή σωτηρία καί στόν ἁγιασμό τοῦ ἀνθρώπου, κάτι ἐφικτό καί γιά τόν ψυχικά ἄρρωστο. Ἀλλά πάντοτε ὑπάρχουν ἀνθρώπινα μέσα πού θά «ἑτοιμάσουν τήν ὁδόν Κυρίου» καί θά «ποιήσουν εὐθείας τάς τρίβους αὐτοῦ» (Μάρκ. 1: 3).
Πράγματι, ὅπως ἀποδεικνύει καί ἡ πράξη, μιά σωστή ψυχιατρική καί ψυχοθεραπευτική ἀντιμετώπιση τῆς ψυχικῆς διαταραχῆς συχνά γίνεται προϋπόθεση βελτιώσεως τῆς πνευματικῆς ζωῆς καί ἀφετηρία ἐξυγιάνσεως τῆς σχέσεως μέ τόν Θεό.
Ἀπό κάποιους ἐκφράζεται τό δίλημμα, ποιός ὁ ἁρμόδιος γιά τήν ψυχική ἀσθένεια; Στήν πραγματικότητα δέν ὑπάρχει 
κανένα δίλημμα, ἁρμόδιος εἶναι μόνο ὁ εἰδικός, ὅταν μιλοῦμε γιά ψυχική ἀρρώστια. Μόνο στήν περίπτωση διαταραχῶν τοῦ χαρακτῆρα οἱ ἤπιες μορφές μποροῦν νά βοηθηθοῦν ἀπό τόν πνευματικό, ἐνῶ γιά τίς σοβαρώτερες χρειάζεται ψυχοθεραπεία.
Ὑπό κάποια ἄποψη ὁ κληρικός εὑρίσκεται σέ προνομιακή θέση, διότι εἶναι ἀπό αὐτόν πού ὁ ἀσθενής θά ἐπιχειρήσει νά ἀντλήσει νόημα γιά τό πρόβλημά του. Ὁ ἄρρωστος καί ἡ οἰκογένειά του πάντα ἔχουν ἀπόλυτη ἀνάγκη νά νοηματοδοτήσουν τό πρόβλημα, νά βροῦν μιά ἐξήγηση. Τοῦ ἔκαναν κακό οἱ ἄλλοι; Μήπως τοῦ ἔκαναν μάγια αὐτοί πού τόν φθονοῦν; Μήπως φταῖνε οἱ γονεῖς πού μάλωναν στήν ἐγκυμοσύνη ἤ οἱ παπποῦδες πού στενοχωροῦσαν τήν ἔγκυο γιά τήν ψυχική διαταραχή πού ἐμφανίζει τώρα ὁ ἔφηβος ἤ τό ἐνήλικο παιδί; Μήπως ὁ Θεός τόν τιμωρεῖ γιά κάποια παλιά ἁμαρτία του;
Ἔτσι ὁ πνευματικός συχνά συναντᾶ τόν πάσχοντα στήν ἀρχή μιᾶς διαταραχῆς του καί εἶναι σέ θέση νά συμβάλει καθοριστικά στήν μετέπειτα πορεία του. Ἀπό τήν ἀλήθεια ἤ τό ψέμα τῆς ἐξήγησης θά κριθῆ σέ μεγάλο βαθμό ἡ ἔκβαση τῆς διαταραχῆς. Σπανίως οἱ ἄνθρωποι ἐπιτυγχάνουν νά συνδέσουν τήν ψυχική διαταραχή μέ ἰδιοτροπίες τοῦ χαρακτῆρα τους ἤ μέ λάθος ἐπιλογές ζωῆς. Συνήθως οἱ περισσότερες ἐξηγήσεις πλάθονται μέ τέτοιο τρόπο ὥστε νά ἀπεκδύονται ὁ ἀσθενής καί ἡ οἰκογένεια τήν προσωπική εὐθύνη τῆς ἀλλαγῆς.

Ἄλλοι ἀδελφοί μας ρωτοῦν: πῶς θά γίνει ἡ ἐξομολόγηση τοῦ ψυχικά ἀρρώστου; Μέ διπλῆ προσοχή καί πρός τίς δύο κατευθύνσεις: οὔτε θά ἀντιμετωπιστῆ σά νά μήν εἶναι ψυχικά ἄρρωστος ζητώντας του πράγματα πού δέν μπορεῖ νά κάνει, οὔτε θά τόν μεταχειριστοῦμε σάν ἀνήλικο καί ἀνίκανο, κάτι πού τόν σπρώχνει βαθύτερα στήν ὑπολειτουργικότητα. Κυρίως θά προσπαθήσουμε νά διακρίνουμε τί εἴδους διαστρεβλώσεις ὑφίσταται ἡ διαδικασία μετάνοιάς του ἐξ αἰτίας τοῦ ὑποκείμενου προβλήματος.
Ἡ ἐμπειρία μας ἀπό τούς ἄλλους ἀνθρώπους καί ἀπό τόν ἑαυτό μας μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο οἱ 
ἄνθρωποι μετανοοῦμε παρουσιάζει μεγάλες ὁμοιότητες μέ τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἀγαποῦμε. Ἔτσι, παρατηροῦμε πώς οἱ ἄνθρωποι πού μποροῦν νά ἀγαπήσουν ἔντονα τόν ἄλλο, μποροῦν νά μετανοήσουν ἐξ ἴσου ἔντονα καί ριζικά, ἐνῶ οἱ ἄνθρωποι πού δυσκολεύονται νά ἀγαπήσουν καί πού εἶναι κάπως σφιχτοί καί ἐπιφυλακτικοί, ψυχροί καί κλεισμένοι στόν ἑαυτό τους, δυσκολεύονται καί νά μετανοήσουν.
Ἐπιπλέον, δέν εἶναι μόνο θέμα ποσότητας, ἀλλά καί θέμα χρονικῆς συνέπειας. Ἄνθρωποι πού ἀγαποῦν μέν, ἀλλά μέ ἀστάθεια (δηλαδή ὅταν ἀγαποῦν ἔντονα ἀφοσιώνονται, ἀλλά ὅταν περνάει λίγος καιρός ψυχραίνονται καί ὑπαναχωροῦν), μετανοοῦν καί μέ ἀστάθεια – δέν μποροῦν νά συνεχίσουν αὐτή τήν ὡραία πορεία, πού ἔβαλαν μέ τήν ἀρχή τῆς μετάνοιας.
Αὐτές οἱ ὁμοιότητες ὀφείλονται στό γεγονός ὅτι ἡ ποιότητα καί ἡ ποσότητα τῆς μετανοίας ἀκολουθοῦν τήν ἀγαπητική δύναμη τοῦ ἀνθρώπου. Κάθε ἄνθρωπος ἔχει μέσα του μιά ἀγαπητική δύναμη δοσμένη ἀπό τόν Θεό – εἶναι στοιχεῖο τοῦ κατ’ εἰκόνα. Ὅμως λόγω τῆς ἀπέραντης ποικιλίας τῶν ἀνθρώπινων χαρακτήρων καί τῶν συνθηκῶν τῆς ζωῆς –ὁ κάθε ἄνθρωπος ἔχει διαφορετικούς γονεῖς, ὑπό διαφορετικές συνθῆκες ἀνατράφηκε, διαφορετικά γεγονότα ἀντιμετώπισε κ.τ.λ.– ἡ ἀγαπητική δύναμη τοῦ καθενός δέν εἶναι ἴδια, δέν εἶναι ἴδιου βαθμοῦ, ἴδιας ποιότητας καί σταθερότητας.
Ἐπίσης, ἄν προσπαθήσουμε νά ἀναλύσουμε τή μετάνοια ὡς γεγονός, ὡς διαδικασία, παρατηροῦμε ὅτι ἀπαιτεῖ ἐμπιστοσύνη. «Μετανοῶ» σημαίνει ἀλλάζω νοῦ, ἀλλάζω τρόπο σκέψης, γίνομαι καινούργιος ἄνθρωπος καί ἑπομένως ἀλλάζω πορεία. Ἄρα, δέν ἀκολουθῶ αὐτό πού ἐγώ νόμιζα πρίν ὅτι εἶναι συμφέρον καί καλό γιά τή ζωή μου, ἀλλά παραδίδω τόν ἑαυτό μου στόν Θεό γιά νά μέ καθοδηγήσει. Μετανοῶ συνεπῶς σημαίνει ὅτι, ἐπειδή ἐμπιστεύομαι, ἐπειδή ἀγαπῶ, ἐφαρμόζω καί τηρῶ τίς ἐντολές Του, ὅπως μᾶς τό ζήτησε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός: «ὁ ἔχων τάς ἐντολάς μου καί τηρῶν αὐτάς, ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με… καί ἐγώ ἀγαπήσω αὐτόν καί ἐμφανίσω αὐτῷ ἐμαυτόν» (Ἰωάν. 14: 21).
Ὑπ’ αὐτή τήν ἔννοια, ἡ παράδοσή μας στόν Θεό διά τῆς μετανοίας, διά τῆς ἀγάπης καί τῆς ἐμπιστοσύνης, συνεπάγεται ἀπάρνηση τοῦ ἑαυτοῦ μας. Ἀπαρνιόμαστε αὐτό πού ἐμεῖς ὥς τώρα ξέραμε, ἀγαπούσαμε, βρίσκαμε λογικό, καί ἐρχόμαστε σέ συνάντηση μέ τόν Θεό, κατά τόν ἴδιο τρόπο πού ὁ Ἀβραάμ ἐξῆλθε εἰς συνάντηση μαζί Του ἀφοῦ ὑπάκουσε στήν πρόσκληση πού τοῦ ἀπηύθυνε Ἐκεῖνος.

Ἐπειδή λοιπόν οἱ ψυχιατρικές διαταραχές ἐπηρεάζουν τήν λειτουργικότητα εἴτε τῶν σκέψεων εἴτε τῶν συναισθημάτων εἴτε τῆς βουλήσεως (ὅπως π.χ. συμβαίνει σέ καταστάσεις σύγχυσης, φόβου, ἀπελπισίας, καχυποψίας, ἐμμονῆς κ.ἄ.), δυσκολεύουν τήν ἀγάπη καί τήν ἐμπιστοσύνη. Γιά τόν λόγο αὐτό ἐνδέχεται νά δυσκολέψουν τή μετάνοια. Νά σημειώσουμε δέ ὅτι ἀπουσία ἀγάπης καί ἐμπιστοσύνης παρατηρεῖται συχνά καί σέ μή ψυχικά ἀρρώστους, ὅπως στόν φαρισαῖο τῆς παραβολῆς. Πλῆθος ἀνθρώπων σήμερα, ὑγιῶν ψυχικά μέ τά κλινικά κριτήρια, δυσκολεύονται νά ἀγαπήσουν καί νά ἐμπιστευθοῦν τόν Θεό. Μέ ἀποτέλεσμα νά μή μετανοοῦν ποτέ οὐσιαστικά, ἔστω καί ἄν θρησκεύουν συστηματικά.
Ἐπίσης οἱ ψυχιατρικές διαταραχές ἐνδέχεται νά μᾶς παραπλανήσουν ὡς πρός τή μετάνοια μέ τόν ἀντίθετο τρόπο. Εἰδικώτερα ἡ κατάθλιψη καί ἡ ἰδεοψυχαναγκαστική διατραχή χαρακτηρίζονται ἀπό αὐτομεμψία μή πνευματικῆς φύσεως. Ὁ πάσχων ἄνθρωπος κατηγορεῖ τόν ἑαυτό του γιά ἀνυπόστατες εὐθῦνες ἤ τόν κατηγορεῖ γιά ὑπαρκτά σφάλματα σέ δυσανάλογο βαθμό. Τό κριτήριο γιά νά διαχωρίσουμε τήν προβληματική ἀπό τήν ὑγιᾶ αὐτομεμψία εἶναι ὅτι ἡ πρώτη παρουσιάζει ἔλλειψη ἐλπίδος, αὐτοτιμωρητική τάση, ἀσύλληπτα λεπτομερῆ περιπτωσιολογία.
Ἀπό ὅσα εἴπαμε μέχρι τώρα συμπεραίνουμε πώς τήν ψυχολογική εὐαισθητοποίηση τοῦ πνευματικοῦ δέν τήν ἀπαιτεῖ μόνο τό σκέλος τῆς καθοδήγησης-συμβουλευτικῆς, ἀλλά καί τό ἱερατικό σκέλος διαπιστώσεως τῆς μετανοίας, ἔτσι ὥστε νά
βοηθήσουμε νά ἀποκτήσει μετάνοια αὐτός πού δέν ἔχει ἀρκετή καί νά ἐλευθερώσουμε ἐκεῖνον πού τήν ἔχει προβληματική.

Μία σύγχυση πού ἐνίοτε λαμβάνει χώρα μεταξύ τῶν πνευματικῶν εἶναι ἡ ἀπόδοση τῶν ψυχοπαθολογικῶν φαινομένων στόν διάβολο. Στηριζόμενοι σέ μιά ἐπιφανειακή ἀνάγνωση τῆς Καινῆς Διαθήκης (στήν ἐποχή τῆς ὁποίας κάθε πάθηση ἐθεωρεῖτο ὅτι ἔχει ὡς αἰτία τη δαιμονική ἐπίδραση, ὅπως π.χ. στίς περιπτώσεις ἐπιληψίας ἤ στήν συγκύπτουσα) προχωροῦν μέχρι καί τήν ἀνάγνωση ἐξορκισμῶν στόν ψυχικά πάσχοντα. Εἶναι περιττό νά ἀναφέρουμε πόση ζημιά αὐτή ἡ πράξη προκαλεῖ στίς ψυχές.
Συμπίπτει ἡ διάγνωση πού λαμβάνει χώρα στό ἐξομολογητήριο καί στό ἰατρεῖο; Φυσικά ὄχι. Ἀνάγκη πᾶσα νά συνηθίσουμε νά διακρίνουμε μεταξύ ψυχολογικῆς καί πνευματικῆς διαγνώσεως. Εἴμαστε ἀνεκπαίδευτοι σ’ αὐτό καί ἔτσι δυσκολευόμαστε νά ἐπικοινωνήσουμε μέ τούς εἰδικούς, οἱ ὁποῖοι μέ τή σειρά τους ἀγνοοῦν ἤ ὑποτιμοῦν τήν ἄλλη διάσταση. Ἕνα κύριο μέρος τῆς ἐπιμορφώσεώς μας θά περιλαμβάνει αὐτό ἀκριβῶς: τήν ἱκανότητα νά διακρίνουμε τή σχέση καί ἀλληλεπίδραση μεταξύ τῶν δύο διαγνώσεων. Ὑπό τά σημερινά δεδομένα φαίνεται μᾶλλον μακροπρόθεσμος στόχος.

Ἕνα συχνό ἐρώτημα πού τίθεται εἶναι γιατί χρειάζεται ἡ ψυχολογική γνώση. Καί ἡ ἀπάντηση εἶναι γιά τούς ἑξῆς λόγους:
1) Τό ἔργο τοῦ πνευματικοῦ καί τό ἔργο τοῦ εἰδικοῦ ἔχουν διαφορετικά ἀντικείμενα. Ἡ Ψυχολογία καί ἡ Ψυχιατρική ἀσχολοῦνται μέ τή φθορά τῆς φύσεως ἡ ὁποία εἶναι ἀκούσια, ἐνῶ ἡ Θεολογία καί ἡ Ποιμαντική ἀσχολοῦνται μέ τή φθορά τῆς προαιρέσεως ἡ ὁποία εἶναι ἑκούσια, σύμφωνα μέ τή διάκριση τοῦ Ἁγίου Μαξίμου. Φυσικά συνδέονται μεταξύ τους καί ἀλληλοεπηρεάζονται.
2) Διότι ὁ ἄνθρωπος ἀποτελεῖ πολύπλοκο πλάσμα, πρᾶγμα πού μᾶς ἐπιτρέπει νά καταλαβαίνουμε μερικούς χαρακτῆρες μόνο ὁ καθένας. ῾Η γνώση μᾶς βοηθᾶ νά κατανοήσουμε καί  τούς ὑπόλοιπους χαρακτῆρες, ὅσους ἀδυνατοῦμε νά κατανοήσουμε αὐθορμήτως καί ἐκ φύσεως.
3) Οἱ σύγχρονες κοινωνικές καί πολιτισμικές ἐξελίξεις αὔξησαν περαιτέρω αὐτή τήν πολυπλοκότητα, διότι πολλαπλασίασαν τίς ἐνδοψυχικές συγκρούσεις τοῦ ψυχισμοῦ ἀλλά καί τίς διαπροσωπικές συγκρούσεις. ῾Η κοινωνία ἔγινε πιό ναρκισσιστική, ἐνῶ αὐξήθηκαν καί οἱ βαθμοί ἐλευθερίας.
Ἕνα ἐρώτημα πού ἀκολουθεῖ εὔλογα εἶναι: Πῶς θά ἀποκτηθῆ ἡ ψυχολογική εὐαισθητοποίηση; Ἐδῶ ἐπιγραμματικά ἀπαριθμῶ τούς ἑξῆς τρόπους:
α) Μέ γνώση, μέσα ἀπό συνεχῆ μελέτη καί ἐπιμόρφωση.
β) Ἀπό τήν πεῖρα τήν ὁποία χαρίζουν οἱ προσωπικές, οἰκογενειακές καί ποιμαντικές ἐμπειρίες μας.
γ) Καί φυσικά ἀπό τόν φωτισμό τοῦ Θεοῦ, κάτι πού ἔχει ἄμεση συνάρτηση μέ τήν πνευματική ζωή τοῦ κληρικοῦ.
Θά πρέπει δέ ἡ ψυχολογική εὐαισθητοποίηση, γιά νά εἶναι ἀποτελεσματική, νά χρησιμοποιηθῆ ὑπό τίς ἐξῆς προϋποθέσεις:
1) Χωρίς μίμηση καί τυποποίηση. ῾Η συμβουλή μας νά βασίζεται στήν ἐξατομίκευση (θεμελιώδης ἀρχή τῆς ποιμαντικῆς). ῾Η ἐξατομίκευση ὅμως ἀπαιτεῖ κατανόηση τοῦ συγκεκριμένου ἀνθρώπου. Στό σημεῖο αὐτό μᾶς ἔχει δοθῆ ὄχι μόνο τό δικαίωμα ἀλλά καί ἡ ἐντολή ἀπό τόν 102ο κανόνα τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ ὁποῖος «μᾶς λύνει τά χέρια» νά προχωρήσουμε σέ ὁποιοδήποτε μέτρο θά βοηθοῦσε τόν ἐξομολογούμενο νά ἀγαπήσει περισσότερο τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους.
2) ῾Η καθοδήγησή μας νά βοηθᾶ τόν ἄλλο νά ὡριμάσει. Δέν τοῦ λέμε ἁπλᾶ τί νά κάνει, ἀλλά τόν μαθαίνουμε νά σκέφτεται καί νά χρησιμοποιεῖ σωστά κριτήρια. Κάποιοι ψυχικά διαταραγμένοι ἐξωθοῦν τόν πνευματικό νά τούς συμπεριφέρετυαι μέ τρόπους πού ὑπῆρξαν ἤδη παθογόνοι γι’ αὐτούς (π.χ. ψυχαναγκαστικοί ζητοῦν λεπτομερεῖς ἐντολές, καταθλιπτικοί μᾶς ἐξωθοῦν σέ ἀποτομία καί αὐταρχισμό κ.ἄ.). 
3) ῾Η γνώση μας νά συμβαδίζει μέ τήν αὐτογνωσία καί τή νήψη. ᾿Ανακαλύπτουμε στόν ἄλλο ὅ,τι ἔχουμε διακρίνει σέ μᾶς τούς ἴδιους.
Ἄς θυμόμαστε δέ ὅτι Ψυχολογία χωρίς Θεολογία καί πνευματική ζωή εἶναι ἐκκοσμίκευση, ἐνῶ Θεολογία καί Ποιμαντική χωρίς ἐπιστημονική γνώση κινδυνεύει νά γίνει φανατισμός καί σκλήρυνση.
Ἔχω ὑποστηρίξει κατ’ ἐπανάληψιν τήν ἀδήριτη ἀνάγκη γιά μιά ψυχολογική ἐκπαίδευση καί εὐαισθητοποίηση τῶν κληρικῶν καί ἐνθαρρύνομαι ὅταν ἀκούω ἀπό ὅλο καί περισσότερους ἀδελφούς καί συλλειτουργούς μου ὅτι τήν ἐπιθυμοῦν καί αὐτοί διακαῶς. Ἐπιτρέψτε μου νά παραθέσω ἐν βραχυλογίᾳ σέ τί θά ἦταν χρήσιμη, τηρουμένων πάντοτε τῶν ὅρων πού ὡραῖα περιέγραψε χθές ὁ π. Ἀδαμάντιος Αὐγουστίδης.
1) Θά μᾶς ἐπέτρεπε νά διακρίνουμε μεταξύ ψυχιατρικῆς διαταραχῆς καί πνευματικοῦ προβλήματος ὥστε νά παραπέμψουμε ἔγκαιρα στόν εἰδικό καί νά μή χαθῆ πολύτιμος χρόνος.
2) Θά μᾶς ἐνθάρρυνε νά προσέξουμε καί νά διορθώσουμε τό εἶδος τῆς θεολογίας μέ τήν ὁποία προσεγγίζουμε τόν πιστό, ἔτσι ὥστε νά συμβάλλουμε στήν ψυχική του ὑγεία, δεδομένου ὅτι προβληματική θεολογία συχνά δημιουργεῖ ἤ ἐπιδεινώνει ψυχοπαθολογικές καταστάσεις.
3) Θά μᾶς βοηθοῦσε νά ἀντιληφθοῦμε τίς ἰδιαιτερότητες πού δημιουργεῖ ἡ ψυχική ἀρρώστια στό ὑποκείμενο καί στήν οἰκογένειά του προκειμένου νά προσαρμόσουμε ἀνάλογα τήν ποιμαντική τους.
4) Θά μᾶς βοηθοῦσε νά κατανοήσουμε καλύτερα τήν ψυχική ἀνάπτυξη τοῦ παιδιοῦ καί τοῦ ἐφήβου.
5) Θά μᾶς βοηθοῦσε νά κατανοήσουμε καλύτερα τίς ψυχολογικές (καί ἄρα ποιμαντικές) ἰδιαιτερότητες εἰδικῶν καταστάσεων τῆς ζωῆς (ἀσθένεια, ἀναπηρία, πένθος, ἀνεργία κ.ἄ.)
6) Θά μᾶς ἐπέτρεπε νά κατανοήσουμε καλύτερα τά ποικίλα εἴδη νοσηρῆς θρησκευτικότητος σέ ἀντιδιαστολή μέ τήν ὑγιᾶ, κάτι πού θά εἶχε ὁπωσδήποτε εὐεργετικές ἐπιπτώσεις καί στίς μοναχικές κλίσεις.
7) Θά μᾶς ἀποκάλυπτε τρόπους μέ τούς ὁποίους μποροῦμε νά ἀσκήσουμε πρόληψη. Ἄς διευκρινίσουμε ἐδῶ ὅτι:
α) Πρωτογενής πρόληψη εἶναι ἡ ἐξάλειψη ἤ μείωση τῶν παραγόντων πού συμβάλλουν στήν ἐμφάνιση ψυχικῆς διαταραχῆς (μέ ἄλλα λόγια, ἡ ὑγιής ἀντιμετώπιση μιᾶς φυσιολογικῆς κρίσης ζωῆς μειώνει τίς πιθανότητες νά νοσήσει ἕνας προδιατεθειμένος ὀργανισμός), β) Δευτερογενής πρόληψη εἶναι ἡ ἔγκαιρη ἀνίχνευση καί παραπομπή τῆς ψυχικῆς νόσου ὥστε νά λάβει πληρέστερη θεραπεία καί νά ἔχει καλύτερη ἐξέλιξη, γ) Τριτογενής πρόληψη εἶναι ἡ ψυχοκοινωνική ἀποκατάσταση τῶν πασχόντων ὥστε νά μειωθῆ ἡ περιθωριοποίηση καί ἡ ἀναπηρία.
Ὁ κληρικός μπορεῖ νά συμβάλει καθοριστικά καί στά 3 ἀφοῦ ἀντίστοιχα α) προσπαθεῖ νά βελτιώνει τό κοινωνικό ἦθος καί τίς ἀνθρώπινες σχέσεις, ἀγωνίζεται γιά ὑγιέστερες οἰκογένειες, παρέχει ἠρεμία καί ἐλπίδα, β) σέ μεγάλο ποσοστό δέχεται πρῶτος αὐτός τούς ἀσθενεῖς ὁπότε μποροῦν νά παραπεμφθοῦν ἔγκαιρα σέ εἰδικό καί νά ἐνθαρρυνθοῦν νά λαμβάνουν σωστά τή θεραπεία τους, γ) εἶναι σέ θέση νά τούς ἐνσωματώσει στό ἐκκλησιαστικό σῶμα καί νά καλλιεργήσει ὑγιεῖς σχέσεις μέ ἄλλους ἔτσι ὥστε νά μήν «ἱδρυματοποιηθοῦν» μέσα στήν ἀρρώστια τους.

Σεβασμιώτατοι, σεβαστοί πατέρες, ἀγαπητοί ἀδελφοί,
Ζητῶ τήν συγγνώμη σας ἄν ἔγινα αἰτία νά κουρασθῆτε. Ἀλλά ζητῶ καί τήν κατανόησή σας γιά τήν προσπάθειά μου νά δείξω πῶς ἕνας κληρικός πού δέχθηκε τήν ἀνυπολόγιστη δωρεά τῆς πνευματικῆς πατρότητας μπορεῖ νά συμβάλει στήν ὑλοποίηση τῆς βούλησης τοῦ Θεοῦ νά καθοδηγοῦνται οἱ ἄνθρωποι μέ τέχνη καί σοφία. Μιά σοφία γιά τήν ὁποία στήν  Παλαιά Διαθήκη χρησιμοποιεῖ τή λέξη ἐπιστήμη: «Θά σᾶς δώσω ποιμένες ὅπως τούς θέλω ἐγώ (κατά τήν καρδίαν μου) καί θά σᾶς ποιμάνουν μέ σοφία (μετ᾿ ἐπιστήμης)» (Ἱερ. 3: 18).

πρωτοπρεσβύτερος Βασίλειος Θερμός

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...