/*--

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Ο Αγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος ως ποιητής

   
Η ύλη ολόκληρου του 8ου Βιβλίου της Παλατινής Ανθολογίας καλύπτεται, ως γνωστόν, από τα 254 επιγράμματα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, επιγράμματα όλα τους είτε επιτύμβια είτε σχετιζόμενα με νεκρούς, αλλά και με γενικότερα ηθικά ζητήματα προκύψαντα από τον θάνατο προσφιλών προσώπων. Τα υπ’ αριθμούς 2-11 επιγράμματα αναφέρονται στον Μεγάλο Βασίλειο και στην εκδημία του, είναι δε γραμμένα σε ελεγειακό δίστιχο μέτρο και από πλευράς περιεχομένου εμφαίνουν τη στενή φιλία των δύο ιεραρχών, που είχε ξεκινήσει από τα χρόνια, οπού σπούδαζαν μαζί τόσο στην Καισάρεια της Καππαδοκίας όσο και στην Αθήνα, και που συνεχίστηκε σε όλη τη διάρκεια του Δ΄ μ.Χ. αιώνος.
Το ποιητικό έργο του Γρηγορίου είναι εκτεταμένο. Έχουν σωθεί 407 ποιήματά του, σχεδόν όλα τους γραμμένα περί τας δυσμάς του βίου του και ανερχόμενα σε περίπου 17.000 στίχους· η θεματολογία τους είναι θεολογική (κατά βάση δογματική και, συνακολούθως, ηθική) και ιστορικοοικογενειακή. Τα ποιήματα αυτά προστίθενται στους 45 λόγους του ιεράρχη, που υπήρξε δεινότατος ρήτορας, και στις 246 επιστολές του, για να απαρτισθεί έτσι το έργο του. Το ότι πλείστα όσα χωρία από τους λόγους του, που, εκτός από δογματικό και ηθικό χαρακτήρα, είχαν και χαρακτήρα πανηγυρικής, εγκωμιαστικής, πολεμικής ή/και στηλιτευτικής αγόρευσης, μελοποιήθηκαν από τους υμνογράφους της Εκκλησίας μάς επιτρέπει να ισχυρισθούμε ότι και αυτοί ακόμα οι λόγοι του έβριθαν ποιητικών στοιχείων, όπως, π.χ., ο Λόγος ΛΑ΄ Περί του Αγίου Πνεύματος ή ο Λόγος ΜΑ΄ Εις την Πεντηκοστήν. Τούτο είναι αναμφισβήτητο, και λέγεται εδώ τρόπον τινά αξιωματικά, διότι δεν θα ασχοληθούμε καθόλου με την ποιητικότητα του πεζού του έργου. Επίσης αξιωματικά θα πούμε ότι άλλης τάξεως είναι η ποιητικότητα του πεζού λόγου του και εντελώς άλλης τάξεως η ποιητικότητα των επιγραμμάτων του, την οποία θα πραγματευθούμε, το κατά δύναμιν, στις επόμενες σελίδες.

Προτού, όμως, αρχίσουμε να εκθέτουμε τις σχετικές με το θέμα σκέψεις μας κρίνουμε ότι πρέπει να αφιερώσουμε μία παράγραφο στο ήθος του επιγράμματος ως ποιητικού είδους που υπηρέτησε ο Γρηγόριος. Ανέκαθεν το ελεγειακό δίστιχο μέτρο, που, κατά τα γνωστά, αποτελείται από έναν δακτυλικό εξάμετρο στίχο, ακολουθούμενον από έναν δακτυλικό πεντάμετρο, είχε τόνο θρηνητικό, για να συνάδει με τη φύση του επιτύμβιου επιγράμματος, που από μιας αρχής έπρεπε να είναι επίσημο και σοβαρό, προκειμένου να αποδεικνύεται πρόσφορο στη λατρεία θεοτήτων, όπως ο Διόνυσος, η Δήμητρα και η Περσεφόνη, που είχαν υποστεί ποικίλα πάθη και έπρεπε γι’ αυτό να θρηνηθούν. Ο ποιητικός βίος του επιγράμματος υπήρξε πολυκύμαντος, η δε ανεκτικότητα και συνάμα ανθεκτικότητα της φόρμας του καθαυτήν συντέλεσαν στο να εμπλουτισθεί το είδος με περιεχόμενο που πήγαινε όχι μόνο πολύ πιο πέρα, αλλά και προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν, όπου εκινείτο ο θρήνος από αφορμή την απώλεια συγγενών και φίλων. Το επίγραμμα, και κυρίως το ερωτικό, γνώρισε τη μέγιστη ακμή του στους αλεξανδρινούς χρόνους: η εξαφάνιση του θεσμού της πόλης-κράτος, που εκ των πραγμάτων βγάζει τους Έλληνες από τα όρια της όποιας στενής πατρίδας τους και τους βάζει να κινούνται στις επικράτειες τεραστίων αυτοκρατοριών, αλλάζει αναφανδόν τα γούστα και των ποιητών και των αγαπώντων την ευπρέπεια της ποίησης, καθώς τώρα πια τον θεμέλιο φθόγγο τον δίνουν η εκζήτηση και το περίτεχνο στυλιζάρισμα του λόγου, και δη αναφορικά όχι με τη μεγαλοϊστορία θεών, ηρώων και πολιτικών και στρατιωτικών ηγετών, αλλά με τα μικροσυμβάντα της ιδιωτικής καθημερινότητας, τα εν πολλοίς ασήμαντα για όλους όσοι δεν συμμετέχουν με κάποιον τρόπο σε αυτά. Η εντυπωσιακή ποικιλία των θεμάτων έρχεται αβίαστα πλέον να συμβαδίσει με την ανάδειξη του ατόμου σε κεντρικό πρωταγωνιστή των ποιητικώς τεκταινομένων. Ακόμη και αυτά τα επιτύμβια ή αναθηματικά επιγράμματα αφήνουν πίσω τους τη θεματολογία των θεών και των ηρώων και αναφέρονται πλέον σε συγκεκριμένους «βροτούς» τεθνεώτες. Σχετικά με την ποιητική δράση του Γρηγορίου σημειώνεται ιδιαιτέρως τούτο: δεδομένου ότι τα επιγράμματά του για τον Βασίλειο γράφτηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 379, ημερομηνία του θανάτου του κορυφαίου ιεράρχη, και δεδομένου ότι δείγματα έμμετρων επιγραμμάτων χρονολογούνται από τον 8ο π.Χ. αιώνα, ο ποιητής έρχεται να καταπιαστεί με ένα είδος ποιητικό αρχαιότατο, που έχει στις μέρες του ιστορία ήδη –ούτε λίγο ούτε πολύ– δώδεκα αιώνων.

Μια γρήγορη διαγώνια ματιά στα επιγράμματα του Γρηγορίου αρκεί για να μας εκπλήξει. Και στα 254 χρησιμοποιεί μια γλώσσα «παράξενη», που όχι μόνο δεν έχει καμμία απολύτως σχέση με την καθομιλούμενη στα χρόνια του γλώσσα, αλλά και παραπέμπει τον αναγνώστη κατ’ ευθείαν στις απαρχές της ποίησης: στον Όμηρο κυρίως, κατά περίσταση δε στους κορυφαίους τραγικούς ποιητές και στον πατέρα της ιστορίας, στον Ηρόδοτο! Παίρνουμε το βιβλίο των ποιημάτων του και διαβάζουμε έναν στίχο στην τύχη: πᾶσα μὲν οὐρανίη στρατιὴ γήθησεν ἰόντι. Τον διαβάζουμε, τον ξαναδιαβάζουμε και αναρωτιόμαστε φωναχτά: Συνιστά, άραγε, «κάτι τέτοιο» ποιητική γλώσσα; Υπάρχει, αλήθεια, ποιητική γλώσσα;... υπάρχει «γλώσσα της ποίησης»; Και, αν ναι, εδώ, στα επιγράμματα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, πώς εκδηλώνεται; Έτσι;

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη λέει ο Οδυσσέας Ελύτης απευθυνόμενος στη Μαρίνα των βράχων· Cada día me trae un vestido de sorpresas μάς διαβεβαιώνει ο Βιθέντε Ουιδόβρο μιλώντας μας για τη Ρίζα της φωνής· και, από πιο παλιά, ο Κάρολος Μπωντλαίρ μάς έχει πεί ότι τα Ερέβη τα συνάντησε Dans les caveaux d'insondable tristesse. Και στα τρία παραδείγματα, αν πιάσουμε μία-μία τις λέξεις που αποτελούν τους στίχους, θα δούμε ότι είναι λέξεις απλές, γνωστές και εντελώς εν χρήσει στον καθημερινό λόγο της ελληνόφωνης, της ισπανόφωνης και της γαλλόφωνης γλωσσικής κοινότητας αντίστοιχα. Τόσο πολύ μάλιστα σημαδεύονται από την απλή και γνωστή χρήση τους, που δεν θα ήθελε και πολύ να φτάσουμε να πούμε ότι είναι λέξεις «μη ποιητικές», αν όχι και «αντιποιητικές» μάλιστα – μιας και όχι μόνο στο μέγα πανελλήνιον, αλλά και παγκοσμίως σύρεται επί αιώνες η φήμη ότι κάποιες λέξεις ταιριάζουν στην ποίηση και κάποιες λέξεις όχι, τουτέστιν κάποιες λέξεις «κάνουν» για την ποίηση και κάποιες άλλες είναι εντελώς και δια παντός ακατάλληλες γι’ αυτήν. Αν, όμως, η ποίηση είναι μόνο λέξεις –παναπεί λέξεις καθαυτές–, τότε και οι τρεις στίχοι, που αναφέραμε πιο πάνω, είναι τουλάχιστον κακοί, ποιητικώς φαύλοι, ως αντιστρατευόμενοι και αυτά ακόμη τα στοιχειώδη δεδομένα της ars poetica. Για να μην πούμε, δηλαδή, τίποτα για στίχους όπως αυτόν του Αρθούρου Ρεμπώ: J'écrivais des silences από το Μιαν εποχή στην Κόλαση, ή σαν αυτόν του Λόρκα: Nadie come naranjas bajo la luna llena. Και αφού ο πρώτος μας λέει ότι Έγραφε σιωπές και ο άλλος ισχυρίζεται ότι Κανείς δεν τρώει πορτοκάλια, όταν έχει πανσέληνο, ας αντιγράψουμε από τα Γραπτά του Ανδρέα Επειρίκου έναν στίχο αφοριστικό που μας λέει τί σόι πράμα είναι η ποίηση: Η ποίησι είναι ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου. Ας μείνουμε σε αυτά τα τρία τελευταία τσιτάτα και ας μην πούμε τίποτα για εκατομμύρια άλλους στίχους, μιας και (τουλάχιστον εμείς) δεν έχουμε ακόμα καταλήξει στο αν ο Εμπειρίκος, στο τελευταίο παράδειγμά μας, εννοεί το ποδήλατο ή τον ποδηλάτη, όταν λέει «ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου»!

Γνωρίζω καλά πως ενδεχομένως διατρέχω τον κίνδυνο της μομφής ότι παραβιάζω ανοικτές θύρες με όσα θα πω αμέσως παρακάτω, εν τούτοις τον κίνδυνο αυτόν τον αποδέχομαι. Γι’ αυτό και προεξαγγέλλω πάραυτα αυτό που θα με συνδράμει στην αναδίφηση της ποίησης του Αγίου Γρηγορίου. Όχι, η ποίηση δεν είναι «ωραίες» λέξεις· δεν είναι καν λέξεις η ποίηση! Γράφεται, βέβαια, συνυφαινόμενη με λέξεις, και, άρα, είναι γλώσσα· επειδή, όμως, οι καθέκαστον λέξεις χάνουν μέσα στο ποίημα το όποιο εκ των προτέρων γνωστό και χρηστικό σημασιακό τους βάρος –το διαπιστώσαμε, άλλωστε, μόλις προ ολίγου στους στίχους που δίκην παραδειγμάτων αναφέραμε–, η γλώσσα της ποίησης είναι γλώσσα σημαίνουσα μεν, πλην όμως βρίσκεται επέκεινα των υφισταμένων συμβατικών σημασιακών ιστών της τρέχουσας γλώσσας, καθώς το τελευταίο-τελευταίο που αποσκοπεί είναι η μετάδοση χρηστικών πληροφοριών και η συνεπακόλουθη οποιασδήποτε τάξεως επικοινωνία.

Η ποίηση, για να είναι ποίηση, πρέπει να εκπλήσσει... πρέπει να αιφνιδιάζει τον αναγνώστη της. Πρέπει να υπερβαίνει το εμπόδιο της πεζότητας και, φτερωμένη όντας, να πετάει. Έπεα πτερόεντα είναι αρχαιόθεν η ποίηση – έπεα πτερόεντα! Έτσι αποδεικνύει γιατί βρίσκεται πάντοτε επέκεινα της συνήθους γλώσσας και, άρα, γιατί είναι όντως ποίηση· αλλά και έτσι αποδεικνύεται ότι, για να αποτελεί ποίηση ένα κείμενο, πρέπει να έχει βρεθεί οπωσδήποτε επέκεινα της γλώσσας. Η έκπληξη, που πρέπει να μας κάνει να νιώσουμε ένα ποιητικό κείμενο, έγκειται στο ότι έρχεται, όπως έρχεται με τον τρόπο τού λέγειν του, προκειμένου να ταράξει τους κύκλους των όποιων προσυνειλημμένων βεβαιοτήτων μας. Την έκπληξη αυτή θα μπορούσαμε να την αποκαλέσουμε αλλιώς –και μάλιστα δοκίμως– και να την πούμε νεωτερισμό. Ο νεωτερισμός στην ποίηση, αλλά και εν γένει στην τέχνη, έχει ομολογουμένως καθαρά στασιαστικό χαρακτήρα, συνιστά δε αναφανδόν άρνηση του παλαιού και ισχύοντος και έχει σκοπό του να θέτει τους πάσης φύσεως νέους νόμους του. Στην ποίηση οι νόμοι αυτοί είναι οι νέοι τρόποι, οι οποίοι μπορεί μεν να κατάγονται από οποιαδήποτε κατηγορία του νου και από οποιαδήποτε ήπειρο του επιστητού, μπορεί επίσης να λαμβάνουν υπόψη τους ό,τι έχει στην πορεία των ετών και των αιώνων συντελεσθεί δια του λόγου, αλλά η λυρική τους μοίρα είναι μόνο μία: να αρθρωθούν γλωσσικώς επέκεινα της συνήθους γλώσσας – αλλιώς δεν υφίσταται λόγος να υπάρχουν. Να το πούμε και διαφορετικά, με έμφαση αποφατική: αν δεν γίνει αυτό, ποίηση ούτε γεννάται ούτε νοείται.

Η αλυσίδα του νεωτερισμού χαλκεύεται αενάως και παντοιοτρόπως με υλικό παρμένο από όλη τη γκάμα του Αρνητικού· γι’ αυτό, άλλωστε, πάντα υπάρχει και ποτέ δεν θα πάψει να υπάρχει μοντέρνα ποίηση. Δεν θα επεκταθούμε σε επί μέρους εξηγήσεις και σε λεπτομέρειες πάνω σε αυτό που θα πούμε αμέσως τώρα, μιας και από μόνο του αποτελεί θέμα αιώνιο και θεμελιώδες στην ποίηση· θα αρκεσθούμε απλώς να το ανακοινώσουμε αφοριστικά: μοντέρνα ποίηση θα υπάρχει όσο λειτουργεί η μεταφορικότητα της γλώσσας. Δεδομένου ότι η γλώσσα μόνο μεταφορική μπορεί να είναι, αλλιώς δεν είναι γλώσσα, η ποιητική γλώσσα είναι η κοιτίδα της μεταφοράς. Σε όποιον τυχόν έχει επ’ αυτού αντίρρηση θα του υποδείξουμε απλώς να αναλογισθεί τί μπορούν να κάνουν μόνα τους, λ.χ., το τιμόνι, το φρένο και η εξάτμιση, αν εξαιρεθούν από το αυτοκίνητο. Το τιμόνι, το φρένο και η εξάτμιση είναι σαν τις λέξεις – είναι «λέξεις»· και ως τέτοιες έχουν λειτουργικότητα, μόνο αν συναρμοσθούν στη «γλώσσα», η οποία γλώσσα είναι το αυτοκίνητο όχημα, το οποίο και μας μεταφέρει.

Το ανά τους αιώνες Μοντέρνο στην ποίηση εμπεδώθηκε και εξακολουθεί να εμπεδώνεται εν τέλει μόνο γλωσσικώς: όχι μόνο οι εικόνες, ζωγραφικές και μουσικές, αλλά και τα διανοήματα και οι στοχαστικές συλλήψεις, που έρχονται να αναιρέσουν προϋφιστάμενες καθεστηκυίες τάξεις, αρχιτεκτονίζονται και αρθρώνονται γλωσσικώς σε τέτοιο βαθμό, που η ποίηση μπορεί εν τέλει να είναι –όπως προσφυέστατα μας το έχει κληροδοτήσει ο Τάσος Λειβαδίτης– η μαγεία που έχουν οι λέξεις όταν δε θέλουν να πουν τίποτα.

Στο μέτρο τούτο κανένας νεωτερικός ποιητικός νόμος δεν υποδεικνύει μέσα, όργανα ή εν γένει τρόπους επιτεύξεως του στασιαστικού σκοπού του. Αυτά όλα θα τα επινοήσουν οι ποιητές… οι νεωτερικοί ποιητές. Η νεωτερική ποίηση είναι κατά τα 3/5 –ναι, κατά τα 3/5– τέχνη ρητορική. Μοιράζεται με την τελευταία την εύρεση, την τάξη και τη λέξη, καθώς ο ποιητής στο ποίημά του (όπως και ο ρήτορας στην ομιλία του) έχει βρει για ποιό πράγμα θα μιλήσει, και αφού θα έχει βάλει σε τάξη αυτά που βρήκε, θα τα διατυπώσει με λόγο κεκοσμημένο και κομψό. Μέχρι εκεί είναι και πράττει σαν να είναι ρήτορας. Το τέταρτο πέμπτο της τέχνης των ρητόρων, η μνήμη δηλονότι, του ποιητή δεν του χρειάζεται απαραιτήτως, καθώς μπορεί και να μη θυμάται από στήθους τούς στίχους του, αν και, εδώ που τα λέμε, οι πραγματικοί ποιητές τούς στίχους τους τούς γνωρίζουν τόσο καλά, όσο και οι γονείς τα παιδιά τους – και τούτο δεν είναι καθόλου, μα καθόλου υπερβολή. Το τελευταίο πέμπτο της ρητορικής τέχνης, την υπόκριση, δηλαδή την προφορική παρουσίαση ενώπιον ακροατηρίου, ο ποιητής την επιστρατεύει σπανίως έως καθόλου, και εν πάση περιπτώσει κατ’ εξαίρεση, καθώς γι’ αυτόν αρκεί να μιλούν οι στίχοι του –και μόνον αυτοί–, όπως είναι «βαλμένοι» από τον ίδιον στο χαρτί.

Το ότι η ποίηση και η ρητορική έχουν κοινά στοιχεία, δεν σημαίνει ότι έπαυσε ποτέ να υπάρχει και να λειτουργεί η μεγάλη διαφορά τους, που σπεύδω να πω ότι δεν είναι ακριβώς η πειθώ, αλλά ο χρόνος επιτεύξεως / επελεύσεως της πειθούς: για τη ρητορική η πειθώ πρέπει να επιφέρει τα αποτελέσματά της από τη στιγμή που αρχίζει να εκφωνείται ο λόγος μέχρι και –το αργότερο– τη λήξη του… μέχρι την –όπως λέγεται– καταστροφή του· για την πειθώ τής ποίησης δεν υφίστανται χρονικά όρια, ακριβώς διότι το ποίημα δεν απευθύνεται μόνο στους συγκαιρινούς και παρόντες κατά τον χρόνο της δημιουργίας του, αλλά και στους μελλοντικούς αναγνώστες του, κυρίως δε σε αυτούς. Γι’ αυτό και η γλώσσα του πρέπει να είναι πειστική όχι μόνο στην εποχή του, αλλά και να φτουράει για το μέλλον. Με λίγα λόγια: το ποίημα γράφεται για να διαβάζεται και εκτός της εποχής του όχι από φιλολογικό ενδιαφέρον, αλλά χάριν τέρψεως ποιητικής. Γι’ αυτό λέμε ότι η γλώσσα της ποίησης είναι μεταφορική και χωρεί νομοτελειακώς επέκεινα των κοινολεκτουμένων εκφωνημάτων της καθημερινής γλώσσας στα χρόνια της ζωής του ποιητή. Αυτό το «επέκεινα», αυτό το «παραπέρα», που ζωογονεί στους αιώνες τους στίχους και τη φήμη των όντως ποιητών, αρθρώνει και τη μοναδική αιτία, για την οποία, φέρ’ ειπείν, δοξάζεται σήμερα η ποιητική μεγαλοφυΐα του Διονυσίου Σολωμού, με τους στίχους του οποίου τέρπεται και αγάλλεται η καρδιά μας, ενώ με τους συγκαιρινούς του αδελφούς Σούτσους και με τον Αλέξανδρο Ραγκαβή (και οι τρεις τους, σημειωτέον, ποιητές εστεμμένοι και πανύμνητοι στον βίο τους) το πολύ-πολύ να ασχοληθεί όποιος θέλει να συγγράψει σχετική φιλολογική διδακτορική διατριβή – διαφορετικά δεν υπάρχει λόγος.

Τα ποιήματα του Αγίου Γρηγορίου, όταν τα διαβάζουμε σήμερα, μάς πείθουν και για το ότι είναι καρπός τέχνης ποιητικής υψηλοτάτης. Τα μέσα, τα όργανα και οι εν γένει τρόποι, μέσω των οποίων αρθρώνεται το λυρικό αποτέλεσμα, μπορούν να συνοψισθούν στον όρο μίμηση λόγων. Ο Γρηγόριος επιστρατεύει τη δεινή ομηρομάθειά του, για να μιμηθεί δημιουργικά το δημιουργικό ήθος του πατέρα της ποίησης σε χριστιανικών προσηλώσεων επιγράμματα. Και δεν είναι μόνον ότι παίρνει υλικό από την υψηλή αντικειμενική επική ποίηση και το κατεβάζει (με το ύψος του, όμως, ακέραιο και απείραχτο) σε σύντομα υποκειμενικά στροφικά δημιουργήματα, αλλά και το ότι στην πραγματικότητα «δανείζεται» λόγο από την ύπατη αποτύπωση του παγκόσμιου παγανισμού, για να αρθρώσει ρήματα χριστιανικά: απευθυνόμενος, δηλαδή, στον εν κόλποις Αβραάμ αναπαυόμενο φίλο του και συνιεραρχεύσαντα Βασίλειο ομιλεί για τη χάρη του Ιησού Χριστού με τα λόγια του πρώτου και μέγιστου θεολογούντος ποιητή, του ποιητή εκείνου που μας κατέστησε γνωστό τον κόσμο του Ολύμπου. Αλλά και από τον Ησίοδο δεν παραλείπει να λάβει το επίθετο υψιμέδων[1], που χαρακτηρίζει τον Δία, για να το προσδώσει στον τρισυπόστατο Θεό των Χριστιανών. Και μόνα τους τούτα τα δύο δεδομένα καθιστούν τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο –θα το πούμε άφοβα και με έναν όρο των τελευταίων δεκαετιών– μοντέρνο.

Δεν προτιθέμεθα να παραθέσουμε εξαντλητικό κατάλογο παραδειγματικών ομηρικών δανείων του Γρηγορίου. Κάτι τέτοιο θα είταν κουραστικό και ατελέσφορο για τον χαρακτήρα τούτου του επετειακού λόγου. Επιφυλασσόμενοι να υπηρετήσουμε την πληρότητα σε ειδικό επίμετρο, όταν θα δημοσιευθεί σε βιβλίο η ομιλία μας, εδώ θα ενεργοποιήσουμε απλώς την έφεσή μας στην ανθολόγηση και θα ξεχωρίσουμε από την ύλη των δώδεκα επιγραμμάτων μερικά μόνο στοιχεία, που επαληθεύουν και για την περίπτωση του Αγίου Γρηγορίου τα όσα έχουμε έως τώρα γενικώς αναφέρει.

Εντελώς ενδεικτικά επισημαίνουμε ότι στον άγιο ποιητή απαντώνται –είτε αυτούσια είτε προσαρμοσμένα– αρκετά ομηρικά ποιητικά συστατικά, όπως τα ουσιαστικά ὄνειαρ[2], συνθεσία[3] και βένθεα[4]· τα επίθετα ἀριπρεπέος[5] και ξυνός[6]· τα ρήματα ἐπόμνυμι[7], γήθησεν[8], ἐστονάχησε[9], ἴαχεν[10], ἔγρεο[11], λίσσομαι[12], πνείεσκες[13], φιλέεσκες[14]· η μετοχή μεμυκότα[15]· και τα επιρρήματα ἀσπασίως[16], ἀεικῶς[17], τυτθόν[18] και τηλόθε[19]. Ας πούμε, όμως, λίγα ακόμη για την ομηροπλοΐα του Γρηγορίου με λίγο περισσότερα λόγια:

Ο τύπος ἔτλην (ωσάν, μάλιστα, να υπάρχει ρήμα με ενεστώτα όχι τλάω, αλλά τλῆμι), που περιέχεται στην έκφραση ἔτλην καὶ ἔμεινα του Γρηγορίου, είναι προσαρμογή του ομηρικού στερεότυπου μενέω καὶ τλήσομαι[20]. Στον έκτο στίχο του τέταρτου επιγράμματος του Γρηγορίου διαβάζουμε και βίοτον μύθῳ καὶ βιότητι λόγον. Όπως ο βίοτος[21] και η βιότης[22], έτσι και ο μύθος και ο λόγος[23] είναι συνώνυμα, που ο Γρηγόριος, ενώ τα ζευγαρώνει, τους αλλάζει με ήθος καθαρά ρητορικό δύο φορές τις πτώσεις από αιτιατική σε δοτική και από δοτική σε αιτιατική για να πεί ότι η ζωή του Μεγάλου Βασιλείου είταν σύμφωνη με τους λόγους του και τα λόγια του συμφωνούσαν με τη ζωή του. Στο πέμπτο επίγραμμά του ο Γρηγόριος χρησιμοποιεί τον σπάνιο ιωνικό τύπο τής επίσης σπάνιας λέξης ἀτρεκίη, που σημαίνει ακρίβεια, αλήθεια και που τον έχει συναγάγει και δανεισθεί από το ομηρικό επίρρημα ἀτρεκέως[24]. Η δοτική κῆρι απαντάται συχνά στον Όμηρο[25]· όμως το ὃν πέρι κῆρι φίλησα, που διαβάζουμε στο έκτο επίγραμμα του Γρηγορίου, βγαίνει κατ’ ευθείαν μέσα από τον στίχο του Ομήρου πέρι κῆρι φιλεῖν, που απαντάται μάλιστα δύο φορές στην Ίλιάδα[26] και όπου το πέρι δεν τίθεται ως παρατονισμένη πρόθεση, αλλά λειτουργεί –με ήθος γραμματικό εντελώς νεωτερικό– επιρρηματικώς. Τέλος, τη χρήση του εσφαλμένου ομηρικού τύπου κόνι[27] (αντί της ορθής δοτικής κόνιι), που σημαίνει το χώμα, αλλά και την τέφρα, μιας και η κόνις είναι η σκόνη και συμβολίζει τον θάνατο του σώματος, την οφείλει ο Γρηγόριος σε συγκεκριμένες σκηνές παγανιστικής θρησκευτικής τελετουργίας, που περιγράφονται στους στίχους κόνιν αἰθαλόεσσαν χεύατο κὰκ κεφαλῆς[28] και ἐν κόνι ἄγχι πυρός[29].

Ειδικώς θα μείνουμε για λίγο στο ένατο επίγραμμα, όπου ο μεν Βασίλειος χαρακτηρίζεται φαάντατος, δηλαδή λαμπρότατος, ο δε βίος του είταν ἀστεροπή, δηλαδή αστραπή. Αμφότερες οι λέξεις απαντώνται στον Όμηρο[30]. Σε έναν στίχο από το ν της Οδύσσειας διαβάζουμε ἀστὴρ (...) φαάντατος[31]· από εκεί προφανώς τις πήρε ο Γρηγόριος και, ενώ την πρώτη την έκανε ἀστεροπή και τη δεύτερη την κράτησε ως είχε, μετά τις χώρισε: σε άλλο στίχο έβαλε τη μία και σε άλλον την άλλη – πράγμα που δείχνει ότι ο Γρηγόριος ήξερε να διαχειρισθεί τα ποιητικά δάνειά του με πνεύμα ανεξάρτητης πρωτοτυπίας.

Το ότι ο Γρηγόριος δεν προτιμά την κοινή αττική καθαρότητα των ουσιαστικών και των ρημάτων, στρεφόμενος στην ποιητικότητα των ιωνικών τύπων, το έχουμε απλώς και ακροθιγώς σημειώσει λίγο παραπάνω. Ας μη μας εκπλήσσει, λοιπόν, το ότι στα επιγράμματά του διαβάζουμε χοροστασίην, Βασιλοῖο, ἀριπρεπέος, ὁμοσθενέος, θυηπολίην, ἱερῆα, ἀτρεκίης, ἐριηχέα, γενεή, πνείεσκες, ἄεισμα, ἓδρην, ἱρόν, ἔμπνοον και φιλέεσκες. Όλοι αυτοί οι ιωνικοί τύποι μάς παρακινούν να αναφέρουμε, και πάλι εν συντομία, τις πηγές από τις οποίες πιθανότατα «άντλησε» μέγα μέρος από το λοιπό ομοειδές λεκτικό υλικό του ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος

Από τον έκτο Ολυμπιόνικο του Πινδάρου[32] πήρε το επίθετο θεόφρων και το χρησιμοποίησε στο τρίτο και στο δέκατο επίγραμμά του. Στον Ηρόδοτο[33] χρωστά τον ασυναίρετο τύπο του επιθέτου ἔμπνοος που απαντάμε στο δέκατο επίγραμμά του. Επίσης στον Ηρόδοτο, αλλά και στον μέγιστο επιγραμματοποιό Καλλίμαχο οφείλει την ποιητική λέξη ἄεισμα[34], που σημαίνει άσμα. Οι επιρροές, τέλος, των τριών κορυφαίων τραγικών στον ποιητικό λόγο του Γρηγορίου είναι κάτι παραπάνω από εμφανείς τόσο σε ό,τι αφορά τα λεκτικά δάνεια όσο και τις υφολογικές προτιμήσεις. Στον Αισχύλο, που φαίνεται ότι είταν ο μετά από τον Όμηρο αγαπημένος συγγραφέας του Γρηγορίου, ανιχνεύουμε τη σπανιότατη λέξη ἶσον[35] του τέταρτου επιγράμματος και την επιρρηματική έκφραση ως τάχος[36] του ένατου επιγράμματος· στον ίδιον τραγικό θα βρούμε και την ἕδρην, ιωνικό τύπο του ἕδραν, με την έννοια μάλιστα που τη χρησιμοποιεί ο Γρηγόριος στο ένατο επίγραμμά του, με αυτήν, δηλαδή, του ιερού: το ἕδρην ἱερήν του Γρηγορίου παραπέμπει τόσο στο τιμίαν ἕδραν από τις Ευμενίδες[37] όσο και στο ἐν θεῶν ἕδραις από τον Αγαμέμνονα[38]. Και στον Αισχύλο και στον Ευριπίδη συναντώνται τύποι του ρήματος θυηπολέω[39], από όπου παρήχθη η ιωνική θυηπολίη στο τέταρτο επίγραμμα του Γρηγορίου, δηλαδή η θυσία. Και πάλι στον Ευριπίδη, μιας και από τον Όμηρο απουσιάζει εντελώς η λέξη, θα βρει ο Γρηγόριος τους μάκαρες[40], για να ζητήσει από τον μεταστάντα Μεγάλο Βασίλειο να τον παραλάβει και αυτόν ἐς μακάρων χοροστασίην, όπου ήδη εκείνος βρίσκεται. Άφησα επίτηδες τελευταίον τον Σοφοκλή, επειδή θα χρειαστεί να πούμε μερικές κουβέντες παραπάνω σχετικά με το επίθετο πολύσχιστος, που χρησιμοποιεί ο Γρηγόριος στον τελευταίο στίχο τού έβδομου επιγράμματός του: ἕρμα πολυσχίστου νῦν πλέον ἀτρεκίης. Το επίθετο αυτό κανονικά σήμαινε οδούς που διακλαδίζονταν σε μικρότερα δρομάκια, σε ατραπούς· έτσι το χρησιμοποιεί και ο Σοφοκλής στον Οιδίποδα επί Κολωνώ, όταν γράφει: ἔστη κελεύθων ἐν πολυσχίστων μιᾷ[41]. Ο Γρηγόριος παίρνει την εικόνα της οδού με τις ατραπούς, που έχει, και μιλάει για την ἀτρέκεια, για την αλήθεια που κινδυνεύει από τις διχαστικές διδασκαλίες των οπαδών του αιρεσιάρχη Αρείου και σχίζεται σε πολλές ατραπούς. Η ηχητική συγγένεια των λέξεων ἀτρέκεια και ατραπός (που υπονοείται εμπεριεχόμενη στο προσδιοριστικό επίθετο πολύσχιστος) φανερώνει ότι ο Γρηγόριος είταν ατρεκής, παναπεί αληθινός ποιητής, και όχι απλώς άκριτος μιμητής μεγάλων ποιητών. Γι’ αυτό και προεξαγγείλαμε ήδη στην αρχή της ομιλίας μας ότι το αποτέλεσμα των λυρικών επιδόσεων του Αγίου Γρηγορίου δεν είναι σκέτη μίμηση λέξεων, αλλά μίμηση λόγων.

Αν το καλοσκεφτούμε, μίμηση λόγων είναι και η μετάφραση: ο μεταφραστής μιμείται στη γλώσσα αφίξεως τους λόγους που έχουν διατυπωθεί στο κείμενο της γλώσσας αφετηρίας. Η διαδικασία της μεταφραστικής μίμησης γίνεται με τρόπο αυτόχρημα ρητορικό: ο μεταφραστής διδάσκεται από τον τρόπο του πρωτοτύπου, διδασκόμενος δε πείθεται από αυτόν και τον αποτυπώνει στο μετάφρασμά του χρησιμοποιώντας μέσα που πορίζεται αποκλειστικά από το θησαυροφυλάκιο της γλώσσας του. Έτσι το πρωτότυπο μεταφέρεται, επιμελεία του μεταφραστή, από τον φυσικό γλωσσικό θώκο, όπου γεννήθηκε, και αποτίθεται σε καινούργιο περιβάλλον, σε ένα περιβάλλον οικείο μας, σε αντίθεση με το αρχικό του, που μπορεί μεν να συνηθίσαμε να το λέμε ξένο, αλλά, αν θέλουμε (τουλάχιστον εμείς, οι Έλληνες) να είμαστε ακριβείς, θα πρέπει να εννοούμε τη λέξη αυτή –το ξένο– με την πρωτογενή αρχαιοελληνική σημασία της, με αυτήν του φίλου δηλονότι. Στο μετάφρασμα υποδεχόμαστε τόσο φιλικά το ξένο πρωτότυπο, που το οικειοποιούμεθα, το κάνουμε δικό μας. Με αυτή την έννοια, λοιπόν, στη μεταφραστική διαδικασία απαιτείται πάντα να υπάρχει ένα φιλικό ξένο, το οποίο μάς γίνεται απολύτως οικείο με το πέρας της. Τα λέω αυτά και, άμα χρειαστεί, θα τα ξαναπώ με την ίδια αποφασιστικότητα, και ας έχουν ήδη φτάσει στα αφτιά μου τα μουρμουρητά και οι διαμαρτυρίες σας. Μολονότι δεν ξεχωρίζω πολύ καλά τί θέλουν να μου πουν, μπορώ, μεταφράζοντας τον τρόπο του ήχου τους, να καταλάβω το μήνυμά τους: «Μα καλά», νομίζω ότι ακούω να μου λέτε, «πώς έχουμε απαραιτήτως ‘ξένο’ και στην ενδογλωσσική μετάφραση, αφού μεταφράζουμε από τα αρχαία ελληνικά στα νέα ελληνικά;»

Σας απαντώ με τη μέγιστη δυνατή συντομία. Το πρόβλημα αναφύεται, μόνο και μόνο επειδή στον νου μας έχουμε μόνο τα ελληνικά. Πέραν του ότι μας είναι –το καταλαβαίνω– «δύσκολο» να θεωρήσουμε ξένη γλώσσα την αρχαία ελληνική, συνήθως, αν όχι πάντα, δεν μπαίνουμε καν στον κόπο να σκεφτούμε ότι όλες οι γλώσσες του κόσμου έχουν τις αρχαίες κοιτίδες τους, για να μην πω τις αρχαίες μανάδες τους. Όπως, φέρ’ ειπείν, εμείς έχουμε τα ομηρικά έπη, οι Γάλλοι έχουν το Τραγούδι του Ρολάνδου, οι Γερμανοί το Άσμα του Νιμπελούνγκεν και οι Ισλανδοί την Αρχαία Έδδα. Τα κείμενα αυτά είναι για τον κάθε ξένο σύγχρονο μέσο φυσικό ομιλητή, από αυτούς που μόλις αναφέραμε, το ίδιο ακατανόητα, όσο είναι και τα ομηρικά έπη για τον σύγχρονο μέσο φυσικό ομιλητή της ελληνικής. Πώς να το κάνουμε; – μας είναι ξένα, έστω και φιλικώς ξένα, αλλά επ’ ουδενί μάς είναι οικεία! Δεδομένης της ξενότητάς τους μπορούμε να οικειωθούμε μαζί τους μόνο με δύο τρόπους: είτε μαθαίνοντας την αρχαία γλώσσα (που είναι και το καλύτερο!) είτε –το και συνηθέστατο– μέσω μεταφράσεων.

Τις μεταφράσεις αυτές θα τις επιτελέσουν μεταφραστές που βλέπουν το αρχαίο κείμενο ως κείμενο ξένο, που πρέπει απαραιτήτως και κανονικά πρώτα να αποκωδικευθεί στον αρχικό γλωσσικό του θώκο και κατόπιν να ανακωδικευθεί στο νέο του περιβάλλον. Να το πω αλλιώς και πολύ αδρά: όπως μεταφράζουμε στα νέα ελληνικά τον Σαίξπηρ, τον Γκαίτε και τον Πούσκιν, που είναι ξένοι, δηλαδή ξένοι-ξένοι, έτσι, με τον ίδιον και απαράλλαχτο τρόπο, μεταφράζουμε και τον Πλάτωνα και τον Πλούταρχο και τον Ρωμανό τον Μελωδό, που είναι πρόγονοί μας: τους μεταφράζουμε ως ξένους συγγραφείς. Αυτό που λέγεται στη θεωρία «ενδογλωσσική μετάφραση», ως κάποιος ορισμένος, ειδικός και εξαιρετικός κλάδος του μεταφράζειν, δεν είναι, φευ, τίποτε άλλο πάρεξ ένα φάντασμα: παναπεί ένα εφεύρημα της φαντασίας των όπου γης τυπολατρών και υποδειγματολάγνων μεταφρασιολόγων, που με χαρακτηριστική, μα και συνάμα εντελώς αχαρακτήριστη αστοργία κατακερματίζουν την ύλη του αντικειμένου τους, που είναι η μετάφραση, αρεσκόμενοι στο να δημιουργούν συνεχώς υποείδη και υποείδη υποειδών, ωσάν να πρόκειται κάθε φορά για κάτι τόσο ξεχωριστό και αφ’ εαυτού διακεκριμένο, που, αν δεν αφορισθεί από ό,τι το συμπλαισιώνει, θα διασαλευθεί η άμεικτη ευταξία του επιστημονικού σύμπαντος. Εννοείται ότι κάτι τέτοιο απέχει πάρα πολύ από την αλήθεια.

Πριν βιαστεί κανείς να αντιδράσει αρνητικά στη διατυπωθείσα θέση μου, ας σκεφθεί τι γίνεται όχι με τους αρχαίους Έλληνες, αλλά με τους Λατίνους. Συνιστά, άραγε, «ενδογλωσσική» μετάφραση το ιταλικό ή το γαλλικό ή το ισπανικό ή το πορτογαλικό μετάφρασμα της Αινειάδας του Βιργιλίου ή των Ωδών του Οράτιου ή των Χρονικών του Τάκιτου; Επ’ αυτού άλλη απάντηση εκτός από το όχι δεν υπάρχει. Όποιος αποτολμήσει δε να ισχυρισθεί ότι, ναι, όλα αυτά είναι επιτελεσμένες ενδογλωσσικές μεταφράσεις, μάλλον έχει χάσει την επαφή με την πραγματικότητα των συγχρόνων γλωσσών και της σχέσης τους με τις αρχαίες μανάδες τους.

«Δηλαδή», μου φαίνεται ότι σας ακούω να με ρωτάτε, «δεν υπάρχει αυτό που λέγεται ενδογλωσσική μετάφραση»; Αν σας πω «Ναι, υπάρχει», θα σας παρακαλέσω πολύ να μη βιαστείτε να δυσφορήσετε μαζί μου για τις «παλινωδίες» μου, διότι αυτό το «Ναι, υπάρχει», που μόλις ξεστόμισα, υπόκειται σε μία τουλάχιστον άτρεπτη προϋπόθεση, την οποία και θα αναφέρω καμμιά δεκαριά αράδες πιο κάτω. Μέχρι στιγμής έχω υποστηρίξει ότι όπως, φέρ’ ειπείν, η μετάφραση από τα γαλλικά προς τα ελληνικά είναι το ίδιο και τόσο μετάφραση, όσο και η μετάφραση από τα ελληνικά προς τα γαλλικά, έτσι συμβαίνει και με τη μετάφραση από τα αρχαία ελληνικά (ή από τα λατινικά) προς τα νέα ελληνικά (ή προς τα ιταλικά)· είναι ακριβώς σαν όπως θα χαρακτηρίζαμε μια μετάφραση από τα αρχαία ελληνικά (ή από τα λατινικά) προς τα σουηδικά ή τα περσικά ή τα βιετναμέζικα: μετάφραση... σκέτη μετάφραση. Έτσι θα τη λέγαμε! Και τούτο, διότι στη μεταφραστική διαδικασία δεν διαμεσολαβεί ούτε εν τέλει επισυμβαίνει κάτι τόσο ξεχωριστό, ώστε να χρειάζεται να βαρύνουμε τη γυμνή απλότητα του όρου μετάφραση με τον οποιονδήποτε διευκρινιστικό και αυτόχρημα περιοριστικό επιθετικό προσδιορισμό. Πραγματική ενδογλωσσική μετάφραση έχουμε μόνο, όταν μεταφράζουμε από τη νεώτερη μορφή μιας γλώσσας προς μια παλαιότερη μορφή της. Αν μεταφράσουμε, παραδείγματος χάριν, ποιήματα του Κώστα Βάρναλη ή του Νίκου Καρούζου στα αρχαία ελληνικά, και τους Μικροαστούς του Μπαλζάκ ή τα Παιδιά της ζωής του Παζολίνι στα λατινικά, τότε, ναι, μπορούμε να μιλάμε εντελώς αναντίλεκτα για ενδογλωσσική μετάφραση, καθώς θα έχουμε όντως και αψευδώς επιτελέσει ενδογλωσσικά μεταφράσματα. Θέλω να πω ότι η δυνατότητα ενδογλωσσικής μετάφρασης δεν υφίσταται αμφιδρόμως, αλλά μόνο μονοδρόμως: από τη νεώτερη –το επαναλαβάνω– μορφή μιας γλώσσας προς κάποια παλαιότερη μορφή της.

«Και γιατί μας τα λες όλα αυτά, έχοντας μάλιστα ξεχάσει τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο;» σας ακούω να ενίστασθε. Η απάντησή μου είναι τούτη. σας τα λέω, ακριβώς επειδή δεν έχω ξεχάσει τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, τον όντα και ποιητή! Ο ποιητής Γρηγόριος είδαμε ότι στα επιγράμματά του πρόκρινε τη χρήση ποιητικού λεξιλογίου που παραπέμπει κατ’ ευθείαν στον Όμηρο, στους αρχαίους τραγικούς και στην εν γένει αρχαιοελληνική γραμματεία. Ας μην τρώει κανέναν η αμφιβολία αν η επιλογή του είταν ή όχι συνειδητή. Διότι δεν είταν απλώς συνειδητή, είταν συνειδητότατη! Η ποιητική γλώσσα του Γρηγορίου κινείται επέκεινα της εν χρήσει γλώσσας των ημερών του, όχι μόνο χρονικώς (μιας και, όπως έχουμε πιο πάνω εξηγήσει, επιστράτευσε μέχρι και τύπους με ηλικία δώδεκα αιώνων), αλλά και «ποιητικώς» θα λέγαμε. Τί σημαίνει τούτο το τελευταίο; Θα το εξηγήσω και, με την εξήγηση που θα προτείνω, θα κλείσω την ομιλία μου.

Συνθέτοντας τα επιγράμματά του ο Γρηγόριος δεν ανέσκαψε τη γόνιμη γη της αρχαιοελληνικής γραμματείας ούτε, τάχα, για να «επιδείξει» στον κόσμο την αρχαιομάθειά του ούτε, αίφνης, για να «αποδείξει» στον επιστήθιο φίλο του Βασίλειο ότι και αυτός, παρότι συνομήλικός του, είναι καλός μαθητής του και ότι έχει αποδεχθεί τα διδάγματα του κορυφαίου παιδαγωγικού λόγου, που είχε συγγράψει ο εκ Καισαρείας πρώτος φωστήρ της τρισηλίου θεότητος με τίτλο Προς τους νέους όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων. Γνώμη μου είναι ότι ο Γρηγόριος με τα επιγράμματά του προέβη σε ένα –για να επικαλεσθούμε τη σοφία του Λουδοβίκου Βιτγκενστάιν– Sprachspiel, ήτοι σε ένα γλωσσοπαίγνιο: έκανε μία μετάφραση! Ναι, έκανε μία μετάφραση! Θέλω να πω ότι το κείμενο των επιγραμμάτων του δεν είναι «πρωτότυπο», αλλά «μετάφρασμα»: από την ελληνική γλώσσα της εποχής του, στην οποία συνέθετε μέσα του το πρωτότυπο, μετέφρασε στην ελληνική γλώσσα του Ομήρου αυτά που είχε συνθέσει και τα οποία διαβάζουμε εμείς σήμερα. Το εγχείρημα είναι μεν παράτολμο, συνιστά όμως, άνευ ετέρου, πράξη ποιητική κορυφαία και, κυρίως, –για να μην ντρεπόμαστε να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους– μοντέρνα: που παναπεί μοντέρνα για τότε και υπερμοντέρνα για τα σύγχρονά μας δεδομένα. Το αφανές πρωτότυπο των επιγραμμάτων, το οποίο υπήρξε ζωντανό μόνο μέσα στον νου του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, και που δεν θα το δούμε ποτέ, είταν η μήτρα, μέσα στην οποία κυοφορήθηκε η πιο αυθεντική μορφή ενδογλωσσικής μετάφρασης: από τη σύγχρονη του ποιητή γλώσσα σε μιαν αρχαιότατη μορφή της, όπου ο μεταφραστής δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον συγγραφέα. Και για να μην κλείσω έτσι απότομα την ομιλία μου, επιτρέψτε μου, παρακαλώ, να πω δυό λόγια ακόμα:

Πρώτον: Αν θελήσουμε να μεταφράσουμε τα –όπως τα χαρακτηρίσαμε– ενδογλωσσικά μεταφράσματα του Γρηγορίου, καθόλου άσχημο δεν θα είταν, αν δίπλα στην απόδοσή τους σε σημερινά ελληνικά, στα τρέχοντα ελληνικά του 2012, τοποθετούσαμε και μία απόδοσή τους στα ελληνικά του Δ΄ μ.Χ. αιώνα, δηλαδή στα ομιλούμενα ελληνικά της εποχής, όπου έζησε ο άγιος ιεράρχης. Έτσι, με την ώθηση της τόλμης και με τη δύναμη της φαντασίας, θα μπορέσουμε να συστήσουμε –όσο, εννοείται, μας είναι δυνατόν– το αφανές πρωτότυπο που χρησιμοποίησε ο ποιητής, προκειμένου να δημιουργήσει τα επιγράμματά του, να μιλήσει ως ποιητής, ήτοι να μιλήσει –κατά τα προρρηθέντα– επέκεινα της γλώσσας.
Δεύτερον και τελευταίον: Το ποίημα, που θα σας διαβάσω αμέσως τώρα, είναι σύγχρονο… της δικής μας εποχής. Το βρίσκουμε ξεφυλλίζοντας την ποιητική συλλογή του Τίτου Πατρίκιου Συγκατοίκηση με το παρόν, που εκδόθηκε μόλις πέρισυ. Και το διαβάζουμε, ακριβώς επειδή θίγει το ζήτημα της –όπως την εκθέσαμε παραπάνω– ενδογλωσσικής μετάφρασης. Το ποίημα αυτό έχει τίτλο

ΚΟΥΒΕΝΤΙΑΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΑΡΧΙΛΟΧΟ

Και μού ’λεγε ο Αρχίλοχος:
«Μετάφρασέ τα στη δική μου γλώσσα
να δω επιτέλους τί γράφετε κι εσείς.
Κυρίως θέλω να μου εξηγήσεις
αυτές τις λέξεις που μοιάζουν για ελληνικές
και όμως με μπερδεύουν.
Τί πάει να πει λοιπόν
τηλεόραση, κυβερνητική, τεχνοκρατία;
Τις άλλες άσ’ τες όπως είναι,
από οικονομία, πόλεμο, ψυχανάλυση
κάτι κι εγώ καταλαβαίνω».

Σημιώσεις 

[1] Ησίοδος, Θεογονία, 529.
[2] Ιλιάς Χ 433, 486.
[3] Ιλιάς Β 339.
[4] Ιλιάς Σ 38, 49· Οδύσσεια δ 780.
[5] Ιλιάς Ζ 477· Θ 556· Ψ 453· Οδύσσεια θ 22, 176, 390.
[6] Ιλιάς Π 262· Οδύσσεια ο 193.
[7] Οδύσσεια ο 437.
[8] Ιλιάς Ι 77· Ν 416.
[9] Ιλιάς Σ 124· Ω 79.
[10] Ιλιάς Ρ 317.
[11] Ιλιάς Β 41· Οδύσσεια ο 46.
[12] Ιλιάς Α 502· Ι 451· Ο 660· Χ 338· Οδύσσεια λ 35.
[13] Ιλιάς Ρ 447· Οδύσσεια σ 131.
[14] Ιλιάς Γ 388· Οδύσσεια ξ 146· ο 245.
[15] Ιλιάς Ω 637.
[16] Ιλιάς Η 118· Θ 488· Οδύσσεια δ 523· ε 394.
[17] Ιλιάς Α 456· Οδύσσεια ω 250.
[18] Ιλιάς Ρ 609· Χ 494.
[19] Ιλιάς Ε 651.
[20] Ιλιάς Λ 317· Τ 308· Σ 433· Ω 505.
[21] Ιλιάς Η 104. – Ο βίοτος απαντάται και στον Αισχύλο: Πέρσαι, 360, 708, 711.
[22] Ομηρικός ύμνος 7, 10.
[23] Ενδεικτικώς και μόνον Οδύσσεια λ 561.
[24] Ιλιάς Β 10· Οδύσσεια α 169.
[25] Ιλιάς Α 491· Ζ 523· Οδύσσεια σ 344.
[26] Ιλιάς Δ 46· Ν 430. – Βλ. επίσης και Ιλιάδα Ι 117, όπου λείπει το «πέρι»: ὅν τε Ζεὺς κῆρι φιλήσῃ.
[27] Ιλιάς Ω 18· Οδύσσεια λ 191.
[28] Ιλιάς Σ 23·
[29] Οδύσσεια λ 191
[30] Ιλιάς Κ 154· Ζ 523· Οδύσσεια ν 93.
[31] Οδύσσεια ν 93.
[32] Πίνδαρος, Ολυμπιόνικοι, 6, 70: θεόφρων κοῦρος.
[33] Ηρόδοτος, Μούσαι, 7, 181: οὐκ ἀπέθανε, ἀλλ’ ἦν ἔμπνοος.
[34] Ηρόδοτος, Μούσαι, 2, 79· Καλλίμαχος επίγραμμα 28.
[35] Αισχύλος, Αποσπάσματα, 214: εἴ μοι γένοιτο φᾶρος ἶσον οὐρανῷ.
[36] Αισχύλος, Αγαμέμνων, 945· Ευμενίδες, 124.
[37] Αισχύλος, Ευμενίδες, 854.
[38] Αισχύλος, Αγαμέμνων, 596.
[39] Αισχύλος, Αγαμέμνων, 260· Ευριπίδης, Τρωάδες, 330.
[40] Ευριπίδης, Ελένη, 375· Βάκχαι, 565. – Η παλαιότερη αναφορά των μακάρων ανευρίσκεται, πάντως, στον Ησίοδο, Έργα και ημέραι, 140, 169.
[41] Σοφοκλής, Οιδίπους επί Κολωνώ, 1592.

ΜΕΡΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ
ΚΑΙ
ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΓΟΜΕΝΗ «ΕΝΔΟΓΛΩΣΣΙΚΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ»
ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΑ ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΑ
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

                                                                ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

πηγή : Τμήμα Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας - Ιόνιο ...

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...