/*--

Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

Διαβάζοντας τήν εἰκόνα τῶν Χριστουγέννων

   
Οἱ ὀρθόδοξες εἰκόνες τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ συνδυάζουν τό ὑλικό με τό ἄϋλο, τήν ἄκτιστη φύση μέ τήν κτιστή, τό ὑπερφυσικό καί ἄπειρο μέ τό φυσικό καί πεπερασμένο. Αἰσθητοποιοῦν τή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, κρατώντας ὅλο τό θεολογικό βάθος της, βρίσκοντας τό μέτροἀνάμεσα στό θεῖο καί τό ἀνθρώπινο. Ἐνεργοῦν κατά τρόπο μυστικό προκαλώντας κατάνυξη στίς ψυχές τῶν πιστῶν πού εἶναι σάν νά δέχονται ἀνταύγειες τῆς αἰωνιότητας  καί τοῦ μεγαλείου τοῦ Θεοῦ.


Ἀπό τήν εἰκονογραφία τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ πολλές εἶναι οἱ λεπτομέρειες  ἐκεῖνες πού ἀξίζουν ἰδιαίτερο σχολιασμό, ἐπειδή μέσα τους κρύβουν ἕνα βαθύ θεολογικό συμβολισμό καί ἀποκαλύπτουν τό  εὖρος τῆς ἐπίδρασης τῆς πατερικῆς γραμ-ματείας στίς χριστιανικές εἰκαστικές τέχνες.


Η Θεοτόκος

Ἀπό τήν ἀρχή ἡ Ἐκκλησία συνέδεσε τίς ἱερές εἰκόνες μέ τό γεγονός τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Λόγου. «Ὁ ἀχώρητος παντί ἐχωρήθη ἐν γαστρί», ψάλλουμε. Χώρεσε, σχηματίσθηκε ὡς ἄνθρωπος μέσα στό ἁγνό σῶμα τῆς Παρθένου. Ἔτσι, πρώτη Του εἰκόνα φανερώθηκε κατά τήν ἐνανθρώπησή Του. Θά μπορούσαμε λοιπόν νά ποῦμε ὅτι ἡ πρώτη ἁγιογράφο στάθηκε ἡ Κυρία Θεοτόκος, ὅπως παραστατικά μᾶς λέει τό κοντάκιο τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας: «Ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος τοῦ Πατρός ἐκ Σοῦ Θεοτόκε, περιεγράφη σαρκούμενος,καί τήν ῥυπωθεῖσαν εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου εἰς τό ἀρχαῖον ἀναμορφώσας τῷ θείῳ κάλλει συγκατέμιξε».

Ἡ θέση τῆς Θεοτόκου εἶναι καίρια στήν 
εἰκόνα, ἐξαίροντας μέ τόν τρόπο αὐτό τή 
συμμετοχή καί τό ρόλο της στό ἔργο τῆς σω-
τηρίας. Ἄλλωστε, κατά τόν ἅγιο Νικόδημο 
τόν Ἁγιορείτη,κατέχει τά δευτερεῖα τῆς 
Ἁγίας Τριάδος. Ἔτσι ἡ Θεοτόκος προβάλ
λεται μέ ἰδιαίτερη ἔμφαση στό κέντρο τῆς 
παράστασης ἐνῶ παράλληλα ὁ ἁγιογράφος 
τίς δίνει διαστάσεις πέρα ἀπό τό μέτρο. 
Εἰκονίζεται σέ ἄμεση σχέση μέ τό τέκνο της 
προσφέροντας τήν ἀγκαλιά της ὡς θρόνο 
ἀλλά διατηρεῖ καί κάποια ἀπόσταση ἀπ’
αὐτό, ἀπόσταση πού ὑπαγορεύεται ἀπό τήν 
γνώση ὅτι Θεός τό γεννηθέν.

Τή βρίσκουμε στήν κορυφή ἑνός λόφου, ὁ ὁποῖος διαμορφώνεται πρό τοῦ σπηλαίου τῆς Γεννήσεως. Πρόκειται περί συμβολικῆς 

θέσης, καθώς ἐκείνη εἶναι, σύμφωνα μέ τή 
βυζαντινή ὑμνολογία, τό ὄρος τό ἅγιον καί 
τό ὄρος τό ἀλατόμητον ἀπ’ ὅπου θά ἐξέλθει 

ὁ Χριστός, ὅπως ψάλλουμε στόν Ἀκάθιστο Ὕμνο.

Ἡ στάση καί ἡ ἔκφραση τῆς καθήμενης ἤ 
ἀνακεκλιμένης σέ πορφυρένια στρωμνή ἤ 

γονατιστῆς Θεοτόκου ἀντανακλᾶ κυρίως

τήν ἀντίληψη γιά τόν μέ ἤ χωρίς ὠδίνες το
κετό τοῦ θείου βρέφους, καθώς καί τήν πρό
θεση νά ἐξαρθεῖ πότε ἡ θεότητα καί πότε ἡ 
ἀνθρωπότητα τοῦ Κυρίου. Ἔτσι, γιά παρά
δειγμα, σέ ὁρισμένες παραστάσεις τῆς Γεν
νήσεως, ἡ ἀνάλαφρη, μισοκαθισμένη ἤ μι
σοξαπλωμένη Θεοτόκος προδίδει τήν ἀπου-
σία πόνων κατά τόν τοκετό της καί συνεπῶς 
τήν παρθενική γέννηση καί τή θεία κατα

γωγή τοῦ βρέφους. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δα

μασκηνός διδάσκει ὅτι ἡ Γέννηση τοῦ Χρι

στοῦ ἦταν συνάμα «δι’ ἡμᾶς, καθ’ ἡμᾶς καί

ὑπέρ ἡμᾶς», δηλαδή σωτήρια, φυσική καί 
ὑπερφυσική» καί συνάμα «ὑπέρ νόμον κυή
σεως».
Σέ πολλές μεταβυζαντινές εἰκόνες -ὅπως 
ἡ φορητή εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χρι
στοῦ, μέρος τοῦ Δω

δεκάορτου τοῦ καθο

λικοῦ τῆς μονῆς Σταυ
ρονικήτα, πού θεω

ρεῖται ἡ πιό πρώιμη 

τοῦ εἰκονογραφικοῦ 
αὐτοῦ τύπου ἡ Θεο
τόκος εἶναι γονατιστή
μπροστά στό θεῖο βρέ
φος, μέ τά χέρια σταυ
ρωμένα. «Τό στοιχεῖο
αὐτό, δυτικῆς κατα
γωγῆς, ἐντείνει τό δο
ξαστικό νόημα τῆς
σύνθεσης, γιατί στήν 
προσκύνηση τοῦ Χρι
στοῦ μετέχει τώρα καί
ἡ Θεοτόκος» (Μαν.
Χατζηδάκης).
Ἀτενίζοντας τήν 
Παρθένο Μαρία δίπλα 
στό θεῖο βρέφος, ἐμπνεόμαστε ἀπό τήν 
ἁγνότητά της καί διδασκόμαστε ἀπό ἐκείνην 
πῶς νά ὑπακοῦμε στό θέλημα τοῦ Θεοῦ· πῶς 
νά ἐνσαρκώνουμε κι ἐμεῖς στήν ψυχή μας τό 

Λόγο, τόν Ἰησοῦ Χριστό· πῶς νά προετοι

μάζουμε τή ψυχή καί ὅλη τήν ὕπαρξή μας, 

γιά νά γίνει τόπος ἀνάπαυσής Του. Διδα

σκόμαστε πῶς νά καθαρίζουμε τήν καρδιά 

μας «τοῦ κατοικῆσαι τόν Χριστόν ἐν ταῖς 

καρδίαις ἡμῶν» κατά τόν Ἀπόστολο. Πα

ρακινούμαστε νά ἐνσαρκώνουμε κι ἐμεῖς

πνευματικά τόν Θεό Λόγο, δίνοντας σάρκα 

καί ὀστᾶ στή διδασκαλία Του μέ τό νά τήν

ζοῦμε καί νά τή μεταδίδουμε καί στούς 

ἄλλους, στήν πράξη καί τή θεωρία, ἀληθι

νά καί ζωντανά.
Ὅσο ὁ Χριστός γεννᾶται στήν ψυχή μας 
τόσο ὁ ἔσω ἄνθρωπος ἀναγεννᾶται. Ὅσο ὁ 

Χριστός, ὁ νέος Ἀδάμ, αὐξάνει μέσα μας,

τόσο ὁ παλαιός, ὁ χοϊκός Ἀδάμ, ἀδυνατεῖ καί 

χάνεται.


Ο Ιωσήφ

Ἡ θέση τοῦ μοναχικοῦ Ἰωσήφ δέν εἶναι κοντά στό βρέφος ἀλλά

ἔξω ἀπό τό σπήλαιο 
ὅπου κάθεται συλλογι
σμένος, στό ἕνα ἄκρο
τῆς εἰκόνας. Ἡ γραφική 
ἀλλά συνάμα πολύ θε
ολογική αὐτή λεπτο

μέρεια, πρωτοεμφανί

ζεται στίς ἀρχές τοῦ 

11ου αἰώνα. Εἰκονίζει

μιά διακριτική προσέγ

γιση τοῦ ἀκατανόητου

μυστηρίου, ἀλλά καί 

μία σαφῆ διάκριση τοῦ

θείου καί τοῦ ἀνθρώ

πινου. Ὁ Ἰωσήφ φαί

νεται νά ἀδυνατεῖ νά 

κατανοήσει τό παράδο

ξο μυστήριο τῆς ἐνσάρ
κωσης.
Ἡ παράμερη θέση τοῦ συλλογισμένου Ἰωσήφ δηλώνει τή μή οὐσιαστική συμμετοχή του στά δρώμενα, διατρανώνοντας

μέ τόν εἰκαστικό αὐτό τρόπο τήν ἀπείραν

δρο γέννηση τοῦ Χριστοῦ ὁπότε καί τήν παρ

θενία τῆς Παναγίας. Ὁ Ἰωσήφ δέν εἶναι ὁ 

πατέρας τοῦ Βρέφους, ἀλλ’ ὁ προστάτης

Του. Θά πρέπει νά ἦταν ὅμως καί ἄνθρωπος 

ὑψηλῆς πνευματικότητας, ἀφοῦ ὁ Θεός τοῦ

ἐμπιστεύθηκε τήν προστασία τῆς Ἁγίας 

Οἰκογένειας (Ἰω. Βρᾶνος).

Κάθεται σκεφτικός καί προβληματισμένος, 

ἀφοῦ κατά τόν Ἀκάθιστο Ὕμνο «Ὁ σώφρων 
Ἰωσήφ» «ζάλην ἔνδοθεν ἔχων λογισμῶν 

ἀμφιβόλων ἐταράχθη, πρός τήν ἄγαμον 
θεωρῶν καί κλεψίγαμον ὑπονοῶν» Παρθένο 
Μαρία. Μή μπορώντας νά συλλάβει τό μέ

γεθος τοῦ μυστηρίου τῆς θείας ἐνανθρώ

πησης ἀπορεῖ, ἀλλά συνάμα θαυμάζει τό με

γαλεῖο τοῦ Δημιουργοῦ.

Σέ μερικές εἰκόνες βλέπουμε τόν Ἰωσήφ 

νά συνομιλεῖ μέ ἕναν γέρο καί ἄσχημο βο

σκό. Ὑποδηλώνει τόν διάβολο πού πειράζει 

τόν Ἰωσήφ δείχνοντας τό ροζιασμένο ραβδί 

του καί λέγοντάς του εἰρωνικά, ὅτι ὅπως 

αὐτό τό ξερό κούτσουρο δέν μπορεῖ νά 

βλαστήσει μέ φύλλα καί κλαδιά ἔτσι εἶναι 

ἀδύνατον μία παρθένος νά γεννήσει.

Σύμφωνα μέ τόν διαπρεπῆ θεολόγο Παῦλο 

Εὐδοκίμωφ, «στό πρόσωπο τοῦ ἁγίου

Ἰωσήφ, ἡ εἰκόνα ἀφηγεῖται ἕνα παγκόσμιο 

δρᾶμα πού ἀναπαράγεται διά μέσου ὅλων

τῶν αἰώνων... Τό μυστήριο τοῦ Εὐαγγελίου 
ἀπευθύνεται στήν πίστη καί συναντᾶ τό 

ἐμπόδιο τῆς ἀμφιβολίας». Ὁ Ἰωσήφ γίνεται σύμβολο τῆς πάλης ἀνάμεσα στίς ἐπιταγές τῆς λογικῆς καί τῆς ἐμπειρίας καί τῆς πίστης στό Θεό, πού νικάει τούς ὅρους τῆς φύσης.

Ὅμως, ὅπως διατρανώνει ὁ Ἰωσήφ μέσα ἀπό τήν θεσπέσια ὑμνολογία τῆς ἑορτῆς, «Ἐγώ, φησί, τούς προφήτας ἐρευνήσας καί χρηματισθείς ὑπό ἀγγέλου, πέπεισμαι ὅτι Θεόν γεννήσει ἡ Μαρία ἀνερμηνεύτως». 

Ἔτσι, ἡ ἀμφιβολία τοῦ Ἰωσήφ γίνεται στήριγμα γι’αὐτούς πού δοκιμάζονται ἀπό λογισμούς ἀμφιβολίας καί δυσπιστίας.



Οι άγγελοι,οι ποιμένες,ο αστέρας

Στό πάνω μέρος τῆς σύνθεσης εἰκονίζονται μεγαλόπρεποι ἄγγελοι καθώς καί οἱ Ποιμένες· πρόσωπα πού μνημονεύονται

στά ἱερά κείμενα.
Οἱ ἄγγελοι, εὐθυτενεῖς ἤ σκυμμένοι σέ προσκύνηση, προβάλλουν ἀριστερά καί δεξιά ἀπό τήν συνήθως κωνική μορφή τοῦ βουνοῦ, ὅπου ἀνοίγεται τό σπήλαιο. Ἄν δέν εἶναι καθόλου εὔκολο ὁ ἀνθρώπινος νοῦς μας νά συλλάβει τήν ὑπερβατικότητα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, μπορεῖ ὅμως νά Τόν δοξολογεῖ γι’ αὐτήν. Οἱ ἄγγελοι δοξολογοῦν μ οὐράνιους ὕμνους τόν τεχθέντα Κύριο και μέ χαρά ἀναγγέλουν στούς ποιμένες τό μέγα γεγονός πού θά ἀποτελέσει τομή στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας. Ἐκεῖνοι δέχον

ται ἐκστατικά τό χαρούμενο μήνυμα. Οἱ 
ἁπλοϊκοί αὐτοί ποιμένες γιά τήν καθαρότητα 
τῆς καρδιᾶς τους εἶχαν τό προνόμιο νά ἐπι-
κοινωνήσουν μέ τόν ὑπερφυσικό κόσμο 
τῶν ἀγγέλων καί ἀξιώθηκαν νά γίνουν 
μάρτυρες τοῦ θαύματος. Συνήθως, κάποιος
ἀπ’ αὐτούς παίζει τή φλογέρα του, ἀναμιγνύοντας τή μουσική, τέχνη ἀνθρώπινη, μέ τό ἀγγελικό ἄσμα. Σέ ὁρισμένες συνθέσεις,

κάποιος ἀπό τούς ποιμένες συνομιλεῖ μέ τόν 
Ἰωσήφ.
Σέ δεσπόζουσα θέση καί τό ἀστέρι, τό 

ὁποῖο τελικά στάθηκε πάνω ἀπό τό σπήλαιο,

ρίχνοντας μία ἀκτίνα του πάνω ἀπό τήν κε

φαλή τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι, τό ἀστέρι γίνεται 

καί ἕνας ἀγγελιοφόρος ἀπό τό ὑπερπέραν, 

πού μηνύει ὅτι στή γῆ γεννήθηκε «ὁ ἐν τοῖς

οὐρανοῖς» Θεός. Τό ἀστέρι, ἀφοῦ ὁδήγησε
τούς Μάγους στή φάτνη, μᾶς δείχνει τώρα τήν κατεύθυνση πού χαράσσει ἡ ἐνσάρκωση τῆς φιλάνθρωπης ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.



Το εικονογραφικό θέμα"τι Σοι προσενέγκωμεν Χριστέ"

Στά τέλη τοῦ 13ου αἰώνα ἐμφανίζεται στή μνημειακή ζωγραφική ἕνα ἐντυπωσιακό  θέμα πού ἐμπνέεται ἀπό τήν ὑμνογραφία τῶν Χριστουγέννων. Συγκεκριμένα,εἰκονογραφεῖται τό ἰδιόμελο στιχηρό  τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς: «Τί σοί προσενέγκωμεν, 

Χριστέ ὅτι ὤφθης ἐπί γῆς ὡς ἄνθρωπος δι’
ἡμᾶς; ἕκαστον γάρ τῶν ὑπό σοῦ γενομένων 

κτισμάτων τήν εὐχαριστίαν σοι προσάγει· οἱ Ἄγγελοι τόν ὕμνον· οἱ οὐρανοί τόν ἀστέρα· οἱ Μάγοι τά δῶρα· οἱ Ποιμένες τό θαῦμα· ἡ γῆ τό σπήλαιον· ἡ ἔρημος τήν φάτνην· ἡμεῖς δέ Μητέρα Παρθένον. Ὁ πρό αἰώνων Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς».
Κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τό Ναζιανζηνό, ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι ἡ ἑορτή τῆς δημιουργίας, ἀλλά ἡ ἑορτή τῆς ἀναπλάσεως τοῦ κόσμου· μιά ἀνανέωση, θά τολμούσαμε νά συμπληρώσουμε ἐμεῖς, πού ἁγιάζει τήν κτίση. Γι’ αὐτό ὅλη ἡ δημιουργία λαβαίνει μέρος στό μυστήριο τῆς Γεννήσεως, ὥστε νά βλέπουμε στήν παράσταση αὐτή ἐκπροσώπους ἀπ’ ὅλα τά κτίσματα νά προσφέρουν τήν εὐγνωμοσύνη τους στό Λυτρωτή.

Κέντρο τῆς σύνθεσης εἶναι ἡ βρεφοκρα
τούσα Θεοτόκος πού παριστάνεται καθήμε
νη σέ μεγαλοπρεπή θρόνο. Στήν πάνω ζώνη, 

παριστάνονται δύο χοροί σεβαζόντων ἀγγέ

λων πού ὑποκλίνονται στή βρεφοκρατούσα 

Θεοτόκο ἐνῶ ὑμνολογοῦν τόν γεννηθέντα 

Κύριο. Φέρουν τήν ἐπιγραφή: «Οἱ ἄγγελοι 

τόν ὕμνο». Ἀπό τόν οὐρανό ἐξακτινώνεται 

λαμπρό ἀστέρι πού καταλήγει στήν κεφαλή 

τῆς Θεοτόκου καί συνοδεύεται ἀπό τήν 

ἐπιγραφή: «Οἱ οὐρανοί τόν ἀστέρα». Στήν 

κάτω ἀριστερή γωνία μία γυναικεία μορφή 

πού κάθεται σέ βράχους προσωποποίηση τῆς
 γῆς, κρατεῖ στά χέρια της ἕνα ὄρος μέ σπήλαιο. Φέρει τήν ἐπιγραφή: «Ἡ γῆ τό σπήλαιον». Στήν κάτω δεξιά γωνία, μία ἀντίστοιχη μορφή εἰκονίζεται νά προσφέρει τή φάτνη καί φέρει τήν ἐπιγραφή: «Ἡ ἔρημος τήν φάτνη». Λίγο ψηλότερα ἀπό τήν πρώτη μορφή παριστάνονται οἱ τρεῖς δωροφοροῦντες μάγοι μέ τήν σχετική ἐπιγραφή: «Οἱ Μάγοι τά δῶρα» ἐνῶ στήν ἀντίστοιχη δεξιά  θέση, τρεῖς ποιμένες πού εἶναι ὅλο θαυμασμό καί ἀπορία καί φέρουν τήν ἐπιγραφή:«Οἱ Ποιμένες τό θαῦμα». Δεξιά καί ἀριστερά τῆς Θεοτόκου, δύο πολυπληθεῖς ὁμάδες, ἐκπρόσωποι τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ καί κοσμικοῦ χώρου, ὁλοκληρώνουν τή θεματολογία τῆς κάτω ζώνης. Φέρουν τήν ἐπιγραφή: «Ἡμεῖς δέ μητέρα Παρθένον ἁγνήν».

Μέ τή Θεοτόκο θεώνεται ἡ ἁγνή καί καθαρή ἀνθρώπινη φύση, πού μέ τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος διατηρήθηκε στό πρόσωπο τῆς ἀειπαρθένου Μαρίας. Ἡ Θεοτόκος ἐπιτέλεσε ὅλο τό ἔργο, πού χρειαζόταν ἀνθρωπίνως γιά τή σωτηρία μας. Μ’ αὐτήν τήν ἔννοια ἡ Θεοτόκος ἐκπροσωπεῖ ὁλόκληρη τήν ἀνθρωπότητα καί προσφέρει  γιά χάρη της τή δική της σάρκα ὡς δοχεῖο τῆς Θεότητας. Καί ἡ εὐχαριστιακή αὐτή προσφορά εἶναι ἀσύγκριτα σημαντικότερη ἀπό τῶν ἄλλων κτισμάτων.


Δ*Ἀπόσπασμα ἀπό τό πρόσφατα κυκλοφορηθέν βιβλίο τοῦ Μοναχοῦ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου, μέ τίτλο: «Διαβάζοντας» τήν εἰκόνα τῶν Χριστουγέννων, Συμβολισμός καί θεολογική ἑρμηνεία, Ἅγιον Ὄρος

2008.

Περιοδικό Άγκυρα Ελπίδος

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...