/*--

Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013

Ἡ ἄδηλη «ποίηση» τῶν κρυφῶν «ἱερέων»


Ὑπάρχουν ἱερεῖς πού γράφουν ποίηση. Γιά νά φανερώσουν στόν κοινό ἔλεγχο μύχιες εὐαισθησίες. 
Γιά νά ὑποβάλουν τά αἰσθήματά τους στό γονιμοποιό ἄγγιγμα τοῦ ἀδελφοῦ καί νά τοῦ τά παραδώσουν φιλάδελφα γιά τή δική του γονιμοποίηση. Ἱερεῖς οἱ ὁποῖοι, πέρα ἀπό τή φωτιά τοῦ Θυσιαστηρίου πού εἶναι πάντα τό μεῖζον, «ἀνάβουν στίχους νά ξορκίσουν τό κακό πού πλάκωσε τή χώρα», γιά νά ἐπικαλεστοῦμε τόν Ρίτσο.

Ὑπάρχουν ὅμως ἄνθρωποι πού ζοῦν τήν ποίηση. Ἡ ποιότητα τῶν αἰσθημάτων τους εἶναι ποιητική, ὁ ἴλιγγος τῆς ἀκροβασίας στόν ὁποῖο ἐπιδίδεται ἡ ψυχή τους διαθέτει δημιουργική δύναμη, τά ἀγκομαχητά τῆς ὕπαρξής τους μεταμορφώνουν ἀργά τήν καρδιά καί τόν λόγο. Εἶναι οἱ ἄνθρωποι πού παράγουν ποίηση, ἡ ὁποία ὅμως δέν θά φτάσει ποτέ στό χαρτί. Τούς δόθηκε ἡ χάρη «νά μιλήσουν ἁπλᾶ, χωρίς πολλά μαλάματα», γιά νά θυμηθοῦμε τόν Σεφέρη. Ἴσως νά μήν καταλαβαίνουν τήν ποίηση καί οἱ ἴδιοι ὅταν τήν διαβάζουν. Σ’ αὐτούς πιθανόν ν’ ἀνήκουν καί κάποιοι ἀπό σᾶς.

Ὑπάρχουν ἐπίσης ἄνθρωποι πού παλεύουν στή ζωή μέ ἱερατικό ἦθος. Εἶναι οἱ ἄτυποι «ἱερεῖς» πού ἀνταποκρίνονται στή διαχρονική ἱερατική κλήση τοῦ Θεοῦ πρός τό ἀνθρώπινο γένος, χωρίς νά τό γνωρίζουν, καί φυσικά, χωρίς νά καυχῶνται γι’ αὐτό. Εἶναι αὐτοί πού προσφέρουν ὄχι ἀναίμακτη ἀλλά αἱματηρή (ἀπό τό αἷμα τῆς ψυχῆς τους) ἱερουργία στήν ἁγία τράπεζα τοῦ εἶναι τους. Αὐτοί οἱ ὁποῖοι στηρίζουν τόν κόσμο, πού εὐεργετοῦν ἀνεπίγνωστα ὅλους μας. Σ’ αὐτούς πάλι ἴσως ν’ ἀνήκουν καί κάποιοι ἀπό σᾶς.

Τότε γιατί νά χρειάζεται ξεχωριστή μνεία καί δημόσια πανήγυρη τό γεγονός ὅτι κάποιοι ἱερεῖς γράφουμε ποίηση; Ἀφοῦ δέν εἶναι αὐτονόητο ὅτι διαθέτουμε ἱερατικό ἦθος καί μόνο ἀπό τήν ἰδιότητά μας. Καί ἐφ’ ὅσον ἄλλοι ἐνδέχεται νά ἐκβάλλουν φωνήεντες στεναγμούς, περισσότερο ποιητικούς ἀπό τούς δικούς μας, ἀλλά τούς λείπει ἡ ἱκανότητα νά τούς βάλουν σέ λέξεις. Ἀφοῦ τῶν αἰσθημάτων ἡ συνειδητοποίηση καί ἡ ἀποτύπωσή τους στό χαρτί μπορεῖ καί νἆναι ὑπόθεση κάποιων κυτταρικῶν κυκλωμάτων τοῦ ἐγκεφάλου. Κάτι δηλαδή γιά τό ὁποῖο δέν μοχθήσαμε, δόθηκε.

Νά γιατί δέν ἀποτελεῖ ἐπιβεβλημένη τυπική ἁβροφροσύνη ἀλλά αὐτονόητη ἀλήθεια νά ὁμολογήσουμε ὅτι μιά τέτοια βραδυά ἀνήκει σ’ ἐκείνους πού δέν ἔγραψαν ποτέ ποίηση, οὔτε κἄν τό διανοήθηκαν. Σ’ ἐκείνους πού ἴσως καί νά μήν καταλαβαίνουν τήν ποίηση ὅταν τήν ἀκοῦν.
 Σ’ ἐκείνους ἀκόμη πού μένουν μακριά ἀπό τήν ἱερωσύνη χωρίς νά ἔχουν ποτέ φιλοσοφήσει τήν οὐσία της. Ἀλλά πού ζοῦν ποιητικά καί ἱερατικά. Πού ἐνσαρκώνουν τό στίχο τοῦ Ἐλύτη: «Λάμπει μέσα μου ἐκεῖνο πού ἀγνοῶ κι ὡστόσο λάμπει».
Καί ἐπειδή κάποιοι ἀπό σᾶς ἴσως ἤδη ἀναρωτιέστε τί σημαίνει αὐτό καί ποιοί εἶναι αὐτοί, ἄς ἀφήσω τούς ἴδιους τούς ποιητές νά τό ἐκφράσουν.

 Ποιός εἶναι ὁ ἄδηλος «ποιητής» καί κρυφός «ἱερέας»;
Κατ’ ἀρχήν εἶναι ἐκεῖνος πού διασώζει τήν ἁπλότητα μέσα στή χαρά του, ὅπως μᾶς τό διατύπωσε ὁ πεζογράφος ποιητής μας, ὁ κύρ-Ἀλέξανδρος: «Τόσον πολύ εὐτυχής ὥστε οὔτε τό ὑποπτεύει».
Ὕστερα ἔρχεται ἐκεῖνος πού ἀποκρυπτογραφεῖ τή σιωπή, ὅπως μνημειακά τό διέσωσε ὁ Τάσος Λειβαδίτης: «Καί κάθε φορά πού μοῦ μιλοῦσαν γιά τόν Θεό δέν τούς πίστευα. Ἀλλά ὕστερα, ὅταν ἔμενα μόνος μέ τή σιωπή, καταλάβαινα καί τόν Θεό καί τό ἔργο του».
Κατόπιν ἀκολουθεῖ ὁ ἔλλογα ἐμπιστευόμενος, ὁ διακρίναντας τήν τῶν πάντων αἰτίαν, ὁ αὐτοπαραδινόμενος στόν Πλάστη του ὁ Ὁποῖος διά τοῦ Ρωμανοῦ ἀποκαλεῖται: «Ὁ ἡνιοχεύων τήν τῶν κινουμένων πνοήν».
Καί μετά ἰδού ὁ ποθῶν ἐν ἀγωνίᾳ τήν θεία τροφή του, ὁ ἐπιπίπτων εἰς τήν Βασιλείαν ὡς «βρῶσιν καί πόσιν», κατά τό ὑμνογραφικό τῆς Ἐξόδου: «Νάουσαν ἀκρότομον προστάγματι σῷ/ στερεάν ἐθήλασε πέτραν ἰσραηλίτης λαός/ ἡ δέ πέτρα σύ, Χριστέ, ὑπάρχεις καί ζωή...».
Ἕπεται ὁ ἐραστής τῆς συνεργίας, ὁ διά τῆς πράξεως τόν Θεόν εἰσάγων εἰς τήν οἰκουμένην. Πάλι ὁ Λειβαδίτης τό ἐδήλωσε: «Κύριε, τί θἄκανες χωρίς ἐμένα; Εἶσαι ἡ μεγάλη σιωπηλή ἅρπα/ κι εἶμαι τό ἐφήμερο χέρι πού ξυπνάει τίς μελωδίες σου».
Καί ἀπό κοντά ὁ ἐπ’ ἐλπίδι ἀρδεύων καί ἀρδευόμενος, κατά τόν Σολωμό: «Στόν κόσμο τοῦτον χύνεται καί σ’ ἄλλους κόσμους φθάνει».
Καί ἀκόμη ἐκεῖνος πού προσδοκᾶ τήν ἀλήθεια μετά ἀπό τό κατώφλι τοῦ θανάτου καί γι’ αὐτό (καί μόνο γι’ αὐτό) δέν φοβᾶται. Ὅπως μᾶς τό θύμισε ὁ Ἐλύτης: «...Ἀλλ’/ ἡ ἀλήθεια μόνον ἔναντι θανάτου δίδεται».
Κι ἐκεῖνος πού πασχίζει ν’ ἀντέξει τήν ὅποια ἀναπηρία καί ἀνημπόρια του καί παρ’ ὅλα αὐτά νά βγάλει μελωδία. Κυρίως μάλιστα ὅταν ἡ ἀναπηρία δέν περνάει γιά τέτοια, ὅταν δέν τυγχάνει ἀναγνωρίσεως. Ὅπως μαστορικά ὁ Λειβαδίτης τό ἀποτύπωσε: «Ἀκριβῶς ὅπως ἕνας ἄνθρωπος, ἴσως, μπορεῖ νά παίξει καί μ’ ἕνα χέρι βιολί, ὅταν μέ τό ἄλλο πρέπει νά κρατήσει τή ζωή του».
Κι ἀκόμη ἐκεῖνος πού χτυπιέται μέ τό κακό καί μέ τόν Κακό, πού πληγώνεται ἀλλά σηκώνεται, ὅπως ὁ Ἀρχηγός του, «κατάστικτος τοῖς μώλωψι καί πανσθενουργός» κατά τήν Κασσιανή, τήν ποιήτρια τῆς θεοσώμου ταφῆς. Πού φροντίζει δημιουργικά νά ἱερατεύει τόν πόνο ὥστε νά πληρωθῆ τό ρηθέν διά Ἐλύτη τοῦ ποιητοῦ λέγοντος: «Ἐάν μᾶς χτυποῦν, νά βγάζουμε ἦχο καθαρό».

Αὐτοί (σίγουρα καί ἄλλοι πού παρέλειψα) εἶναι οἱ κρυφοί «ἱερεῖς» πού γράφουν ἄδηλη «ποίηση». Αὔριο τό πρωί θά ξαναγίνει ἀκόμη μιά φορά ἐκεῖνο πού περιγράφει ὁ Κάλβος: «Τά μυρισμένα χείλη/ τῆς ἡμέρας φιλοῦσι/ τό ἀναπαυμένον μέτωπον/ τῆς οἰκουμένης». Καί θά ξαναπάρουν τόν δρόμο τῆς καθημερινότητας πού τούς δόθηκε καί τήν ἀποστολή πού ἔχουν νά ὁλοκληρώσουν.
Ξένοι φαινομενικά καί πρός τήν ἱερωσύνη καί πρός τήν ποίηση- καί αὐτό εἶναι τό σκάνδαλο. 
Πῶς γίνεται ἔξω ἀπό τή μάνδρα νἆσαι πιό δεκτικός ἀπό τούς μέσα ἤ πιό ἀγόγγυστος ὁδοιπόρος; «Εἶχα φτάσει τόσο μακριά πού ἔνιωθα στόν ὦμο μου τό στεναγμό τοῦ Θεοῦ» δηλώνει πάλι ὁ Λειβαδίτης. Καί μήπως εἶναι πιότερο μακάριοι πού δέν τό γνωρίζουν;
Καί τό σκάνδαλο κορυφώνεται ὅταν διαπιστώνεις στήν πράξη ὅτι ξεφεύγουν ἀπό τά στερεότυπα πού περίμενες, ἴσως καί νά σέ ἀπογοητεύουν ἤ νά σέ κουράζουν μέ τή πρώτη ματιά
. Πρίν ἀπό χρόνια εἶχα ἄτεχνα ἀποπειραθῆ νά μιλήσω γι’ αὐτούς τούς χειρώνακτες τῶν αἰσθημάτων, αὐτούς οἱ ὁποῖοι θά ἀποτελέσουν τίς τύψεις μας τῶν ἐσχάτων κι ἔτσι βγῆκε αὐτό τό μικρό ποίημα: «Πρόσωπα, ἀλλοίμονο!/ τῶν ἀδελφῶν πού βαστάζουν/ ἐπάνω τους τραχέα,/ ἰδιόρρυθμα, δυσήνια,/ τά περάσματά τῆς Ἀλήθειας/ -ὅσα ἀρνηθήκαμε».
Εἴχαμε προειδοποιηθῆ γι’ αὐτή τήν ξενότητα ἀπό τά παλιά τά χρόνια, ὅταν φιλοτεχνοῦντο τά σχέδια γιά τή Νέα Σιών. Ἐξαγγέλλει ὁ Ἡσαῒας: «Καί οἰκοδομήσουσιν ἀλλογενεῖς τά τείχη σου... καί ἥξουσιν ἀλλογενεῖς ποιμαίνοντες τά πρόβατά σου καί ἀλλόφυλοι ἀροτῆρες καί ἀμπελουργοί». Δέν εἶναι προσωπολήπτης ὁ Θεός μας.

 Καί αὐτό πού προσπαθοῦμε νά κάμουμε οἱ ἱερεῖς ποιητές εἶναι τίποτε περισσότερο ἀπό τό νά ἀνοίξουμε τήν ψυχή μας στή μοναδικότητα τοῦ καθενός ἀπό αὐτούς τούς διπλᾶ ξένους, νά τούς ἀφουγκραστοῦμε σεβαστικά, νά ἀναλάβουμε τίς δοκιμασίες τους στήν καρδιά μας, νά γίνουμε ἡ φωνή τους, ὅπως ἄλλωστε ἡ λειτουργική μας διακονία μᾶς χρέωσε.
Σ’ ἕνα ἰαμβικό τροπάριο τῶν Χριστουγέννων ὁ Ἰωάννης Δαμασκηνός λέει στόν Χριστό: «Ἥκεις, πλανῆτιν πρός νομήν ἐπιστρέφων/ τήν ἀνθοποιόν ἐξ ἐρημαίων λόφων,/ ἡ τῶν ἐθνῶν ἔγερσις, ἀνθρώπων φύσιν,/ ρώμην βιαίαν τοῦ βροτοκτόνου σβέσαι,/ ἀνήρ φανείς τε και Θεός προμηθείᾳ».
Μέ τήν Ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου, δηλαδή, ἡ περιπλανώμενη ἀνθρώπινη φύση ἐπιστρέφει ἀπό τίς ἐρημιές στήν «ἀνθοποιόν νομήν». Ἀνθοποίησις-μήπως αὐτός δέν εἶναι ὁ κλῆρος τοῦ καθενός μας, καί πιό πολύ τοῦ κλήρου;


   από την ομιλία του π. Βασιλείου Θερμού, η οποία δημοσιεύθηκε αργότερα στην ποιητική του συλλογή "Πυραγός επί τιμή" 

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...