/*--

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2013

Η Παλαιά Διαθήκη στην Ορθόδοξη Εκκλησία

     
Μέρος Α : Ορθόδοξη Πνευματικότητα.

Ορθοδοξία δεν υπάρχει χωρίς Ορθόδοξη Εκκλησία. Ορθοδοξία σημαίνει ορθή δόξα
δηλαδή ορθή γνώμη, ορθή πίστη. Η Ορθοδοξία δεν είναι ιδεολογία, αλλά τρόπος ζωής :
 Ασκητικός (όσον αφορά το καθήκον του Χριστιανού προς τον εαυτό του)
 Αγαπητικός (όσον αφορά τα καθήκοντα του Χριστιανού προς τους συνανθρώπους του) και
 Ευχαριστιακός (όσον αφορά τα καθήκοντα εκάστου προς τον Θεό).

Αντίθετα, Ιδεολογία είναι ένα σύστημα αξιών, που αποβλέπει στην μεταρρύθμιση της εκπαιδεύσεως, της ηθικής και του πολιτικού βίου, επί τη βάσει φυσιολογικών και ψυχολογικών γνώσεων και απορρίπτει κάθε μεταφυσική και θρησκευτική επίδραση. Ορθόδοξη Εκκλησία δεν υπάρχει χωρίς ¨Αγιο Πνεύμα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία ιδρύθηκε με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος, την ημέρα της Πεντηκοστής και έκτοτε συνεχίζει το έργο του Χριστού επί της γης, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει Αποστολική διαδοχή και ανόθευτη Αποστολική διδασκαλία. Ορθόδοξη Πνευματικότητα αναπτύσσεται μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία από Χριστιανούς, Πατέρες και Μητέρες, οι οποίοι πέραν των θεωρητικών τους γνώσεων, μικρών ή μεγάλων, διαθέτουν κυρίως, βιώματα της παρουσίας και της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος στην ζωή τους. Μιλάμε για την Ορθόδοξη πνευματικότητα, γιατί έχουν και οι Παπικοί πνευματικότητα και οι Προτεστάντες και οι αλλόθρησκοι (Μουσουλμάνοι-Σούφι, Ινδουϊστές-Γκουρού, Βουδιστές-μοναχοί, Σαμανιστές-σαμάνοι και ανιμιστές μάγοι, πνευματιστές κ.λ.π). Οι διανοούμενοι επίσης και οι φιλόσοφοι διαφόρων φιλοσοφιών. έχουν την δική τους πνευματικότητα. Η πνευματικότητα των μη Χριστιανών (εκτός των προ Χριστού δικαίων, στους οποίους υπήρχε ο σπερματικός λόγος), είναι ως επί το πλείστον δαιμονική πνευματικότητα, διότι λείπει παντελώς το Άγιον Πνεύμα και επικρατούν οι δαιμονικές δυνάμεις, που προσπαθούν να παρασύρουν τον άνθρωπο σε λατρείες ψεύτικων Θεών. Η ορθόδοξη όμως πνευματικότητα είναι ανώτερη όλων των άλλων, διότι είναι αυτή την οποία παράγει το ίδιο το ¨Αγιο Πνεύμα.

Στο βιβλίο της Γενέσεως στους πρώτους στίχους, συναντάμε το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, το Άγιο Πνεύμα. Ο Μωϋσής στο βιβλίο της Γενέσεως, μας λέει ότι στην αρχή του κόσμου «πνεύμα Θεού επεφέρετο επάνω του ύδατος» που κατεκάλυπτε τότε την γη. Επομένως το Παράκλητο Πνεύμα συμμετείχε ενεργά στην δημιουργία του κόσμου, όπως συμμετείχε και στην δημιουργία του ανθρώπου. Το έργο του ήταν, να ζωοποιήσει την νεκρή ύλη η οποία ήρθε από την ανυπαρξία στην ύπαρξη, αλλά και κάποιο τμήμα αυτού του κτιστού κόσμου, το οποίο εκτός από την ύπαρξη απέκτησε και ζωή. Με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, άρχισε η ζωή επάνω στον πλανήτη σ΄ όλες της τις μορφές και προ παντός η ζωή του ανθρώπου.Οι πρώτοι άνθρωποι συνυπήρχαν σε αγαστή συνεργασία με τον Θεό. Δεν είχαν ανάγκη θεϊκών εντολών, για να ρυθμίζουν την ζωή τους, διότι είχαν απευθείας σχέση με τον Θεό. Προικίστηκαν με το «κατ’ εἰκόνα» με προορισμό, κάνοντας υπακοή στο θέλημα Του, να φθάσουν στο «καθ’ομοίωσιν». Δυστυχώς, οι πρωτόπλαστοι δεν παρέμειναν στην υπακοή του Θεού. Με την θέλησή τους διέκοψαν την επαφή τους με τον Θεό και το Άγιο Πνεύμα. Αυτή ήταν η πτώση του ανθρώπου γνωστή ως «προπατορικό ἁμαρτημα». Υπήρξε μια «ὓβρις» (με την Αρχαιοελληνική έννοια) του ανθρώπου κατά του Θεού. ¨Ηταν η κίνηση που αποκαλύπτει, ότι οι πρώτοι εκείνοι άνθρωποι έπαψαν να πεινάνε και να διψάνε για τον Θεό και αυτονομήθηκαν από Αυτόν. Προτίμησαν να βάλουν κέντρο της ζωής τους, τον εαυτόν τους αντί τον Θεό. Και τότε το Πνεύμα απεσύρθη από τον άνθρωπο, αφού ο άνθρωπος Το έδιωξε. Θα έλεγε κανείς ότι έμεινε κάπου πλησίον του ανθρώπου, περιμένοντας τον άνθρωπο να Το καλέσει να ξαναμπεί στη ζωή του. Ο Θεός κατέστρεψε την πρώτη γενεά των ανθρώπων με τον κατακλεισμό λέγοντας : «οὐ μή καταμείνῃ τό πνεῦμα μου ἐν τοῖς ἀνθρώποις τούτοις εἰς τόν αἰῶνα, διά τό εἶναι αὐτούς σάρκας» (βλ. Γεν. στʹ 3). Εξαίρεση αποτέλεσε η οικογένεια του πιστού Νώε, από την οποία αναπλάστηκε η νέα γενεά των ανθρώπων. Πέρασαν έκτοτε πολλοί αιώνες και φθάνουμε στην εποχή του προφήτου Ιωήλ ο οποίος προφήτευσε την επάνοδο του Αγίου Πνεύματος στην ζωή του ανθρώπου: «καί ἒσται μετά ταῦτα καί ἐκχεῶ ἀπό τοῦ πνεύματός μου ἐπί πᾶσαν σάρκα καί προφητεύσουσιν οἱ υἱοί ἡμῶν καί αἱ θυγατέρες ὑμῶν» (βλ. Ιωήλ γʹ 1). Προφητεύεται δηλ. ότι θα εκχυθεί το ¨Αγιο Πνεύμα, σε κάθε σάρκα, διότι ο άνθρωπος με την πτώση του έπαψε να είναι πνευματοφόρος και έμεινε μία απλή σάρκα, μία βιολογική ύπαρξη με σαρκικές σκέψεις, διαθέσεις και έργα. Αυτό που προφητεύτηκε πολλούς αιώνες προ Χριστού από τον προφήτη Ιωήλ, πραγματοποιήθηκε την ημέρα της Πεντηκοστής. Λέει ο Λουκάς «Καί ἐν τῷ συμπληροῦσθαι τήν ἡμέραν τῆς πεντηκοστής ἦσαν ἃπαντες ὁμοθυμαδόν ἐπί το αὐτό…και ὢφθησαν αὐτοῖς διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεί πυρός, ἐκάθισέ τε ἐφ’ἓνα ἓκαστον αὐτῶν και ἐπλήσθησαν ἃπαντες Πνεύματος Ἁγίου» (βλ.Πραξ. βʹ 1-4) δηλ. πλημμύρισαν όλοι οι παρόντες στο υπερώο την ημέρα εκείνη από το Άγιο Πνεύμα. Από την Πεντηκοστή και μετά, το Άγιο Πνεύμα είναι εγκατεστημένο και πάλι στον κόσμο μας, μέσα στην Εκκλησία. Είναι πνεύμα ζωοποιόν. Αυτό είναι το έργο του, να δίνει ζωή. Στον αναβαθμό του δʹ ήχου ο ¨Οσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης μας λέει : «Ἁγίῳ πνεύματι πᾶσα ψυχή (δηλ. ζωή) ζωοῦται καί καθάρσει ὑψοῦται, λαμπρύνεται, τῇ τριαδικῇ μονάδι ἱεροκρυφίως» δηλ.«κάθε λογική ψυχή ζωογονείται υπό του Αγίου Πνεύματος, λαμπρύνεται και εξυψώνεται προς την Αγία Τριάδα με τρόπο ιερό και μυστικό». Ο Απ. Παύλος μας λέει, πως θα καταλάβουμε ότι κατέχουμε το ¨Αγιο Πνεύμα : όταν υπάρχουν στην ζωή μας οι καρποί του Αγ. Πνεύματος : «ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθοσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια» (Γαλ.εʹ 22-23).

Επομένως, Ορθόδοξη πνευματικότητα είναι η ζωή «ἐν ἁγίῳ Πνεύματι». Είναι η πνευματική ζωή μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, που τροφοδοτείται από τους λόγους τουτων προφητών της Παλαιάς Διαθήκης, τους λόγους Χριστού στην Καινή Διαθήκη, των Αποστόλων και των αγίων θεοφόρων Πατέρων, τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων και της εν γένει Ιεράς Παραδόσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Αυτή η πνευματική ζωή είναι ένα αγώνισμα που θέλει χρόνο. Η κατάκτηση της δεν είναι εύκολη υπόθεση. Αντίθετα είναι πολύ επίπονη. Θέλει συνεπή, συνεχή και ανύσταχτη προσπάθεια. Είναι ένας πνευματικός πρωταθλητισμός.

Μέρος Β : Παλαιά Διαθήκη

1. Εισαγωγή :

Ο όρος Παλαιά Διαθήκη δηλώνει την αρχαιότερη από τις δύο συλλογές βιβλίων που αποτελούν την Χριστιανική Αγία Γραφή, η οποία και αναφέρεται ειδικότερα στην αποκάλυψη του Θεού (Γιαχβέ), και στην αρχική συνδιαλλαγή του με το "περιούσιο" έθνος Ισραήλ, με σκοπό να ευλογηθεί πρώτα αυτό και στη συνέχεια όλη η ανθρωπότητα. Τα βιβλία που συγκροτούν την Παλαιά Διαθήκη, γράφτηκαν από διάφορους συγγραφείς σε διάστημα αρκετών εκατονταετηρίδων. Η πρώτη χριστιανική εκκλησία αποκαλούσε αυτό το σύνολο των προγενέστερων βιβλίων «ο Νόμος και οι Προφήτες» ή απλά «οι Γραφές». Περίπου από τον 3ο αιώνα μ.Χ. ο όρος «Παλαιά Διαθήκη» άρχισε να χρησιμοποιείται ευρύτερα για τις Γραφές που είχαν ολοκληρωθεί πριν τον Χριστό. Αυτός ο όρος χρησιμοποιήθηκε σε αντιδιαστολή προς τη χρονικά μεταγενέστερη Καινή Διαθήκη, τη συλλογή των βιβλίων που αναφέρονται στην εκπλήρωση των επαγγελιών της παλαιάς και τη σύναψη της νέας διαθήκης δια του Ιησού Χριστού, μιας συμφωνίας μεταξύ Θεού και ολόκληρης της ανθρωπότητας. Η αρχαιότερη μετάφραση του εβραϊκού κειμένου της Παλαιάς Διαθήκης έγινε στην ελληνική γλώσσα και έχει επικρατήσει να ονομάζεται Μετάφραση των Εβδομήκοντα. Πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία του Πτολεμαίου του Βʹ του Φιλαδέλφου (283-246 π.Χ) από 72 Ελληνιστές Εβραίους, κατά παράκληση της Εβραϊκής κοινότητος της Αιγύπτου.Αυτή μακρυά από την πατρική γη για μεγάλο χρονικό διάστημα, είχε ξεχάσει την Εβραϊκή γλώσσα. Η μετάφραση αυτή θεωρήθηκε «Θεόθεν οἰκονομηθεῖσα». Η μετάφραση διήρκεσε από τον 3ο μέχρι το 1ο αιώνα και γράφτηκε στη λεγομένη κοινή Αλεξανδρινή γλώσσα. H Παλ. Διαθήκη, περιέχει την πρώτη αποκάλυψη που έδωσε ο Θεός στους ανθρώπους. Περιέχει μεγάλες δογματικές και ηθικές αλήθειες. Αποτελεί την προετοιμασία της ανθρωπότητας να δεχθεί τον ερχομό του Χριστού, τον οποίο περιγράφει και προτυπώνει μέσω των προφητών, γεγονότων και κάποιων προσώπων. Επειδή η Καινή Διαθήκη είναι συνέχεια της Παλαιάς, αν απορρίψουμε την Παλ. Διαθήκη, η Καινή Διαθήκη κολοβώνεται ουσιαστικά. Στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου, εκτός από το γενεαλογικό δένδρο του Χριστού και την τοποθέτηση των προ Χριστού γενεών μέσα στην Ιστορία, αναφέρονται πολλές από τις προφητείες, που εκπληρώνονται στο πρόσωπο, στη ζωή και στο έργο του Χριστού.

2. Σχέση Παλαιάς και Καινής Διαθήκης κατά Ιερόν Χρυσόστομο (337-407μ.Χ)

Είναι αξιοθαύμαστη η ρήση του Ιερού Χρυσοστόμου για την σχέση των δύο Διαθηκών. Εκφωνήθηκε στην ομιλία του με θέμα «ἐξήλθε δόγμα παρά Καίσαρος Αὐγούστου»(βλ. Migne Pg. 50, 796) και έχει ως εξής: «Προέλαβε τήν Καινήν ἡ Παλαιά καί ἑρμήνευσε τήν Παλαιάν ἡ Καινή. Καί πολλάκις εἶπον, ὃτι δύο διαθῆκαι καί δύο παιδίσκαι καί δύο ἀδελφαί, τόν ἓνα Δεσπότην δορυφοροῦσι. Κύριος παρά προφήταις καταγγέλεταιˑ Χριστός ἐν Καινῇ κηρύσσεται. Οὐ καινά τά καινάˑ προέλαβε γάρ τά παλαιάˑ οὐκ ἐσβέσθη τά παλαιάˑ ἡρμηνεύθη γάρ ἐν τῇ Καινῇ». Στην Παλαιά Διαθήκη υπάρχουν τα παρακάτω στοιχεία:
 ο τύπος (π.χ. οι τρεις παίδες «ἐν καμίνῳ» προτυπώνουν την Υπεραγία Θεοτόκο),
 το σημείον δηλ. το θαύμα (π.χ. το σημείο του Ιωνά, προτυπώνει την τριήμερη ταφή και Ανάσταση του Χριστού κ.λπ.),
 η σκιά (δηλ. τα γεγονότα και οι πραγματικότητες, που σκιωδώς περιγράφονται) όπως π.χ. ή τριαδικότητα του Θεού υποδηλώνεται εμμέσως με τον πληθυντικό ποιήσωμεν (βλ. ποιήσωμεν ἂνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καί καθ’ ομοίωσιν»),
 ο νόμος (Μωσαϊκός), που δίδεται στους ανθρώπους για να τους παιδαγωγήσει (παιδαγωγός εις Χριστόν) να τους μάθει να υπακούουν στις εντολές του Θεού, και
 η επαγγελία (υπόσχεση) του Θεού για την έλευση του Μεσσία.
Στην Καινή Διαθήκη πραγματοποιούνται οι υποσχέσεις του Θεού, καταργείται ο Νόμος και έρχεται η χάρη, το φως, η Αλήθεια2 (που είναι το ίδιο το πρόσωπο του Χριστού). Στο πρόσωπο του Χριστού, που είναι ο νέος Αδάμ, εκπληρούνται οι προφητείες των προφητών. Έτσι χωρίς την Παλ. Διαθήκη, δεν κατανοείται πλήρως η Καινή Διαθήκη, η οποία είναι προέκταση και συμπλήρωση της Παλαιάς.

3. H Παλ. Διαθήκη στη λατρεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Ο μεγάλος Ορθόδοξος Θεολόγος π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ3 σε σχετική του μελέτη λέει: «Ὅ μελετητής τῆς κοινῆς λατρείας της Ὀρθόδοξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας ἐντυπωσιάζεται ἀπό τό πλῆθος τῶν παλαιοδιαθηκικῶν ἀναφορῶν, ὑπαινιγμῶν καί εἰκόνων μέσα σ’ ὁλες τίς ἀκολουθίες καί τούς Ὓμνους. Ἡ ἑνότητα τῶν δύο Διαθηκῶν τονίζεται πέρα ὡς πέρα. Βιβλικές φράσεις καί ἰδέες ὑπεραφθονοῦν. Πολλοί Ύμνοι δέν εἶναι παρά παραλλαγές Ὓμνων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀπό τήν ᾤδην τοῦ Μωυσέως κατά τήν διάβαση τῆς Ἐρυθρᾶς Θαλάσσης μέχρι τοῦ Ὓμνου τοϋ Ζαχαρίου, τοῦ πατέρα τοῦ Ἰωάννου τοϋ Βαπτιστοϋ. Στίς μεγάλες γιορτές πολυάριθμες περικοπές ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη ἐπιλέγονται καί διαβάζονται γιά νά τονισθῆ ότι, ἡ χριστιανική τελείωση δέν εἶναι, παρά μιά ὁλοκλήρωση ἐκείνου ποῦ προεικονίστηκε καί προεικάσθηκε, ἤ ἀκόμα καί ἐπί λέξει προλέχθηκε στά παλιά τά χρόνια (δηλ. στην Παλαιά Διαθήκη). Εἰδικά δέ στίς ἀκολουθίες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, αὐτή ἤ διά τῆς Παλαιᾶς Διαθήκηςπροπαρασκευή, χρησιμοποιεῖται μέ ἰδιαίτερη ἔμφαση. Ἡ ὅλη λατρεία βασίζεται πάνω σ’ αὐτήν τήν πεποίθηση ὅτι : ἡ ἀληθινή Διαθήκη εἶναι πάντοτε μία, ὅτι ὑπῆρχε πλήρης συμφωνία μεταξύ τῶν Προφητῶν καί τῶν Ἀποστόλων. Ἕνα ἀπό τά πιό χτυπητά παραδείγματα της χρήσεως της Αγίας Γραφής στη λατρεία της Εκκλησίας, εἶναι ὅ περίφημος Μ έ γ α ς Κ α ν ώ ν τοῦ Αγ. Ἀνδρέα Κρήτης, πού διαβάζεται στό Μεγάλο Ἀπόδειπνο τήν Μεγ.Σαρακοστή. Ο Μέγας Κανών, εἶναι μιά ἔντονη παρότρυνση σε κάθε Χριστιανό, μιά ἔκκληση γιά μετάνοια. Γράφτηκε μέ πραγματική ποιητική ἔμπνευση καί στηρίζεται πάνω σε όλη την Ἁγία Γραφή. «Ὅλη ἤ σειρά τῶν ἁμαρτωλῶν ποῦ ἔμειναν ἀμετανόητοι, μνημονεύεται. Μπορεῖ κανείς νά χαθῆ μέσα σ' αὐτόν τόν ρέοντα χείμαρρο τῶν ὀνομάτων καί τῶν παραδειγμάτων. Ὑπενθυμίζεται μέ ἔμφαση ὅτι ὅλη αὐτή ἤ ἱστορία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀνήκει στούς Χριστιανούς. Ἐπανειλημμένα καλεῖται κανείς νά σκεφθῆ αὐτή τή θαυμαστή ἱστορία τῆς θείας καθοδηγήσεως, τῆς ἀνθρώπινης ἰσχυρογνωμοσύνης καί τῶν ἀνθρωπίνων σφαλμάτων. Ἡ Παλαιά Διαθήκη φυλάγεται σάν μεγάλος θησαυρός» (π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, Θέματα Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας, Θεσσαλονίκη 1979, σελ. 42, 43).

4. Η Παλ. Διαθήκη πρέπει να ερμηνεύεται Χριστολογικά

Εάν η Παλ. Διαθήκη ιδωθεί ως βιβλίο, που περιέχει την ιστορία του Εβραϊκού λαού και μερικές διηγήσεις για ηθική διδασκαλία, μπορεί να θεωρηθεί ρυπαρογράφημα. Διότι, δεν εξωραΐζει τις πράξεις των ανθρώπων, που με την τρέχουσα ηθική είναι ανήθικες. Έτσι, εάν δεν ερμηνευθεί θεολογικά και κυρίως Χριστολογικά (θα εξηγήσουμε παρακάτω τι σημαίνει αυτό), τότε η ανάγνωσή της δυνατόν να ζημιώσει και να σκανδαλίσει τον αναγνώστη. Η Καινή Διαθήκη θαυμάζεται και οικοδομεί τους πιστούς, γιατί μέσα σ’ αυτήν ομιλεί και δρα, ο σαρκωμένος πλέον Υιός του Θεού. Μια προσεκτική μελέτη όμως της Παλ.Διαθήκης δείχνει ότι αυτή είναι βιβλίο της δράσεως του δεύτερου προσώπου της Αγ. Τριάδος,.του Υιού πριν ακόμα σαρκωθεί. Στην Παλ. Διαθήκη με την έκφραση «ο Άγγελος του Κυρίου» που στα εβραϊκά αποδί δεται με το : Mal’ak Jahvé, εμφανίζεται ένα μυστηριώδες πρόσωπο, που παρουσιάζεται ως Θεός και ονομάζεται ρητώς Jahvé. Ο μακαριστός Καθηγητής Βασ. Βέλλας σε μία εξαιρετική του εργασία, στηριζόμενος στα κείμενα της Παλ. Διαθήκης και στην ερμηνεία τους από τους Πατέρες της Εκκλησίας, αποδεικνύει ότι ο «Άγγελος του Κυρίου» είναι, ο μη εισέτι σαρκωθείς Υιός και Λόγος του Θεού (το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος). Στο χωρίο του Ησαΐα (Ησ. θʹ, 6) ονομάζεται και «μεγάλης βουλής άγγελος», στο δε χωρίο του Μαλαχία (Μαλ. γʹ 1) χαρακτηρίζεται ως ο «άγγελος της Διαθήκης». Πράγματι, ο Ιερός Χρυσόστομος, στην ομιλία του «Πρός τε Ἰουδαίους καί Ἓλληνας ἀπόδειξις, ὃτι ἐστί Θεός ὁ Χριστός» (βλ. MPG 48, 815) λέγει ότι: η Παλ. Διαθήκη αποκαλύπτει τον Χριστό (το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος) που δρα σ’ αυτήν, πριν την σάρκωσή του: «καί πρό τῆς παρουσίας τῆς ἐνσάρκου, πάντα αὐτός (εννοεί ο Χριστός) ὠκονόμει καί πάντα αὐτός ἒπραττε, νομοθετῶν, προνοῶν, κηδόμενος (δηλ. φροντίζων) εὐεργετών».

5. Οι άγιοι Πατέρες πλην του Αυγουστίνου, θεωρούν τον «άγγελο Κυρίου» ως το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος.
Οι Πατέρες, ερμηνεύοντας χριστολογικά την Παλ. Διαθήκη λέγουν ότι οι εμφανίσεις του Θεού αφορούν τον Ιησού Χριστό άσαρκο. Ο Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει ότι, όσα η Παλ. Διαθήκη λέγει για τον Θεό Πατέρα, στην Καινή Διαθήκη ο Απ. Παύλος τα αναφέρει στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού: « ἃ περί τοῦ Πατρός ὁ Μωϋσῆς λέγει, Παῦλος εἰς τόν Υἱό ἐκλαμβάνει, πολλήν τήν ἰσότητα δεικνύς» (βλ.ομιλία Χρυσοστόμου εις το Η ψαλμ. MPG 55, 120). Παρακάτω αναφέρουμε μερικά παραδείγματα:
5α) Το α΄ και β΄ Κεφάλαιο της Γενέσεως, ομιλεί για τον Χριστό ως δημιουργό του κόσμου: «πάντα δι’ αὐτοῦ (δηλ. του Λόγου του Θεού) ἐγένετο καί χωρίς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδέν» (Ιωάν. α΄ 3). Επίσης «ἐν αὐτῷ ἐκτίσθη τά πάντα» (Κολ. α΄ 16).
5β) Στο όρος Σινά, η Παλ. Διαθήκη παρουσιάζει τον Υιό και Λόγο του Θεού (δηλ τον άσαρκο Χριστό) ως Νομοθέτη. Επειδή λοιπόν ο Χριστός είναι ο χορηγός του Νόμου, έχει δικαίωμα και να τον διορθώσει (να τον συμπληρώσει) λέει ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος (βλ. ομιλία εις το κατά Ματθ. ΙΣΤ΄, MPG 57, 244). Γι’ αυτό και στην επί του όρους ομιλία του ο Χριστός λέγει: «Ἠκούσατε ὃτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις…ἐγώ δέ λέγω ὑμῖν…».
5γ) Στον προφήτη Βαρούχ (τον βοηθό και συνεργάτη του Προφ. Ιερεμία) αναφέρεται ότι ο Χριστός «ἐξεῦρε πᾶσαν ὁδόν ἐπιστήμης καί ἒδωκεν αὐτήν Ἰακώβ» (Βαρ. γ΄ 37) δηλ. ότι ο Θεός Λόγος (το β΄ πρόσωπο της Αγ.Τριάδος) είναι ο δημιουργός της επιστή μης, την οποίαν μετά έδωσε στους ανθρώπους. Στον επόμενο στίχο ο προφήτης Βαρούχ λέγει περί αυτού: «Μετά ταῦτα ἐπί τῆς γῆς ὢφθη καί τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη» (Βαρ.γ΄ 38). Εδώ προλέγεται η μελλοντική ενανθρώπιση του Υιού και Λόγου του Θεού.5δ) Κατά την πορεία των Ισραηλιτών στην έρημο, ο Μωϋσής κτύπησε με την ράβδο
του τον βράχο δύο φορές και βγήκε άφθονο νερό για να ξεδιψάσει ο λαός: (Εξ ιζ΄ 2-7) και (Αριθμ. κ΄ 7-11). Η πρώτη τοποθεσία ονομάστηκε Μασσά (δηλ. Πειρασμός) και η δεύτερη Μεριβά (δηλ. Λοιδορία), επειδή αγανάκτησαν οι Ισραηλίτες και προκάλεσαν τον Κύριο. Ο Απ. Παύλος, ερμηνεύει και τις δύο περιπτώσεις Χριστολογικά. Λέγει εις την Α΄ Κορ. ι΄ 1- 4, για τους προγόνους του Ισραηλίτες ότι: «καί πάντες τό αὐτό πόμα πνευματικόν ἒπιον˙ ἒπιναν ἐκ πνευματικῆς ἀκολουθούσης πέτρας, ἡ δέ πέτρα ἦν ὁ Χριστός» δηλ. όλοι τους ήπιαν το ίδιο θεόσταλτο ποτό˙ γιατί έπιναν νερό από τον θεϊκό βράχο που τους ακολουθούσε, κι αυτός ο βράχος ήταν ο ίδιος ο Χριστός. Πράγματι, ο Ιησούς Χριστός (άσαρκος ακόμα), ακολουθούσε τους Ισραηλίτες στην έρημο και τους φρόντιζε, με όλα τα θαύματα που επιτελούσε. Γινόταν σκιερή νεφέλη την ημέρα, όταν βάδιζαν μέσα στην έρημο κάτω από τον καυτερό ήλιο. Γινόταν φωτεινή νεφέλη την νύχτα για να τους φωτίζει. Γινόταν μάννα, (είδος ψωμιού) που έπεφτε από τον ουρανό, ορτύκια για να ξεπεινάσουν, και νερό από τον βράχο για να ξεδιψάσουν. Όταν οι Ισραηλίτες, εγόγγυσαν εναντίον του Θεού στην έρημο, –παραπονούμενοι ότι
κινδύνευαν να πεθάνουν από την πείνα, διότι στην έρημο δεν έβρισκαν τις τροφἐς που είχαν στην Αίγυπτο-, πέθαναν από δαγκώματα φιδιών: «καί τινες αὐτῶν ἐπείρασαν5 (τον Θεό) καί ὑπό τῶν ὂφεων ἀπώλοντο» (Α΄ Κορ. ι΄ 9), σώθηκαν δε όσοι με μετάνοια προσέβλεψαν στο χάλκινο φίδι που ανύψωσε ο Μωϋσής στην έρημο. Το χάλκινο φίδι, ήταν «προτύπωση» του Τιμίου Σταυρού, (βλ. Αριθμ. κα΄ 4) που σώζει και τώρα, όσους ατενίζουν με πίστη τον Χριστό και ζητούν το έλεος του Θεού

.6. Εξαίρεση στη Χριστολογική ερμηνεία της Π.Δ. αποτελεί ο Ιερ. Αυγουστίνος.

Ενώ οι Άγιοι Πατέρες ερμηνεύουν Χριστολογικά την Παλ. Διαθήκη δηλ. ότι ο εμφανιζόμενος ως ο «Άγγελος Κυρίου» είναι «ο άσαρκος εισέτι Λόγος του Θεού», το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο Ιερός Αυγουστίνος, ερμηνεύει λανθασμένα, ότι πρόκειται περί «κτιστού αγγέλου». Η λανθασμένη αυτή αντίληψη του Αυγουστίνου, προέρχεται από το λάθος του, ότι δεν έκανε διάκριση ουσίας και ενέργειας στον Θεό. Επομένως κατά την άποψη του Αυγουστίνου η Θεοφάνεια του λόγου του Θεού, εσήμαινε γι’ αυτόν φανέρωση της Θείας ουσίας, πράγμα αδύνατον, διότι «Θεόν οὐδείς ἑώρακε πώποτε» (Ιωαν. α΄ 18). Αντίθετα η Ανατολ. Εκκλησία, μετά τις ησυχαστικες έριδες (1330-1340 μ.Χ), κάνει «διάκριση» :  μεταξύ της ακτίστου Θείας ουσίας, η οποία είναι απρόσιτη από τον άνθρωπο και αμέθεκτη, και των ακτίστων θείων ενεργειών, οι οποίες σώζουν τον άνθρωπο και είναι προσιτές και μεθεκτές και κατά την διάρκεια της επιγείου ζωής του.έβλεπαν, όχι την θεία ουσία, αλλά τις θείες ενέργειες. Πράγματι οι άνθρωποι, όπως απέδειξε ο Αγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς (άλλωστε ήταν και ο ίδιος θεόπτης) υπό ωρισμένες συνθήκες (ψυχικής καθαρότητας και απαθείας») μπορούν να έχουν, ενόσω ακόμα ζουν, Θεοπτικές εμπειρίες μέσω των των ακτίστων ενεργειών του Θεού.
Η λανθασμένη ερμηνεία του Ιερού Αυγουστίνου, ότι ο «Άγγελος Κυρίου» είναι κτιστό πλάσμα και όχι θείο πρόσωπο, έγινε η βάση της θεολογίας των Φραγκολατίνων. Για τον λόγο αυτό, υποτιμήθηκε από αυτούς η Παλ. Διαθήκη, την οποίαν ερμηνεύουν ως επί το πλείστον «ηθικολογικά». Εξ αυτού άλλωστε προκύπτει ότι, κατά την Αυγουστίνεια Θεολογία, οι μετά τον Αδάμ άνθρωποι, κληρονομούν την «ενοχή του» από το προπατορικό αμάρτημα, η οποία εξαλείφεται μόνο με την Σταυρική θυσία του Χριστού. Κατά τον μακαριστό π. Ιωάννη Ρωμανίδη, η κακή κατανόηση της Παλ. Διαθήκης από τον Αυγουστίνο και οι πλάνες, που εισήγαγε αυτός στη θεολογία της Δυτ. Εκκλησίας οφείλονται, στην πλατωνική και μανιχαϊκή επιρροή του Αυγουστίνου, στα θέματα περί ανθρώπου, περί πτώσεως, περί Θεού και Παλ. Διαθήκης. (βλ. το βιβλίο του π. Ιωαν. Ρωμανίδη «Ρωμαίοι ή Ρωμιοί Πατέρες της Εκκλησίας» τόμος Α΄ Θεσσαλονίκη 1984 σελ. 118, 119). Διότι ο Ιερός Αυγουστίνος προτού βαπτισθεί Χριστιανός, είχε σπουδάσει πλατωνική φιλοσοφία και είχε προσηλυτισθεί στην αίρεση του, Περσικής προελεύσεως, Μανιχαϊσμού.

7. Ο ιερός Χρυσόστομος και οι Πατέρες δέχονται σωτηρία των δικαίων της
Παλ. Διαθήκης.

Κατά τους αγίους Πατέρες, οι δίκαιοι της Παλ. Διαθήκης, ήσαν φίλοι του Θεού, και πριν από την «καταλλαγή» της Σταυρικής Θυσίας του Χριστού στον Γολγοθά, γι’ αυτό το μυστήριο του Σταυρού ενεργείτο και σ’ αυτούς7. Ο Αγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς, αντίθετα με τους Φραγκολατίνους λέει: «ὁ τοῦ Χριστοῦ Σταυρός προανεκηρύττετο και προετυποῦτο μυστικῶς, ἐκ γενεῶν ἀρχαίων καί οὐδείς ποτέ κατηλλάγη τῷ Θεῷ χωρίς τῆς τοῦ Σταυροῦ δυνάμεως» (βλ. ὁμιλία ΙΑ΄ «εἰς τόν Τίμιον καί Ζωοποιόν Σταυρόν» ΕΠΕ 9,282 εξ). Δηλ. υπήρχε σωτηρία και στην Παλ. Διαθήκη, διά του «Αγγέλου του Θεού» (του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος) δηλ. δια του Mal’ak Jahvé. Οι σύγχρονοι του Χρυσοστόμου εχθροί της Παλ. Διαθήκης, έλεγαν περιφρονητικά γι’ αυτήν ότι «οὐκ εἰσάγει εἰς τήν Βασιλείαν». Ο Χρυσόστομος, ο οποίος εδέχετο σωτηρία του προ Χριστού κόσμου διά της Παλ. Διαθήκης, τους απαντούσε: «Νῦν οὐκ εἰσάγει τούς μετά τήν Χριστοῦ παρουσίαν πολιτευομένους, ἃτε δή πλείονος ἀπολελαυκότας δυνάμεως (έχοντας απολαύσει περισσότερη δύναμη) καί μείζονα ὀφείλοντας ἀγωνίζεσθαι˙ ἐπεί τούς γε αὐτῆςτροφίμους εἰσάγει ἃπαντας» δηλ. «δεν εισάγει στη βασιλεία του Θεού (μέσω της Παλ. Διαθήκης) αυτούς που υπήρξαν μετά τον Χριστό, διότι απήλαυσαν μεγαλύτερη δύναμη και όφειλαν να αγωνιστούν περισσότερο. Αντίθετα εισάγει όλους τους δίκαιους της Παλ. Διαθήκης στη βασιλεία του Θεού». Υπάρχουν πολλά χωρία στην Παλ. Διαθήκη που δείχνουν ότι και οι προ Χριστού δίκαιοι, μετά τον θάνατόν τους απολαμβάνουν κάποιας «ἀναπαύσεως». Παραθέτουμε γνωστά χωρία από την Σοφία Σολομώντος :
6δ1) «Δικαίων ψυχαί ἐν χειρί Θεοῦ και οὐ μη ἂψηται αὐτῶν βάσανος» (Σοφ. Σολ.γʹ1)
6δ2) «Δίκαιος ἐάν φθάσῃ τελευτῆσαι ἐν ἀναπαύσει ἒσται» (Σοφ. Σολ.δ ʹ 7)
6δ3) «Τελευτήσαντος ἀνδρός δικαίου οὐκ ὂλλυται αὐτῷ ἐλπίς ˑυἱός γάρ δίκαιος γεννᾶται εἰς ζωήν καί ἐν ἀγαθοῖς αὐτοῦ καρπόν δικαιοσύνης τρυγήσει» (Σοφ. Σολ. ιʹ 32)
6δ4) Αλλά και στην Καινή Διαθήκη, είναι γνωστή η παραβολή «του πλουσίου και του Λαζάρου», η οποία εμφανίζει τον πτωχό Λάζαρο να απολαμβάνει θεία «θαλπωρή» και «ἀναψυχή» στους κόλπους του Αβραάμ (δηλ. σε μια παραδείσια κατάσταση), ενώ ο πλούσιος «ὁδυνᾶται» στις φλόγες της κολάσεως.

8. Η Παλαιά Διαθήκη πολεμείται ως βιβλίο της ιστορίας του Εβραϊκού λαού.

Από τους Έλληνες (αρχαιολάτρες κυρίως) η Παλαιά Διαθήκη απορρίπτεται για εθνικιστικούς λόγους. Είναι ανάξιο λένε για ένα Έλληνα απόγονο ενδόξων προγόνων και μαθητή μεγάλων φιλοσόφων (π.χ. του Σωκράτους, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη) να θεωρεί την Παλιά Διαθήκη ιερό κείμενο, η οποία παρουσιάζει το Ισραήλ ως εκλεκτό λαό του Θεού και τους Πατριάρχες Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ ως « προπάτορες του» Και πάλι το λάθος δεν είναι ιστορικό αλλά θεολογικό. Διότι: Πρώτον στην Παλαιά Διαθήκη, ο Θεός αυτοπροσδιορίζεται ως ο Θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, όχι ένας Θεός αόρατος, ακατασκεύαστος (δηλ. μη είδωλο) αφηρημένος (όπως ο ΜΑΤΣ, ο Θεός της μασσονίας), ή ένας Θεός «μπαμπούλας» πάνω από τα σύννεφα (ο Θεός στο Ισλάμ), αλλά ένας Θεός ζωντανός, που είχε προσωπική σχέση με τους Πατριάρχες και τους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης.
Δεύτερον: Ο σκοπός της ζωής του ανθρώπου, όπως ο ίδιος ο Θεός τον προδιέγραψε κατά την δημιουργία του είναι η θέωση, δηλ. δηλ. η ομοίωση και η ένωση με τον Θεό. Ένωση που δεν είναι Ινδουϊστικού τύπου απορρόφηση (της ψυχής από το απρόσωπο θείον) αλλά συνύπαρξη, συνδοξασμός, απόλαυση της παρουσίας του Θεού και πρόοδος στη γνώση των μυστηρίων του Θεού.
Η θέωση, είναι κατάσταση υπερφυσική, δεν έχει καμμιά σχέση με εθνοφυλετισμό. Ο Θεός είναι απροσωπόληπτος, δεν κάνει διακρίσεις εθνικότητας, φύλου, ηλικίας, καταγωγής κ.λπ. Αποκαλύπτεται σε όσους έχουν καθαρή καρδιά [πρβλ. « μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὃτι αὐτοί τόν Θεόν ὂψονται» (Ματθ. ε΄ 8)] Εύγλωττο είναι το παράδειγμα της Παναγίας μας. Αυτή ήταν μια εβραιοπούλα, που επελέγη από τον Θεό, ως η πιο κατάλληλη γυναίκα για να γίνει μητέρα του Υιού Του. Του ενανθρωπήσαντος δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος. Επειδή η Παναγία μας δεν ήταν Ελληνίδα θα την απορρίψουμε; Η σωτηρία αφορά όλο το ανθρώπινο γένος, και είναι παγκόσμιο αγαθό. Δεν χωράνε στην «ἐν Χριστῷ σωτηρίᾳ» εθνοφυλετισμοί. Τρίτον, πρέπει να πούμε ότι στην Παλαιά Διαθήκη, ο Θεός παρουσιάζεται παγκόσμιος και μεριμνά για όλο τον κόσμο (π.χ. Ιωνάς και Νινεϋίτες ). Αν έβγαλε τους Ισραηλίτες από την Αίγυπτο, εξήγαγε επίσης τους Φιλισταίους από την Κιαφθώρ και τους Αραμαίους από την Κήρ. Η εκλογή του Αβραάμ και η δημιουργία του Ισραήλ ως του μόνου έθνους, που λατρεύει τον μόνον αληθινό Θεό, δεν σημαίνει κατά τον προφήτη Αμώς8 (βλ.Αμ. θ΄7), ότι ο Ισραήλ έχει δικαιώματα υπέρ τα άλλα έθνη. Σημαίνει όμως, ότι έχει ιδιαίτερες υποχρεώσεις, περισσότερο από τα άλλα έθνη, να τελεί το αγαθό. Και επειδή αυτό δεν γίνεται, θα τιμωρηθεί περισσότερο. (βλ. παραπομπή στο τέλος της παρούσης σελίδας). Επομένως ο Θεός ζητάει από τους Ισραηλίτες περισσότερες ευθύνες, δεν τους δίνει περισσότερα δικαιώματα. Στην περίπτωση του Ιωνά και του Νινευϊτών, φαίνεται ότι ο Ιωνάς είναι δέσμιος της αντιλήψεως, ότι ο Θεός, είναι ο Θεός του Ισραήλ μόνο και τα άλλα έθνη είναι βδελυκτά, γι αυτό αντιλέγει στο Θείο κάλεσμα και αρνείται να πορευθεί στην Νινευή. Η διήγηση κατακλείεται με το μάθημα, ότι οι «εθνικοί» Νινευΐτες ήσαν καλύτεροι από τους Ισραηλίτες, διότι υπάκουσαν στο κήρυγμα του προφήτη Ιωνά, μετανοήσαν και σώθηκαν. Η Παλαιά Διαθήκη παρουσιάζει τον Μεσσία ως παγκόσμια προσωπικότητα. Γι’ αυτό και τον θεωρεί ως την «προσδοκία των Εθνών» και την Βασιλεία Του να αποτείνεται σ’ ολόκληρο τον κόσμο μέχρι αυτών των απωτάτων νήσων (Ησ. μβʹ 4-9).

9. Mια σοβαρή ένσταση κατά της Παλ. Διαθήκης αφορά, στους πολέμους στην
Π.Δ και στον Θεό των Ισραηλιτών ως αρχηγού των πολέμων.
9α) Από την αρχή πρέπει να παρατηρήσουμε ότι κάποιοι πόλεμοι ήταν αναγκαίοι. Ο Μωϋσής ζούσε αυτοεξόριστος στην έρημο της γης Μαδιάμ (βορειοδυτικά της Αραβικής Χερσονήσου, στην περιοχή του κόλπου της Άκαμπα). Από εκεί με θαυμαστή ενέργεια του Θεού (μέσω της βάτου της φλεγομένης και μη κατακαιομένης) κλήθηκε από τον Θεό να αναλάβει την ηγεσία των Ισραηλιτών και να τον οδηγήσει έξω από την Αίγυπτο. Το έργο αυτό ήταν εξαιρετικά δύσκολο. Διότι, έπρεπε να εμψυχώσει έναν λαό, που επί τέσσερις αιώνες καταδυναστεύονταν και εταλαιπωρείτο φρικτά από τουςΑιγυπτίους, να τον πείσει να τολμήσει την φυγή του από την χώρα της τυραννίας του και να βαδίσει ένα μακρύ δρόμο, μέσα από έρημο και εχθρικά έθνη, μέχρι την εγκατάσταση του στη δική του χώρα, στη χώρα των πατέρων του, στη γη Χαναάν. Ο Μωϋσής αποδείχθηκε ευφυέστατος, ικανότατος ηγέτης του λαού, αλλά και άνθρωπος μεγάλης πίστεως. Κατάφερε να ενώσει τις διάφορες σκορπισμένες φυλές και να τους δημιουργήσει την συνείδηση της εθνικής ενότητας. Να έχει την ίδια πίστη, στον ίδιο Θεό, τον Θεό των Πατέρων9 του (Εξ.γ΄6 και ιγ΄ 15-16) και με κοινή νομοθεσία δοσμένη από τον Θεό. Το ιστορικό αίτημα του υπόδουλου Ισραηλιτικού λαού, για συνένωση των διαφόρων φυλών του, αποτίναξη του ζυγού των Αιγυπτίων και επιστροφή του λαού στα πάτρια εδάφη, ανήγαγε τον Γιαχβέ καταχρηστικώς σε «Θεό του Ισραήλ»10 τον δε Ισραηλιτικό λαό σε «λαό του θεού» (βλ. Εξ γ΄ 6-7, ή 8 – 12 Κ2 κ.α). Είναι ο Γιαχβέ ο θεός που είδε την κάκωση του λαού του (βλ. Εξ γ΄7) και έστειλε τον Μωϋσή να τον βγάλει από την Αίγυπτο (Εξ.γ΄ 10).
9β) Οι πόλεμοι των Ισραηλιτών προς κατάκτηση της γης Χαναάν συνετέλεσαν, ώστε ο θεωρούμενος εθνικός τους Θεός και αόρατος αρχηγός τους, να προσλάβει πολεμικό χαρακτήρα, πράγμα που δεν είχε κατά την προηγούμενη Πατριαρχική εποχή. Έτσι οι πόλεμοι του Ισραήλ, χαρακτηρίζονται τώρα ως «πόλεμοι του Γιαχβέ» (βλ. Αριθμ. β14 και Α΄ Βασ. ιη΄17) και οι εχθροί του Ισραήλ χαρακτηρίζονται «εχθροί του Γιαχβέ» (βλ. Α΄Βασ. λ΄26). Όχι βεβαίως διότι ο θεός κάνει πολέμους και έχει εχθρούς. Διότι ο θεός δεν εχθρεύεται κανένα και είναι αγάπη. Αλλά, οι εκφράσεις αυτές λέγονται από τους Ισραηλίτες, από εθνική υπερηφάνεια και έχουν γίνει συνείδηση τους.
9γ) Ο θεός θεωρείται από τους Ισραηλίτες, ότι παρευρίσκεται αοράτως στις μάχες του, γι ΄αυτό η εκάστοτε νίκη αποδίδεται σ’ Αυτόν (βλ. Κριτ. ε΄ 4). Το χωρίο Εξ. ιε΄3, χαρακτηρίζει με υπερηφάνεια τον Γιαχβέ «άνδρα πολέμου» το δε χωρίο Εξ. ζ΄4, χαρακτηρίζει τον Ισραηλιτικό στρατό «στρατό του Γιαχβέ». Επίσης λόγω της θεωρούμενης παρουσίας του Γιαχβέ και το στρατόπεδο έπρεπε να είναι καθαρό από κάθε μολυσμό (βλ.Αριθμ. ε΄1 εξ.). Επίσης οι πολεμιστές υποβάλλονταν σε καθαρμούς. Κατά το χωρίο Α΄ Βασ. ιδ΄ 24, του πολέμου προηγείτο νηστεία και όλο το διάστημα του πολέμου, οι πολεμιστές απέφευγαν κάθε τι που θα τους μόλυνε (βλ. Β΄Βασ. ια΄10,11).
9δ) Όλες οι παραπάνω εκφράσεις « Θεός του Ισραήλ», «λαός του Θεού», «πόλεμος του Γιαχβέ»,«εχθρός του Γιαχβέ» είναι ανθρωπομορφικές εκφράσεις, που χρησιμοποιούνται από τους Ισραηλίτες μια ορισμένη περίοδο, την περίοδο που το Ισραήλ επιστρέφει από την Αίγυπτο και κατακτά σταδιακά την γη της επαγγελίας. Όλα τα παραπάνω πρέπει να ιδωθούν κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες που έγιναν. Δεν μπορούν να γενικευθούν για όλες τις εποχές. Είναι εκφράσεις που λέγονται από τον ισραηλιτικό λαό «καταχρηστικώς» για μια εμπόλεμη περίοδο.

Χρήστος Σπ. Χριστοδούλου
Αθήνα 16 – 3- 2012
απόσπασμα από ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

πηγή:Αρχείο του περιοδικού "Λόγος και Αντίλογος"

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...