/*--

Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013

ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΕΡΜΗΝΕΙΙΑ ΤΗΣ ΓΕΝΕΣΕΩΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

  
Ας δούμε πως επισημαίνονται κάποιες έννοιες στο θεόπνευστο έργο του Μεγάλου Βασιλείου «Εξαήμερος»:

􀃗 «᾿Εν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεός. Τὰ ἀπὸ χρόνου ἀρξάμενα πᾶσα ἀνάγκη καὶ ἐν χρόνῳ συντελεσθῆναι. Εἰ ἀρχὴν ἔχει χρονικὴν, μὴ ἀμφιβάλῃς περὶ τοῦ τέλους». Δηλ. το «Εις την αρχή δημιούργησε ο Θεός» μας γνωστοποιεί χρονική έναρξη, άρα μας προαναγγέλει συγχρόνως την ύπαρξη τέλους.

􀃗 «᾿Εν ἀρχῇ ἐποίησεν, ἐπειδὴ ἀμερές τι καὶ ἀδιάστατον ἡ ἀρχή. ῾Ως γὰρ ἡ ἀρχὴ τῆς ὁδοῦ οὔπω ὁδὸς, καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς οἰκίας οὐκ οἰκία, οὕτω καὶ ἡ τοῦ χρόνου ἀρχὴ οὔπω χρόνος, ἀλλʹ οὐδὲ μέρος αὐτοῦ τὸ ἐλάχιστον». Δηλ. η αρχή λαμβάνεται μηδενικού μήκους, σαν ένα μαθηματικό σημείο, που είναι αδιάστατο.

􀃗 «῏Ην γάρ τι, ὡς ἔοικεν, καὶ πρὸ τοῦ κόσμου τούτου, ὃ τῇ μὲν διανοίᾳ ἡμῶν ἐστὶ θεωρητὸν, ἀνιστόρητον δὲ κατελείφθη, διὰ τὸ τοῖς εἰσαγομένοις ἔτι καὶ νηπίοις κατὰ τὴν γνῶσιν ἀνεπιτήδειον». Δηλ. πέρα από τα περιγραφόμενα του κόσμου τούτου δημιουργήματα, υπήρχε και κάποια άλλη (πνευματική) δημιουργία, η οποία δεν ιστορήθηκε στην Γένεση, για την νηπιότητα του τότε κόσμου.

􀃗 «῞Ινα οὖν δειχθῇ ὅτι ὁ κόσμος τεχνικόν ἐστι κατασκεύασμα, προκείμενον πᾶσιν εἰς θεωρίαν, ὥστε διʹ αὐτοῦ τὴν τοῦ ποιήσαντος αὐτὸν σοφίαν ἐπιγινώσκεσθαι, οὐκ ἄλλῃ τινὶ φωνῇ ἐχρήσατο ὁ σοφὸς Μωϋσῆς περὶ αὐτοῦ, ἀλλʹ εἶπεν, ᾿Εν ἀρχῇ ἐποίησεν∙ οὐχὶ ἐνήργησεν, οὐδὲ ὑπέστησεν, ἀλλὰ ᾿Εποίησεν.» Δηλ. Ο κόσμος είναι τεχνικό κατασκεύασμα προς δόξαν του δημιουργού του, δηλ. του Θεού, γιαυτό και ο Μωϋσής δεν είπε για τον Θεό ότι ενήργησε ή έδωσε υπόσταση, αλλά εδημιούργησε.

􀃗 «…ὅτι ἀνάγκη μεταποιηθῆναι τὸν κόσμον, εἰ μέλλοι καὶ ἡ τῶν ψυχῶν κατάστασις πρὸς ἕτερον εἶδος ζωῆς μεταβάλλειν. ῞Ωσπερ γὰρ ἡ παροῦσα ζωὴ συγγενῆ ἔσχε τοῦ κόσμου τούτου τὴν φύσιν∙ οὕτω καὶ ἡ μέλλουσα τῶν ψυχῶν ἡμῶν διαγωγὴ οἰκείαν τῇ καταστάσει ὑποδέξεται τὴν λῆψιν. Οἱ δὲ τοσοῦτον ἀπέχουσιν ὡς ἀληθέσι τούτοις προσέχειν, ὥστε καὶ πλατὺν γέλωτα καταχέουσιν ἡμῶν περὶ συντελείας τοῦ κόσμου τούτου καὶ παλιγγενεσίας αἰῶνος ἀπαγγελλόντων.» Δηλ. «Είναι ανάγκη να μεταποιηθεί ο κόσμος, εάν πρόκειται και η των ψυχών κατάστασις να μεταβληθεί προς άλλο είδος ζωής. Διότι όπως η παρούσα ζωή είχε την φύση της σε συγγένεια με τον κόσμο αυτό, έτσι και η μέλλουσα στην οποία θα διαβιούν οι ψυχές, θα μετάσχει στην οικεία με αυτήν κατάσταση». Ώστε είναι για γέλια οι θεωρίες για αέναο ανακύκλωση του Σύμπαντος, αφού η μελλοντική μας κατάσταση θα είναι πνευματική, και το υλικό Σύμπαν δεν μπορεί παρά να προσαρμοστεί στη νέα αυτή κατάσταση. (Τα προηγηθέντα είναι αποσπάσματα από την α΄ ομιλία).

􀃗 «᾿Εποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν∙ οὐκ ἐξ ἡμισείας ἑκάτερον, ἀλλʹ ὅλον οὐρανὸν καὶ ὅλην γῆν, αὐτὴν τὴν οὐσίαν τῷ εἴδει συνειλημμένην». Ο ουρανός δηλ. και η γη είναι της αυτής ουσίας, από τα ίδια υλικά συστατικά, και έγιναν πλήρη, χωρίς να τους λείπει κάτι.

􀃗 «᾿Εγένετο οὖν ἑσπέρα, καὶ ἐγένετο πρωΐ. Τὸ ἡμερονύκτιον λέγει. Καὶ οὐκέτι προσηγόρευσεν, ἡμέρα καὶ νὺξ, ἀλλὰ τῷ ἐπικρατοῦντι τὴν πᾶσαν προσηγορίαν ἀπένειμε». Δηλ. η έκφραση «έγινε εσπέρα και έγινε πρωί» υποδηλώνει το 24ωρο, το οποίο συνολικά ονομάζεται «ημέρα».

􀃗 «῝Ο δὴ καὶ τοῦ αἰῶνος ἴδιον, εἰς ἑαυτὸν ἀναστρέφειν, καὶ μηδαμοῦ περατοῦσθαι. Διὰ τοῦτο τὴν κεφαλὴν τοῦ χρόνου οὐχὶ πρώτην ἡμέραν, ἀλλὰ μίαν ὠνόμασεν∙ ἵνα καὶ ἐκ τῆς προσηγορίας τὸ συγγενὲς ἔχῃ πρὸς τὸν αἰῶνα…» Και «…῞Ωστε κἂν ἡμέραν εἴπῃς, κἂν αἰῶνα, τὴν αὐτὴν ἐρεῖς ἔννοιαν. Εἴτε οὖν ἡμέρα ἡ κατάστασις ἐκείνη λέγοιτο, μία ἐστὶ καὶ οὐ πολλαί∙ εἴτε αἰὼν προσαγορεύοιτο, μοναχὸς ἂν εἴη καὶ οὐ πολλοστός. ῞Ινα οὖν πρὸς τὴν μέλλουσαν ζωὴν τὴν ἔννοιαν ἀπαγάγῃ, μίαν ὠνόμασε τοῦ αἰῶνος τὴν εἰκόνα, τὴν ἀπαρχὴν τῶν ἡμερῶν, τὴν ὁμήλικα τοῦ φωτὸς, τὴν ἁγίαν Κυριακὴν, τὴν τῇ ἀναστάσει τοῦ Κυρίου τετιμημένην. ᾿Εγένετο οὖν ἑσπέρα, φησὶ, καὶ ἐγένετο πρωΐ, ἡμέρα μία.»

Σπαιδαιότατο αυτό το απόσπασμα διότι καθορίζει ότι το βάρος πέφτει στο «μία» και στην αλληγορική προσημείωση της Κυριακής, και όχι στο ακριβές σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα μήκος του χρόνου της «μίας ημέρας». Η μία ημέρα μπορεί να είναι και ένας αιών, οποιασδήποτε “διαρκείας”, μη σχετιζομένης με την τρέχουσα έννοια του χρόνου, πάντως ένας, και όχι πρώτος, και όχι πολλοί αιώνες, ούτε πρώτη ημέρα, (αν και είναι και πρώτη, αλλά αυτό δεν βαρύνει – σχεδόν δεν μετράει!), ούτε πολλές ημέρες!! Από αυτό το εδάφιο προκύπτει ότι η Δημιουργία δεν έτρεχε τότε μέσα σε χρόνο γραμμικά ανάλογο του συμβατικού χρόνου έτσι όπως τον υπολογίζουμε τώρα. Επομένως είναι χωρίς νόημα να μιλάμε για δισεκατομμύρια χρόνια ή μόνο για δευτερόλεπτα διάρκεια, διότι ο χρόνος τότε όποιος και να ήταν δεν ήταν μια γραμμική επέκταση προς τα πίσω του σημερινού! Και πράγματι αφού πέρασαν πολλοί αιώνες από τότε που το επισημαίνει αυτό ο Μέγας Βασίλειος, η Φυσική άρχισε να καταλαβαίνει ότι ο χρόνος είναι και αυτός μια διάσταση του κόσμου μας, και ότι αυξομειώνεται μάλιστα η ροή του σε σχέση με τις μάζες και τα πεδία των δυνάμεων, και βέβαια όχι κατ’ ανάγκην γραμμικά και σε αναλογία με τη σημερινή κατάσταση. Εδώ ας θυμηθούμε τις καμπύλες του χρόνου που προσπαθούσε να επιλύσει ο Αϊνστάιν μέσω του Έλληνα δασκάλου του, Κ. Καραθεοδωρή, στον οποίο έγραφε: «…Αν θέλετε να μπείτε στον κόπο να μου εκθέσετε επιπλέον και τους κανονικούς μετασχηματισμούς, θα βρείτε σε μένα έναν ευγνώμονα και ευσυνείδητο ακροατή. Αν, όμως, λύσετε το πρόβλημα των κλειστών γραμμών του χρόνου, θα σταθώ μπροστά σας με τα χέρια σταυρωμένα...!» (Γράμμα του Αϊνστάϊν προς τον Καραθεοδωρή, που βρήκε η κόρη του τελευταίου). Γνωσιολογικά οι καμπύλες του Αϊνστάιν μας βοήθησαν. Δεν έχουν νόημα όμως για την αιωνιότητα για την οποία οι θεοφόροι Πατέρες μιλούν εξίσου (αδιάφορα) σαν 8η ημέρα, ή σαν μελλοντικό αιώνα. Και στην «μία» ημέρα δεν υπάρχει η δυνατότητα ανάλογης χρονομέτρησης, με το χρόνο που μετράμε τώρα. Υπάρχει όμως, όπως και για τις άλλες ημέρες, χρόνος με απροσδιόριστη για τα σημερινά δεδομένα ροή, και υπάρχει η αντιστοίχηση σε κατάσταση φωτεινή (ημέρας) και σκοτεινή (νυκτός), παρ’ ότι δεν υπήρχε ακόμη ήλιος!: «᾿Εγένετο ἑσπέρα, καὶ ἐγένετο πρωΐ, ἡμέρα μία.» Όπως εξηγεί και ο θαυμάσιος Ανδρέας ο δια Χριστόν σαλός, το πρώτο δημιούργημα του Θεού υπήρξε ο χρόνος (οι αιώνες). Διότι τα «γεγονότα» της κτίσεως έπρεπε να γίνουν μέσα σε χρόνο. Αν όμως έτσι τίθεται το θέμα του χρόνου από την αρχή της δημιουργίας, τότε πως μετράμε, στην Εκκλησία, έτη από κτίσεως Κόσμου; Η έκφραση αυτή, πράγματι, πρέπει να θεωρείται ότι σημαίνει όχι από τότε που άρχισε να κτίζεται ο Κόσμος, αλλά από τότε που συμπληρώθηκε η δημιουργία με τους πρωτοπλάστους, δηλ. «από Αδάμ» κατά ακριβέστερη έκφραση. Κατά το ίδιο σκεπτικό, οι επτά ημέρες της Δημιουργίας, είναι μεν πλήρως αντίστοιχες στις σημερινές ημέρες, δηλ. έχουν εσπέρας, πρωί κλπ, αλλά χωρίς να υπάρχει γνωστή “διάρκεια” κατά την τωρινή αντίληψη του χρόνου, σ’αυτές τουλάχιστον που δημιουργήθηκαν πριν τον ήλιο, και ιδιαίτερα στην «μία». (Αποσπάσματα από την β΄ ομιλία).

􀃗 «Καὶ εἶπεν ὁ Θεός∙ γενηθήτω στερέωμα ἐν μέσῳ τοῦ ὕδατος, καὶ ἔστω διαχωρίζον ἀνὰ μέσον ὕδατος καὶ ὕδατος. Καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸ στερέωμα∙ καὶ διεχώρισεν ὁ Θεὸς ἀνὰ μέσον τοῦ ὕδατος ὃ ἦν ὑποκάτω τοῦ στερεώματος, καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ ὕδατος τοῦ ἐπάνω τοῦ στερεώματος»… Και «…Μὴ παραδράμῃ δὲ ἡμᾶς μηδὲ ἐκεῖνο ἀπαρασήμαντον, ὅτι μετὰ τὸ προστάξαι τὸν Θεὸν, Γενηθήτω στερέωμα, οὐκ εἴρηται ἁπλῶς, καὶ ἐγένετο στερέωμα∙ ἀλλὰ, Καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸ στερέωμα∙ καὶ πάλιν, Διεχώρισεν ὁ Θεός». Εδώ μιλάει για ύδωρ επίγειο (ὑποκάτω τοῦ στερεώματος), και ύδωρ ουράνιο (ἐπάνω τοῦ στερεώματος), κάτι που τώρα και πειραματικά ξέρουμε ότι υπάρχει. Διότι ξέρουμε ότι υπάρχει γύρω από τη γη προστατευτικό στρώμα υδροξυλίων, δηλ. νερό χωρίς ένα υδρογόνο στο μόριό του, και επίσης παγωμένο νερό στους περισσότερους πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος, ακόμη και στη Σελήνη, σε αστεροειδείς, κλπ. Επίσης τονίζεται μετά το αρχικό πρόσταγμα «Γενηθήτω στερέωμα», η εργασία του Θεού για να πραγματοποιηθεί αυτό: «Καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸ στερέωμα» και «Διεχώρισεν ὁ Θεός». Άρα υποδηλώνεται κάποια ακολουθία ενεργειών, μετά το αρχικό πρόσταγμα, προκειμένου να ολοκληρωθούν οι εργασίες αυτές. Επομένως γίνεται φανερό ότι η δημιουργία εξελίσσεται σταδιακά μετά την πρώτη απόφαση του Θεού που προκάλεσε την δημιουργία της ύλης στο ξεκίνημα του χρόνου (εν αρχή εποίησεν ο Θεός), και της πραγμάτωσης των διαστάσεων του χώρου (τον Ουρανόν και την Γην), αν και ενδιάμεσα λαμβάνονται και άλλες θεμελιώδεις αποφάσεις από τον Θεό (γενηθήτω στερέωμα κλπ). Μοιάζει αυτό με τον κατασκευαστή οικείας, που αφού σχεδίασε και κατασκεύασε τον σκελετό της οικοδομής, συνεχίζει να παίρνει αποφάσεις για το τι ξύλα θα χρησιμοποιήσει σε πατώματα και ταβάνια, με τι μάρμαρα θα επενδύσει τις όψεις κλπ, και έτσι σταδιακά ολοκληρώνει το έργο. (Αποσπάσματα από την γ΄ ομιλία).

􀃗 «Καὶ εἶπεν ὁ Θεὸς, συναχθήτω τὰ ὕδατα εἰς συναγωγὴν μίαν, καὶ ὀφθήτω ἡ ξηρά. Οὐκ εἶπε, καὶ ὀφθήτω ἡ γῆ, ἵνα μὴ πάλιν αὐτὴν ἀκατάσκευον ἐπιδείξῃ, πηλώδη οὖσαν, καὶ ἀναμεμιγμένην τῷ ὕδατι, οὔπω τὴν οἰκείαν ἀπολαβοῦσαν μορφὴν οὐδὲ δύναμιν. ῾Ομοῦ δὲ, ἵνα μὴ τῷ ἡλίῳ τὴν τοῦ ἀναξηραίνειν τὴν γῆν αἰτίαν προσθῶμεν, πρεσβυτέραν τῆς τοῦ ἡλίου γενέσεως τὴν ξηρότητα τῆς γῆς ὁ δημιουργὸς παρεσκεύασεν». Δηλ. ο Θεός είπε να φανεί η ξηρά και όχι η γη. Αφ’ ενός για να μην νομισθεί ότι ανακατασκευάζεται γη, αφ’ ετέρου δε για να μην θεωρηθεί ότι ευθύνεται ο ήλιος για την ξηρότητα της γης, διότι ο ήλιος δεν είχε ακόμη κατασκευασθεί. (Απόσπασμα από την δ΄ ομιλία).

􀃗 «Καὶ εἶπεν ὁ Θεός∙ βλαστησάτω ἡ γῆ βοτάνην χόρτου, σπεῖρον σπέρμα κατὰ γένος, καὶ ξύλον κάρπιμον ποιοῦν καρπὸν κατὰ γένος, οὗ τὸ σπέρμα αὐτοῦ ἐν αὐτῷ.» Και «῾Η γὰρ τότε φωνὴ, καὶ τὸ πρῶτον ἐκεῖνο πρόσταγμα, οἷον νόμος τις ἐγένετο φύσεως, καὶ ἐναπέμεινε τῇ γῇ, τὴν τοῦ γεννᾶν αὐτῇ καὶ καρποφορεῖν δύναμιν εἰς τὸ ἑξῆς παρεχόμενος. Βλαστησάτω ἡ γῆ. Πρῶτόν ἐστιν ἐν τῇ γενέσει τῶν φυομένων ἡ βλάστησις∙ ἔπειτα, ὅταν προκύψῃ μικρὸν τὰ βλαστήματα, βοτάνη γίνεται∙ εἶτʹ ἐπειδὰν αὐξηθῇ, χόρτος ἐστὶ, κατὰ μικρὸν διαρθρουμένων τῶν φυομένων, καὶ μέχρι τῆς ἐπὶ τὸ σπέρμα τελειώσεως προϊόντων». Δηλ. ο Θεός είπε να βλαστήσει η γη βοτάνη από χόρτα, και έπειτα σταδιακά να αυξηθεί το κάθε φυτό, μέχρι να αποδώσει καρπό. Το πρόσταγμα αυτό υπήρξε νόμος, για να ανακυκλώνεται η ζωή στον φυτικό κόσμο. «…᾿Επειδή τινες οἴονται τὸν ἥλιον αἴτιον εἶναι τῶν ἀπὸ τῆς γῆς φυομένων, τῇ ὁλκῇ τοῦ θερμοῦ πρὸς τὴν ἐπιφάνειαν τὴν ἐκ τοῦ βάθους δύναμιν ἐπισπώμενον, διὰ τοῦτο πρεσβυτέρα τοῦ ἡλίου ἡ περὶ γῆν διακόσμησις∙ ἵνα καὶ τοῦ προσκυνεῖν τὸν ἥλιον, ὡς αὐτὸν τὴν αἰτίαν τῆς ζωῆς παρεχόμενον, οἱ πεπλανημένοι παύσωνται».
Δια της «Γενέσεως» ο Θεός παρέδωσε στον Μωϋσή ένα βιβλίο αναιρετικό των πλανών και κακοδοξιών του αρχαίου κόσμου, όπως πχ της λατρείας του ήλιου σαν πηγής της ζωής, την οποία καταργεί η συνεχής αναφορά της Γενέσεως στα δημιουργικά προστάγματα: «Είπεν ο Θεός και εγένετο …». Αναιρετικό της ηλιολατρείας είναι και το ότι η ξηρά καθώς και η βλάστηση έγιναν πριν από τον ήλιο. Αλλά και πολλές μεταγενέστερες πλάνες καταπολεμούνται από τα θεόπνευστα λόγια του Μωϋσή στην Γένεση. Η φράση «βλαστησάτω ἡ γῆ βοτάνην χόρτου, σπεῖρον σπέρμα κατὰ γένος» αποκαλύπτει σε κάθε φιλόθεο, ότι τα γένη του φυσικού κόσμου και όπως θα δούμε πιο κάτω και του ζωϊκού, δημιουργήθηκαν όχι εξελικτικά, κατά τους Δαρβινιστές, αλλά με το πρόσταγμα του Θεού. Η προσαρμοστικότητα σε εναλλαγή συνθηκών δεν προκαλεί καινούργια γένη, και δεν έχει σχέση με την κατά τον Δαρβίνο εξέλιξη. (Αποσπάσματα από την ε΄ ομιλία).

􀃗 «Καὶ εἶπεν ὁ Θεός∙ γενηθήτωσαν φωστῆρες ἐν τῷ στερεώματι τοῦ οὐρανοῦ εἰς φαῦσιν ἐπὶ τῆς γῆς, ὥστε διαχωρίζειν ἀνὰ μέσον τῆς ἡμέρας καὶ ἀνὰ μέσον τῆς νυκτός». Και «…Εἰς φαῦσιν, φησὶν, ἐπὶ τῆς γῆς. Εἰ προειλήφει τοῦ φωτὸς ἡ γένεσις, πῶς νῦν ὁ ἥλιος πάλιν εἰς φαῦσιν λέγεται γεγονέναι»; «…῎Εστι δὲ οὐδὲν μαχόμενον τοῦτο τοῖς περὶ τοῦ φωτὸς εἰρημένοις. Τότε μὲν γὰρ αὐτὴ τοῦ φωτὸς ἡ φύσις παρήχθη∙ νῦν δὲ τὸ ἡλιακὸν τοῦτο σῶμα ὄχημα εἶναι τῷ  πρωτογόνῳ ἐκείνῳ φωτὶ παρεσκεύασται. ῾Ως γὰρ ἄλλο τὸ πῦρ, καὶ ἄλλο ὁ λύχνος∙ τὸ μὲν τὴν τοῦ φωτίζειν δύναμιν ἔχον, τὸ δὲ παραφαίνειν τοῖς δεομένοις πεποιημένον∙…» Το πρωτόγονο φως που δημιουργήθηκε κατά την «μία» ημέρα είναι της αυτής ουσίας με τους φωστήρες, οι οποίοι έγιναν τώρα το όχημά του, διευκρινίζει σαν σύγχρονος αστροφυσικός ο Μέγας Βασίλειος. Ή μάλλον φαίνεται πως εδώ δεν ξέφυγε από την αλήθεια η σύγχρονη επιστήμη! (Αποσπάσματα από την στ΄ ομιλία).
􀃗 «Καὶ εἶπεν ὁ Θεὸς, ἐξαγαγέτω τὰ ὕδατα ἑρπετὰ ψυχῶν ζωσῶν κατὰ γένος, καὶ πετεινὰ πετόμενα κατὰ τὸ στερέωμα τοῦ οὐρανοῦ κατὰ γένος». Και «…᾿Εξαγαγέτω τὰ ὕδατα κατὰ γένος. ῞Ετερον γένος τὸ κητῶδες, καὶ τὸ τῶν λεπτῶν ἰχθύων ἕτερον. Πάλιν ἐν τοῖς ἰχθύσι μυρίαι διαφοραὶ κατὰ γένη διῃρημέναι∙ ὧν καὶ ὀνόματα ἴδια, καὶ τροφὴ παρηλλαγμένη, καὶ σχῆμα καὶ μέγεθος καὶ σαρκῶν ποιότητες, πάντα μεγίσταις διαφοραῖς ἀλλήλων κεχωρισμένα, καὶ ἐν ἑτέροις καὶ ἑτέροις εἴδεσι καθεστῶτα…» Τα γένη και εδώ όπως και στον φυσικό κόσμο δημιουργούνται αμέσως, με το πρόσταγμα του Θεού, και όχι κατόπιν εξελίξεως ή τυχαίας μεταβολής. (Αποσπάσματα από την ζ΄ ομιλία).

􀃗 «Καὶ εἶπεν ὁ Θεὸς, ἐξαγαγέτω ἡ γῆ ψυχὴν ζῶσαν κατὰ γένος, τετράποδα καὶ ἑρπετὰ καὶ θηρία κατὰ γένος. Καὶ ἐγένετο οὕτως. ῏Ηλθε τὸ πρόσταγμα ὁδῷ βαδίζον, καὶ ἀπέλαβε καὶ ἡ γῆ τὸν ἴδιον κόσμον. ᾿Εκεῖ, ᾿Εξαγαγέτω τὰ ὕδατα ἑρπετὰ ψυχῶν ζωσῶν∙ ὧδε, ᾿Εξαγαγέτω ἡ γῆ ψυχὴν ζῶσαν. ῎Εμψυχος ἄρα ἡ γῆ; καὶ χώραν ἔχουσιν οἱ ματαιόφρονες Μανιχαῖοι, ψυχὴν ἐντιθέντες τῇ γῇ; Οὐκ ἐπειδὴ εἶπεν, ᾿Εξαγαγέτω, τὸ ἐναποκείμενον αὐτῇ προήνεγκεν, ἀλλʹ ὁ δοὺς τὸ πρόσταγμα, καὶ τὴν τοῦ ἐξαγαγεῖν αὐτῇ δύναμιν ἐχαρίσατο. Οὔτε γὰρ ὅτε ἤκουσεν ἡ γῆ, Βλαστησάτω βοτάνην χόρτου καὶ ξύλον κάρπιμον, κεκρυμμένον ἔχουσα τὸν χόρτον ἐξήνεγκεν∙ οὐδὲ τὸν φοίνικα, ἢ τὴν δρῦν, ἢ τὴν κυπάρισσον κάτω που ἐν ταῖς λαγόσιν ἑαυτῆς ἀποκεκρυμμένα ἀνῆκε πρὸς τὴν ἐπιφάνειαν∙ ἀλλʹ ὁ θεῖος λόγος φύσις ἐστὶ τῶν γινομένων. Βλαστησάτω ἡ γῆ∙ οὐχ ὅπερ ἔχει προβαλλέτω, ἀλλʹ ὃ μὴ ἔχει κτησάσθω, Θεοῦ δωρουμένου τῆς ἐνεργείας τὴν δύναμιν». Η γη δεν έχει κρυμμένη μέσα της τη δύναμη να παράγει έμψυχα, λέγει εδώ ο Μέγας, αληθινά, Βασίλειος, ούτε καν φυτά, αλλά το πρόσταγμα του Θεού εχάρισε αυτή τη δύναμη, και επομένως δεν έχει ψυχή η γη όπως έλεγαν οι Μανιχαίοι και οι πανθεϊστές όμοιοί τους. (Απόσπασμα από την η΄ ομιλία).

􀃗 «Καὶ γὰρ οὐκ ἐπαισχύνομαι τὸ εὐαγγέλιον. Οὐδὲ ἐπειδὴ οἱ τὰ περὶ κόσμου γράψαντες πολλὰ περὶ σχημάτων γῆς διελέχθησαν, εἴτε σφαῖρά ἐστιν, εἴτε κύλινδρος, εἴτε καὶ δίσκῳ ἐστὶν ἐμφερὴς ἡ γῆ, καὶ ἐξίσου πάντοθεν ἀποτετόρνευται, ἢ λικνοειδής ἐστι, καὶ μεσόκοιλος (πρὸς πάσας γὰρ ταύτας τὰς ὑπονοίας οἱ τὰ περὶ τοῦ κόσμου γράψαντες ὑπηνέχθησαν, τὰ ἀλλήλων ἕκαστος καταλύοντες), οὐ παρὰ τοῦτο προαχθήσομαι ἀτιμοτέραν εἰπεῖν τὴν ἡμετέραν κοσμοποιίαν, ἐπειδὴ οὐδὲν περὶ σχημάτων ὁ τοῦ Θεοῦ θεράπων Μωϋσῆς διελέχθη, οὐδὲ εἶπε δέκα καὶ ὀκτὼ μυριάδας σταδίων τὸ περίμετρον ἔχειν τῆς γῆς∙ καὶ τὸ ἀπʹ αὐτῆς σκίασμα, ἐν τῇ ὑπὸ γῆν τοῦ ἡλίου κινήσει, ἐπὶ πόσον χωρεῖ τοῦ ἀέρος οὐ διεμέτρησε∙ καὶ πῶς τοῦτο τῇ σελήνῃ προσενεχθὲν τὰς ἐκλείψεις ποιεῖ. ᾿Επειδὴ τὰ μηδὲν πρὸς ἡμᾶς ὡς ἄχρηστα ἡμῖν ἀπεσιώπησεν∙ ἆρα τούτου ἕνεκεν ἀτιμότερα ἡγήσομαι τῆς μωρανθείσης σοφίας τὰ τοῦ Πνεύματος λόγια; ἢ μᾶλλον δοξάσω τὸν μὴ ἀπασχολήσαντα τὸν νοῦν ἡμῶν ἐπὶ τὰ μάταια, ἀλλὰ πάντα εἰς οἰκοδομὴν καὶ καταρτισμὸν τῶν ψυχῶν ἡμῶν γραφῆναι οἰκονομήσαντα;…»
Εδώ μας αποκαλύπτει ο Μέγας Βασίλειος τις πολλές γνώσεις που είχε περί των διαφόρων θεωριών για το σχήμα και το μέγεθος της Γης. Και όμως τις παρακάμπτει δια να μη γεμίσει το νου των ακροατών του με μάταια πράγματα, όπως λέγει. Δεν αγνοεί όμως τη θεωρία του σφαιρικού σχήματος της Γης, ούτε ότι η περίμετρος της Γης υπολογιζόταν τότε σε περ. 18 μυριάδες =180.000 στάδια ή 33,5 εκατ. μέτρα, έναντι των περ. 40 εκ. μέτρων που γνωρίζομε σήμερα! Γιατί έπρεπε να κινηθεί από τους παπικούς η Ιερά Εξέταση εναντίον του Γαλιλαίου και του Κοπέρνικου, αφού πολλούς αιώνες ενωρίτερα βασικά σημεία της θεωρίας τους ήταν γνωστά, και ο τρόπος της επιστημονικής σκέψεως ήταν ελεύθερος, όπως βλέπομε και από τον τρόπο που διεξέρχεται το θέμα ο Μέγας Βασίλειος; Αν διάβαζαν οι παπικοί του Μεσαίωνα (αλλά και οι σημερινοί) τα συγγράμματα των Πατέρων της Εκκλησίας δεν θα έπεφταν σε ολέθριες γκάφες! (Απόσπασμα από την θ΄ ομιλία). -

 ΛΕΟΝΤΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ -

πηγή : www.imdleo.gr

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...