/*--

Τρίτη, 8 Οκτωβρίου 2013

Eπί τῇ ἑορτῇ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου

   
«Ὑπέρ φύσιν ὑποκύπτεις, τοῖς τῆς φύσεως νόμοις»
(Α´ Ὠδή, α´ κανόνος ἑορτῆς Κοιμήσεως)

Παρόλο πού ἡ Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου καί Θεοτόκος ὑπη-ρέτησε ὅλα τά ὑπερφυῆ γεγονότα τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ ἀπό τήν Γέννηση ἕως καί τήν Ἀνάστασή Του, τή θεία Ἀνάληψη καί στό Ὑπερῶο τῆς Πεντηκοστῆς, ὑπέκυψε ὡς ἄνθρωπος στούς νόμους τῆς φύσεως καί δέχθηκε τό «τελευταῖον ἐπ᾽ αὐτῇ μυστήριον» (Ἰδιομ. Λιτῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως), δηλ. τό σωματικό θάνατο. Ἔλαβε ἐξ οὐρανοῦ τήν πληροφορία τοῦ θανάτου της, προετοιμάστηκε καί κάλεσε τούς συγγενεῖς καί τούς ἱερούς Ἀποστόλους ἐκ τῶν περάτων τῆς γῆς, τούς εὐλόγησε, τούς ἀποχαιρέτησε, εὐπρέπισε τό νεκρικό κρεββάτι, σχημάτισε τό σῶμα της καί εὐχαρίστως δέχθηκε τήν ἀποχώρηση ἀπ᾽ αὐτό τόν κόσμο γιά νά κατοικήσει στόν ἄλλο, στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.Παρέλαβε τήν παναγία της ψυχή ὁ ἴδιος ὁ Υἱός καί Θεός της, περιστοιχούμενος ὑπό πλήθους οὐρανίων δυνάμεων. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός προσέλαβε τή Μητέρα Του, ἐπειδή ἦταν ἡ Μητέρα πού τοῦ χάρισε τήν ἐπίγεια ζωή, γι᾽ αὐτό τώρα πρός τήν ἄλλη καί αἰώνια ζωή τή μετέστησε ὁ Ἴδιος, «ὁ μήτραν οἰκήσας ἀειπάρθενον».

Ἡ φθορά καί ἡ θνητότητα ὑπῆρχαν στήν Παναγία ὡς στοιχεῖα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καί μετά τόν Εὐαγγελισμό της. Ὁ ἱερός Δαμασκηνός γράφει, ὅτι ἔπρεπε νά ἀποβάλλει τή θνητότητα, γι᾽αὐτό πέρασε ἀπ᾽ τό θάνατο καί μετά ἀπ᾽ αὐτή τή διαδικασία νά ντυθεῖ τό ἄφθαρτο σῶμα καί νά ζήσει αἰώνια στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ἔτσι πέρασε ὡς γνήσιος καί ἀληθινός ἄνθρωπος ὅλα τά γεώδη καί φθαρτά γεγονότα μέ τά στοιχεῖα τῆς φθορᾶς καί τῆς θνητότητας γιά νά πιστέψουν οἱ ἄνθρωποι, ὅτι δέν ἦταν ἡ ὕπαρξή της «φάντασμα» ἤ ἡ ζωή της «φασμαγωγία», γιά νά μήν ὑπερβάλλουν καί μυθοποιήσουν τό ἱερό της πρόσωπο προβάλλοντας τήν ἴδια ὡς «θεά», πράγμα πού θά ἐμπόδιζε τούς ἀνθρώπους νά πιστέψουν στή θεία ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ καί στό ἁγιαστικό Του ἔργο, τό ἔργο τῆς σωτηρίας μας. Ἔτσι ἀποφεύγομε τό δοκητισμό καί τόν μονοφυσιτισμό, τίς πιό ὕπουλες καί ἐπικίνδυνες μορφές θεωρητικῆς ἐκφιλοσόφησης τῆς πίστεως. Δυστυχῶς, στή Δύση ἔφτασαν νά μιλοῦν περί τοῦ Δόγματος τῆς Παναγίας σάν ἕνα ἄλλο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος. Γι᾽ αὐτό θά ἔχετε παρατηρήσει σέ εἰκόνες τῆς Ἁγίας Τριάδος ἀπεικονίζουν τήν Παναγία νά τήν στεφανώνει ἡ Ἁγία Τριάδα μέ βασιλικό στέμμα καί νά τήν ἀποδέχονται ὡς ἕνα ἄλλο μέρος. Εἶναι δυτικότροπη παράσταση ἐπηρεασμένη ἀπό τή διδασκαλία τῆς Δύσεως, κάτι πού δέν ἀποδέχεται ἡ Ἀνατολική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἀπό αὐτό καί μόνο τό γεγονός καταλαβαίνουμε πόσο ἀγωνίστηκαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες νά ἀποφύγουν τή νόθευση τῆς ἀμωμήτου πίστεως καί διδασκαλίας καί τήν ταύτιση τῆς ζωῆς καί τοῦ προσώπου τοῦ Ἰ. Χριστοῦ μέ τό πρόσωπο τῆς Παναγίας Μητέρας. Τά γεγονότα μποροῦν νά συνδέουν τά πρόσωπα, ὅμως εἶναι ἐντελῶς διαφορετικά. Συνδέονται μέν ἀλλά δέν ταυτίζονται.

Παρά ταῦτα, οἱ ἱεροί Ὑμνωδοί καί Πατέρες ἐκφράζουν θαυμασμό καί ἀπορία «πῶς καταπίῃ» ὁ θάνατος τήν Παρθένον, «πῶς ὁ ἅδης εἰσδέξεται» αὐτήν. Καί ἀπαντοῦν οἱ ἴδιοι Πατέρες, ὅτι ὅλα ἦταν ξένα καί ἀλλότρια πρός τή θεοφόρα ψυχή της. Ὁ θάνατος ἐπῆλθε δέν εἶχε καμία ἐξουσία πάνω της. Γι᾽ αὐτό ἄλλωστε φυσιολογικά καί ἁγιασμένα ἦταν ὅλα τά γεγονότα τῆς ζωῆς της, ἀκόμα καί ὁ θάνατος. Μέ τόν θάνατό Της, ἀποχωρίζεται, ὅπως ὅλοι οἱ Ἅγιοι, ὡς ἄνθρωπος μέ φυσικό τρόπο τό ἀκήρατο σῶμα της καί μέ ταφή νόμιμη καί κανονική κατεβαίνει στό μνῆμα, ὅπως ὅλοι οἱ θνητοί. Ὁ ἅγιος Μόδεστος Ἀρχιεπίσκοπος Ἱεροσολύμων ὑποστηρίζει πώς ἐνῶ τό σῶμα τῆς Παναγίας ὑπέκυψε στή φθορά καί κατέβηκε στό μνῆμα, προφυλάχθηκε, ὅμως, καί προστατεύθηκε ἀπό τόν Υἱό της ὡς Μητέρα τῆς ζωῆς τιμητικά, γι᾽ αὐτό τήν ἀπέκδυσε ἀπό τό φθαρτό σῶμα καί τήν ἔντυσε μέ τό ἄφθαρτο σῶμα. Αὐτό θά γίνει σέ κάθε ἄνθρωπο, ἀλλά στή Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου, γιά νά πάρομε ἔτσι τό ἄφθαρτο σῶμα πού θά κριθεῖ μαζί μέ τήν ψυχή μας, ἀφοῦ μαζί ἔπραξαν καί ἔζησαν τήν ἐπίγεια ζωή, καί νά λάβει τήν τελική ἀποκατάσταση καί ἡ ψυχή καί τό σῶμα.

Γιά τή Μητέρα τοῦ Κυρίου, ὅμως, δέν χρειάζεται ἡ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Υἱοῦ της, ἀφοῦ ἀπ᾽αὐτή ἐδῶ τή ζωή ἔζησε μέ τή ζωντανή παρουσία τοῦ Υἱοῦ της καί συνεχίζει νά ζεῖ αἰώνια καί νά συμβασιλεύει μέ τόν Υἱό καί Θεό Της Ἰησοῦ Χριστό. Γι᾽ αὐτό ψάλλομε: «Νικητικὰ μὲν βραβεῖα ἤρω, κατὰ τῆς φύσεως Ἁγνή, Θεὸν κυήσασα, ὅμως μιμουμένη δέ, τὸν ποιητήν σου καὶ Υἱόν, ὑπὲρ φύσιν ὑποκύπτεις, τοῖς τῆς φύσεως νόμοις· διὸ θνῄσκουσα, σὺν τῷ Υἱῷ ἐγείρῃ διαιωνίζουσα» (Α´ Ὠδή, α´ κανόνος ἑορτῆς Κοιμήσεως). Ἐδῶ πρέπει νά ὑπογραμμίσομε τή δογματική διαφορά πού εἶχε ὁ θάνατος τοῦ Ἰ. Χριστοῦ ἀπό τόν θάνατο τῆς Μητέρας Του. Ὁ θάνατος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἦταν ξένος πρός τή φύση Του. Δέν εἶχε σχέση μέ τή θεότητα, ἀλλά μέ τήν ἑκούσια γέννησή Του. Ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς δικῆς Του ἐπιλογῆς καί θελήσεως καί δέν ἀπέρρεε ἀπό τή φύση Του. Γι᾽ αὐτό ὁ Ἴδιος ἐπέλεξε καί τό Σταυρό Του καί τόν θάνατο καί μόνος ἀποφάσισε καί τό πῶς καί τό πότε θά πεθάνει, ἀφήνοντας πάνω στό Σταυρό τήν τελευταία λέξη, τό «τετέλεσθαι».

Ἡ Παναγία, ἀντίθετα, πληροφορεῖται, ὅπως ἄλλωστε καί οἱ Ἅγιοι, ἀπό τόν Ἰ. Χριστό τό θάνατό της γιά νά προετοιμασθεῖ, κάτι πού δέν εἶχε ἀνάγκη ὁ Χριστός. Ἐκείνη ὡς ἄνθρωπος συνοδεύεται ἀπό ἀνθρώπους καί ψάλλεται καί ξοδιάζεται, ὅπως λέμε μέχρι σήμερα, ἐνῶ ὁ Ἰησοῦς Χριστός στόν Σταυρό ἐκφράζει τό παράπονον «καί ἐμέ μόνον ἀφῆτε» (Ἰωάν, 16,32). Μόνος Του ἀκριβῶς γιατί δέν εἶχε ἀνάγκη ἀπό τούς μαθητές Του. Μόνος Του ἤπιε τό πικρό ποτήρι τοῦ θανάτου, μόνος Του ἔμεινε πάνω στό Σταυρό καί στόν Τάφο, καί μάλιστα ἐπί τρεῖς ἡμέρες, καί μόνος Του ἄνοιξε τό μνημεῖο καί ἀναστήθηκε. Αὐτά ὅλα μᾶς πείθουν περί τῆς οὐσιώδους διαφορᾶς τοῦ θανάτου τοῦ Ἰ. Χριστοῦ ἀπό τήν κοίμηση τῆς Παναγίας, ἀλλά καί τοῦ τρόπου τῆς ταφῆς τοῦ Κυρίου στό κενό μνημεῖο, πού ἔγινε ὁ Ζωοδόχος Τάφος καί παραμένει μέχρι καί σήμερα ἡ πηγή τῆς δικῆς μας Ἀναστάσεως, ἀπό τόν τάφο τῆς Παναγίας. Γι᾽ αὐτό δέν εἶναι δογματικά ἐπιβεβλημένο νά στολίζουμε τάφο στήν Παναγία, ὅπως πράττουμε γιά τόν Χριστό, οὔτε νά ψάλλομε παρόμοια ἐγκώμια τῆς Παναγίας, ὅπως ψάλλομε γιά τόν Ἰησοῦ Χριστό. Ἄλλο ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ καί ἡ ἀνάσταση καί ἡ αἰώνια ζωή καί ἄλλο ὁ θάνατος τῆς Παναγίας καί ἡ μετάστασή της, δηλαδή ἡ μετάθεση πρός τήν αἰώνια ζωή.

Καί πάλιν ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἐπιμένει, ὅτι πρέπει νά ἀποφεύγομε τίς συγκρίσεις καί τήν ἀπολυτοποίηση τῶν φυσικῶν γεγονότων τῆς ἐπίγειας ζωῆς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τῆς Παναγίας Θεοτόκου, γιά νά μήν παρερμηνεύομε καί συγχέομε τήν ξεκάθαρη διδασκαλία τῶν Πατέρων, σημειώνοντας χαρακτηριστικά: «Θεοῦ Μητέρα τήν παρθένον ταύτην γιγνώσκοντες, τήν ταύτης πανηγυρίζομεν Κοίμησιν, οὐ Θεόν ταύτην φημίζοντες· ἄπαγε τῆς ἑλληνικῆς τεθρείας τά τοιαῦτα μυθεύματα καί τόν θάνατον αὐτῆς καταγγέλομεν» (P.G. 86.3277B). Ὀφείλομε νά προσέχομε, ὥστε νά μή μυθοποιοῦμε τό ἱερό πρόσωπο τῆς Παναγίας καί νά τήν διαφημίζομε ὡς Θεό, δηλ. ὡς ὑπερφυσικό ἄνθρωπο. Ἡ Παναγία μας ἦταν καί ὅλοι τήν ἀναγνωρίζομε ὡς πραγματική Μητέρα τοῦ Θεοῦ καί ἀληθινή Ἀειπάρθενο. Ὅμως καί τόν θάνατό της ὀφείλομε νά πιστεύομε, νά ὁμολογοῦμε καί νά καταγγέλομε, ἀποφεύγοντας κάθε εἰδωλομανία καί εἰδωλοποίηση. Ἡ λατρεία ἀνήκει στόν Θεό, ἡ τιμή στήν Παναγία καί τούς Ἁγίους μας.Ἡ συνήθεια τοῦ Ἐπιταφίου καί τῶν Ἐγκωμίων στήν Κοίμηση τῆς Παναγίας προέρχεται ἀπό τήν Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων καί δή ἀπό τό Θεομητορικό μνῆμα τῆς Γεθσημανῆ. Ἐκεῖ ὡς κατεξοχήν χῶρος ὅπου ἔζησε καί ἐτάφη ἡ Παναγία, μποροῦν μέ περισσότερους ὕμνους καί ἐκδηλώσεις νά τιμοῦν τή μεγάλη αὐτή ἑορτή, μάλιστα δέ ὅταν τό περιβάλλον πού ζοῦν οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί, εἶναι μεταξύ ἀλλοεθνῶν καί ἀλλοθρήσκων. Στόν τόπο μας δέν ὑπῆρχε αὐτή ἡ λατρευτική συνήθεια, ἀλλά προῆλθε ἀπό τήν εὐλάβεια τῶν Προσκυνητῶν - Χατζήδων, οἱ ὁποῖοι τήν μετέφεραν ἐρχόμενοι ἀπό τούς Ἁγίους Τόπους.

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,

Ἡ Ἱερά Κοίμηση τῆς Παναγίας μᾶς διδάσκει τήν ἱερότητα τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, γιατί ἀπ᾽ τή γέννηση τοῦ ἀνθρώπου μέχρι καί τόν θάνατό του, ἡ ζωή του δοκιμάζεται, ἀλλά καί ἁγιάζεται.Ἀκόμα καί ὁ θάνατος εἶναι ἡ τελευταία εὐκαιρία στόν ἄνθρωπο νά προετοιμασθεῖ, νά συγχωρεθεῖ, νά ἐξομολογηθεῖ καί νά λάβει τό ἐφόδιο τῆς αἰωνιότητας, πού εἶναι ἡ θεία Κοινωνία. Νά ζήσει αἰώνια μέ τόν Χριστό. Ἡ ἱερότητα αὐτή ἐκφράζεται καί μέ τήν πάνδημη συμμετοχή στήν ἐξόδιο ἀκολουθία, μέ τήν ἀπόδοση τιμῶν καί ὕμνων καί ψαλμωδίας, γιατί ὁ ἄνθρωπος ἔχει τή μοναδική ἀξία, νά μοιάζει στό Θεό Δημιουργό Του καί νά ζεῖ ἀπ᾽ αὐτή τή ζωή μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, πού γίνεται ὅμως ἀφορμή καί γέφυρα γιά τήν ἄλλη. Ὁ θάνατος εἶναι κοινός καί ἀναπόφευκτος, ἀλλά καί ἀφορμή ἀναγέννησης καί συνέχισης στήν αἰώνια καί ἀληθινή ζωή, τήν ὁποία ἡ Παναγία μας ὡς Μητέρα τῆς ζωῆς ὑπόσχεται σέ ὅλα τά παιδιά της. Ἀρκεῖ ἐμεῖς νά μελετοῦμε τή ζωή μας, νά προσέχουμε τίς πράξεις καί τίς ἐπιλογές μας καί νά παρακαλοῦμε τήν Παναγία ὡς ἐγγυήτρια τῆς σωτηρίας μας. Καί ἐκείνη ὡς ἀληθινή Μητέρα καί Θεοτόκος θά πράξει τό ἱερό χρέος της, τό μητρικό καθῆκον της, γιά νά «σώζει ἀεί τήν κληρονομίαν» Της.

Ἱεράπετρα, Ἑορτή τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου 2012

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
† Ὁ Ἱεραπύτνης καί Σητείας ΕΥΓΕΝΙΟΣ

Ἄγκυρα
Ἐλπίδος

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...