/*--

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2013

Ἡ ζωή τῆς πρώτης Ἁγίας τῆς ΠΑΝΑΓΙΑΣ

   

Στό χῶρο τοῦ σύμπαντος, τό φαινόμενο τῆς ἔκλειψης τοῦ ἡλίου εἶναι κάτι πού συχνά συμβαίνει. Στό χῶρο τῆς χριστιανικῆς πίστης ὅμως ὑπάρχει ἕνας ἥλιος πού δέν γνωρίζει ἔκλειψη εἰς τόν αἰῶνα. Εἶναι ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης, ὁ Χριστός.

Μαζί Του λάμπει στούς αἰῶνες καί ὁ ἥλιος τῆς Παναγίας μητέρας Του. Καί δέν μπορεῖ νά μήν εἶναι Ἥλιος ἡ Παναγία μητέρα τοῦ Θεοῦ, “ἡ μετά Θεόν Θεός”, κατά τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο, καθώς εἶναι Ἐκείνη πού δέχθηκε μέσα της, ἐκύησε, ἐγέννησε, γαλακτοτρόφησε καί ἀνέθρεψε τόν νοητό Ἥλιο τῆς Δικαιοσύνης.Ἡ Θεοτόκος εἶναι ἥλιος ἁγνείας, παρθενίας, ὑπακοῆς, ὑπομονῆς, σιωπῆς, ἀγάπης, πίστης, σεμνότητος, καθαρότητας, διακριτικότητας,σωματικῆς καί ψυχικῆς ὡραιότητος. Ἥλιος καλοκαιρινός, δεκαπενταυγουστιάτικος, πού λαμπρύνει τό στερέωμα τοῦ οὐρανοῦ καί ἀποτελεῖ καύχημα καί κόσμημα τῶν χριστιανῶν. Ἄς δοῦμε σύντομα τή μοναδική ζωή αὐτῆς τῆς μοναδικῆς γυναῖκας. 

Κατά τό λεγόμενο, “πρωτευαγγέλιο” τοῦ Ἰακώβου τοῦ ἀδελφοθέου, ὁ ἱερέας Ματθάν,(23ος ἀπόγονος τοῦ Δαβίδ, κατά τόν γενεαλογικό πίνακα τοῦ Εὐαγγελιστῆ Ματθαίου), παντρεύτηκε τή Μαρία καί μαζί ἀπέκτησαν τόν Ἰακώβ, τόν πατέρα τοῦ Ἰωσήφ τοῦ μνήστοροςτῆς Παναγίας καί τρεῖς κόρες: 

Τή Μαρία, ἡ ὁποία γέννησε τή Σαλώμη τή μαία· Τή Σοβή, ἡ ὁποία γέννησε τήν Ἐλισάβετ τή μητέρα τοῦ Ἰωάννη τοῦ Προδρόμου καί τήν Ἄννα ἡ ὁποία γέννησε τή Μαρία τή μητέρα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Ἄννα (ἡ μνήμη της τιμᾶται στίς 25 Ἰουλίου), παντρεύτηκε σέ ἡλικία 20 ἐτῶν τόν τριαντάχρονο τότε Ἰωακείμ, (ἡ μνήμη του τιμᾶται στίς 9 Σεπτεμβρίου μαζί μέ τή σύζυγό του Ἄννα), ὁ ὁποῖος καταγόνταν ἀπό τή γενιά τοῦ Δαβίδ ὅπως κι ἐκείνη. Ὅμως πέρασαν 40 χρόνια ἔγγαμου βίου καί ὁ Ἰωακείμ καί ἡ Ἄννα δέν εἶχαν ἀποκτήσει παιδί. Ἡ ἀτεκνία στήν ἐποχή τους ἦταν μεγάλη ντροπή. Ἀλλά αὐτή τή ντροπή τήν ἔφερναν ἐπάνω τους καί οἱ δυό τους ἀγόγγυστα καί ἀδιαμαρτύρητα ἀπέναντι στόν Θεό. Ὑπέμεναν τό θέλημά Του, Τόν θερμοπαρακαλοῦσαν, πίστευαν μέ ἁπλοϊκή καί πηγαία πίστη στήν παντοδυναμία Του καί περίμεναν... 

Ἀπέναντι στήν τόση πίστη, ὑπομονή καί προσευχή ὁ Θεός ἀπάντησε μέ πολλαπλά μεγάλα θαύματα. Στέλνει τόν Ἄγγελό Του καί λύειτήν ἀτεκνία τῆς Ἄννας (9 Δεκεμβρίου). Καί ἡ γριά καί στεῖρα Ἄννα ὡς ἄλλη Σάρα, θά μείνει ἔγκυος καί στά 60 της χρόνια θά γεννήσει καί θ᾿ ἀποκτήσει (8 Σεπτεμβρίου, ἡμέρα Δευτέρα τοῦ ἔτους 15π.Χ.) κόρη. Καί τί κόρη(!), τή Μαρία, τή μετέπειτα Παναγία Δέσποινα. Τῆς ἔδωσαν τό ὄνομα τῆς γιαγιᾶς της, ὅμως τό καθένα ἀπό τά πέντε γράμματα τοῦ ὀνόματός της παραπέμπει καί σ᾿ ἕνα γυναικεῖο πρόσωπο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης,τό ὁποῖο διακρίθηκε γιά μία τουλάχιστον ἀρετή: ἡ Μ-αριάμ, γιά τήν ἁγνότητά της· ἡ Ἀβιγαία (=πηγή χαρᾶς), γιά τήν ταπείνωση καί τή σωφροσύνη της· ἡ Ραχήλ (=ἀμνάδα) γιά τήν ὀμορφιά της· ἡ Ἰουδήθ γιά τήν ἀνδρειοφροσύνη καί τήν πίστη της· ἡ Ἄννα (=Θεία Χάρη) γιά τήν ὑπομονή της. Ἔτσι,τό ὄνομα Μαρία περιγράφει καί τά χαρίσματα τῆς Παναγίας. Στό δῶρο αὐτό τοῦ Θεοῦ οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς τῆς Μαρίας, ἀπαντοῦν μέ ἀντίδωρο. Προσφέρουν στόν Θεό ἐκεῖνο πού τούς πρόσφερε. Φέρνουν στόν ναό καί ἀφιερώνουν στόν Θεό τήν τρίχρονη (!) κορούλα τους. Μεγάλη ἡ καρδιά τους. Μεγάλη ἡ ἀπόφασή τους. Μεγάλη ἡ πίστη τους. Ἄς τούς θαυμάσουμε κι ἄς τούς μοιάσουμε. 

Τό τρίχρονο κοριτσάκι τρέχοντας, ἀνέβηκε τά σκαλοπάτια τοῦ ναοῦ καί ἔπεσε στήν ἀγκαλιά τοῦ ἁγίου ἀρχιερέα Ζαχαρία. Ἐκεῖνος προφανῶς, γνωρίζοντας ποιό εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ γι᾿ αὐτό τό παιδί, γεμάτος χαρά, ἀφοῦ πρῶτα πείθει τόν λαό γιά τό σωστό τῆς παράδοξης ἀπόφασής του, ὁδηγεῖ (21 Νοεμβρίου) τή μικρή κόρη στά “Ἅγια τῶν Ἁγίων” τοῦ ναοῦ (!!!), ἐκεῖ δηλαδή πού μόνον ὁ ἀρχιερέας ἔμπαινε κι αὐτός μιά φορά τόν χρόνο. Ἐκεῖ φυλάσσονταν ἀπό τούς Ἰσραηλίτες τά ἱερότερα τῶν κειμηλίων τους, ἡ κιβωτός τῆς Διαθήκης πού περιεῖχε τίς πλάκες μέ τίς δέκα ἐντολές, ἡ ράβδος τοῦ Ἀαρών καί τό δοχεῖο μέ τό μάννα. Ἐκεῖ θά παραμείνει ἐπί 12 συναπτά ἔτη, ἡ πιό ἁγνή ψυχή ἀπό τήν ἀρχή τοῦ κόσμου, ἡ μικρή Μαρία, ζῶντας μέ νηστεία, ἀγρυπνία, προσευχή, ὑπακοή καί τρεφομένη ἀπό ἀγγελικά χέρια, καθώς ἐκείνη ἔμελλε νά ἀναδειχθεῖ μεγαλύτερη καί ἀπό τά “Ἅγια τῶν Ἁγίων” καί νά γίνει ἡ νέα κιβωτός πού μέσα της θά στέγαζε τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ. 

Στά ἐννέα της χρόνια θά γνωρίσει τήν πίκρα τῆς ὀρφάνιας, καθώς θά στερηθεῖ καί τούς δύο ἀγαπημένους γονεῖς της. Ἔτσι, οἱ ἱερεῖς τοῦ ναοῦ καί οἱ συγγενεῖς της, ὅταν πλέον ἦρθε ἡ ὥρα (σέ ἡλικία 15 ἐτῶν) νά ἀφήσει τό ναό καί νά βγεῖ ἔξω στόν κόσμο, ἀποφασίζουν νά μή τήν ἀφήσουν μόνη ἐκτεθειμένη στούς κινδύνους τῆς ζωῆς, ἀλλά νά τήν προστατεύσουν. Τήν θέτουν ὑπό τήν προστασία τοῦ Ἰωσήφ, ἑνός μακρινοῦ συγγενῆ της (ὅπως εἴδαμε ἀνωτέρω), τοῦ ὁποίου ἡ γυναῖκα εἶχε πεθάνει καί τούς εἶχε ἤδη ἀφήσει 7 παιδιά, 4 ἀγόρια καί 3 κορίτσια (τά ὁποῖα ἀργότερα θά θεωρηθοῦν ἀπό-τόν κόσμο καί σύμφωνα μέ τό νόμο τῆς ἐποχῆς, ὡς ἀδέλφια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ). Ἡ ἀπόφασή τους αὐτή ἐπικυρώθηκε μέ θαυμαστό τρόπο, καθώς κατά τήν ἐκλογή τοῦ Ἰωσήφ ὡς μνηστῆρα τῆς Μαρίας, ἕνα περιστέρι βγῆκε ἀπό τή ράβδο του καί πέταξε πάνω ἀπό τό κεφάλι του. 

Ὁ Ἰωσήφ παρέλαβε τή 16χρονη Μαρία, παρά τούς δισταγμούς πού εἶχε, ἐπειδή ἦταν χῆρος μέ παιδιά καί μεγάλος σέ ἡλικία (75 ἐτῶν). Ἡ Μαρία δέν πρόλαβε νά κλείσει χρόνο στή νέα της ζωή κι ἕνα ἀνοιξιάτικο Κυριακάτικο ἀπόγευμα στίς 25 τοῦ Μαρτίου, ἐνῶ μέ τόν νοῦ καί τήν καρδιά της ἦταν προσηλωμένη στή νοερά προσευχή, μέ τά χείλη σιγόψελνε ὕμνους στόν Θεό καί μέ τά χέρια χρυσοκένταγε τό νέο “καταπέτασμα” τοῦ ναοῦ, ἄκουσε ἀπό τά Ἀρχαγγελικά τοῦ Γαβριήλ τά χείλη, τήν ἐκπλήρωση τοῦ “πρωτευαγγελίου”: “Χαῖρε κεχαριτωμένη Μαρία! Ὁ Κύριος μετά Σοῦ”. Ἦρθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου γιά νά συμβεῖ τό ποθούμενο, καθώς ἁγιωτέρα καί καθαρωτέρα ψυχή δέν ὑπῆρξε μέχρι τότε, οὔτε θά ὑπάρξει σάν αὐτή τῆς Παναγίας. “Μή φοβᾶσαι Μαρία, θά γεννήσεις τόν Υἱό τοῦ Ὑψίστου. Πνεῦμα Ἅγιο θά Σέ ἐπισκιάσει”. Καί ἡ ἀπάντησή της πού ἀκολούθησε τούς πρώτους ἀνθρωπίνους δισταγμούς της: “Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ρῆμα Σου”. Ἡ σωτήρια ἀπάντηση πού περίμενε ὅλος ὁ κόσμος δόθηκε. Ἡ Μαρία ἔγκυος (καί μάλιστα χωρίς νά τήν ἀγγίξει ἄνδρας!) Δέν τό χωράει ὁ νοῦς τοῦ δίκαιου Ἰωσήφ. Ὅμως Ἄγγελος Κυρίου θά τόν ἐνημερώσει γιά τά συμβάντα κι ἐκεῖνος μπροστά στά μάτια τοῦ κόσμου θά πάρει τήν εὐθύνη καί θά καλύψει τήν Παρθένο. Ἡ ταπεινή κόρη τῆς Ναζαρέτ θά γίνει μάνα ὄντας παρθένος. Παρθένος πρίν, κατά καί μετά τόν τοκετό. Αὐτή εἶναι ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας. Γι᾿ αὐτό καί στίς εἰκόνες της, ἁγιογραφεῖται μέ τρία ἀστέρια (δυό στούς ὤμους καί ἕνα στό μέτωπο) πάνω στήν ἐσθῆτα της καί ὑμνολογεῖται ὡς “Νύμφη Ἀνύμφευτε”. Τό γεγονός αὐτό βέβαια δέν μπορεῖ νά τό χωρέσει ὁ νοῦς, ὄχι μόνο τοῦ Ἰωσήφ μά καί κάθε ἀνθρώπου. Καί ὅμως ἡ ἐξαδέλφη τῆς Μαρίας, ἡ Ἐλισάβετ, φωτιζόμενη ἀπό τό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, θά τό πεῖ: “Ἦρθε σ᾿ ἐμένα ἡ Μήτηρ τοῦ Κυρίου μου” καί τό βρέφος πού εἶχε στήν κοιλιά της θά σκιρτήσει μέ τήν παρουσία τῆς Παρθένου Μαρίας. 

Ἀκολουθεῖ τό ταξίδι πρός τή Βηθλεέμ, τή γενέτειρα τοῦ Ἰωσήφ, γιά νά ἀπογραφοῦν ἐκεῖ ὁ ἴδιος καί ἡ Μαρία, σύμφωνα μέ τή διαταγή τοῦ Αὐτοκράτορα Ὀκταβιανοῦ Αὐγούστου. “Ἑτοιμάζου Βηθλεέμ, ἤνοικτε πᾶσιν ἡ Ἐδέμ”. Σ᾿ αὐτό τό ἄσημο χωριό πού βρίσκεται 10χιλιόμ. μακριά ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ, θά γεννήσει ἡ Παρθένος σ᾿ ἕνα στάβλο καί θά ἐναποθέσει σ᾿ ἕνα παχνί Τόν κτίσαντα τόν κόσμο ὅλο. Ὁ Ἐμμανουήλ (=ὁ Θεός εἶναι μαζί μας) εἶναι ἐδῶ καί ἡ μάνα Του κρυφά Τόν καμαρώνει, καθώς ἁπλοϊκά τσοπανόπουλα Τόν προσκυνοῦνε, ἄγγελοι Τόν ὑμνοῦνε, ἄδολα ζῶα Τόν ζεσταίνουν μέ τά χνῶτα τους, μάγοι (σπουδαγμένοι πανεπιστήμονες τοῦ καιροῦ τους) Τόν χρυσώνουν. Στίς 8 ἡμέρες ἀκολουθεῖ ἡ περιτομή καί ἡ ὀνοματοδοσία τοῦ νεαροῦ ἀγοριοῦ. “Ἰησοῦς”, θά εἶναι τό ὄνομά Του. 

Στίς 40 ἡμέρες οἱ εὐλογημένοι γονεῖς τοῦ Ἰησοῦ, ἀκολουθώντας τήν παράδοση καί τό νόμο τοῦ Μωϋσῆ, θά φέρουν τό παιδί στό ναό, γιά νά πάρουν ὅλοι μαζί τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ καί νά συνεχίσουν ἔτσι οἱ γονεῖς μέ δύναμη καί φρόνηση τήν ἀνατροφή τοῦ παιδιοῦ τους. Θά ἀκολουθήσει ἡ φυγή τῆς Ἁγίας οἰκογένειας στήν Αἴγυπτο κατόπιν ἀγγελικῆς προτροπῆς γιά νά γλιτώσει ὁ μικρός Ἰησοῦς ἀπό τό φονικό μαχαίρι τοῦ Ἡρώδη. Ἀγόγγυστα καί μέ χαρά, ἡ Μαρία θά ὑποφέρει τόν ξεριζωμό ἀπό τό σπίτι καί τόν ξενιτεμό πρός χάριν τοῦ παιδιοῦ της. Δέ θά ἀργήσει ὅμως νά ἔλθει καί ἡ ποθητή ἡμέρα τῆς ἐπιστροφῆς στήν πατρίδα καί ἡ ἐγκατάσταση τῆς Ἱερῆς οἰκογένειας στή Γαλιλαία. 

Τήν Παναγία θά τήν ξανασυναντήσουμε στά Εὐαγγέλια. Θά ψάχνει ἐναγωνίως τό δωδεκάχρονο πιά ἀγόρι της πού τό εἶχε χάσει, κατά τήν ἐπιστροφή τῆς οἰκογένειας ἀπό τό Ναό τῶν Ἱεροσολύμων ὅπου εἶχαν πάει γιά τήν ἑορτή τοῦ Πάσχα. Ἄραγε μέσα σέ τί ἀγωνία θά ζοῦσε ἡ ἁγία ψυχή ἐκεῖνες τίς τρεῖς ἡμέρες πού πέρασαν, προτοῦ βρεῖ τόν Ἰησοῦ νά διδάσκει στό σπίτι τοῦ πατέρα Του τούς σοφούς ἀρχιερεῖς τοῦ Ναοῦ; Τή λαχτάρα πού τῆς ἔδωσε τότε ὁ Γιός της, θά τῆς τήν ξεπληρώσει ὅταν πιά τριαντάχρονος θά ἀρχίσει τό δημόσιο ἔργο Του. Γιά χάρη τῆς Μητέρας Του τότε, θά κάνει τό πρῶτο θαῦμα Του, ἄν καί ἦταν παράκαιρο ὅπως τῆς εἶπε. Ἐντούτοις, θά κάνει τό νερό κρασί, στόν ἐν Κανᾶ γάμο, γιά νά συνεχισθεῖ τό γλέντι καί ἡ χαρά τῶν παρευρισκομένων σ᾿ αὐτό τό γιορτάσι, διότι ... Ἐκείνη Τοῦ τό ζήτησε! 

Σέ κάποια ἄλλη στιγμή ὅμως, ὅταν Τόν ἀναζητοῦσαν ἡ μητέρα Του καί τ᾿ ἀδέλφια Του, θά πεῖ πώς μητέρα Μου καί ἀδέλφια Μου, εἶναι ἐκείνοι πού ἐφαρμόζουν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Οἱ καλοθελητές θά σχολιάσουν πώς πλήγωσε μέ αὐτά τά λόγια τή μητέρα Του. Λέτε ἀλήθεια, νά ἀδιαφοροῦσε τόσο πολύ γιά Ἐκείνη ὁ Κύριος; Ποιός; Ἐκεῖνος ὁ Ὁποῖος ὅταν ἦταν καρφωμένος ἐπάνω στό Σταυρό καί φρικτά ὑπέφερε, ἐντούτοις νοιάστηκε γιά Ἐκείνη, γιά νά μή μείνει μόνη καί ἀπροστάτευτη μετά τόν θάνατό Του καί τήν ἔθεσε ὑπό τήν προστασία τοῦ ἀγαπημένου Του μαθητῆ, τοῦ Ἰωάννη. Κι Ἐκείνη, λέτε νά μή γνώριζε τή σημασία τῶν παραπάνω λόγων τοῦ παιδιοῦ της ὅταν ἦταν: Ἐκείνη πού Τόν γέννησε καί Τόν ἀνέθρεψε; Ἐκείνη πού Τόν παράστεκε σ᾿ ὅλες τίς περιοδεῖες Του; Ἐκείνη πού στό Γολγοθᾶ ἐπάνω καί κάτω ἀπό τό Σταυρό τοῦ Παιδιοῦ Της, ἀνήμπορη καί μόνη, παρακολουθεῖ τά φρικτά γενόμενα πού σάν κοφτερό λεπίδι σχίζουν τά σωθικά της; “Σφαγήν Σου τήν ἄδικον Χριστέ, ἡ Παρθένος βλέπουσα...” (ὅπως εἶχε προφητεύσει ὁ Ἅγιος Συμεών ὅταν κατά τήν Ὑπαπαντή τοῦ Κυρίου στόΝαό, εἶχε πεῖ: “Καί Σοῦ δέ αὐτῆς τήν ψυχή, διελεύσεται ρομφαίαν” (Λουκᾶ 2, 35). Ἐκείνη πού κατά τήν ἀποκαθήλωση ἔλουσε μέ τά δάκρυά τους, μύρωσε καί νεκροπρεπῶς ἐνταφίασε τό Πανάγιο Σῶμα τοῦ Γιοῦ της; Ἐκείνη πού πρωτοτίμησε ὁ Γιός της μέ τήν ἀναστημένη παρουσία Του; Ἐκείνη πού μπροστά στά μάτια της, Γιός της καί Σωτῆρας τοῦ κόσμου, ἀναλήφθηκε στούς οὐρανούς; Ἐκείνη πού κατά τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἔλαβε στό ὑπερῶο τῆς Ἱερουσαλήμ τό Ἅγιο Πνεῦμα μαζί μέ τούς Ἀποστόλους; Ἐκείνη πού ξεκίνησε μετά ἀπό τόν κλῆρο πού τῆς ἔλαχε νά πάει νά κηρύξει τόν Υἱό της στήν Ἰβηρία; Ἀλλά τελικά τό θέλημα τοῦ Γιοῦ της, ἦταν νά βρεθεῖ στή χερσόνησο τοῦ Ἄθωνα καί αὐτός ὁ εὐλογημένος τόπος νά τῆς παραχωρηθεῖ ἀπό τόν ἴδιο τόν Κύριο, ἀπό τότε καί ἕως τά τέλη τῶν αἰώνων ὡς περιβόλι δικό της. 

Ἡ Παναγία γνώριζε ἀπό τήν ὥρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ της ὅλα τά μελλούμενα, ἀλλά “διετήρει πάντα τά ρήματα ταῦτα ἐν τῇ καρδία αὐτῆς”. (Λουκᾶ δ΄51). Μιά συνεχής σιωπή, προσευχή, διακριτική ὑπομονή καί ταπείνωση ἦταν ἡ ζωή της. Καί ἔτσι συνέχισε νά πολιτεύεται καί μετά τήν Ἀνάληψη τοῦ Γιοῦ της στούς οὐρανούς. “Ξενυχτοῦσε στήν προσευχή. Καί δέν προσευχόταν ὄρθια ἤ γονατιστή. Χρωμάτιζε τήν προσευχή της μέ τίς ἐπίμονες γονυκλυσίες (=μετάνοιες). Ἔκανε τόσες πολλές μετάνοιες ὥστε στά ἅγια γόνατά της σχηματίστηκαν “κόμποι”. Τό δέ μάρμαρο πού ἀκουμποῦσαν τά γόνατά της... βαθούλωσε!!! Μετά τήν ὁλονύκτια προσευχή της ξάπλωνε γιά λίγο, ἔχοντας σά στρῶμα μία πέτρα. Ἡ δέ προσευχή της ἔκανε θαύματα. (Ἡ Παναγία προσευχόταν!) Θεράπευε ἀρρώστους, ἔβγαζε δαιμόνια κλπ. Ὅμως ἡ φιλεύσπλαχνος Παρθένος δέν εἶχε περιορισθεῖ μόνο στήν προσευχή, ἀλλά εἶχε ἀνοιχθεῖ καί πρός τόν κόσμο. Δέν ἐπικοινωνοῦσε μόνο μέ τόν Θεό, ἀλλά καί μέ τόν κόσμο. Τή νύχτα δηλαδή, τήν εἶχε ἀφιερώσει στήν ἐπικοι-νωνία της μέ τόν Θεό καί τήν ἡμέρα, στήν ἐπικοινωνία της μέ τόν συνάνθρωπο. Ὑποδεχόταν τούς ξένους μέ πλατειά καρδιά καί τούς περιποιόταν. Ἔκανε ἐλεημοσύνες. Ἔτρεχε στά ὀρφανά, στίς χῆρες, στούς καταπονημένους, στούς θλιβομένους. Ἡ μεγάλη της εὐσπλαχνία ράγιζε καί τίς πέτρινες ψυχές”. 

Ὥσπου ἦρθε ἡ ὥρα σέ ἡλικία ἄγνωστη γιά ἐμᾶς (ἄλλοι λένε 59 ἐτῶν καί ἄλλοι 74 καί κάτι, πού εἶναι ἴσως καί τό πιθανότερο), νά πάει νά συμβασιλεύσει στούς οὐρανούς μαζί μέ τόν Γιό της “πεποικιλμένη τῇ Θεία δόξῃ”. Ὁ Ἄγγελος Γαβριήλ τῆς φέρνει τήν εἴδηση τῆς ἀναχώρησής της μετά τρεῖς ἡμέρες στούς οὐρανούς, προσφέροντάς της ἕνα κλαδί φοίνικα, πού εἶναι σύμβολο ἀθανασίας. Στό διάστημα τῶν τριῶν ἡμερῶν, ἔκανε ὅλες τίς ἀπαραίτητες ἑτοιμασίες πού ἐπιβάλλεται νά γίνουν γι᾿ αὐτό τό ταξίδι. Προσευχήθηκε στό ἀγαπημένο της Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν κι ἐκεῖ τά δένδρα ἔκλιναν τίς κορυφές τους γιά νά τήν προσκυνήσουν, νά τήν τιμήσουν καί νά τήν ἀποχαιρετήσουν. Μά τά θαυμάσια τοῦ Θεοῦ δέν ἔχουν τελειωμό. Οἱ Ἀπόστολοι εἶχαν διασκορπισθεῖ στά πέρατα τῆς γῆς γιά νά κηρύξουν “Ἰησοῦ Χριστό καί τοῦτον ἐσταυρωμένον”. Τήν ἡμέρα τῆς κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου ὅμως, σύννεφα τούς ἅρπαξαν καί τούς μετέφεραν “Γεθσημανῆ τῷ χωρίῳ”, στό σπίτι τῆς Παναγίας. Παρόντες ἐκεῖ καί ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν Παῦλος καί ὁ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης καί ὁ Ἱερόθεος πρῶτος ἐπίσκοπος Ἀθηνῶν. Δέ μποροῦσαν νά ἀφήσουνμόνη της τήν μητέρα τοῦ Θεοῦ σ᾿ αὐτές τίς τελευταῖες ἐπίγειες στιγμές της. Κι Ἐκείνη τούς μιλάει, τούς νουθετεῖ, τούς καθοδηγεῖ καί τούς παρηγορεῖ, μέ τήν ἀπαράμιλλη γλυκύτητα πού Τήν διακρίνει πάντα. Καί ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα (9 τό πρωΐ τῆς 15ης Αὐγούστου), παρέδωσε τό πνεῦμα της στά χέρια τοῦ ἴδιου τοῦ Γιοῦ της, ὁ Ὁποῖος τότε ἐκπλήρωσε καί τήν ἐπιθυμία της νά δεῖ ἀπό κοντά τούς τόπους ὅπου πῆγε Ἐκεῖνος γιά νά ἐλευθερώσει τούς Προπάτορες, ἀλλά νά δεῖ καί τούς βασάνους τῶν ἁμαρτωλῶν στήν κόλαση. 

Ὅταν λοιπόν ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ πῆγε τήν ψυχή της στόν χῶρο ἐκεῖνο, τόσο συγκλονίσθηκε ἡ Θεοτόκος ἀπό τό φοβερό θέαμα τῶν βασανισμένων στήν κόλαση πού παρακάλεσε τόν Γιό της γι᾿ αὐτούς τούς δυστυχεῖς. Καί Ἐκεῖνος γιά τό δικό της χατήρι κάθε χρόνο καί γιά πενῆντα ἡμέρες (ἀπό τό Πάσχα μέχρι τήν Πεντηκοστή), ἀπελευθερώνει τούς κολασμένους ἀπό τά δεσμά τῆς κόλασης. Ὅταν ἡ Παναγία ἄφησε τήν τελευταία γήϊνη πνοή της, ὁ Πέτρος πρῶτος Τῆς ψάλλει ἐπιτάφια ἐγκώμια καί οἱ ὑπόλοιποι Ἀπόστολοι σηκώνουν τό νεκροκρέββατό της καί προχωροῦνε πρός τό μνῆμα γιά νά ἐνταφιάσουν τό Πανάγιο σκῆνος Της. Ὅμως, οἱ πάγκακοι Ἰουδαῖοι δέν σέβονται οὔτε αὐτή τήν ἱερή γιά κάθε ἄνθρωπο στιγμή. Ἕνας ἀπό αὐτούς μάλιστα, ὁ Ἰεφονίας, ἔπιασε τό νεκροκρέββατο τῆς Παναγίας μέ σκοπό νά τό ἀνατρέψει. Παρευθύς, τοῦ κόβονται ἀπό ἀόρατο σπαθί τά βέβηλα χέρια του. “Μητέρα τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ μου συγχώρα με”, φωνάζει. Καί ἀμέσως ἐπανασυγκολοῦνται τά κομμένα μέλη τοῦ σώματός του. Ἄλλοι, ἀπό τόν Ἰουδαϊκό ὄχλο πού ἀκολουθοῦσε ὀργισμένος καί μέ σκοπό νά ἐπιτεθεῖ στή νεκρική πομπή, τυφλώνονται. Ὅσοι ἀπό αὐτούς πίστεψαν στόν Χριστό καί τήν μητέρα Του, θά βροῦν τό φῶς τους, ὅταν ὁ θεραπευμένος πλέον Ἰεφονίας παίρνει ἀπό τά χέρια τοῦ Πέτρου τόν φοίνικα πού εἶχε δώσει ὁ Γαβριήλ στήν Παναγία καί τούς ἀκουμπάει στά μάτια. Ὅμως καί πάλι κατά θεία εὐδοκία, “εἷς ἐκ τῶν δώδεκα”, ὁ Θωμᾶς, ἀπουσιάζει ἀπό τά γενόμενα. Ἁρπάζεται ἀπό σύννεφο, μόλις τήν τρίτη ἡμέρα ἀπό τήν Κοίμησή της καί μεταφέρεται στή Γεθσημανῆ. Ἐκεῖ βλέπει τήν Παναγία νά ἀνεβαίνει σύσσωμη στούς οὐρανούς καί νά τοῦ δίνει ὡς ἱερό ἐνθύμιό της τήν Ἁγία Ζώνη της, ἡ ὁποῖα σήμερα φυλάσσεται ὡς θησαυρός πολυτιμότατος στήν Ἱερά Μονή Βατοπαιδίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Συναντᾶ λοιπόν ὁ Θωμᾶς τούς ὑπολοίπους Ἀποστόλους οἱ ὁποῖοι ἐπί τρεῖς ἡμέρες δέν ἔφυγαν πάνω ἀπό τόν τάφο τῆς Παναγίας καί τούς θερμοπαρακαλεῖ νά ἀνοίξουν τόν τάφο Της, νά τήν δεῖ καί νά τήν ἀποχαιρετήσει κι αὐτός. Καί ὦ τοῦ παραδόξου θαύματος, ὅταν ἄνοιξαν τόν τάφο διαπίστωσαν ὅτι αὐτός ἦταν ἄδειος ἀπό τό πανάχραντο σῶμα τῆς Θεοτόκου. 

Στόν τάφο μέσα εἶχε μείνει μόνο τό σεντόνι μέ τό ὁποῖο τύλιξαν κατά τόν ἐνταφιασμό τό νεκρό σῶμα της. Ἡ Παναγία μετέστη σωματικῶς στούς οὐρανούς. Δέν ἀνέστη ἁπλῶς ἐκ τοῦ τάφου ὅπως ὁ Κύριος, ἀλλά καί μετέβη ταυτόχρονα ὁλόσωμη στούς οὐρανούς, ὅπως τήν εἶδε ὁ Θωμᾶς. Ἔστι θά τήν δοῦνε μετά ἀπό λίγες ἡμέρες ὅλοι οἱ μαθητές νά τούς χαιρετᾶ καί νά τούς διαβεβαιώνει: “Χαίρετε, ὅτι μεθ᾿ ἡμῶν εἰμί πάσας τάς ἡμέρας” κι ἐκεῖνοι θά ἀναφωνοῦν: “Παναγία Θεοτόκε βοήθει ἡμῖν”. Δέν ἔχουμε λοιπόν μόνο Ἀνάσταση, τήν πρώτη πού ἐνεργεῖ ὁ Ἀναστημένος Χριστός καί αὐτή πρός χάρη τῆς μητέρας Του, ἀλλά καί Ἀνάληψη συνάμα τῆς Θεοτόκου στούς οὐρανούς. Γι᾿ αὐτό καί ἑορτάζουμε τό μικρό Πάσχα τοῦ καλοκαιριοῦ, τόν Δεκαπενταύγουστο, ὄχιτόν θάνατο, ἀλλά τήν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου. “Πάντα ὑπέρ ἔννοιαν, πάντα ὑπερένδοξα τά σά Θετόκε μυστήρια”. Ἔτσι τίμησε ὁ Χριστός τήν Μητέρα Του. 

Ἡ Ἁγία Ἑλένη γιά νά τιμήσει τήν Ὑπερδεδοξασμένη Θεομήτορα, ἔχτισε ναό πού ὑπάρχει καί σήμερα ἐπάνω στόν τάφο Της (πού βρίσκεται στή Γεσθημανῆ καί ὄχι ὅπως λένε οἱ δυτικοί στή θέση “Καπουλῆ Παναγιά”, λίγο πιό πέρα ἀπό τήν Ἔφεσο). Ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς γιά νά τιμήσει τήν Πάναγνη μορφή της, “ἱστόρησε” πάνω ἀπό 70 εἰκόνες τῆς Παναγίας. Τήν πρώτη εἰκόνα τῆς Παναγίας πού ἔφτιαξε, τήν ἔφερε στήν Κυρία Θεοτόκο κι ἐκείνη τήν εὐλόγησε. Σύμφωνα μέ τήν παράδοση, εἰκόνες τῆς Παναγίας πού εἶχε φτιάξει ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς εἶναι ἡ Μεγαλοσπηλιώτισσα στά Καλάβρυτα, ἡ Παναγία Σουμελᾶ στή Βέροια, ἡ Κυκκώτισσα στήν Κύπρο, ἡ Ἐλεοῦσα στή Βίλνα τῆς Ρωσίας καί ἡ Προυσιώτισσα στήν Εὐρυτανία. Οἱ Ἀπόστολοι Πέτρος καί Ἰωάννης πάλι, σύμφωνα μέ τήν παράδοση, ὅταν ἀκόμα ἦταν ἐν ζωῇ ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος γιά νά Τήν τιμήσουν ἔχτισαν στήν περιοχή Λύδδα τῆς Παλαιστίνης τήν πρώτη ἐκκλησία πού ἦταν ἀφιερωμένη στό ὄνομά της τήν ὁποῖα μάλιστα ἡ ἴδια ἡ Παναγία ἐγκαινίασε μέ τήν παρουσία της. Οἱ χριστιανοί γιά νά τιμήσουν τήν Κεχαριτωμένη, τήν ἔχουν κοσμήσει μέ πάμπολλα ἐπίθετα καί χαρακτηρισμούς καί τῆς ἔχουν δώσει πλῆθος ὀνομάτων. Οἱ Ἕλληνες γιά νά τιμήσουν τήν Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἀπό τούς 8000 περίπου ἐνοριακούς ναούς τῆς Ἑλληνικῆς ἐπικράτειας ἔχουν ἀφιερώσει στή μνήμη της τούς 2000. Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τά περισσότερα μοναστήρια μας. Ἐπίσης, τ᾿ ἁγιασμένο ὄνομά Της τὄχουν δώσει σέ ἀγαπημένα πρόσωπά τους, σέ νησιά, ὄρη, χωριά κλπ. 

Ἐμεῖς ἄραγε μέ ποιό τρόπο θά τιμήσουμε τή Μάνα μας, γιατί εἶναι καί δική μας Μάνα, ἀφοῦ ὁ Κύριος εἶναι Ἀδελφός μας; Ἐμεῖς ἄραγε μέ ποιό τρόπο θά τιμήσουμε Αὐτόν τόν Ἀτίμητο Θησαυρό τῆς πίστης μας, πού ἄν καί μετέστη ἐκ τῆς γῆς, “τόν κόσμο οὐ κατέλιπε” καί σκέπει καί φρουρεῖ πάντας ὅσους εὐλαβῶς προστρέχουν στήν χάρη Της; Ἡ Παναγία δέν ἀπαιτεῖ τίποτε, ἐνῶ δέχεται τά πάντα. Δέν ἐπιδιώκει τίποτε καί κατέχει τά πάντα.(π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν). Δέν ἦρθε γιά νά μᾶς διδάξει, οὔτε νά ἀποδείξει τίποτε. Ἡ παρουσία της ὅμως καί μόνο μέ τό φῶς καί τήν χαρά της, ἀπομακρύνει τό ἄγχος τῶν φανταστικῶν μας προβλημάτων (π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν). Ὅταν ὁ Μέγας Ναπολέων μπῆκε νικητής στό Λουξεμβοῦργο, οἱ κάτοικοι ἔτρεξαν νά τοῦ παραδώσουν τά κλειδιά τῆς πόλεως πού τά εἶχαν φυλάξει στά χέρια ἑνός ἀγάλματος τῆς Παναγίας. - Ἀφήσατέ τα στά χέρια τῆς Παναγίας εἶπε ἐκεῖνος, γιατί ὅ,τι φυλάει ἡ Παναγία εἶναι καλά φυλαγμένο. Ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος εἶπε κάποτε. “Ἕνα δάκρυ τῆς μητέρας μου ἀθώωσε πολλούς”. Ἀλήθεια, πόσους ἔχουν ἀθωώσει τά δάκρυα καί ἡ μεσιτεία τῆς μεγάλης Μάνας μας τῆς Παναγίας! Ἡ ἁγιότητα σέ μιά ψυχή αὐξάνει, ὅσο πιό πολύ αὐξάνει ἡ εὐλάβειά της πρός τήν Παναγία. Ἀδύνατον νά χάσει τήν ψυχή του ἐκεῖνος πού τιμᾶ τήν Παναγία. 

πηγή : ΜΟΝΑΧΙΚΗ ΕΚΦΡΑΣΗ 




+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...