/*--

Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

Προσέγγιση στὴ θεολογία τῶν παρακλητικῶν κανόνων

   
Λόγος καὶ μέλος, ὑμνογραφία καὶ μελουργία συνταίριασαν δημιουργικὰ στὴ λειτουργικὴ τέχνη τῆς ψαλλόμενης προσευχῆς τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ νὰ ὑπηρετήσουν τὴ λογικὴ «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ»1 λατρεία της. Καιριότατη θέση στὴν ὀρθόδοξη λατρεία κατέχουν οἱ πολυσύνθετες ὑμνογραφικὲς δημιουργίες τῶν κανόνων.

 Οἱ κανόνες συγκροτοῦνται στὴ βάση ἀφ᾽ ἑνὸς τῶν ἐννέα βιβλικῶν ὠδῶν καὶ ἀφ᾽ ἑτέρου στὸ θεολογικό, ἑορταστικό, ὑμνητικό, ἐγκωμιαστικό, ἱκετήριο ἢ παρακλητικὸ περιεχόμενο ποὺ κατὰ περίπτωση λαμβάνουν. Ἔτσι οἱ κανόνες κατατάσσονται: α) ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενο, σὲ Τριαδικούς, Ἀναστάσιμους, Σταυροαναστάσιμους, Σταυρώσιμους, Νεκρώσιμους ἢ Ἀναπαύσιμους, Δογματικούς, Παρακλητικούς, Εὐχαριστήριους κ.λπ., β) ὡς πρὸς τὴν περίσταση, ὀνοματίζονται π.χ. τοῦ ἁγιασμοῦ, τοῦ εὐχελαίου, τῆς μετανοίας, «εἰς φόβον σεισμοῦ» κ.λπ., γ) ὡς πρὸς τὸ πρόσωπο, στὸ ὁποῖο ἀπευθύνονται, καλοῦνται Δεσποτικοὶ (στὸν Δεσπότην Χριστόν), Θεομητορικοὶ (στὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον), Εἰς Ἀσωμάτους (Ἀγγέλους), Εἰς τὸν Τίμιον Σταυρόν, Εἰς τὸν Τίμιον Πρόδρομον, Εἰς τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους, Εἰς Προφήτας καὶ Μάρτυρας, Εἰς πάντας τοὺς Ἁγίους κ.λπ.

Οἱ Παρακλητικοὶ κανόνες διαφοροποιοῦνται ἀπὸ τοὺς ὑπολοίπους: α) ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενο, τὸ ὁποῖο ἀναφέρεται σὲ «περιστάσεις καὶ θλίψεις καὶ ἀνάγκες» τῶν πιστῶν, ἀλλὰ καὶ σὲ πόνους, κακοπάθειες, νόσους καὶ ἀσθένειες τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων τους, γιὰ τὶς ὁποῖες αἰτοῦνται τὴν ἴαση, β) ὡς πρὸς τὴ δομὴ καὶ τὴ μορφὴ ποὺ προσλαμβάνουν αὐτοί, ἀπαρτιζόμενοι ἁπλῶς ἀπὸ τοὺς εἱρμοὺς καὶ τὰ τροπάρια τῶν ὀκτὼ ᾠδῶν, ἐνῶ σχεδὸν πάντοτε σχηματίζουν μιὰ μικρὴ ἀκολουθία ποὺ μιμεῖται τὸν ὄρθρο (Θεὸς Κύριος, ἀπολυτίκια, πεντηκοστὸς ψαλμός, μεσώδιες μνημονεύσεις καὶ καθίσματα, κοντάκιο, τάξη ἀναγνώσεως ὀρθρινοῦ εὐαγγελίου, ἄξιόν ἐστί, μεγαλυνάρια). Ἡ ἀμέτρητη σειρὰ τῶν κανόνων, παλαιῶν καὶ νεωτέρων, ἀπευθύνονται πρὸς τὴν Παναγία Τριάδα, τὸν Κύριο, τὴν Θεοτόκο, τοὺς ἀσωμάτους Ἀγγέλους, τὸν πανσεβάσμιο Σταυρό, τὸν Τίμιο Πρόδρομο, τοὺς ἰαματικοὺς καὶ θαυματουργοὺς ἁγίους, τοὺς ἀναργύρους ἰατρούς2, ἀλλὰ καὶ σὲ μεγαλομάρτυρες, σὲ ὁσίους, σὲ ἱεράρχες, ἱερομάρτυρες καὶ ὁμολογητές, σὲ νεομάρτυρες, σὲ τοπικοὺς πολιούχους, σὲ σεβάσμια προσκυνήματα, σὲ θαυματουργὲς εἰκόνες3, σὲ ἄφθαρτα σκηνώματα καὶ χαριτόβρυτα λείψανα, σὲ ἁγιάσματα προσκυνημάτων4. Τέλος ἐδῶ μνημονεύουμε τοὺς κανόνες τοῦ εὐχελαίου καὶ τοῦ ἁγιασμοῦ, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀπόλυτα παρακλητικὸ χαρακτήρα.

Ὅλη ἡ ἐκκλησιαστικὴ ποίηση, ἀλλὰ ἰδιαίτερα ἡ κανονογραφία τῶν μεγάλων ὑμνογράφων καὶ μελουργῶν, ἐπλούτισε τὴ θεία λατρεία τῶν Ὀρθοδόξων μὲ τὶς ἀκένωτες πηγὲς τοῦ καθαροῦ προσευ-χητικοῦ πνεύματος, καταθέτοντας κείμενα θεολογικά, ἑορταστικά, ὑμνητικά, ἐγκωμιαστικὰ, ἱκετήρια καὶ παρακλητικά. Μὲ θαυμαστὸ καὶ ἀνυπέρβλητο τρόπο, στὰ κείμενα τῶν παρακλητικῶν κανόνων συμπλέκονται καὶ συνυφαίνονται ἡ ἐξομολόγηση, ἡ ἱκεσία, ἡ δέηση καὶ ἡ παράκληση πρὸς τὰ θεῖα καὶ τὰ ἅγια πρόσωπα, μὲ τὸν ἐγκωμιασμό, τὴν ἐξύμνηση, τὴ δοξολογία καὶ τὴν εὐχαριστία τῶν εὐεργετουμένων πιστῶν. Ἡ ποίηση τῶν παρακλητικῶν κανόνων μπορεῖ νὰ χαρακτηρισθεῖ ὡς ἕνας κρυστάλλινος καὶ καθαρὸς ποταμὸς πνευματικῶν ὁρμημάτων5, ποὺ εὐφραίνουν τὶς καρδιὲς καὶ θεραπεύουν τὴν ὕπαρξη. Ἡ βιωματικὴ ἐκφραστικότητα, ἡ ψυχικὴ εὐαισθησία, ἡ εὐλαβικὴ πρόσψαυση τῶν θείων, ἡ ἐξομολογητικὴ ταπεινότητα τῶν ἱκεσιῶν, ἡ ὁλοθυμία τῆς ἀκραδάντου πίστεως στὴν κατάθεση τῶν παρακλήσεων χαρακτηρίζουν τὸν προσευχητικὸ τρόπο τῆς ὀρθοδόξου λειτουργικῆς παραδόσεως καὶ διαζωγραφοῦν μὲ συγκλονιστικὴ ἐνάργεια τὴν ἀγωνιστικὴ ἄρση τοῦ σταυροῦ τῶν δεινῶν πειρασμῶν, τοῦ πολέμου τῶν παθῶν καὶ τῶν θλιπτικῶν ἐπιφορῶν τῶν ποικίλων ψυχοσωματικῶν ἀσθενειῶν. Τὴν ἴδια ὅμως στιγμὴ ὑψώνουν τὴν ὕπαρξη ἀπὸ τὸν ἀπογνωστικὸ βυθὸ στὴν ἐλπίδα τῆς θεραπείας, στὰ ἰαματικὰ βιώματα καὶ στὶς ἐκστάσεις τῆς εὐχαριστιακῆς ζωῆς καὶ τῆς εὐγνώμονος δοξολογίας τοῦ Κυρίου, τοῦ «ἰατροῦ καὶ θεραπευτοῦ τῶν ψυχῶν (καὶ τῶν σωμάτων) ἡμῶν»6.

Ἐκρηκτικὰ κατατίθενται τὰ αἰτήματα μὲ τὰ δεητικὰ ρήματα, ὅπως τὰ «ἐκλιπαρῶ, καταφεύγω, ἐπικαλοῦμαι, κράζω, δοξολογῶ, ὑμνῶ, δυσωπῶ, δέομαι, προσπίπτω, μεγαλύνω, κηρύττω, προστρέχω, λιτάζω, λιτανεύω, παρακαλῶ, (καθ) ἱκετεύω, βοῶ», ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν προστακτικὴ ἐπίκληση τῆς λυτρωτικῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ, τῆς Παναγίας, τῶν ἁγίων πάντων, ὅπως «ἀπάλλαξον, ἀνάσπασον, ἆρον, ἀπέλασον, ἀνάστειλον, (ἐξ)(δι)ἀνάστησον, ἀνάκτησον, ἀνέλκυσον, ἀντιλαβοῦ, ἀνάπλασον, ἀνόρθωσον, ἀξίωσον, ἁγίασον, ἀγάθυνον, ἀνάγαγε, ἀφάνισον, κλπ.». Ἄλλος ποταμὸς μυρίων εὐαισθησιῶν εἶναι τὰ ὀνόματα, τὰ ἐπίθετα καὶ οἱ περιφραστικοὶ χαρακτηρισμοὶ τοῦ Κυρίου, τῆς Θεοτόκου καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀλλὰ καὶ πάντων τῶν παρακαλουμένων ἁγίων τοῦ Θεοῦ. Εἶναι τὰ ἄνθη τῆς ταπεινῆς πρόσπτωσης καὶ τὰ μύρα τῆς εὐγνωμοσύνης. Εἶναι ἡ χαρμόσυνη ἔκρηξη τῆς ἀκαταισχύντου ἐλπίδος μέσα στὴν ἄβυσσο τῶν μαρτυρικῶν πυκτευμάτων καὶ μέσα στὴ θλίψη τῶν βασανιστικῶν ἐνίοτε πειρασμῶν. Εἶναι, θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ κανείς, μιὰ καλολογία Τιρταιϊκὴ ἐγκωμιαστικὴ-ἡρωϊκὴ-παρακλητική, εὐαίσθητη καὶ καρδιακή, μιὰ ποίηση στιβαρὴ καὶ χαρισματική, μὲ πνοὴ ἀφελότητας Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ θεολογικὲς ἀναγωγές, μὲ ἀκόμπαστες ἐμπειρικὲς καὶ βιωματικὲς προσψαύσεις, μιὰ μεμετρημένη φιλοκαλικὴ καλλιτεχνία καὶ μιὰ ἐκπλήττουσα καὶ εὑρηματικὴ λεξιπλασία.

Οἱ παρακλητικοὶ κανόνες εἶναι μιὰ ἀκένωτη ἱκετηρία εὐλαβῶν ψυχῶν, ποὺ ἐκφράζουν τὸ κοινὸ αἴσθημα τῶν λατρευτῶν τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν προσκυνητῶν τῆς Θεοτόκου καὶ τῶν ἁγίων, χωρίς φτιασιδώματα καὶ ἐπιτηδεύσεις, ἀλλὰ μὲ συγκλονιστικὴ ἀμεσότητα καὶ γνήσια εὐαγγελικὴ ἀγαθωσύνη, ὅπου πόνος, θλίψη, πειρασμός, στενοχωρία, διωγμός, κίνδυνοι, περιστάσεις τοῦ βίου καὶ ἀνάγκες, θλιπτικὲς ἐπιφορὲς καὶ νοσημάτων παντοίων καταπονήσεις βρίσκουν διέξοδο ὑπαρξιακὴ στὴν παρηγορία τῆς προσευχητικῆς κοινωνίας μὲ τὰ ἐπικαλούμενα καὶ παρακαλούμενα θεῖα καὶ ἅγια πρόσωπα. Ἡ πολυποίκιλος ἁμαρτία καὶ ὁ σκοτασμὸς τῆς ἐμπαθείας, ἐπιτεινόμενος ἀπὸ φθόνους δαιμονικούς, πολλαχοῦ ἐπανέρχονται στοὺς παρακλητικοὺς κανόνες, θεωρούμενα ὡς αἴτια τῆς ψυχο-σωματικῆς ἀσθένειας, ἀλλὰ καὶ ὡς ἡ μέγιστη καὶ κατ᾽ ἐξοχὴν κινδυνώδης ἀσθένεια, ἡ ὁποία, μένοντας ἀθεράπευτη, ποιεῖ ὑπαρκτικὰ καὶ ἠθικὰ στὸν ἄνθρωπο «μέγα τραῦμα»7.

Ἀπαρχὴ τοῦ κακοῦ, τῆς φθορᾶς καὶ τῆς ἀσθένειας, γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἔγινε ἡ ἐξ ἀπάτης δαιμονικῆς παρακοὴ τοῦ γενάρχου στὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐκ προαιρέσεώς του ἀνταρσία ἀπὸ τὴν ἀγαπητικὴ κοινωνία τοῦ Δημιουργοῦ του, γινόμενος αὐτὸς ὁ ἴδιος ἐκ παραχρήσεως «αἰτία τῆς ἑαυτοῦ ἀπωλείας»8. Τὴ νέκρωση τοῦ Ἀδὰμ προξένησε τὸ παράπτωμα τῆς ἑκούσιας ἐπαναστάσεώς του ἐναντίον τῆς πηγῆς τῆς ζωῆς. Ἀπὸ τὴν πρώτη αὐτὴ ἁμαρτία καὶ ἑξῆς, ἡ μισάνθρωπη κακουργία τοῦ πολεμήτορος διαβόλου, συμμαχούσης τῆς ἀνθρωπίνης ραθυμίας, γίνεται αἰτία τῶν ψυχικῶν ἰδιαίτερα νοσημάτων. Οἱ ἐπήρειες τῶν δαιμόνων παρομοιάζονται μὲ ληστρικὲς ἐφόδους καὶ φαρμακερὰ δαγκώματα, ποὺ δηλητηριάζουν καὶ τραυματίζουν τὴν ψυχή, ἀλλὰ καὶ κατακρημνίζουν τὸν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ προσβολές, οἱ ἐπιβουλὲς καὶ οἱ ἐνέδρες τοῦ «παλαιοῦ πτερνιστοῦ» καὶ δεινοῦ ἀντιμάχου τῆς σωτηρίας ἐξασθενοῦν καὶ καταπληγώνουν τὴν ψυχὴ προξενώντας ὀσμὴ θανάτου καὶ νεκρωτικὲς καταστάσεις σ᾽ αὐτήν9. Ὁἐχθρός, μὲ θηριώδεις ὁρμές, μὲ ληστρικὲς κυκλώσεις, μὲ συνεχεῖς κατατοξεύσεις, μὲ ἀφειδεῖς θλιπτικὲς ἐπιφορές, ζητεῖ νὰ ἁρπάσει, νὰ κατασπαράξει καὶ νὰ κατακρημνίσει τὴν ψυχὴ στὸν βυθὸ τῶν φθοροποιῶν παθῶν10. H ἁμαρτία, ὡς νόσος λοιμική, ἐμποιεῖ πλέον θάνατο ψυχικὸ καὶ σωματικό11, ἀλλὰ γίνεται καὶ αἰτία (κατὰ τὴ γνωστὴ συγκλονιστικὴ φράση τοῦ μικροῦ παρακλητικοῦ κανόνα: «Ἀπὸ τῶν πολλῶν μου ἁμαρτιῶν, ἀσθενεῖ τὸ σῶμα, ἀσθενεῖ μου καὶ ἡ ψυχὴ»12) νὰ ἀσθενεῖ καὶ νὰ πάσχει ἡ σύνολη ὕπαρξη.

Ἡψυχὴ καταφθείρεται καὶ νεκρώνεται καὶ ἀνιάτως νοσεῖ καὶ καταπνίγεται στὴν πλημμύρα καὶ κατατήκεται στὸν καύσωνα τῶν πολλῶν ἁμαρτιῶν καὶ τῶν ποικίλων πταισμάτων13.Ἡπονηρία καὶ ἡ κακὴσυνήθεια, ἡ καθ᾽ ὑπερβολὴν ἀνεξέλεγκτη πτώση σὲ σφάλματα καὶ ἡ κατατρύγηση τῶν ἁμαρτωλῶν ἡδονῶν ἀμβλύνουν τὰ πνευματικὰ αἰσθητήρια, μολύνουν καὶ ξηραίνουν τὴν καρδιά, ἀναισθητοῦν τὰ νεῦρα τῆς ψυχῆς καὶ τὴν παραλύουν, τὴν παγώνουν καὶ τὴν πληγώνουν, δημιουργώντας νοσηρὸ καὶ ἀνίατο ἄλγος καὶ ὑποδουλώνοντάς την «φρενοβλαβῶς»14. Ἡ ζωὴ τῆς ἁμαρτίας προσθέτει στοὺς μώλωπες τραύματα καὶ γυμνώνει τὸν ἄνθρωπο «τῆς πρὶν θεοϋφάντου στολῆς»15. Οἱ ὑμνογράφοι, ὡς ἐξ ὀνόματος τῶν πιστῶν, παρακαλοῦν γιὰ τὴ θεραπεία καὶ τῆς αἰτίας (ἁμαρτία) καὶ τοῦ ἀποτελέσματος (νόσος, ἀσθένεια, ἀρρωστία).Ἡ σύμφυρση μὲ τὰ πταίσματα καὶ τὰ παραπτώματα καὶ ἡ πλήξη τῆς φύσεως ἀπὸ τὴ θανατηφόρο ρομφαία τῆς ἁμαρτίας ποιεῖ τὸν βίο τοῦ ἀνθρώπου «μοχθηρὸν καὶ ἐπώδυνον», «ἀσθενῆ καὶ δυσειδῆ»16. Εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀποσκιρτήσεως ἐκ τῆς ζωῆς τῆς χάριτος, ποὺ ὁδηγεῖ εἰς χώραν μακρὰν «πόρρω Θεοῦ»17, μέσα στὴν παραζάλη τῆς ψυχικῆς τρικυμίας, τὴν ἀθεοφοβία, τὴν ποικίλη κάκωση, τοὺς ἀμέτρους πειρασμοὺς καὶ τὶς πτώσεις. Ἡ ἄκρως, ἐπίσης, νοσογόνος λειτουργία τῶν παθῶν ἐπισημαίνεται ἐξιδιασμένα καὶ σὲ ὅλους τοὺς τόνους καὶ χρωματισμοὺς στὰ κείμενα τῶν παρακλητικῶν ὑμνογραφημάτων. Λύμη ἀληθινὴ τῆς ὡραιότητος τοῦ νοὸς γίνεται ἡ ἐκτύπωση σ᾽ αὐτὸν τῆς ἀμορφίας τῶν φιληδόνων καὶ ὁρμητικῶν στὴν καταλυτική τους δύναμη παθῶν18.

Μέσα στὸν πλοῦτο τῆς ὑμνογραφίας τῶν παλαιῶν καὶ νεωτέρων παρακλητικῶν κανόνων γινόμαστε μέτοχοι δωρεοδοσίας φιλαδέλφου προβληματισμοῦ καὶ στοχασμοῦ ἠθικῆς θεολογίας, ποὺ διαλύουν τὸν ἐγωτικὸ ἀπομονωτισμὸ τῶν συγχρόνων καιρῶν καὶ ἀνοίγουν διαφυγὲς ἀπὸ τοὺς σκοτεινοὺς λαβυρίνθους τῆς καταλυτικῆς ἀτομοκρατίας τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου. Τὸ νῆμα τῆς ἐξόδου εἶναι ἡ διὰ τῆς χάριτος τῶν μυστηρίων οἰκείωση μὲ τὸν Σωτήρα Χριστό, ἀλλὰ καὶ τὸ θάρσος τῆς σκέπης, τῆς προστασίας, τῆς βοηθείας, τῆς μεσιτείας καὶ τῆς πρεσβείας τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ. Καὶ τοῦτο πάντοτε μέσα στὴν ἰσόρροπη χαρμολυπική, ἀσκητική, κατανυκτική, ἀγωνιστικὴ καὶ σταυροαναστάσιμη πορεία ζωῆς, μέσα στὸ εὐλογημένο κλίμα τοῦ λειτουργικὰ μυσταγωγούμενου ὀρθοδόξου ἤθους.

Οἱ παρακλητικοὶ κανόνες, τελούμενοι τακτικὰ καὶ εὐλαβικά, ἐνεπίγνωστα καὶ συμμετοχικά, ἐμποιοῦν παιδαγωγία πνευματικὴ ἀπρόσμενα ὠφέλιμη γιὰ τὶς ψυχὲς τῶν χριστιανῶν. Ἐκεῖ προσευχόμενοι ὑμνητικὰ καὶ παρακλητικά, καταθέτοντας ἱκετευτικὰ καὶ ἔμπονα, καρδιακὰ καὶ ὁλόθυμα τὰ αἰτήματά τους σπουδάζουν στὸν τρόπο ποὺ ὁ πιστός ἄνθρωπος αἴρει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, ἀντιμετωπίζει τὰ θλιπτικὰ τοῦ βίου, ὑπομένει τοὺς πόνους καὶ τὶς ἀσθένειες, προσφεύγει στὴν παραμυθία, τὴ βοήθεια καὶ τὴ σκέπη τοῦ Κυρίου, τῆς Θεοτόκου καὶ τῶν ἁγίων. Ἐκεῖ κατανοοῦν τὸ νόημα τῆς τελείας παραιτήσεως στὸ ἅγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ προετοιμάζονται γιὰ τὶς δύσκολες ὧρες τῶν δεινῶν συμφορῶν καὶ ἀναγκῶν καὶ περιστάσεων τοῦ κόσμου τούτου. Ὡς θεραπεία ψυχῆς, μέσα στὸν σύγχρονο καταιγισμὸ τῶν πλαδαρῶν προτύπων, μέσα σὲ ἕνα κόσμο ἐγωτικῆς αὐτοεπιβεβαίωσης καὶ ταυτόχρονα μίζερης καὶ τραγικῆς αὐτοαναίρεσης, μέσα στὸ ζοφερὸ ἦθος τοῦ «ἔχειν» καὶ τὸ παντελὲς ἔλλειμα τοῦ «εἶναι», μέσα σὲ ἕνα περιβάλλον ποὺ θεωρεῖ τὴν ἀρετὴ πανεύκολη ἰδεαλιστικὴ ἁρπαγὴ καὶ ὄχι αὐτοπροαίρετη ἀγαπητικὴ κατάθεση μαρτυρίας καὶ μαρτυρίου, ἡ λειτουργικὴ καὶ λατρευτικὴ πνευματικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας, στηριζόμενη στὰἁγιασμένα προσευχητικά, παρακλητικὰ καὶ ἱκετευτικά της κείμενα τολμᾶ νὰ προτείνει στὸν κάθε καλοπροαίρετο σύγχρονο ἄνθρωπο τὸν δικό της θεοφώτιστο δρόμο, τὸ δικό της ἀσκητικὸ ἦθος ζωῆς.

τοῦ Ἀρχιμ. Νικοδήμου Σκρέττα
Ἐπικούρου Καθηγητοῦ τοῦ Α.Π.Θ.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Ἰωάν. δ΄ 23, 24.
2. Βλ. σχετικὴ ἀναφορὰ στοῦ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΧΡΥ ΣΟΣΤΟΜΟΥ (ἀρχιμ.), «Ἰατροὶ-Ἰατρεῖον: Οἱ ἅγιοι Ἀνάργυροι καὶ ἡ ἐκκλησία τους στὴ Θεσσαλονίκη», Πρακτικὰ 1ου ἐπιστημονικοῦ συνεδρίου: Ἡ ἱστορία τῆς ἰατρικῆς στὴν πόλη τῆς Θεσσαλονίκης. Θεσμοί, πρακτικὲς καὶ πρόσωπα ἀπὸ τὸν χῶρο τῆς ὑγείας, Θεσσαλονίκη 2005 (ἀνάτυπο).
3. Πρβλ. τὸ χαρακτηριστικὸ παράδειγμα τῆς Παναγίας Πορταϊτίσσης τῆς Ἱ. Μ. Ἰβήρων τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἢ ἐκείνο τοῦ ἀρχαγγέλου στὴν Ἁγιάσο τῆς Λέσβου. Ἄξιμνείας θεωροῦμε τὴν ὕπαρξη σεβασμίας Θεομητορικῆς εἰκόνος στὴ Μονὴ Δουσίκου, ἐπωνυμούμενης «Εἰκὼν τῆς ἁγίας Παρακλήσεως», ἀφοῦ ἐκεῖ μὲ κατάνυξη ψαλλόταν ἡ Παράκληση τῆς Παναγίας. Βλ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Ζ. ΣΟΦΙΑΝΟΥ, «Χατζη-Γερασίμου Ἱερομονάχου Δουσικιώτη, Τὰ χρέη τοῦ ἐκκλησιάρχου. Χρ. Κῶδ. Δουσίκου 76 (ἔτους 846), σσ. 5- 36 (ὑπὸ ἔκδοσιν στὸ Ἀντίδωρον. Τόμος τιμῆς καὶ μνήμης εἰς τὸν μακαριστὸν Καθηγητὴν τῆς Λειτουργικῆς Ἰωάννην Φουντούλην (1927-2007) [Ἐπιμελείᾳ Πανα γιώτου Σκαλτσῆ-Ἀρχιμ. Νικοδήμου Σκρέττα].
4. Δὲν θὰ μπορούσαμε νὰ μὴ μνημονεύσουμε τὸ θαυματουργὸ ἁγίασμα τῆς Παναγίας Ζωοδόχου Πηγῆς στὸ Μπαλουκλὶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Βλ. μάλιστα τὸν θαυμάσιο σχετικὸ κανόνα τοῦ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΚΑΛΛΙΣΤΟΥ ΤΟΥ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΥ, Κανὼν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, ψαλ λόμενος τῇ Παρασκευῇ τῆς Διακαινησίου. Πεντηκοστάριον, ἐκδ. Ἀπο- στολικῆς Διακονίας, Ἀθῆναι 1994, σσ. 55-63.
5. Πρβλ. Ψαλμ. με΄, 5.
6. Βλ. τὴ Β΄ εὐχὴ τοῦ Λυχνικοῦ. Ἐπίσης Λειτουργία Χρυσοστόμου, Εὐχὴ κεφαλοκλισίας, πρὸ τῆς ὑψώσεως.
7. Βλ. Δοξαστικὸν ἑσπερινοῦ Κυριακῆς ἁγίου Ἀποστόλου Θωμᾶ. Πεντηκοστάριον, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθῆναι 1994, σ. 7 .
8. ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΤΟΥΔΙΤΟΥ, Κανὼν Θεοτόκου (Δραματοποιητικός), ᾠδὴ δ΄, τρ. δ΄. Θεοτοκάριον, σ. 4α- β. Βλ. καὶ μ.Π.Κ., μετὰ τὸ «Θεὸς Κύριος...», τρ. α΄.
9. ΙΩΣΗΦ ΥΜΝΟΓΡΑΦΟΥ, Ἦχος α΄. Πέμπτη. Κανὼν Ἁγίου Νικολάου, ᾠδὴ η΄, τρ. γ΄. Σάββατον. Κανὼν εἰς πάντας Ἁγίους, ᾠδὴ θ΄, τρ. γ΄. Μαρτυρικόν. Παρακλητική, σσ. 00, 32. Ἦχος β΄. Δευτέρα. Κανὼν Κατανυκτικός, ᾠδὴ ζ΄, τρ. γ΄. Μαρτυρικόν. ᾠδὴ η΄, τρ. ε΄. Θεοτοκίον. Τρίτη. Κανὼν Προδρόμου, ᾠδὴ ε΄, τρ. ε΄. Θεοτοκίον. Παρακλητική, σσ. 69, 70, 83. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Ἦχος α΄. Τετάρτη. Κανὼν Θεοτόκου, ᾠδὴ ζ΄, τρ. γ΄, Παρακλητική, σ. 83. ΙΩΣΗΦ ΥΜΝΟ ΓΡΑΦΟΥ, Ἦχος βαρύς. Τρίτη. Κανὼν Προδρόμου, ᾠδὴ ζ΄, τρ. δ΄. Θεοτοκίον. Παρακλητική, σ. 754. [ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΜΙΚΡΑΓΙΑΝΝΑΝΙΤΟΥ], Κανὼν Παρακλητικὸς Ἁγ. Γερασίμου, ᾠδὴ ε΄, τρ. δ΄. Θεοτοκίον. Βλ. στὸ Παρακλητικοὶ Κανόνες εἰς Ἁγίους, ἐκδ. «Ἀστήρ», Ἀθῆναι 98 , σσ. 72- 83 (στὸ ἑξῆς Π.Κ.Α.).
10. Βλ. ΙΩΣΗΦ ΥΜΝΟΓΡΑΦΟΥ, Κανὼν ἱκετήριος εἰς τὰς ἐπουρανίους δυνάμεις καὶ εἰς πάντας τοὺς ἁγίους, ᾠδὴ η/, τρ. δ/. Θεοτοκίον. Ὡρολόγιον, σσ. 586-590. ΙΩΑΝΝΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΠΟΔΟΣ, Κανὼν ἱκετήριος εἰς τὸν Ἄγγελον τὸν φύλακα τῆς τοῦ ἀνθρώπου ζωῆς. Ὡρολόγιον, σσ. 578-585, ᾠδὴ στ΄, τρ. α΄. ᾠδὴ ζ΄, τρ. α΄. [ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ], Παρακλητικὸς Ἁγίας Ἀναστασίας Φαρμακολυτρίας, ᾠδὴ στ΄, τρ. α΄. Π.Κ.Α., σσ. 442- 45. Πρβλ. καὶ Α΄ Πέτρ. ε΄ 8.
11. ΙΩΣΗΦ ΥΜΝΟΓΡΑΦΟΥ, Ἦχος δ΄. Πέμπτη. Κανὼν Ἀποστόλων, ᾠδὴ α΄, τρ. β΄. Παρακλητική, σ. 436. Πρβλ. καὶ Ρωμ. στ´ 23: «τὰ γὰρ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος».
12. Μεγαλυνάριον β΄.
13. Ἦχος πλ. δ΄. Παρασκευή. Κανὼν Θεοτόκου, ᾠδὴ η΄, τρ. δ΄. Παρακλητική, σ. 93. ΙΩΣΗΦ ΥΜΝΟΓΡΑΦΟΥ, Κανὼν Ἁγίου Νικολάου, ᾠδὴ στ΄, τρ. δ΄. Θεοτοκίον. Παρακλητική, σ. 780. Βλ. ἐπίσης καὶ Ἦχος βαρύς. Τετάρτη. Κανὼν Θεοτόκου, ᾠδὴ α΄, τρ. γ΄. Παρακλητική, σ. 763.
14. Bλ. Ἦχος γ΄. Τετάρτη. Κανὼν Θεοτόκου, ᾠδὴ ζ΄, τρ. γ΄. Παρασκευή. Κανὼν Θεοτόκου, ᾠδὴ θ΄, τρ. β΄. Παρακλητική, σσ. 3 , 342. ΙΩΣΗΦ ΥΜΝΟΓΡΑΦΟΥ, Ἦχος α΄. Πέμπτη. Κανὼν Ἁγίου Νικολάου, ᾠδὴ α΄ , τρ. γ΄. ᾠδὴ στ΄, τρ. α΄. Ἦχος β΄. Δευτέρα. Κανὼν Κατανυκτικός, ᾠδὴ δ΄, τρ. β΄. ᾠδὴ ζ΄, τρ. β΄. Τρίτη. Κανὼν Κατανυκτικός, ᾠδὴ α΄, τρ. β΄. Ἦχος γ΄. Τρίτη. Κανὼν Κατανυκτικός, ᾠδὴ στ΄, τρ. α΄. Ἦχος δ΄. Πέμπτη. Κανὼν Ἀποστόλων, ᾠδὴ θ΄, τρ. γ΄. Ἦχος πλ. β΄. Πέμπτη. Κανὼν Ἀποστόλων, ᾠδὴ στ΄, τρ. β΄. Παρακλητική, σσ. 93, 97, 67, 69, 78- 79, 294, 443, 67 . ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΥΧΑÏΤΩΝ, Κανὼν Θεοτόκου, Προσόμοιον δ΄. Θεοτοκάριον, σ. 86α.
15. Βλ. ΑΝΔΡΕΟΥ ΚΡΗΤΗΣ, Μέγας Κανών, ᾠδὴ β΄, τρ. ιβ΄. ᾠδὴ ζ΄, τρ. α΄.
16. Βλ. ΙΩΣΗΦ ΥΜΝΟΓΡΑΦΟΥ, Ἦχος α΄. Τρίτη. Κανὼν Κατανυκτικός, ᾠδὴ α΄, τρ. β΄. Παρακλητική, σ. 6.
ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΤΟΥ ΚΡΗΤΟΣ, Κανὼν Τιμίου Σταυροῦ, ᾠδὴ δ΄, τρ. γ΄. Π.Κ.Α., σσ. 93- 0 . [ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ;], Κανὼν Ἁγ. Θεράποντος, ᾠδὴ α΄, τρ. δ΄. Θεοτοκίον. Π.Κ.Α., σσ. 246 254, Κανὼν Ἁγ. Ἀποστόλων, ᾠδὴ α΄, τρ. γ΄. Π.Κ.Α., σσ. 2 - 3 .
17. ΙΩΑΝΝΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΠΟΔΟΣ, Κανὼν ἱκετήριος εἰς τὸν Ἄγγελον..., ὅπ.π., ᾠδὴ δ΄, τρ. δ΄. [ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ;], Κανὼν Ἁγ. Ἀναστασίας Φαρ μακολυτρίας, ᾠδὴ δ΄, τρ. α΄. Π.Κ.Α., σσ. 442-45 .
18. ΑΝΔΡΕΟΥ ΚΡΗΤΗΣ, Μέγας Κανών, ᾠδὴ β΄, τρ. κ΄.

πηγή : H OΔOΣ (ΤETΡAΜΗΝΙΑΙΟ ΦΥΛΛΑΔΙΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΙΔΑΧΗΣ
ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΡΟΔΟΥ )

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...