/*--

Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

Η Ορθόδοξη Εικόνα: Η παράδοση της πίστεως στην εκκλησιαστική τέχνη

    
  Η Ορθόδοξη Εκκλησία διατήρησε ακέραιο ένα τεράστιο πνευματικό πλούτο, τόσο στον χώρο του λειτουργικού βίου και της πατερικής σκέψης, όσο και στον χώρο της εκκλησιαστικής τέχνης
. Γνωρίζουμε, ότι η προσκύνηση των εικόνων κατέχει μια πολύ σημαντική θέση στην παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, και αυτό διότι η εικόνα δεν είναι μια απλή απεικόνιση, ούτε μια διακόσμηση, ούτε ακόμα μια εικονογράφηση της Αγίας Γραφής. Είναι κάτι περισσότερο: είναι ισότιμη προς το ευαγγελικό μήνυμα, είναι ένα λατρευτικό σκεύος, που συμμετέχει ολόκληρο στη λειτουργική ζωή. Έτσι εξηγείται η σπουδαιότητα, που η Εκκλησία αποδίδει στην απεικόνιση και όχι σε οποιανδήποτε αναπαράσταση, αλλά στη συγκεκριμένη απεικόνιση των ιερών εικόνων. Ο σημαντικός ρόλος της εικόνας φαίνεται φανερά στο πέρασμα της ιστορίας, κατά την πάλη της Εκκλησίας εναντίον της ειδωλολατρίας και των αιρέσεων και, ιδιαιτέρως, στον μεγάλο αριθμό μαρτύρων και ομολογητών κατά τη διάρκεια της Εικονομαχικής περιόδου (8ος-9ος αι.).
Στην εικόνα η Εκκλησία δεν βλέπει μόνο μια μορφή ορθόδοξης διδασκαλίας, αλλά την καθολική έκφραση της Ορθοδοξίας, αυτή την ίδια την Ορθοδοξία. Επομένως, δεν μπορούμε, ούτε να καταλάβουμε, ούτε να εξηγήσουμε την εκκλησιαστική τέχνη έξω από τη ζωή της Εκκλησίας. Η εικόνα, η ιερή απεικόνιση, αποτελεί μια εκδήλωση της παράδοσης της Εκκλησίας, ισότιμη με τη γραπτή και την προφορική παράδοση. Η προσκύνηση των ιερών εικόνων του Χριστού, της Παρθένου, των αγγέλων και των αγίων είναι ένα δόγμα της χριστιανικής πίστεως, το οποίο αποκρυσταλλώθηκε και διατυπώθηκε στην Εβδόμη Οικουμενική Σύνοδο. Προέρχεται από το θεμελιώδες δόγμα της Εκκλησίας, της ομολογίας δηλαδή της ενανθρωπήσεως του Θεού. Η εικόνα του Θεανθρώπου είναι η μαρτυρία της πραγματικής και όχι φανταστικής σάρκωσής Του. Γι’ αυτό η αγιογραφία συχνά αποκαλείται εικαστική θεολογία. Αυτό το εκφράζει η Εκκλησία και στη λειτουργική της ζωή. Τα στιχηρά και οι κανόνες των εορτών διαφόρων εικόνων, όπως για παράδειγμα του αγίου Μανδηλίου (βλ. 16 Αυγούστου) και, ιδιαίτερα, η ακολουθία της Κυριακής της Ορθοδοξίας αποκαλύπτουν το νόημα της εικόνας σε ολόκληρο το βάθος της. Καταλαβαίνει κανείς, πως το περιεχόμενο και η σημασία της εικόνας αποτελούν θεολογική μελέτη όμοια με της Αγίας Γραφής.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία πάλευε πάντοτε για τη διαφύλαξη, την περιχαράκωση της λειτουργικής της τέχνης από την εκκοσμίκευση. Με τη φωνή των Συνόδων της, των ιεραρχών της, των πιστών της, αγωνιζόταν υπέρ της αυθεντικότητας της λειτουργικής της τέχνης, καθώς και εναντίων των ξένων στοιχείων της κοσμικής τέχνης, που την επηρέαζαν. Ας μην ξεχνάμε, πως και η σκέψη στον χώρο της Εκκλησίας δεν ήταν πάντα κάποιου θεολογικού επιπέδου, όπως και η καλλιτεχνική δημιουργία δεν ήταν πάντα στο ύψος της αυθεντικής εικονογραφίας. Έτσι, δεν μπορούμε να θεωρούμε κάθε εικόνα, ακόμα και αν είναι παλαιά και ωραία, ως  αλάθητη και, περισσότερο, αν αυτή έχει γίνει σε περίοδο παρακμής. Μια τέτοια εικόνα μπορεί να συμφωνεί με τη διδασκαλία της Εκκλησίας, μπορεί και όχι, μπορεί να παραπλανεί αντί να διδάσκει. Δηλαδή, η διδασκαλία της Εκκλησίας μπορεί να αλλοιωθεί από την εικόνα το ίδιο, όπως και με το λόγο. Γι’  αυτό και η Εκκλησία πάλευε πάντοτε, όχι για την καλλιτεχνική ποιότητα της τέχνης, αλλά για την αυθεντικότητά της, όχι για την ωραιότητά της, αλλά για την αλήθεια της. Η παράδοση της Εκκλησίας μαρτυρεί, πως από την αρχή κιόλας της συστάσεώς της κατενοείτο πλήρως η έννοια της εικόνας και η ύπαρξη της απεικόνισης. Η στάση της Εκκλησίας απέναντι σ’ αυτήν είναι αμετάβλητη, εξαιτίας του ότι αυτή η στάση απορρέει από τη διδασκαλία της για τη σάρκωση του Υιού του Θεού.
Η απεικόνιση λοιπόν συνιστά στοιχείο της ίδιας της φύσεως του Χριστιανισμού, γιατί δεν αποτελεί μόνον αποκάλυψη του Λόγου του Θεού, αλλά και απεικόνιση του Θεού, που δόθηκε με την εμφάνιση του Θεανθρώπου.  Η Εκκλησία διδάσκει, ότι η απεικόνιση βασίζεται πάνω στη σάρκωση του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος. Δεν πρόκειται εδώ για μια ρήξη, ούτε για μιαν αντίφαση με την Παλαιά Διαθήκη, ακόμα και με τα πιο αυστηρα κριτήρια, όπως ισχυρίζονται οι Διαμαρτυρόμενοι (Προτεστάντες), αλλά, το αντίθετο• πρόκειται για την άμεση ολοκλήρωσή της. Η παρουσία της απεικόνισης μέσα στην Καινή Διαθήκη συνδέεται με την απουσία της στην Παλαιά. Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, για την Εκκλησία η ιερή απεικόνιση πηγάζει ακριβώς από την απουσία της άμεσης απεικόνισης μέσα στην Παλαιά Διαθήκη. Είναι η συνέπεια και η κατάληξή της. Πρόγονος της χριστιανικής απεικόνισης δεν είναι το είδωλο της αρχαίας λατρείας, όπως υποστηρίζεται συχνά, αλλά είναι η απουσία της άμεσης και συγκεκριμένης απεικόνισης πριν τη σάρκωση του Υιού του Θεού, καθώς και το παλαιοδιαθηκικό  σύμβολο. Κι αυτό, για τον λόγο ότι, πρόγονος της Εκκλησίας δεν είναι ο ειδωλολατρικός κόσμος, αλλά ο αρχαίος Ισραήλ, ο εκλεκτός λαός του Θεού, που επιλέχθηκε ως δέκτης της αποκάλυψης του Θεού. Για την Εκκλησία είναι απόλυτα σαφές, πως η απαγόρευση της απεικόνισης, όπως διατυπώνεται στο βιβλίο της Εξόδου (20,4-5) και του Δευτερονομίου (5,8-9) («οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον, οὐδὲ παντὸς ὁμοίωμα, ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ ὅσα ἐν τῇ γῇ κάτω καὶ ὅσα ἐν τοῖς ὕδασιν ὑποκάτω τῆς γῆς. οὐ προσκυνήσεις αὐτοῖς, οὐδὲ μὴ λατρεύσεις αὐτοῖς») είναι ένα πρόσκαιρο μέτρο, παιδαγωγικό, που περιορίζεται αποκλειστικά στην Παλαιά Διαθήκη και δεν αποτελεί αρχή απαγόρευσης της απεικόνισης. Διότι, παράλληλα με την απαγόρευση της συγκεκριμένης και άμεσης απεικόνισης, υπήρχε η θεϊκή προσταγή να δημιουργήσουν οι άνθρωποι σχηματικές συμβολικές απεικονίσεις- προτυπώσεις, όπως ήταν η σκηνή της Κιβωτού και όλα όσα περιείχε, προτυπώσεις, των οποίων και τις παραμικρές λεπτομέρειες υπέδειξε ο Θεός.
Η διδασκαλία της Εκκλησίας  εκφράστηκε πάνω σ’  αυτό το ζήτημα με μεγάλη σαφήνεια από τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό στους τρεις λόγους του, Προς τους διαβάλλοντας τας αγίας εικόνας (PG 94, 1232-1420). Οι λόγοι αυτοί γράφτηκαν ως απάντηση προς τους εικονομάχους, οι οποίοι, στηριζόμενοι στην απαγόρευση της Παλαιάς Διαθήκης, συνέχεαν τη χριστιανική απεικόνιση με το είδωλο. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός εξηγεί το νόημα αυτής της απαγόρευσης. Παραβάλλοντας κείμενα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, δείχνει πως η χριστιανική απεικόνιση είναι, όπως το είπαμε ήδη, μια κατάληξη της Παλαιάς Διαθήκης, μια συμπλήρωσή της, διότι απορρέει από την ίδια την ουσία του Χριστιανισμού. Η σκέψη του συνοψίζεται ως εξής: Μέσα στην Παλαιά Διαθήκη η άμεση παρουσία του Θεού στον λαό Του πραγματοποιείται αποκλειστικά με τον ήχο, με τον λόγο. Ο ίδιος δεν αποκαλύπτεται, μένει αόρατος, και υπογραμμίζει το γεγονός, ότι ο Ισραήλ δεν βλέπει καμμιά εικόνα ακούγοντας τη φωνή Του. Ούτε ο λαός, ούτε ο Μωυσής είδαν κάποια εικόνα Του, μονάχα άκουσαν τη φωνή Του. Αφού δεν είδαν τον Θεό, δεν μπορούσαν να τον εικονίσουν. Εκείνο, που μπορούσαν όμως να κάνουν και έκαναν, ήταν να καταγράψουν τον θεϊκό λόγο. Και πώς μπορούσαν να αναπαραστήσουν το άυλο και απερίγραπτο, το ασχημάτιστο και αμέτρητο; Στην επιμονή όμως των βιβλικών χωρίων, που τονίζουν ότι ο Ισραήλ ακούει τον λόγο, δεν βλέπει όμως εικόνα, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ανακαλύπτει τη μυστική ένδειξη της μελλοντικής δυνατότητας να δει και να αναπαραστήσει τον σαρκωμένο Θεό: «Τι ουν το μυστικώς μηνυόμενον; Δήλον, ως όταν ίδης δια σε γενόμενον άνθρωπον τον ασώματον, τότε δράσεις της ανθρωπίνης μορφής το εκτύπωμα• όταν ορατός σαρκί ο αόρατος γένηται, τότε εικονίσεις το του οραθέντος ομοίωμα• ότε ο ασώματος και ασχημάτιστος άποσός τε και απήλικος και αμεγέθης τῃ υπεροχῄ της εαυτού φύσεως, ο εν μορφῄ Θεού υπάρχων, μορφήν δούλου λαβών και χαρακτήρα περιθήται σώματος, τότε εν πίναξι χαράττεται. Χάραττε τούτου την άφατον συγκατάβασιν, την εκ Παρθένου γέννησιν, την εν Ιορδάνῃ βάπτισιν, την εν Θαβώρ μεταμόρφωσιν, πάντα γράφε, και λόγῳ και χρώμασιν, εν τε βίβλοις και πίναξιν.»
Έτσι, η απαγόρευση της αναπαράστασης του αοράτου Θεού στην Παλαιά Διαθήκη συμπεριλαμβάνει εν ολίγοις και την αναγκαιότητα της αναπαράστασής Του στην εποχή της Χάριτος, αφού οι προφητείες ήδη τώρα ολοκληρώθηκαν. Κατά συνέπεια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η τυπολογική απαγόρευση της αναπαράστασης του Θεού είναι συνδεδεμένη με τον γενικό προορισμό του ισραηλιτικού λαού. Η αιτία ύπαρξης του εκλεκτού λαού ήταν η διακονία του αληθινού Θεού. Το λειτούργημα αυτό συνίστατο, κατά τον μεσσιανικό του χαρακτήρα, στην προετοιμασία και προεικόνιση αυτού, που επρόκειτο να αποκαλυφθεί στην Καινή Διαθήκη.  Γι’  αυτό τον λόγο στην Παλαιά Διαθήκη δεν μπορούσαν να υπάρχουν παρά μόνο συμβολικές προεικονίσεις, αποκαλύψεις των μελλόντων, αφού «ο νόμος δεν ήταν εικόνα, αλλά εικόνος προσκίασμα», όπως λέει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Ο απόστολος Παύλος συμπληρώνει: «Σκιάν γαρ έχων ο νόμος των μελλόντων αγαθών, ουκ αυτήν την εικόνα των πραγμάτων»(Εβρ. 10,1). Διότι, «ο μη ορατός οράται, και ο μη αναπαριστώμενος, αναπαρίσταται». Στο εξής, ο Θεός δεν απευθύνεται πια στους ανθρώπους διά του λόγου μόνο και των προφητών. Φανερώνεται πλέον στο πρόσωπο του σαρκωμένου Λόγου, που «σκηνώνει ανάμεσα στους ανθρώπους».
Στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, αναφέρει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο Κύριος,  δηλαδή ο ίδιος ο Θεός, που μίλησε στην Παλαιά Διαθήκη, τίμησε τους μαθητές Του και μαζί με εκείνους όλους αυτούς που ζουν κατά το παράδειγμά τους και ακολουθούν τα ίχνη τους:  «Υμών δε μακάριοι οι οφθαλμοί, ότι βλέπουσι, και τα ώτα υμων, ότι ακούουσιν• αμήν γαρ λέγω υμίν ότι πολλοί προφήται και δίκαιοι επεθύμησαν ιδείν ά βλέπετε, και ουκ είδον, και ακούσαι ά ακούετε, και ουκ ήκουσαν.» (Ματθ.13,16-17) Είναι φανερό πως, όταν ο Χριστός λέει στους μαθητές Του, ότι οι οφθαλμοί τους είναι μακάριοι, γιατί βλέπουν αυτό που βλέπουν και ακούνε  αυτό που ακούνε, αυτό αναφέρεται σε κάτι, που κανείς δεν είχε ποτέ δει ούτε ακούσει, γιατί οι άνθρωποι πάντοτε είχαν μάτια για να βλέπουν και αυτιά για να ακούνε. Τα λόγια αυτά του Χριστού δεν αναφέρονται ούτε στα θαύματά Του, διότι και οι παλαιοδιαθηκικοί προφήτες είχαν κάνει επίσης θαύματα. Τα λόγια αυτά θέλουν να πουν, ότι οι μαθητές έβλεπαν και άκουγαν άμεσα Εκείνον, που ανήγγειλαν οι προφήτες, τον σαρκωμένο Θεό. «Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε», λέει ο ευαγγελιστής Ιωάννης,  «ο μονογενής υιός, ο ων εις τον κόλπον του Πατρός, εκείνος εξηγήσατο» (Ιωάν.,1,18).
M’ αυτό τον τρόπο, το διακριτικό σημείο της Καινής Διαθήκης είναι ο στενός δεσμός, που υπάρχει ανάμεσα στον λόγο και την απεικόνιση. Γι’  αυτό οι Πατέρες και οι Σύνοδοι, όταν μιλούν για την εικόνα, δεν παραλείπουν ποτέ να υπογραμμίσουν «καθάπερ ηκούσαμεν, ούτω και είδομεν». Το έργο της νεοδιαθηκικής εικόνας, όπως την αντιλαμβάνονταν οι Πατέρες, συνίσταται ακριβώς στη φανέρωση, όσον το δυνατόν πιο πιστά και ολοκληρωμένα, της αλήθειας της σάρκωσης του Θεού, όσο αυτό μπορεί να επιτευχθεί με τα μέσα της τέχνης. Η εικόνα του ανθρώπου Ιησού είναι η εικόνα του Θεού. Να γιατί οι Πατέρες της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου έλεγαν, ως προς την εικόνα Του: «εκ δύο γαρ φύσεων ίσμεν τον Χριστόν, και εν δύο φύσεσιν αδιαιρέτως, ήγουν θείᾳ και ανθρωπίνῃ• η μία ουν απερίγραπτος, και η μία περιγεγραμμένη εν τῴ ενί Χριστῴ θεωρείται».
Όπως βλέπουμε, η εικόνα αναπαριστά, όχι τη φθαρτή σάρκα του, που πρόκειται να φθαρεί, αλλά τη μεταμορφωμένη, τη φωτισμένη από τη χάρη, τη σάρκα του μέλλοντος αιώνος. Μεταδίδει με μέσα υλικά, ορατά στα ανθρώπινα μάτια, την ωραιότητα και δόξα του Θεού. Γι’  αυτό τον λόγο οι Πατέρες λένε, πως η εικόνα είναι αγία και προσκυνητή, ακριβώς γιατί μεταδίδει τη θεϊκή κατάσταση του πρωτοτύπου της, του οποίου φέρει το όνομα. Έτσι η χάρη, που δίδεται από το πρωτότυπο, βρίσκεται παρούσα μέσα σε αυτήν. Με άλλα λόγια, η χάρη του Αγίου Πνεύματος αναδεικνύει την αγιότητα, τόσο του αναπαριστώμενου προσώπου, όσο και της εικόνας του. Και είναι μέσα σε αυτή, που ενεργείται η σχέση ανάμεσα στον πιστό και τον άγιο, δια μέσου της εικόνας του. Συνεπώς, η εικόνα μετέχει στην αγιότητα του πρωτοτύπου της και μέσῳ της εικόνας μετέχουμε με τη σειρά μας σε αυτή την αγιότητα, όταν εμείς την προσκυνούμε προσευχόμενοι. Οι Πατέρες της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου διαχωρίζουν με προσοχή τις έννοιες εικόνα και προσωπογραφία: η πρώτη αναπαριστά έναν άνθρωπο ενωμένο με τον Θεό, η άλλη ένα συνηθισμένο ανθρώπινο ον. 
Διαφοροποιείται επομένως η εικόνα από την προσωπογραφία, από το ίδιο το περιεχόμενο, περιεχόμενο που δημιουργεί ειδικές εκφραστικές φόρμες, εντελώς δικές της, που την κάνουν να διαφέρει από οποιανδήποτε άλλη απεικόνιση. Η εικόνα δείχνει την αγιότητα με τρόπο που δεν επιτρέπει, ούτε να υπονοείται αυτή, ούτε να συμπληρώνεται από τη σκέψη μας, αλλά να είναι ορατή από τα σαρκικά μάτια μας. Η εικόνα της θεώσεως του ανθρώπου αναπαριστά την πραγματικότητα, που αποκαλύπτεται κατά τη Μετάμορφωση στο όρος του Θαβώρ. Σύμφωνα με τους Πατέρες, ο Χριστός έδειξε τότε στους μαθητές την κατάσταση της θεώσεως, στην οποία εκλήθησαν όλοι οι άνθρωποι. Έτσι, όπως δοξάστηκε και μεταμορφώθηκε το σώμα του Κυρίου ημών Ιησού, λάμποντας από θεϊκή δόξα και άφατο φως, με τον ίδιο τρόπο το σώμα των αγίων δοξάζεται και γίνεται φωτεινό , μεταμορφωμένο από τη δύναμη της χάρης του Θεού. Αυτήν την ομοίωση του ανθρώπου προς τον Θεό ο άγιος Σεραφείμ του Σαρώβ, όχι μόνον την εξηγεί, αλλά και την αποκαλύπτει άμεσα, ορατά στον Μοτοβίλωβ, μεταμορφούμενος μπροστά του. «Φανταστείτε», λέει ο Μοτοβίλωβ, «στη μέση του ήλιου, την πιο φωτεινή στιγμή του μεσημεριού, το πρόσωπο ενός ανθρώπου που σας μιλά».
Μέσα στα έργα των Πατέρων, όπως και στους βίους των αγίων, συναντούμε συχνά μαρτυρίες κάποιου φωτός, που διαλάμπει εξωτερικά στα πρόσωπα των αγίων την υπέρτατη στιγμή της δόξας τους, έτσι όπως έλαμπε το πρόσωπο του Μωυσή, όταν κατέβηκε από το όρος του Σινά και έπρεπε να το καλύψει μ’ ένα ύφασμα, γιατί ο λαός δεν μπορούσε να αντέξει τη λάμψη. Η μέλλουσα μεταμόρφωση ολόκληρης της ανθρώπινης φύσης, συμπεριλαμβανομένης και της σάρκας, μας αποκαλύφθηκε κατά τη Μεταμόρφωση του Κυρίου στο όρος του Θαβώρ: «και μετεμορφώθη έμπροσθεν αυτών, και έλαμψε το πρόσωπον αυτού ως ο ήλιος, τα δε ιμάτια αυτού εγένετο λευκά ως το φως». Η έκφραση αυτού του φωτός είναι το κυριότερο θέμα και ο απώτατος σκοπός της αγιογραφίας.
Σκοπός της εικόνας, επομένως, δεν είναι να μας προκαλέσει ένα φυσικό ανθρώπινο συναίσθημα. Η εικόνα δεν συγκινεί, δεν είναι συναισθηματική. Σκοπό έχει να κατευθύνει όλα τα αισθήματά μας προς τη μεταμόρφωση, όπως και τον νου μας και όλα τα χαρακτηριστικά της φύσεώς μας, αποβάλλοντας κάθε έξαρση αρρωστημένη και βλαβερή. Με αυτό τον τρόπο ερμηνεύεται η θέωση, χωρίς να καταργεί τίποτα από τα ανθρώπινα στοιχεία: ούτε τις ψυχολογικές ιδιότητες, ούτε τα διάφορα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ανθρώπου μέσα στον κόσμο. Έτσι, η εικόνα ενός αγίου δεν παραλείπει να δείξει τη γήινη δραστηριότητά του, μέσα από την οποία μπόρεσε να εργαστεί πνευματικά, είτε αυτή ήταν εκκλησιαστική, όπως επίσκοπος, μοναχός, είτε κοσμική δραστηριότητα, όπως πρίγκηπας, στρατιώτης, γιατρός. Κάθε εκδήλωση της ανθρώπινης φύσης, κάθε φαινόμενο της ζωής μας φωτίζεται και παίρνει το πραγματικό του νόημα και τη θέση του μέσα από τη συνάντησή του με το θείον. Με τον τρόπο, που αναπαριστούμε τον Θεάνθρωπο καθ᾽ όλα όμοιο μ’ εμάς, εκτός από την αμαρτία, με τον ίδιο τρόπο αναπαριστούμε και τον άγιο ως ένα πρόσωπο απελευθερωμένο από την αμαρτία. Η εικόνα μας δείχνει το σώμα ενός αγίου ανθρώπου, «σύμμορφον τω σώματι της δόξης (του Χριστού)». Ένα σώμα απελευθερωμένο από τη φθορά της αμαρτίας και «μέτοχο κατά κάποιον τρόπο των ιδιοτήτων του πνευματικού σώματος, που οφείλει να λάβει κατά την Ανάσταση των Δικαίων».
Η εκκλησιαστική τέχνη της Ορθοδοξίας είναι μια ορατή έκφραση του δόγματος της μεταμορφώσεως. Η μεταμόρφωση του ανθρώπου κατανοείται και μεταδίδεται εδώ, ως καθορισμένη αντικειμενική πραγματικότητα, που συμφωνεί με την ορθόδοξη διδασκαλία. Δηλαδή, ό,τι δείχνει η εικόνα, δεν είναι μια ατομική ερμηνεία, ούτε μια αφηρημένη σύλληψη, λίγο πολύ αλλοιωμένη, αλλά μια αλήθεια, που διδάσκει η ίδια η Εκκλησία.
Το περιεχόμενο της εικόνας καθορίζει όχι μόνον τη δομή της, αλλά και την τεχνική και τα υλικά της. Ούτε η τεχνική, ούτε τα υλικά, που χρησιμοποιούνται για τις εικόνες, μπορούν να είναι τυχαία σε σχέση με τη λατρεία. Δύσκολα θα φανταζόταν κανείς, ακόμα και σε μια σχηματική αισθητική ανάλυση, ότι μια εικόνα θα μπορούσε να ήταν ζωγραφισμένη με οτιδήποτε, οπουδήποτε και με οποιοδήποτε υλικό. Πράγματι, όπως η αυθεντικότητα της εικόνας συνδέεται με την Ευχαριστία, το ίδιο και η αυθεντικότητα της κάθε ύλης, που παίρνει μέρος στη λατρεία, συνδέεται μαζί της: «τα Σα εκ των Σων σοι προσφέρομεν». Τα λόγια αυτά προέρχονται από την προσευχή του Δαβίδ πάνω στα συγκεντρωμένα υλικά για την οικοδόμηση του Ναού: «Ότι σα τα πάντα, εκ των σων δεδώκαμέν σοι» (Παραλειπ. Α´, 29,14). Η Εκκλησία διατήρησε αυτήν την αρχή της Παλαιάς Διαθήκης, που ολοκληρώθηκε, όπως είδαμε μέσα στην Ευχαριστία: η ύλη εξαγοράστηκε με τη σάρκωση και οδηγήθηκε στη συμμετοχή της λατρείας του Θεού. Γι’ αυτό τον λόγο, η ύλη μεσα στην εικόνα δεν αφορά μόνο στη διάρκεια και ποιότητα, αλλά πάνω απ’ όλα στην αυθεντικότητα. Η εικόνα μπαίνει στο σύνολο των λειτουργικών εκδηλώσεων του ανθρώπου προς τον Θεό. Σ’ αυτά, με τα οποία η Εκκλησία ολοκληρώνει το έργο της: τον αγιασμό και τη μεταμόρφωση του κόσμου μέσῳ του ανθρώπου, την ίαση της αρρωστημένης από την αμαρτία ύλης, που την καθιστά οδό προς τον Θεό και μέσο επικοινωνίας μαζί Του.
Υπάρχει όμως μια τοποθέτηση, η οποία βλέπει την εικόνα ως εμπόδιο στην επικοινωνία με τον Θεό στην προσευχή, εκλαμβάνοντας απόλυτα τον κανόνα της απαγόρευσης του ασκητισμού προς κάθε εικόνα που σχηματίζει ο νους την ώρα της προσευχής. Μια άποψη αρκετά διαδεδομένη συμπεριλαμβάνει και την εικόνα. Εδώ, όμως, πρόκειται περί μιας παρεξήγησης, διότι οι απαγορευμένες εικόνες του ασκητισμού αναφέρονται στις εικόνες της φαντασίας, οι οποίες δεν πρέπει να συγχέονται με τις χριστιανικές, που είναι εικόνες της πραγματικότητας, της αληθινής και «ου κατά φαντασίαν του Θεού Λόγου ενανθρωπήσεως». Έτσι, όχι μόνο δεν συγκρίνεται μια ιερή εικόνα με μια φανταστική εικόνα, αλλά βρίσκεται ακριβώς στον αντίποδα της. Διαφορετικά, πώς θα μπορούσε μια Οικουμενική Σύνοδος να ομολογήσει και να δογματίσει την προσκύνηση κάποιου πράγματος, που εμποδίζει την προσευχή ή την στρέφει προς μια λανθασμένη κατεύθυνση; Εξάλλου, οι πιο θερμοί υποστηρικτές των εικόνων υπήρξαν οι μοναχοί, δηλαδή οι άνθρωποι, που είχαν αφιερώσει τη ζωή τους στην προσευχή. Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος μας περιγράφει εν προκειμένῳ, πώς βρέθηκε σε κατάσταση θεοπτίας, προσκυνώντας κάποτε μια εικόνα της Θεοτόκου : «Μια μέρα, που πήγα να ασπασθώ την άσπιλη εικόνα της Τεκούσας Σε (Χριστέ μου), κι ενώ προσκυνούσα μπροστά της, Συ ο ίδιος, πριν ακόμα σηκωθώ, φάνηκες μέσα στην πενιχρή μου καρδιά• κι εγώ, σαν να είχα μεταμορφωθεί όλος σε φως, γνώρισα τότε ενσυνείδητα πως σε κατέχω εντός μου».
«Το γεγονός, ότι η εικόνα είναι ακριβώς μια ευεργετική βοήθεια για τον προσευχόμενο», λέει ο μητροπολίτης Μόσχας Φιλάρετος, «αποδεικνύεται από το ότι το πνεύμα μας, που ψάχνει για την παρουσία του Θεού, δεν πέφτει τότε (όταν ατενίζουμε μια εικόνα) σε χίμαιρες και οι σκέψεις συγκεντρώνονται και δεν σκορπίζονται. Η αγία εικόνα του Θεού, που παρουσιάζει τον Θεό σεσαρκωμένο, εμφανίζεται συγχρόνως και στην αισθητική όραση και στην πνευματική θέαση, συγκεντρώνοντας έτσι τα εξωτερικά και εσωτερικά συναισθήματα σε μία μοναδική θέαση του θείου».
Η εικόνα του προσώπου του Χριστού, ως μαρτυρία της σάρκωσής Του, είναι για τους απολογητές των εικόνων μαρτυρία της αλήθειας του ευχαριστιακού μυστηρίου. Έτσι, η αυθεντικότητα της εικόνας, του περιεχομένου της, εμφανίζεται κατ’ αναλογία στο μυστήριο. Η πίστη της Ορθόδοξης Εκκλησίας διαφέρει από τις άλλες θρησκείες χάρη στη συγκεκριμένη και φυσική κοινωνία με το αντικείμενό της. Διά μέσου αυτής της σχέσης, η πίστη γίνεται θέαση, γνώση, επικοινωνία ζωντανή μαζί Του. Αυτή η κοινή ζωή πραγματοποιείται μέσα στη θεία Ευχαριστία. Η προσευχή μπροστά στο άγιο Ποτήριο απευθύνεται σε ένα συγκεκριμένο Πρόσωπο, γιατί μόνο σε μία προσωπική σχέση μαζί του μπορεί να έχει μετοχή σε ό,τι φέρει εκείνο το Πρόσωπο. Επομένως, αυτή η σχέση απαιτεί μια εικόνα, αφού ο άνθρωπος δεν απευθύνεται σ’ ένα φανταστικό Χριστό, σε μια αφηρημένη θεότητα, αλλά σ’ ένα συγκεκριμένο Πρόσωπο: «συ ει αληθώς ο Χριστός[...], ότι τούτο αυτό εστί το άχραντον σώμα Σου[...]». Στην Ευχαριστία ο άρτος και ο οίνος γίνονται διά της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος, το θείο Σώμα και Αίμα του αναστημένου και δοξασμένου Χριστού. Ο Χριστιανισμός δεν γνωρίζει πνευματική ανάσταση εκτός του σώματος. Η σωτηρία πραγματοποιείται και στο παρελθόν και στο παρόν και στο μέλλον διά μέσου του σώματος. Η ίδια η Ευχαριστία αναπαριστά για μας τη σωτηρία, ακριβώς γιατί είναι Σώμα. Επομένως, η εικόνα του προσώπου του Χριστού δεν αντιστοιχεί στο μυστήριο, αν αυτή η εικόνα δεν αναπαριστά ένα σώμα, που ο θάνατος δεν έχει ισχύ πάνω του, δηλαδή το δοξασμένο Σώμα του Χριστού. Έτσι, η πραγματικότητα του δοξασμένου Σώματος του Χριστού στο μυστήριο της Ευχαριστίας είναι απαραίτητα συνδεδεμένη με την αυθεντικότητα της προσωπικής του εικόνας, διότι το Σώμα του Χριστού πάνω στην εικόνα είναι αυτό το ίδιο «Σώμα του Θεού, που έλαμψε από θεία δόξα, άφθορη, αγία, ζωοποιό». Η εικόνα εδώ, ως μαρτυρία της σάρκωσης, συνδέεται με την εσχατολογία, γιατί το δοξασμένο σώμα του Χριστού είναι το σώμα της Δευτέρας Παρουσίας και Τελικής Κρίσης. Από εδώ προέρχεται η εξαγγελία του 3ου Κανόνα της Ζ´ Οικουμενικής Συνόδου, ότι: «Ει τις ουν ου προσκυνεί την εικόνα του Σωτήρος Χριστού, μη ίδῃ εν τη δευτέρᾳ παρουσίᾳ την τούτου μορφήν».

Και, γιά να συνοψίσομε καταλήγοντας: Ο ανεικόνιστος Θεός της Παλαιάς Διαθήκης «εφανερώθη εν σαρκί». Άρα μπορεί να εξεικονιστεί με τη συγκεκριμένη μορφή. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός τονίζει χαρακτηριστικά: «Πάλαι μεν ο Θεός, ο ασώματος τε και ασχημάτιστος, ουδαμώς εικονίζετο. Νυν δε, σαρκί οφθέντος Θεού και τοις ανθρώποις συναναστραφέντος, εικονίζω Θεού το ορώμενον. Ου προσκυνώ την ύλην, προσκυνώ δε τον της ύλης δημιουργόν, τον ύλην δι᾽ εμέ γενόμενον και εν ύλῃ κατοικήσαι καταδεξάμενον και δι᾽ ύλης την σωτηρίαν μου εργασάμενον». Αυτοί, που πολεμούσαν τις εικόνες, πολεμούσαν ανεπίγνωστα τη σάρκωση του Λόγου. Αντιλαμβάνονταν τον Θεό φιλοσοφικά: «Θεός τῃ ύλῃ ου μείγνυται» (Πλάτων). Έτσι όμως, ο Θεός παραμένει «άκοσμος» και ο κόσμος «άθεος». Αντίθετα, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός τονίζει και πάλιν: « Και σέβων ου παύσομαι τῃ ύλῃ, δι᾽ ης η σωτηρία μου είργασται».

Του Αρχιμ. Αμβροσίου Γκορέλωβ 

πηγή: Ιερά Μητρόπολη Μόρφου

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...