/*--

Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

Ο Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης

   
O Ίβάν ’Ίλιτς Σέρκιεφ γεννήθηκε στίς 19 ’Οκτωβρίου 1829 στήν Σούρα, μικρό χωριό στήν έπαρχία τοΰ Αρχαγγέλου, στόν ρωσικό Άπω Βορρα, από γονείς πτωχούς. Ο πατέρας του ήταν νεωκόρος καί τοΰ έμφύση σε τήν αγάπη γιά τήν έκκλησία, τίς ακολουθίες καί τήν προσευχή· τόν δίδαξε έπίσης νά μήν ζητα καταφύγιο καί παρηγορία γιά τίς δοκιμασίες του παρά μόνο στόν Θεό.
 Στό σχολείο, ό μικρός Ίβάν δυσκολευόταν πολύ νά μάθει γράμματα· ό Θεός όμως άκουσε τίς παρακλήσεις του καί έν μια νυκτί τόν απάλλαξε από τήν νωθρότητα τοΰ πνεύματος· ό Ιωάννης εγινε τόσο λαμπρός μαθητής ώστε κέρδισε υποτροφία γιά νά συνεχίσει τίς σπουδές του στήν Θεολογική Σχολή της Αγίας Πετρούπολης. Ώς σπουδαστής, ένδιαφερόταν γιά όλες τίς έπιστημες, μελετοΰσε πολύ αλλά αναζητοΰσε πάνω απ ’ όλα τήν προσευχή καί τήν δοξολογία τοΰ Κυρίου σέ μοναχικούς περιπάτους στήν φύση. Όταν πέθανε ό πατέρας του, ό Ιωάννης αναγκάσθηκε παράλληλα μέ τίς σπουδές του νά έργάζεται ώς γραμματέας, ώστε νά συμβάλλει στίς ανάγκες της οίκογενείας του.

Δοκιμάσθηκε σκληρά από κάθε λογης δεινά καί από τόν πειρασμό της αποθάρρυνσης, καί αγωνιζόταν διαρκώς προσευχόμενος, ζητώντας από τόν Θεό τήν χάρη της πίστεως καί της χαρας. Ή θλίψη, έλεγε, είναι αποστασία καί θάνατος της καρδιας. Ο Ιωάννης θεωροΰσε κάθε γεγονός της ζωης του ώς σημείο έκ Θεοΰ, καί γ ι’αυτό, μετά από αποκαλυπτικό ένύπνιο, δέχθηκε νά νυμφευθεί τήν θυγατέρα τοΰ πρωθιερέα τοΰ καθεδρικοΰ ναοΰ της Κροστάνδης, έγκαταλείποντας τά όνειρα γιά ιεραποστολικές περιοδείες στήν μακρινή Κίνα, γιά νά γίνει ιεραπόστολος στήν ϊδια του τήν πατρίδα, στόν ναύσταθμο αυτό κοντά στήν πρωτεύου σα, πού συγκέντρωνε όλη τήν αθλιότητα, τήν κοινωνική αδικία καί τήν ήθική κατάπτωση μιας κοινωνίας πού βρισκόταν στό χείλος της καταστροφης.

Τήν ήμέρα τοΰ γάμου του, είπε στήν γυναίκα του: «Λίζα, ευτυχισμένες οικογένειες ύπάρ χουν πολλές. Άς θέσουμε τούς εαυτούς μας στήν ύπηρεσία τοΰ Θεοΰ!» Καί μέχρι τέλος της ζωης τους φύλαξαν τέλεια παρθενία, αποκαλώντας «αδελφό» η «αδελφή» ό ένας τόν άλλο. Χειροτονήθηκε στίς 12 Νοεμβρίου 1855, καί ό πατήρ Ιωάννης θεμελίωσε τήν ιερατική του διακονία στήν ένδελεχη μελέτη τών ιερών Γραφών, στίς όλονύκτιες αγρυπνίες τίς αφιερωμένες στήν ευχή τοΰ Ίησοΰ, καί κυρίως στήν τέλεση της θείας Λειτουργίας.

«Ή θεία Λειτουργία είναι αληθώς ή ουράνια τελετή έπί γης, κατά τήν διάρκεια της όποίας όίδιος ο Θεός, μέ τρόπο ιδιαίτερο, άμεσο καί έγγύτατο, παρουσιάζεται καί σκηνώνει έν μέσω των ανθρώπων, όντας ο ίδιος έκεΐνος ο αόρατος Ίερουγός, ο προσφέρων καί προσφερόμενος. Δέν υπάρχει τίποτα πλέον μεγαλειώδες, πλέον ιερό, πλέον υψηλό, πλέον ζωοποιό, από τήν θεία Λειτουργία», γράφει στό ήμερολόγιό του Ή έν Χριστώ ζωή μου1. Γιά τόν Ιωάννη, όλες οί ένέργειες του πρεσβυτέρου, συμ- περιλαμβανομένης της ποιμαντικής στοργής γιά τό ποίμνιο, αποτελουν προέκταση του μυστηρίου της θείας Λειτουργίας, της ίερατείας, του Χριστου πού ένεργεΐ τήν σωτηρία καί τόν καθαγιασμό των ανθρώπων στήν Εκκλησία. Ό ιερέας είναι ζώσα εικόνα Χριστου, καί γ ι’ αύτό, ήδη από τήν αρχή της ίερωσύνης του, ο πατήρ Ιωάννης αφοσιώθηκε στό νά φέρνει τήν φωτεινή καί ζωοποιό παρουσία του Φιλάνθρωπου Χριστου στίς πιό έξαθλιωμένες καί κακόφημες συνοικίες.

Πήγαινε στά σπίτια, επαιρνε τά παιδιά στήν αγκαλιά του καί μέ τά λεγόμενά του, πού σφραγίζονταν από ασυνήθιστη πραότητα καί στοργή, βοηθουσε τούς γονείς νά μεταστραφουν. Φρόντιζε τούς αρρώστους μεταμορφώνοντας τήν «κλίνη του πόνου σέ κλίνη εύτυχίας μέ τήν παραμυθία της πίστεως», ε'δινε έλεημοσύνη ο,τι είχε καί δέν είχε, καί συχνά έπέστρεφε στήν οικία του δίχως υποδήματα ή πανωφόρι. Πήγαινε παντου, όχι γιά νά κρίνει, αλλά γιά νά προσευχηθεΐ καί νά μεταφέρει τήν παρουσία του Χριστου. Μέ τό πνευμα διαρκώς προσηλωμένο στόν Θεό, διέσχιζε τό πληθος πού πάντα συγκεντρωνόταν στό διάβα του καί, όπως ο ήλιος διαχέει τό φώς, ο πατήρ Ιωάννης διέχεε γύρω του τήν εύωδία Χριστου καί τήν φιλευσπλαγχνία, εύλογώντας, προσευχόμενος, προσφέροντας αμέσως μέ τό αριστερό χέρι ο,τι δεχόταν στό δεξί (βλ. Ματθ. 6,4).

 Ή διαγωγή του σύντομα τόν εκανε στόχο κατηγοριών καί συκοφαντιών, από ολες τίς πλευρές. Κατηγορήθηκε οτι ε'χασε τά λογικά του, αλλά έκεΐνος συνέχιζε παρ ’ολα αύτά τό εργο του, χαρούμενος πού ταλαιπωρουνταν ετσι γιά τήν αγάπη του Χριστου. Παρά τίς αναρίθμητες δυσκολίες, κατόρθωσε χάρις στίς ολο καί μεγαλύτερες δωρεές, νά ιδρύσει τόν Οίκο Εργασίας, τεράστιο φιλανθρωπικό συγκρότημα πού αποτελουνταν από ναό, σχολεία, νοσοκομεία, έργαστήρια, οπου χιλιάδες κάτοικοι της πόλης λάμβαναν οχι μόνο ύλική βοήθεια άλλά ξαναέβρισκαν τήν άξιοπρέπειά τους μέσω της έκπαίδευσης καί της συμμετοχής τους στήν έκκλησιαστική ζωή. Έπί τριάντα δύο χρόνια, παράλληλα μέ τό ποιμαντικό εργο του, δίδασκε καί στό σχολείο. Άντί της συσσώρευσης των γνώσεων, προέκρινε τήν έκπαίδευση της καρδιας καί προετοίμαζε τούς μαθητές νά δεχθούν τήν χάρη τοΰ Θεοΰ, έμφυσώντας τους τήν αίσθηση της ωραιότητας τοΰ σύμπαντος καί τόν σεβασμό πρός τόν άνθρωπο ως εικόνας Θεοΰ.

Τά χρόνια περνοΰσαν καί ή άγάπη τοΰ πατρός Ιωάννη γιά τούς άνθρώπους ολοένα καί μεγάλωνε, οπως μεγάλωνε ή φήμη του καί άπλωνόταν πέρα άπό τά ορια της πόλεως Κρονστάνδης. «Ό ιερέας πρέπει νά συμπονά ολον τόν κόσμο· πρέπει νά καθίσταται τά πάντα τοΐς πασι», ελεγε. Καί ο Κύριος εδωσε στήν προσευχή του έξαιρετική δύνμη γιά τήν θεραπεία τοΰ σώματος, γιά τήν παραμυθία καί τήν μεταστροφή των ψυχων, δείχνοντάς του μέ αύτόν τόν τρόπο ποιά ήταν ή άποστολή του: νά καταστεί ζωντανός στύλος προσευχης καί δεήσεων γιά ολον τόν κόσμο, νά γίνει ο «ποιμήν πάσης Ρωσίας». Αργότερα στήν ζωή του εγινε μιά άλλαγή στήν κοινωνία του μέ τούς άνθρώπους· δέν ήταν τόσο έκεΐνος πού εσπευδε νά πάει νά συναντήσει τούς δεινοπαθοΰντες, οσο ο φιλόχριστος ρωσικός λαός πού προσέτρεχε σέ κείνον.

Κατά χιλιάδες εφθαναν κάθε μέρα στήν Κρονστάνδη γιά νά λάβουν συμ βουλές καί βοήθεια, γιά νά τοΰ ζητήσουν νά προσευχηθεί γιά έκείνους η άπλως γιά νά τόν δοΰν. Τό ταχυδρομείο άναγκάστηκε νά άνοίξει ειδική ύπηρεσία γιά νά διανέμει τόν ογκο των γραμμάτων, τηλεγραφημάτων καί έμβασμάτων πού εφθαναν καθημερινά γιά τόν πατέρα Ιωάννη. Μέ τά χρήματα αύτά, ο άγιος πρόσφερε συσσίτιο σέ περισσότερους άπό χίλιους άπόρους καί ίδρυσε πολλούς ναούς καί μοναστήρια. Ξυπνοΰσε στίς τρείς τό πρωί καί πήγαινε στήν έκκλησία, πού ήταν ηδη γεμάτη κόσμο γιά τόν ορθρο. Τήν ώρα της προσκομιδης εφερναν τά πρόσφορα σέ πελώρια πανέρια, μαζί μέ άτελεί ωτους καταλόγους ονομάτων.

Ό πατήρ Ιωάννης τά έπαιρνε στά χέρια του καί άνέπεμπε διάπυρο προσευχή πρός τόν Κύριο, ωσάν νά μεσίτευε γιά κάθε έναν χωριστά. Δέος σέ καταλάμβανε οταν τόν ε'βλεπες νά τελεί τήν θεία Λειτουργία· στεκόταν ένώπιον της Αγίας Τράπεζας ώσάν νά βρισκόταν ένώπιον τοΰ θρόνου της δόξης τοΰ Θεοΰ, πρόσφερε τίς εόχές μέ τρόπο πού συγκινοΰσε καί τούς πιό σκληρόκαρδους, καί όταν μετελάμβανε τό πρόσωπό του λουζόταν από δάκρυα. «Πεθαίνω όταν δέν τελώ τήν θεία Λειτουργία », ελεγε. Στά φλογερά του κηρύγματα παρότρυνε τούς χριστιανούς νά κοινωνοΰν συχνά, διότι τήν έποχή έκείνη πολλοί αρκοΰνταν νά κοινωνοΰν μιά φορά τόν χρόνο. Καθώς ήταν αδύνατο νά έξαγορεύσει τήν έξομολόγηση τοΰ καθενός χωριστά, οί πιστοί ξεναέβρισκαν αυθόρμητα τήν αρχαία συνήθεια της δημόσιας έξομολόγησης. Μετανοοΰντες καί θρηνοΰντες, έξομολογοΰνταν όλα τά αμαρτήματα ένώπιον τών αδελφών πρίν πανε νά αντλήσουν νέα ζωή από τήν Πηγή της Χαρας.

Τόσο μέ τά λόγια του όσο καί μέ τήν διαγωγή του, ό πατήρ Ιωάννης είχε λάβει τό χάρισμα νά μπορεί νά μεταδίδει τήν αίσθησή του γιά τήν παρουσία τοΰ Χριστοΰ: «Ο Χριστός είναι ή αναπνοή μου, πιό πολύ κι α π ’ τόν αέρα, κάθε στιγμή της ζωης μου. Είναι τό φώς μου πάνω από κάθε άλλο φώς, ή τροφή καί ή πόσις μου, ή ενδυσή μου, ή εόωδία μου, ή πραότης, ό πατέρας καί ή μητέρα μου, τόπος πιό στέρεος από τή γη, πού τίποτε δέν μπορεί νά κλονίσει καί μέ βαστάζει». Μετά τήν Λειτουργία, πού τέλειωνε τό μεσημέρι, περνοΰσε τήν ύπόλοιπη μέρα του δεχόμενος αιτήματα γιά προσευχές, έπισκεπτόμενος τά ίδρύματά του, έμπνέοντας πίστη, έλπίδα καί χαρά στούς απελπισμένους, καί γυρνοΰσε στήν οίκία του πολύ αργά τό βράδυ. Παρά τό πληθος τών δραστηριοτήτων του, τό πνεΰμα του δέν περιεσπατο ποτέ από τήν προσευχή, διότι εχοντας γίνει κατά χάριν θεός, όλα τά λόγια καί ε'ργα του ήσαν προσευχές πλήρεις θείας ένέργειας. Πρός τά τέλη τοΰ βίου του δοκιμάσθηκε σκληρά από αρρώστια τήν όποία ύπέμεινε μέ πραότητα, υπομονή καί ευχαριστία.

Προείπε τήν ήμέρα της έκδημίας του καί έκοιμήθη έν Κυρίω στίς 20 Δεκεμβρίου 1908, περιβεβλημένος τήν τιμή καί τήν εόλάβεια όλου τοΰ ρωσικοΰ λαοΰ, από τούς πιό ταπεινούς μέχρι τήν αότοκρατορική οικογένεια. Σταλείς από τόν Θεό ώσάν προφήτης, ό πατήρ Ιωάννης της Κρονστάνδης κατέστη αφετηρία της πνευματικης αφύπνισης τοΰ ρωσικοΰ λαοΰ στίς παραμονές της Επανάστασης καί κατέδειξε τί πρέπει νά είναι ό ορθόδοξος ιερέας: έφορος καί οικονόμος της θείας φιλευσπλαγχνίας μεταξύ τών ανθρώπων.

 Τιμήθηκε ώς άγιος από όλον τόν ρωσικό λαό, ένόσω ακόμη ζοΰσε, ό Ιωάννης της Κρονστάνδης· ανακηρύχθηκε άγιος από τό Πατριαρχείο της Μόσχας τό 1990. Ή Ρωσική Εκκλησία έν Ύπερορρία είχε προβεί στήν αγιοκατάταξή του ηδη από τό 1964. Εκτενέστερη βιογραφία: Επίσκοπος Αλέξανδρος Σέμενωφ - Τιάν- Σάνσκι, ό πατήρ Ιωάννης της Κρονστάνδης, εκδ. Ί. Μ. Παρακλήτου, Όρωπός Άττικης 1976.

1. Ή έν Χριστώ ζωή μου, τόμ. 1- 3, μτφρ. καί εκδ. π. Μπόστης, Αθήνα 2003-2004

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...