/*--

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΚΑΙ Ο ΠΟΝΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ

        
Εἰσαγωγικά
᾿Ανάμεσα στά πολλά προβλήματα πού ἀντιμετωπίζει ὁ ἄνθρωπος κάθε ἐποχῆς σέ σχέση μέ τόν ἑαυτό του, τούς συνανθρώπους του καί τόν κόσμο ὁλόκληρο, ἐξέχουσα θέση κατέχει τό πρόβλημα τῆς σωματικῆς ἀσθένειας. Τό πρόβλημα αὐτό, πού παρά τούς συνεχεῖς ἀγῶνες καί τίς προσπάθειες δέν κατόρθωσε νά ἐξαλείψει ἀπό τή ζωή του, τόν ταλανίζει καί τόν ταλαιπωρεῖ.
῎Ετσι οἱ ἀσθένειες ἀποτελοῦν μιά ἐπώδυνη καί δυσερμήνευτη πραγματι-κότητα, πού προκαλεῖ πόνους, θλίψεις, ἀγωνία, ἄγχος, βάσανα. ᾿Ιδιαίτερα στή σημερινή ἐποχή τοῦ εὐδαιμονισμοῦ, τοῦ κορεσμοῦ τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν καί τοῦ ὁράματος μιᾶς ἐπίγειας ἀθανασίας, ἡ ἀσθένεια προσλαμβάνει μορφή τραγικότητας, ὁδηγώντας τόν ἄνθρωπο σέ ἀπόγνωση καί ἀπελπισία, μέ ἐπακόλουθο νά ἀδυνατεῖ νά δεῖ τήν ἄλλη ὄψη τῆς ἀσθένειας, δηλαδή νά τήν ἀντιμετωπίσει ὡς πρόξενο πνευματικῆς ὠφέλειας, ὡς εὐλογία καί πρόξενο ἁγιασμοῦ, ὡς «συνάντηση» Θεοῦ καί ἀνθρώπου.

῾Η παρούσα εἰσήγηση ἔχει σκοπό νά παρουσιάσει καί ἑρμη-νεύσει, κατά τό δυνατόν καί ὅσο ἐπιτρέπει ὁ χρόνος, τίς σημαντικότερες πτυχές τοῦ μυστηρίου τῆς ἀνθρώπινης ἀσθένειας καί τοῦ πόνου καί τή σημασία τους γιά τόν ἄνθρωπο.

1. Αἰτία καί προέλευση τῆς ἀσθένειας καί τοῦ πόνου

α) Στό βιβλίο τῆς Γενέσεως διαβάζουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ὅπως καί ὁ κόσμος ὁλόκληρος, δημιουργήθηκε ἀπό τόν Θεό «καλός λίαν» (Γεν. 3, 5-7) καί τοποθετήθηκε στόν παράδεισο, γιά νά χαίρεται τήν κοινωνία μέ τόν Θεό. Συνεπῶς, ἀφοῦ ὁ Θεός εἶναι δημιουργός μόνον τοῦ «καλοῦ», στήν ἀνθρώπινη φύση δέν ὑπῆρχε οὔτε κακό οὔτε πάθος οὔτε πόνος, καί κατ’ ἐπέκταση ἡ ἀσθένεια καί ὁ πόνος ἦσαν ξένα πρός αὐτήν. ῾Ο πρῶτος ἄνθρωπος ὅμως, ὁ προπάτορας ᾿Αδάμ, «φθόνῳ διαβόλου» ἁμάρτησε διά τῆς παρακοῆς «καί τοῦ παραδείσου καί τοῦ Θεοῦ, διά τήν κακίαν, ἐξόριστος γίνεται». Μέ τό γεγονός δηλαδή τῆς ἁμαρτίας ἀρνήθηκε τήν κοινωνία μέ τόν τριαδικό Θεό, διά τῆς ὁποίας κατεῖχε τήν ἀφθαρσία καί αἰωνιότητα, καί βρέθηκε ἀπό τή φυσική κατάσταση τῆς θείας κοινωνίας στήν παρά φύση κατάσταση τῆς ἁμαρτίας, ἡ ὁποία κατά τούς Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας θεωρεῖται ἀσθένεια, πού ἔπληξε ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο γένος, λόγω τῆς ἑνότητας τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Εἶναι πολύ χαρακτηριστικά τά ὅσα ἀναφέρει ἐπ’ αὐτοῦ ὁ ἅγιος Κύριλλος ᾿Αλεξανδρείας: «Νενόσηκεν οὖν ἡ φύσις τήν ἁμαρτίαν, διά τῆς παρακοῆς τοῦ ἑνός, τουτέστιν τοῦ ᾿Αδάμ· οὕτως ἁμαρτωλοί κατεστάθησαν οἱ πολλοί, οὐχ ὡς τῷ ᾿Αδάμ συμπαραβεβηκότες, οὐ γάρ ἦσαν πώποτε, ἀλλ᾿ ὡς τῆς ἐκείνου φύσεως ὄντες τῆς ὑπό νόμον πεσούσης τόν τῆς ἁμαρτίας. ῞Ωσπερ τοίνυν ἠρρώστησεν ἡ ἀνθρώ-που φύσις ἐν ᾿Αδάμ, διά τῆς παρακοῆς τήν φθοράν καί τόν πόνον, εἰσέδυ τε οὕτως αὐτήν τά πάθη». Συνεπῶς αἴτιος τῆς ἀνθρώπινης ἀσθένειας δέν εἶναι ὁ Θεός, «οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός», ἀλλά ἡ προπατορική ἁμαρτία.

β) ᾿Εκτός ὅμως τῆς προγονικῆς ἁμαρτίας, οἱ ἀσθένειες ὀφείλονται καί σέ ἄλλους παράγοντες, τούς ὁποίους μᾶς φανερώνει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μέσα ἀπο τά θαύματα θεραπείας ἀσθενῶν τῆς ἐποχῆς του.

i. Στή θεραπεία τῶν παραλυτικῶν, τόσο τῆς Βηθεσδά (᾿Ιω. 5, 2-15) ὅσο καί τῆς Καπερναούμ (Ματ. 9, 1-8· Μαρ. 2, 1-12· Λουκ. 5, 17-26)3, ὁ Κύριος, ἐκτός τῆς θεραπείας πού τούς παρέχει, στόν μέν ἕνα δίνει τή συμβουλή: «Ἴδε ὑγιής γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μή χεῖρόν σοί τι γένηται», στόν δέ ἄλλο παρέχει τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν: «Θάρσει,τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου». ῾Η ἀναφορά τῆς ἁμαρίας ἀπό τόν ᾿Ιησοῦ δηλώνει ἀσφαλῶς ὅτι ἡ αἰτία τῆς ἀσθένειάς τους ἦταν οἱ προσωπικές τους ἁμαρτίες. ῾Ο ἅγιος Κύριλλος ᾿Αλεξανδρείας σχολιάζοντας τό «μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μή χεῖρόν σοί τι γένηται» ἀναφέρει: «μαστιγοῖ δέ (ὁ Θεός) ποικίλως ἔτι ζῶντας ἐν σώμασι, καί πρό τῆς μεγάλης καί ἐπιφανοῦς ἡμέρας τοῦ πᾶσι δικάσοντος... πληττόμεθα πταίοντές τε καί λυποῦντες τόν Θεόν». ᾿Αλλά καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος σχολιάζοντας τό «θάρσει, τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου» καταλήγει στό ἴδιο συμπέρασμα. Θεωρεῖ ὅτι ἡ σωματική ἀσθένεια εἶναι συνδεδεμένη μέ τήν προσωπική ἁμαρτία, γι’ αὐτό καί ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν ἀποτελεῖ ἀπόδειξη τῆς θεραπείας: «Οὕτω δή καί ἐνταῦθα, τῆς μέν τῶν ἁμαρτημάτων ἀφέσεως τεκμήριον, τήν τοῦ σώματος σφίγξιν ποιεῖται». Μάλιστα ὁ σύνδεσμός τους ἀποδεικνύεται καί ἀπό τήν ἀναγκαιότητα θεραπείας καί τῶν δύο: «῾Εκατέρας οὖν οὐσίας (ἁμαρτίας-ἀσθένειας) τήν παράλυσιν ἰᾶται». Τέλος καί ὁ Θεοφύλακτος ᾿Αχρίδος σχολιάζοντας τά θαύματα τῶν παραλυτικῶν δηλώ-νει μέ ξεχωριστή σαφήνεια ὅτι ἡ ἀσθένεια προέρχεται ἀπό τήν ἁμαρτία: «δεικνύς δέ (ὁ Κύριος), ὅτι ἡ παράλυσις ἐξ ἁμαρτιῶν (ἐπῆλθε), λύει πρῶτον ἐκείνας»· ἐπιπλέον τονίζει τό συνδεσμο τῆς ἄφεσης τῶν ἁμαρτιῶν μέ τήν ἐνίσχυση τῶν ψυχικῶν δυνάμεων, προκειμένου ὁ θεραπευθείς νά μπορέσει νά ἀσκηθεῖ στήν τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν: «οὐ μόνον ἀπαλλάττει τῶν ἁμαρτιῶν, ἀλλά καί δύναμιν ἐντίθησιν εἰς τό ἐργάζεσθαι τάς ἐντολάς».
Οἱ Πατέρες συχνά ἀναφέρουν καί ἐπί μέρους ἁμαρτίες, ὅπως κενοδοξία, φιληδονία, γαστριμαργία, ραθυμία, φόνους κ. ἄ., πού ὁδηγοῦν στή σωματική ἀσθένεια. Συγκεκριμένα ὁ ἱερός Χρυσόστομος σημειώνει ὅτι ὁ Κάϊν μετά τή φοβερή ἀδελφοκτονία ἀρρώστησε ἀπό παραλυσία.

ii. ῾Η θεραπεία τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ (᾿Ιω. 9,1-41) μᾶς ἀποκαλύπτει καί μιά ἄλλη αἰτία ἀσθενειῶν. ῾Ο Κύριος στήν ἐρώτηση τῶν μαθητῶν του «τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἤ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλός γεννηθῇ;» ἀπάντησε ὅτι «οὔτε οὗτος ἤμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τά ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ». ᾿Από τήν ἀπάντηση τοῦ Κυρίου γίνεται σαφές ὅτι στήν περίπτωση αὐτή αἰτίατῆς ἀσθένειας τοῦ τυφλοῦ ὑπῆρξε ἡ βούληση τοῦ Θεοῦ νά φανερωθεῖ διά τῆς θεραπείας ἡ δύναμή του· «ἵνα δοξασθῇ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ» σχολιάζει ὁ ἱερός Χρυσόστομος. ῾Ο διάλογος αὐτός μεταξύ τοῦ Κυρίου καί τῶν μαθητῶν του προκαλεῖ ὁπωσδήποτε κάποια ἐρωτήματα, ἰδίως στούς ἀσθενεῖς πού ἐναγωνίως ἀναζητοῦν τά αἴτια τῆς ἀσθένειάς τους. Οἱ ἑρμηνευτές Πατέρες δέν παραλείπουν νά θέσουν τέτοια ἐρωτήματα καί νά δώσουν καί τήν ἀπάντήση. ῾Ο Χρυσόστομος θέτει κατ’ ἀρχάς τό ζήτημα πού προκύπτει ἀπό τήν ἐρώτηση τῶν μαθητῶν σχετικά μέ τίς ἁμαρτίες τῶν γονέων καί τίς συνέπειες πού ἔχουν στά τέκνα τους, καί ἐρωτᾶ: «Πῶς δέ τῶν γονέων ἁμαρτανόντων, αὐτός ἄν ἐκολάσθη;». ῾Η ἀπάντηση τοῦ Κυρίου ὅτι «οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ» ἦταν σαφής, ἀφοροῦσε ὅμως μόνον τά αἴτια τῆς ἀσθένειας, γιατί, ὅπως σημειώνει ὁ Χρυσόστομος, «ἥμαρτε καί οὗτος, καί οἱ γονεῖς αὐτοῦ· ἀλλ᾿ οὐκ ἐντεῦθεν ἡ πήρωσις». ῾Η ἁμαρτία ὡς προσωπική πράξη οὔτε μπορεῖ νά προϋπάρξει τῆς γεννήσεως τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ, κατά τόν Κύριλλο ᾿Αλεξανδρείας, «προεῖναι μέν γάρ τήν ψυχήν οὐ πιστεύομεν... οὐδέ πρό σώματος ἁμαρτεῖν οἰησόμεθα», οὔτε πάλι κληροδοτεῖται καί γι’ αὐτό ὁ Χρυσόστομος διευκρινίζει: «Παῖς γάρ ὑπέρ πατρός οὐ δίδωσι δίκην... οὐδέ γάρ ἔνι, ἁμαρτάνοντος ἑτέρου, κολάζεσθαι ἕτερον». Καί ὁ Κύριλλος προσθέτει: «῞Οτι μέν οὖν οὔτε τάς γονέων ἁμαρτίας ἐπάγει τέκνοις Θεός... καί ὅτι πρός τούτοις οὐκ ἐκ προγενεστέρων τῆς ψυχῆς ἁμαρτημάτων ἡ σωμάτωσις». Συνεπῶς ἀλλότριες ἁμαρτίες δέν μποροῦν νά θεωρηθοῦν ὡς αἰτία ἀσθένειας.

Στή συνέχεια ὁ ἱερός Χρυσόστομος θέτει καί ἕνα ἄλλο εὔλογο ἐρώτημα: Χωρίς τό πάθος τῆς ἀσθένειας «οὐκ ἐνῆν φανῆναι τοῦ Θεοῦ τήν δόξαν»; ᾿Αδικήθηκε δηλαδή ὁ ἐκ γενετῆς τυφλός «διά τήν τοῦ Θεοῦ δόξαν»; ῾Η ἀπάντηση γιά τόν ἱερό  Πατέρα βρίσκεται ὄχι στά ἐξωτερικά φαινόμενα ἀλλά στά ἐσωτερικά, τά πνευματικά, πού πάντοτε ἀποσκοποῦν στή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. ῎Ετσι θεωρεῖ ὅτι ἡ θεραπεία τοῦ τυφλοῦ δέν ἀφοροῦσε μόνο τούς σωματικούς ὀφθαλμούς ἀλλά καί τούς ψυχικούς-πνευματικούς, «ἔνδον ἀνέβλεψεν ὀφθαλμούς» ἀναφέρει· καί ὁ Θεοφύλακτος ᾿Αχρίδος συμπληρώνει: «ἅμα γάρ τῇ σωματικῇ ὁράσει καί τούς τῆς ψυχῆς ὀφθαλμούς ἐφωτίσθη». Ποιό λοιπόν τό ὄφελος, ἄν ὁ τυφλός εἶχε γεννηθεῖ μέ ὑγιεῖς ὀφθαλμούς, ἀλλά οἱ πνευματικοί ὀφθαλμοί του ἀσθενοῦσαν ἀπό τό πάθος τῆς ἁμαρτίας; ῎Αρα «πρός καλόν αὐτῷ ἡ πήρωσις (δηλαδή ἡ ἀσθένεια) ἀπέβη, διά τῆς ἰάσεως ἐπιγνόντι τόν ἀληθῆ τῆς δικαιοσύνης ἥλιον» συμπεραίνει ὁ Θεοφύλακτος. Γι’ αὐτό καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος καταλήγει: «ἐγώ δέ καί εὐηργετῆσθαι αὐτόν φημι ἀπό τῆς πηρώσεως». ῾Επομένως τό πάθος τῆς ἀσθένειας δέν πρέπει νά τό ἀντιμετωπίζουμε μόνον ὡς ἄλγος, ἀλλά ὀφείλουμε νά βλέπουμε καί τήν ἄλλη ὄψη του, δηλαδή τήν πνευματική ὠφέλεια πού προξενεῖ. ῾Ο Χρυσόστομος λέγει πολύ χαρακτηριστικά: «῞Ωσπερ οὖν τά κακά οὐκ ἔστι κακά τά κατά τόν παρόντα βίον· οὕτως οὐδέ τά ἀγαθά ἀγαθά· ἀλλ’ ἁμαρτία μόνη κακόν, πήρωσις δέ οὐ κακόν».
῾Ο ἅγιος Κύριλλος ᾿Αλεξανδρείας τούς λόγους τοῦ Κυρίου «ἵνα φανερωθῇ τά ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ» προσεγγίζει μέ ἀποφατικό τρόπο, λέγοντας ὅτι τό βαθύτερο νόημά τους εἶναι ἀκατανόητο «παντελῶς ταῖς ἡμετέραις διανοίαις» καί ὡς ἐκ τούτου πρέπει νά τό προσεγγίζουμε μέ ἐμπιστοσύνη στή θεία δικαιοσύνη, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει καθετί ὠφέλιμο καί σωτήριο γιά μᾶς. Συγκεκριμένα δέ γιά τή φανέρωση τῶν ἔργων τοῦ Θεοῦ μέσω τῆς ἀσθένειας τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ, σημειώνει ὅτι ὁ Κύριος «ἀποσιωπᾷ τό λοιπόν, ἑαυτῷ μόνῳ πρέπειν εἰδώς τό ἐξεπίστασθαι τοῦτο»· διαβλέπει ὅμως στούς κυριακούς αὐτούς λόγους κάποια ἔμμεση ἀπάντηση πρός τούς μαθητές, «ἵνα μή παντελῶς σιωπήσας καλέσῃ πως αὐτούς εἰς τό καί εἰσαῦθις περί τῶν αὐτῶν ἀναπυνθάνεσθαι φιλεῖν». ῾Η ἀπάντηση κατά τόν Κύριλλο βρίσκεται στό ἴδιο τό γεγονός τῆς θεραπείας τοῦ τυφλοῦ, ἡ ὁποία δέν ὑπῆρξε μία ἀπό τίς πολλές θαυματουργικές ἰάσεις μέ τίς ὁποῖες εὐεργετοῦσε ὁ Κύριος τό λαό, ἀλλά μία ἀπ’ ἀρχῆς δημιουργία ὀφθαλμῶν, ἀφοῦ ὁ τυφλός ἐκ γενετῆς ἐστερεῖτο ὀφθαλμῶν. ῎Ετσι ὁ Κύριος ἀποκαλύπτεται στούς ἀνθρώπους ὡς ὁ δημιουργός Θεός τοῦ παντός καί φανερώνει τά ἔργα του καί δι᾿ αὐτῶν τή δόξα του. Καί κλείνει τό σχολιασμό του ὁ Κύριλλος μέ τήν παραίνεση: «Ταύτην οἶμαι τήν διάνοιαν ἐγκεῖσθαι τῷ προκειμένῳ, νοεῖν δέ τοῖς συνετοῖς ἐξέστω τά τελειότερα».

iii. ῾Ο Εὐαγγελιστής Λουκᾶς (13, 10-17) ἐξιστορεῖ τή θεραπεία τῆς συγκύπτουσας γυναίκας. ῾Ο Κύριος μετά τήν ἴαση τῆς συγκύπτουσας ἀπευθύνεται στόν ἀρχισυνάγωγο, ὁ ὁποῖος ἀγανάκτησε «ὅτι τῷ Σαββάτῳ ἐθεράπευσεν ὁ ᾿Ιησοῦς», λέγοντάς του: «῾Υποκριτά, ἕκαστος ὑμῶν τῷ Σαββάτῳ οὐ λύει τόν βοῦν αὐτοῦ ἤ τόν ὄνον ἀπό τῆς φάτνης καί ἀπαγαγών ποτίζει; Ταύτην δέ, θυγατέρα ᾿Αβραάμ οὖσαν, ἥν ἔδησεν ὁ σατανᾶς ἰδού δέκα καί ὀκτώ ἔτη, οὐκ ἔδει λυθῆναι ἀπό τοῦ δεσμοῦ τούτου τῇ ἡμέρα τοῦ Σαββάτου;». Τά λόγια αὐτά τοῦ Κυρίου δηλώνουν σαφέστατα ὅτι ἡ αἰτία τῆς ἀσθένειας τῆς γυναίκας ἦταν ὁ ἴδιος ὁ σατανάς ὁ ὁποῖος τήν «ἔδησεν... δέκα καί ὀκτώ ἔτη». ῾Ο Κύριλλος ᾿Αλεξανδρείας σχολιάζοντας τή θεραπεία τῆς συγκύπτουσας γυναίκας τονίζει ὅτι τό πάθος τῆς ἀσθένειάς της ὀφείλεται στή «διαβολική ἀγριότητα», ἡ ὁποία ἐπῆλθε «δι’ οἰκεῖα πταίσματα», καί ἐπεξηγεῖ ὅτι πολλές φορές ὁ σατανάς λόγω προσωπικῶν πλημμελημάτων γίνεται αἰτία ἀσθενειῶν, οἱ ὁποῖες ὅμως ἀποβλέπουν σέ πνευματική ὠφέλεια: «῎Εξεστι δή οὖν ἐντεῦθεν ἰδεῖν, ὅτι δέχεται πολλάκις τήν κατά τινων ἐξουσίαν ὁ σατανᾶς, πλημμελούντων δηλονότι, καί τῶν εἰς εὐσέβειαν σπουδασμάτων ἀνθῃρημένων τό ῥάθυμον· οὕς δ’ ἄν λάβοι, τοιούτους ἐνίησιν ἀῤῥωστήμασιν ἔσθ’ ὅτι σωματικοῖς, κολαστής ὑπάρχων καί ἀπηνής. Δίδωσι δέ χώραν αὐτῷ πρός τοῦτο οἰκονομικώτατα λίαν ὁ παντεπόπτης Θεός, ἵνα τῷ τῆς δυσπραγίας βάρει κατηχθισμένοι, μεταφοιτᾷν ἕλοιντο πρός τά βελτίω».

Τά ἴδια περίπου ἀναφέρει καί ὁ Θεοφύλακτος ᾿Αχρίδος, τονίζοντας ὅμως ἰδιαίτερα ὅτι τό κακό καί ἡ ἀσθένεια δέν προέρχονται ἀπό τόν Θεό ἀλλά ἀπό τόν διάβολο: «῎Ισως γάρ διά πταίσματά τινα ἐγκαταλειφθεῖσαν ὑπό Θεοῦ ἐτιμωρεῖτο ὁ σατανᾶς. Παραίτιος γάρ ἐστι τοῖς τῶν ἀνθρώπων σώμασι πάντων τῶν δυσχερῶν... ἐπεί καί ἐξ ἀρχῆς αὐτός ἡμῖν πρόξενος ἐγεγόνει τοῦ ἐκπεσεῖν μέν τῆς ἀφθαρσίας, ἐφ’ ᾗ ἐκτίσθημεν, νοσερῷ δέ σώματι καί παθῶν δεκτικῷ προσδεθῆναι». ᾿Αναφερόμενος δέ ἰδιαίτερα στήν ὑπαιτιότητα τῆς προσωπικῆς ἁμαρτίας παρουσιάζει τήν ἀσθενούσα ἀνθρώπινη ψυχή ὡς συγκύπτουσα ἀπό τίς γήινες φροντίδες, χωρίς νά μπορεῖ νά ἀναχθεῖ στά θεῖα καί οὐράνια· στή δέ χρονική διάρκεια τῶν δεκαοκτώ ἐτῶν βλέπει τίς δέκα ἐντολές, πού παραβαίνει ἡ συγκύπτουσα ψυχή, καί τήν ἀπολεσθείσα ἐλπίδα τοῦ ὄγδοου αἰώνα, δηλαδή τῆς αἰώνιας ζωῆς.

Κάποιες φορές ὅμως ὁ Θεός ἐπιτρέπει στόν διάβολο νά πειράξει καί ἀγαθούς ἀνθρώπους, ὥστε διά τοῦ πάθους νά ἀναδειχθοῦν λαμπρότεροι καί καθαρότεροι. Κλασικό παράδειγμα εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ ᾿Ιώβ, γιά τήν ὁποία ὁ Χρυσόστομος ἀναφέρει: « Τοῦτο (τό ἔργο τοῦ πειρασμοῦ) γοῦν καί ὁ διάβολος ἐπί τοῦ ᾿Ιώβ ἐποίησε· καίτοι καί ἐκεῖ ὁ Θεός ἐπέτρεψεν· ἀλλ᾿ οὐδέ ἐκεῖ πειθόμενος τῷ διαβόλῳ, ἀλλά τόν αὐτοῦ θεράποντα θέλων ἀποφῆναι λαμπρότερον, καί τῷ δαίμονι πᾶσαν ἀναισχυντίας ἐκκόπτων πρόφασιν, καί εἰς τήν αὐτοῦ περιτρέπων κεφαλήν τά κατά τοῦ δικαίου γινό-μενα».Τά ἱερά κείμενα τοῦ Εὐαγγελίου ἀναφέρονται συχνά σέ δαιμόνιο ἀσθενείας πού ταλαιπωρεῖ τούς ἀνθρώπους. Δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις ὁμιλοῦν γιά «πνεῦμα (δαιμόνιον) ἀκάθαρτον» πού ταλαιπωροῦσε τούς δαιμονισμένους (Μάρκ. 5,2· Λουκ. 8,29· 9, 25 κ. ἄ.), καί γιά «πνεῦμα ἄλαλον καί κωφόν» πού στεροῦσε τήν ὁμιλία καί τήν ἀκοή ἀπό τόν δαιμονισμένο υἱό πού ἔφερε ὁ πατέρας του στόν ᾿Ιησοῦ (Μάρκ. 9,25). Οἱ περιπτώσεις αὐτές, καθώς καί ἄλλες παρόμοιες, ἀντιμετωπίζονται μόνον διά τῆς θείας ἐπεμβάσεως. ῾Ο ᾿Ιησοῦς, διαβάζουμε στίς Πράξεις τῶν ᾿Αποστόλων, «διῆλθεν εὐεργετῶν καί ἰώμενος πάντας τούς καταδυναστευομένους ὑπό τοῦ διαβόλου» (10,38)· καί ὁ ἅγιος Κύριλλος ἑρμηνεύοντας τέτοιου εἴδους θεραπεῖες λέγει ὅτι «ἡ θεία τοῦ Μονογενοῦς φύσις ἀφράστῳ πυρί κατέφλεγεν τούς δαίμονας»· γι’ αὐτό καί ἡ ᾿Εκκλησία σέ τέτοιες περιπτώσεις εὔχεται στόν Κύριο νά ἐπιτιμήσει τό δαιμόνιο τῆς ἀσθενείας: «᾿Απόστησον, φυγάδευσον καί ἀπέλασον πᾶσαν σατανικήν ἔφοδον καί πᾶσαν ἐπιβουλήν», «ἀπέλασον πᾶσαν ἐνέργειαν τοῦ διαβόλου, πᾶσαν μαγείαν πᾶσαν φαρμακείαν, ἀστρομαντείαν» κ. ἄ. ᾿Εδῶ ὀφείλουμε νά ἀναφέρουμε ὅτι τέτοιες δαιμονικές περιπτώσεις, πού ὁπωσδήποτε δέν εἶναι καί τόσο συχνές (π. χ. βασκανία, μαγεία κ. ἄ.), δέν ἀφοροῦν κάθε σωματική ἀσθένεια καί ὡς ἐκ τούτου ἀποτελεῖ πλάνη νά βλέπουμε σέ κάθε ἀρρώστια τήν ἐπήρεια τοῦ σατανᾶ.

γ) ῾Η ἀσθένεια δέν ἀποτελεῖ πάντοτε φυσική συνέπεια τῆς ἁμαρτίας. ᾿Αρκετά συχνά προέρχεται ἀπό τή θεία παιδαγωγία. Σύμφωνα μέ τήν ῾Αγία Γραφή ἀλλά καί τούς Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας, ὁ Θεός πολλές φορές παραχωρεῖ ἀσθένειες γιά νά παιδαγωγήσει καί ἐξαγιάσει τά ἀγαπημένα του τέκνα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εἶναι ὁ πολύαθλος ᾿Ιώβ, πού ἤδη ἀναφέραμε, ὁ ὁποῖος, ὄντας δίκαιος καί ἀγαθός, ὑπέστη κατά παραχώρηση Θεοῦ φοβερές δοκιμασίες καί μεταξύ ἄλλων καί τήν ἀσθένεια τῆς λέπρας, τήν ὁποία τό ἱερό κείμενο ὀνομάζει «ἕλκος πονηρόν» (᾿Ιώβ 2,7). Οἱ δοκιμασίες τοῦ ᾿Ιώβ, ἀλλά καί ἡ καρτερία μέ τήν ὁποία τίς ἀντιμετώπισε, μᾶς φανερώνουν ὅτι ὁ Θεός ἐπιτρέπει ὁ δρόμος τῆς ζωῆς τοῦ πιστοῦ νά διέρχεται μέσω ποικίλων παθῶν, ἀσθενειῶν καί πόνων, γιά νά τελειωθεῖ ἠθικῶς, νά ἐξαγνισθεῖ καί ἐξαγνισμένος νά παρουσιασθεῖ ἐνωπιόν του νικητής, γιά νά ἀπολαύσει τά ἀγαθά τῆς ὑπομονῆς του, ὅπως ἀκριβῶς ὁ ᾿Ιώβ (42,10,12). ῎Ετσι οἱ πειρασμοί, ὡς μέσα δοκιμασίας, συντελοῦν στήν ἀνάδειξη καί αὔξηση τῆς ἀρετῆς. Γι’ αὐτό καί ὁ Ἰωσήφ Βρυέννιος λέγει: «οἱ πειρασμοί καί αἱ θλίψειςκαί τά δοκίμια πολλοῦ παρά τῷ Θεῷ ἠξίωνται λόγου καί σύντροφοι ἐξ ἀρχῆς τῇ καθ’ ἡμᾶς εὐσεβείᾳ γεγόνασιν».

Συχνά βλέπουμε τούς ἁγίους καί δικαίους ἀνθρώπους νά ταλαιπωροῦνται καί νά πονοῦν ἀπό ἀσθένειες πού τούς παρεχώρησε ὁ Θεός «διά τήν ἑκάστου δοκιμήν καί τελείωσιν», ὅπως λέγει ὁ Χρυσόστομος. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος ὁμολογεῖ ὅτι «ἐδόθη μοι σκό-λοψ τῇ σαρκί» (Β΄ Κορ. 12,7) καί ὁ Μ. Βασίλειος διεκτραγωδεῖ τήν κατάσταση τῆς ὑγείας του λέγοντας: «᾿Εμέ δέ ἐπέλιπε παντελῶς τό σῶμα, ὥστε μηδέ τάς σμικροτάτας κινήσεις δύνασθαι ἀλύπως φέρειν», «ἡ ἀρχαία πληγή μου, τό ἧπαρ τοῦτο διαδεξάμενον, ἐπέκλεισε μέν με σιτίων, ἀπεδίωξε δέ τῶν ὀμμάτων τόν ὕπνον, ἐν μεθορίοις δέ κατέσχε ζωῆς καί θανάτου». Μέ ἀνάλογες διηγήσεις περιγράφουν τίς σωματικές τους ἀσθένειες καί πολλοί ἄλλοι ἅγιοι τῆς ᾿Εκκλησίας· τό ἀξιοσημείωτο δέ εἶναι ὅτι ὅλοι ἔχουν ἐπίγνωση ὅτι τό πάθος τῆς ἀσθένειας καί τοῦ πόνου τούς ἐδόθη κατά παρα-χώρηση Θεοῦ καί ἔχει χαρακτήρα παιδαγωγικό καί ἐξαγνιστικό. Εἶναι πολύ χαρακτηριστικά τά ὅσα λέγει ἐπ᾿ αὐτοῦ ὁ ἱερός Χρυσόστομος: «Τῆς γάρ τῶν ἁγίων κακώσεως καί θλίψεως τῆς ποικίλης καί παντοδαπῆς ἔχω πρός τήν ἡμετέραν ἀγάπην εἰπεῖν... ὅτι μέν οὖν εἰς τό μετριάζειν καί ταπεινοφρονεῖν, καί τό μή φυσᾶσθαι ἐκ τῶν σημείων καί τῶν κατορθωμάτων, συμβάλλεται τοῖς ἁγίοις ἡ κάκωσις... Τοσαύτας τοίνυν αἰτίας ἔχοντες εἰπεῖν τῆς τῶν ἁγίων κακώσεως, μή δυσχεραίνωμεν ἐν τοῖς πειρασμοῖς, μηδέ ἀπορῶμεν, μηδέ θορυβώμεθα, ἀλλά καί αὐτοί τάς ἑαυτῶν παιδαγω-γῶμεν ψυχάς, καί ἑτέρους ταῦτα διδάσκωμεν».
᾿Από ὅσα ἤδη ἀναφέραμε, γίνεται φανερό ὅτι ἡ ἀσθένεια εἶναι ἴδιο τῆς φθαρείσας ἀπό τήν προγονική ἁμαρτία ἀνθρώπινης φύσης καί ὅτι συχνά προέρχεται ἀπό προσωπικές ἁμαρτίες ἤ καί ἀπό θεία παραχώρηση, πάντοτε ὅμως πρός ψυχική ὠφέλεια.

2. ῾Η ἀντιμετώπιση τῆς ἀσθένειας καί τοῦ πόνου 

῾Η ἀσθένεια ἀποτελεῖ μιά φοβερή δοκιμασία γιά τόν ἄνθρωπο, ὄχι μόνο γιά τόν πόνο πού τοῦ πρακαλεῖ καί τό φόβο τοῦ θανάτου πού τοῦ προξενεῖ, ἀλλά καί ἐπειδή δημιουργήθηκε ἀπό τόν Θεό ὑγιής γιά τήν αἰωνιότητα καί ἐνδομύχως ἀντιδρᾶ στήν παρά φύση κατάσταση τῆς ἀσθένειας. ῾Η ὑγιής αὐτή ἀντίδραση κινδυνεύει, λόγω τοῦ πόνου, νά τραπεῖ σέ ἀγανάκτηση, γογγυσμό, σκανδαλισμό κ.τ.ὅ., ἄν δέν προσανατολισθεῖ σωστά· σωστός δέ προσανατολισμός σημαίνει πνευματική ἀντιμετώπιση τῆς ἀσθένειας.
῾Η ἐρώτηση τοῦ Κυρίου πρός τόν παραλυτικό τῆς Βηθεσδά «θέλεις ὑγιής γενέσθαι;» (᾿Ιω. 5,6) εἶναι ἐρώτηση πού ἀπευθύνει καί σέ κάθε ἀσθενή κάθε ἐποχῆς. Καί ὅπως τότε ὁ παραλυτικός, πού δέν εἶχε ἀνθρωπο γιά νά τόν βοηθήσει, ἀλλά τόν βρῆκε στό πρόσωπο τοῦ ᾿Ιησοῦ, ἔτσι καί σήμερα ὁ κάθε ἀσθενής ἔχει τόν Χριστό, τόν μόνον ἰατρό καί θεραπευτή τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων, γιατί ὁ Χριστός εἶναι «ἐγγύς πᾶσι τοῖς ἐπικαλουμένοις αὐτόν ἐν ἀληθείᾳ». ῎Ετσι οἱ θεραπεῖες πού ὁ Κύριος προσέφερε στούς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς του, ἀποτελοῦν πάντοτε μοναδικό παράδειγμα καί ἀλάνθαστο ὁδηγό στό πῶς πρέπει νά ἀντιμετωπίζεται ἡ ἀσθένεια.

α) Προϋπόθεση ὅλων τῶν θαυματουργικῶν ἰάσεων τοῦ Κυρίου πού ἀναφέρονται στά ἱερά Εὐαγγέλια, εἶναι ἡ πίστη τοῦ ἀσθενοῦς. Οἱ ἑρμηνευτές Πατέρες στέκονται ἰδιαίτερα στό θέμα αὐτό θεωρώντας ὅτι δέν ἀρκοῦσε ἡ «φιλοτιμία» καί φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου γιά τή θαυματουργική του ἐνέργεια, ἀλλά κυρίως ἀπαιτεῖτο «ἡ πίστις τῶν σωζομένων». ῾Η πίστη τῶν δύο τυφλῶν τοῦ Κατά Ματθαῖον Εὐαγγελίου τούς παρότρυνε νά ἀκολουθήσουν τόν ᾿Ιη-σοῦ καί νά τόν παρακαλέσουν «ἐλέησον ἡμᾶς, υἱέ Δαυίδ»· στή δέ ἐρώτηση τοῦ Ἰησοῦ «πιστεύετε ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι;» νά ἀπαντήσουν «ναί, Κύριε» καί νά λάβουν ἀμέσως τήν ἴαση ὡς συνέπεια τῆς πίστεώς τους: «κατά τήν πίστιν ὑμῶν γεννηθήτω ὑμῖν» (Ματ. 9, 27-31). ῾Ο ἱερός Χρυσόστομος θαυμάζει τήν πίστη τους, γιατί, ὅπως λέγει, ὄντας τυφλοί, «ἐξ ἀκοῆς μόνης τήν πίστιν δέχονται», ἀποδεικνύοντας ὅτι ἀνήκουν σ’ αὐτούς γιά τούς ὁποίους ὁ Κύριος εἶπε «μακάριοι οἱ μή ἰδόντες καί πιστεύσαντες» (᾿Ιω. 20,29). ῎Ετσι ἡ βαθιά τους πίστη, καταλήγει ὁ ἱερός Πατήρ, τούς κατέστησε «μεριστάς τοῦ κατορθώματος». Τήν ἴδια πίστη ἐπέδειξε καί ὁ τυφλός τῆς κολυμβήθρας τοῦ Σιλωάμ, ὥστε νά συμπεραίνει πάλι ὁ Χρυσόστομος: «εἰ δέ ἐπί τῶν αἰσθητῶν καί ψηλαφωμένων πίστεως δεῖ, πολλῷ μᾶλλον ἐπί τῶν ἀοράτων». Τό περιεχόμενο τῆς πίστεώς τους ἐντοπίζεται ἀπό τόν Κύριλλο ᾿Αλεξανδρείας στήν ἐπίκληση «ἐλέησον ἡμᾶς, υἱέ Δαυίδ», διά τῆς ὁποίας μαρτυρεῖται ἡ θεότητα τοῦ Κυρίου, καί γι’ αὐτό ἀναφέρει ὅτι ζήτησαν «θεοπρεπεστάτην ἐνέργειαν παρ’ αὐτοῦ (τοῦ Κυρίου)». Μάλιστα ὁ Χρυσόστομος θεωρεῖ ὅτι ἡ συγκεκριμένη διατύπωση τῆς ἐρώτησης τοῦ Κυρίου πρός τούς τυφλούς «πιστεύετε ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι;» -καί ὄχι π.χ. «πιστεύετε ὅτι δύναμαι παρακαλέσαι τόν Πατέρα μου;»- ἤθελε νά προκαλέσει τήν ὁμολογία τῆς πίστεώς τους ὅτι ὄχι ἁπλῶς ὁ Κύριος «δύναται εὔξασθαι» γιά τή θεραπεία, ἀλλ᾿ «ὅτι αὐτός δύναται τοῦτο ποιεῖσαι», δηλαδή νά διατρανώσουν τήν πίστη τους στή «δεσποτεία» του.

῞Ολοι οἱ θεραπευθέντες ἀπό τόν ᾿Ιησοῦ τήν ἴδια πίστη ἐπέδειξαν. ᾿Επί παραδείγματι γιά τόν παραλυτικό τῆς Βηθεσδά ὁ Κύριλ-λος λέγει: «ἐπίστευσε πανοικί, καί Θεόν ὡμολόγει»· γιά τήν Χανα-ναία ὁ Χρυσόστομος ἀναφέρει ὅτι ἡ πίστη της «καί μείζονα τούτων ἀνύσαι δύναται»· γιά τόν τυφλό τῆς ᾿Ιεριχοῦς ὁ Θεοφύλακτος σημειώνει ὅτι «θερμότης πίστεως ἦν τό ἔνδοθεν κινοῦν αὐτόν» κ.ο.κ.
Στήν πίστη ὅλων αὐτῶν ὁ Κύριος ἀνταποκρίθηκε χαρίζοντάς τους τή θεραπεία: «ἡ πίστις σου σέσωκέ σε» (Ματ. 9, 22), «γεννηθήτω σοι ὡς θέλεις» (Ματ. 15,28), «ὡς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι» (Ματ. 8,13) κ.λπ. Οἱ λόγοι αὐτοί τοῦ Κυρίου, κατά τόν Θεοφύλακτο, φανερώνουν ὅτι τό ἀποτέλεσμα τῆς δωρεᾶς καθορίζεται ἀπό τή θερμότητα τῆς πίστεως: «Μανθάνομεν δέ ἐκ τούτου, ὅτι ὅταν μετά πίστεως αἰτῶμεν, οὐκ ἄλλα μέν αἰτοῦμεν, ἄλλα δέ δίδωσιν, ἀλλ’ ἐκεῖνα αὐτά· ὥστε ἐπειδάν ἄλλα αἰτοῦντες, ἄλλα λαμβάνομεν, πρόδηλον ὅτι οὐ καλῶς οὐδέ πιστῶς αἰτοῦμεν».
῞Ολα τά παραπάνω παραδείγματα καθιστοῦν σαφή τήν ἀνά-γκαιότητα τῆς πίστεως γιά τήν ἀντιμετώπιση τῆς ἀσθένειας καί ἐπιβεβαιώνουν τούς λόγους τοῦ Κυρίλλου ῾Ιεροσολύμων «τοσοῦτον ἴσχυσε τῶν ἀδελφῶν ἡ πίστις, ὥστε τόν νεκρόν ἐξ ᾃδου πυλῶν ἀνεκαλέσατο. Εἶτα ἕτεροι ὑπέρ ἑτέρων πιστεύσαντες, ἐκ νεκρῶν ἀναστῆναι ἴσχυσαν... Εἰ δέ καί πιστός εἶναι νομίζεις, ἀλλ᾿ οὔπω τό τέλειον τῆς πίστεως ἔχεις· χρεία καί σύ κατά τούς ᾿Αποστόλους εἰπεῖν· “Κύριε, πρόσθες ἡμῖν πίστιν (Λουκ. 17,5)”».

β) ῾Η ἐντρύφηση στίς εὐαγγελικές διηγήσεις τῶν θαυμάτων θεραπείας ἀσθενῶν μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ πίστη τῶν αἰτουμένων τήν ἴαση συνοδευόταν συχνά καί ἀπό ταπείνωση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ἀποτελεῖ ἡ Χαναναία, τήν ταπείνωση τῆς ὁποίας ὁ ἱερός Χρυσόστομος διαπιστώνει ἀπό τά ἑξῆς γεγονότα: Δέν «ἐτόλμησεν ἐλθεῖν εἰς τά ῾Ιεροσόλυμα... ἀναξίαν ἑαυτήν τιθεμένη». Δέν «ἐτό-λμησεν εἰς ὄψιν τοῦ Διδασκάλου τήν δαιμονῶσαν (θυγατέρα) ἀγαγεῖν». Δέν τόλμησε νά ζητήσει νά ἔλθει «ὁ ἰατρός (᾿Ιησοῦς) εἰς τήν οἰκίαν» της. Δέν θεωροῦσε τόν ἑαυτόν της ἄξιο, ὥστε νά ἀπαιτήσει τή θεραπεία «ὡς ὀφειλήν», «ἀλλ’ ἐλεηθῆναι ἐδεῖτο, καί τήν συμφο-ράν τήν οἰκείαν ἐξετραγῴδει μόνον». Δέν σκανδαλίσθηκε ὅταν «οὐδέ ἀποκρίσεως» ἀξιώθηκε. Δέν ἦλθε «εἰς ἀπόγνωσιν», οὔτε ἀπόρησε γιά τήν ἀρνητική στάση τοῦ Κυρίου, ἀλλά «ἀπηναισχύντησε καλήν ἀναισχυντίαν». Καί ὅταν ὁ Κύριος τῆς εἶπε «οὐκ ἔστι καλόν λαβεῖν τόν ἄρτον τῶν τέκνων καί βαλεῖν τοῖς κυναρίοις», δέν ἀγα-νάκτησε, ἀλλά μέ ταπείνωση ἀπάντησε «ναί, Κύριε· καί γάρ τά κυνάρια ἐσθίει ἀπό τῶν ψυχίων τῶν πιπτόντων ἀπό τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν» (Ματ. 15, 26-27), παραδεχόμενη ὄχι μόνον ὅτι εἶναι «κυνάριον», ἀλλ’ ὅτι ἀρκεῖται σ’ ὅσα εἶναι ἀπαραίτητα γιά τά «κυνάρια». ῾Η στάση τῆς Χαναναίας μᾶς δείχνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπροστά στόν πόνο τῆς ἀσθένειας γίνεται καρτερικός, πρόθυμος νά ὑπακούσει, νά ταπεινωθεῖ καί νά παραδώσει τόν ἑαυτό του στόν Θεό. ῾Η μέ ταπείνωση ἐναπόθεση τῆς λύσης τοῦ πάθους τῆς ἀσθένειας καί τοῦ πόνου στόν Θεό εἶναι ὁ πιό ὀρθός καί σωτήριος τρόπος ἀντιμετώπισής του.

γ) ᾿Από τίς περιπτώσεις τῶν ἀσθενῶν, τούς ὁποίους ὁ Κύριος, ὅπως εἴδαμε, θαυματουργικῶς ἐλέησε, προκύπτει ὅτι οἱ περισσότεροι ἀπ᾿ αὐτούς βάσταξαν τό πάθος τῆς ἀσθένειας ἐπί σειρά ἐτῶν μέ θαυμαστή ὑπομονή (βλ. ἐνδεικτικῶς τήν συγκύπτουσα γυναίκα Λουκ. 13, 10-17 καί τόν παραλυτικό τῆς Βηθεσδά ᾿Ιω. 5, 2-15). ῾Η ὑπομονή τους ὑπῆρξε σωτήρια καί ἐπιβεβαιώνει τούς εὐαγγελικούς λόγους: «῾Ο δέ ὑπομείνας εἰς τέλος οὗτος σωθήσεται» (Ματ. 24, 13) καί «ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε τάς ψυχάς ὑμῶν» (Λουκ. 21, 19).
Οἱ ἀσθενεῖς τῶν Εὐαγγελίων πού ἰάθησαν ἀπό τόν Κύριο, εἴδαμε ὅτι ἦσαν ὅλοι ἄνθρωποι πίστεως καί ἀσφαλῶς ἡ πίστη τους ὑπῆρξε προϋπόθεση τῆς ὑπομονῆς τους, γιατί διαφορετικά ἡ ὑπομονή τους θά ἦταν μιά μοιρολατρική ἀποδοχή τῆς κατάστασης τοῦ πάθους τῆς ἀσθένειας στήν ὁποία βρίσκονταν. Γιά τούς Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας δέν εἶναι ἡ μοιρολατρική ὑπομονή πού φέρνει τήν ὑπέρβαση τοῦ πάθους τῆς ἀσθένειας, ἀλλ᾿ ἡ ἐν πίστει ἀποδοχή του καί ἡ μέ ὑπομονή καί ἐλπίδα ἀντιμετώπισή του. Μιά τέτοια ὑπομονή θεωρεῖται, σέ κείμενο πού ἀποδίδεται στόν Μέγα Ἀθανάσιο, μεγάλη ἄσκηση: «Καί αὕτη ἐστίν ἡ μεγάλη ἄσκησις, τό ἐν ταῖς νόσοις καί πόνοις ἐγκαρτερεῖν καί ὑπομένειν, καί εὐχαριστηρίους ὕμνους ἀναπέμπειν τῷ Θεῷ». Καί ὁ σκοπός μιᾶς τέτοιας ἄσκησης εἶναι νά ὑπερβαθεῖ τό πάθος καί οἱ πειραζόμενοι νά ἀναδειχθοῦν νικητές, τέλειοι καί ὁλοκληρωμένοι: «Πᾶσαν χαράν ἡγήσασθε,ἀδελφοί μου, ὅταν πειρασμοῖς περιπέσητε ποικίλοις, γινώσκοντες ὅτι τό δοκίμιον ὑμῶν τῆς πίστεως κατεργάζεται ὑπομονήν, ἡ δέ ὑπομονή ἔργον τέλειον ἐχέτω, ἵνα ἦτε τέλειοι καί ὁλόκληροι, ἐν μηδενί λειπόμενοι» (᾿Ιακ. 1, 2-4).

Τό ἔργο τῆς ὑπομονῆς ὅμως, πρέπει νά σημειώσουμε, δέν εἶναι εὔκολο καί χρειάζεται μεγάλο ἀγώνα, κυρίως ὅταν ἡ κατάσταση τοῦ πάθους τῆς ἀσθένειας χρονίζει. ῾Ο πολύαθλος ’Ιώβ, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ παράδειγμα ὑπομονῆς, ὅταν ἡ δοκιμασία του ἔφθασε σέ σημεῖο ἐξαιρετικά ὑψηλό, ἡ πίστη καί ἡ ὑπομονή του ἄρχισαν νά κάμπτονται καί νά καταριέται τήν ἡμέρα τῆς γεννήσεώς του: «Μετά τοῦτο ἤνοιξεν ὁ ᾿Ιώβ τό στόμα αὐτοῦ καί κατηράσατο τήν ἡμέραν αὐτοῦ... ὅτι οὐ συνέκλεισε πύλας γαστρός μητρός μου· ἀπήλλαξε γάρ ἄν πόνον ἀπό ὀφθαλμῶν μου...» (᾿Ιώβ 3, 1-10). ᾿Εδῶ βλέπουμε τόν πάσχοντα νά βρίσκεται στό πιό κρίσιμο σημεῖο τοῦ ἀγώνα του· λόγω κοπώσεως ἔχει ἀγγίξει τά ὅρια τῶν ψυχικῶν του δυνάμεων καί κινδυνεύει νά χάσει τήν ὑπομονή του καί νά ἐγκαταλείψει τόν ἀγώνα του. ῾Ο Μ. Βασίλειος σχολιάζοντας τήν κορυφαία αὐτή στιγμή τοῦ πάθους τοῦ ᾿Ιώβ, συμβουλεύει ὅλους ὅσους πάσχουν παρόμοια: «Μηδείς ἐξ ὧν ἔπαθεν ἀναπεισθῇ λογίσασθαί τι καί λέγειν, ὡς ἄρα οὐδεμία πρόνοια τάττει τά καθ’ ἡμᾶς, μηδέ κατηγορείτω τῆς οἰκονομίας τοῦ Δεσπότου καί κρίσεως, ἀλλ’ εἰς τόν ἀθλητήν ἐκεῖνον (τόν ᾿Ιώβ) ὁράτω, κἀκεῖνον σύμβολον ποιείσθω τοῦ κρείττονος. ᾿Αναλογιζέσθω τούς ἀγῶνας ἅπαντας ἐφεξῆς ἐφ’ οἷς ἠρίστευσε, καί πόσοις βέλεσιν ὑπό τοῦ διαβόλου βληθείς οὐκ ἐδέξατο καιρίαν πληγήν». Δηλαδή, κατά τό παράδειγμα τοῦ ᾿Ιώβ ὁ Θεός ἐνίοτε ἐπιτρέπει τό πάθος νά ἀγγίξει τά ψυχικά ὅρια τοῦ δοκιμαζόμενου πιστοῦ, ὥστε νά φανεῖ ἡ διά τῆς ὑπομονῆς πνευματική του δύναμη, νά ξεπεράσει τό πάθος καί νά ἐξαγνισθεῖ μέ τή βοήθεια τῆς θείας χάριτος καί νά ἀπολαύσει τή γαλήνη τοῦ νικητή. Αὐτό τό ἐπιβεβαιώνει μέ σαφήνεια καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος λέγοντας: «Τοιοῦτον τῷ Θεῷ ἔθος, μή ἐκ προοιμίων τά δεινά, ἀλλ’ ὅταν κορυφωθῇ, ὅταν αὐξηθῇ... τότε ἀθρόον πάντα μεταβάλλειν ἐπί τό γαληνόν, καί πρός ἀπροσδοκήτους τινάς καταστάσεις αὐτά πραγμάτων ἄγειν».

Συνεπῶς ἡ μοναδική ὁδός γιά νά ὑπερβαθεῖ τό πάθος τῆς ἀσθένειας καί τοῦ πόνου, εἶναι ἡ ὑπομονή. Γι᾿ αὐτό καί ὁ Μ. Βασίλειος, ὁ ὁποῖος, ὅπως ἀναφέραμε, θεωρεῖ τόν ᾿Ιώβ «ἀθλητήν» καί «σύμβουλον» ὑπομονῆς, τόν προτείνει ὡς ὁδηγό σέ ὅσους βαδίζουν τό δρόμο τῆς ὑπομονῆς: «῾Ορᾷς ὁπόσα ὁ δίκαιος ᾿Ιώβ ἐκ τῆς ὑπομονῆς ἑαυτῷ συνέλεξεν ἀγαθά; Καί σύ τοίνυν, εἴ τι σοι προσεπέλασε δυσχερές ἀπό τοῦ χθές ἀναφθέντος πυρός ἐκ τῆς τῶν δαιμόνων ἐπιβουλῆς, τοῦτο καρτέρησον, καί τήν ἐκ τοῦ πάθους ἀνίαν κρείττοσι κατεύνασον λογισμοῖς· καί κατά τό γεγραμμένον, ἐπίρριψον ἐπί τόν Κύριον τήν μέριμνάν σου, καί αὐτός σέ διαθρέψει».
δ) ῾Η ὑπομονή, ὅπως ἄλλωστε ἡ πίστη καί ἡ ταπείνωση, πρέ-πει νά εἶναι τό συνεχές αἴτημα τῆς προσευχῆς, γιατί, ἀπ’ ὅ,τι εἴδαμε, ἡ ἀπόκτηση καί βίωσή τους εἶναι τόσο δύσκολη, ὥστε χωρίς τή θεία βοήθεια θά ἦταν ἀκατόρθωτη.
Πρότυπο προσευχῆς στούς πειρασμούς καί τίς θλίψεις ἀπο-τελεῖ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος πρίν ἀπό τό πάθος του προσευχήθηκε στόν Θεό Πατέρα λέγοντας: «πάτερ, εἰ βούλει παρε-νεγκεῖν τοῦτο τό ποτήριον ἀπ’ ἐμοῦ· πλήν μή τό θέλημά μου, ἀλλά τό σόν γινέσθω» (Λουκ. 22, 42· Ματ. 26, 39). ῾Ο Κύριος ἐξέφρασε μέ τήν προσευχή του τήν ἐπιθυμία καί τήν παράκλησή του, ἀλλά προέταξε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ Πατρός· καί ἡ ἀπάντηση στήν προ-σευχή του ἦταν ἄμεση: «ὤφθη δέ αὐτῷ ἄγγελος ἀπ᾿ οὐρανοῦ ἐνισχύων αὐτόν» (Λουκ. 22, 43). Τό εἴδος αὐτό τῆς προσευχῆς συνέστησε ὁ Κύριος στούς μαθητές του, «προσεύχεσθε, ἵνα μή εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν» (Λουκ. 22, 46· Ματ. 26, · Μάρκ. 14, 38), καί διά τῶν μαθητῶν του σέ ὅλους τούς δοκιμαζόμενους καί ἀγωνιόντες πιστούς.
Οἱ Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας συνιστοῦν τήν παράδοση αὐτή τῆς προσευχῆς, γιατί ἐκφράζει ὅλο τόν πόνο τοῦ ἀνθρώπου καί τήν ἐπιθυμία του γιά λύτρωση «ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύμα-τος... (ἀπό) πάσης κακώσεως καί νόσου καί θλίψεως». ῾Ο ἱερός Χρυσόστομος πολύ χαρακτηριστικά ἀναφέρει: «῎Αν λύπη συμβῇ... λάβε παραμυθίαν ἐκεῖθεν τοῦ δεινοῦ (διά τῆς προσευχῆς), ἄν ζημία, ἄν θάνατος, ἄν πειρασμοί, ἄν συκοφαντίαι, ἄν θλίψεις, ἄν θάνατος οἰκείων, ἄν ἀποβολή οἰκείων· μᾶλλον δέ μή ἔγκυπτε, ἀλλά ἀνάλαβε πάντα, ἔχε ἐπί τῆς διανοίας... ῎Ενθα ἄν ᾖ τό ὄνομα Κυρίου, πάντα αἴσια... Κάλει τόν Υἱόν, εὐχαρίστει τῷ Πατρί. Καί γάρ τοῦ Υἱοῦ καλουμένου ὁ Πατήρ καλεῖται, καί αὐτοῦ εὐχαριστημένου ὁ Υἱός εὐχαριστεῖται». Τήν ἀπόκτηση τῶν προϋποθέσεων γιά τήν ἀντι-μετώπιση τοῦ πάθους τῆς ἀσθένειας καί τοῦ πόνου μέσω τῆς προσευχῆς βεβαιώνει καί ὁ ᾿Ισαάκ ὁ Σύρος: «Προσευχή ἐστι δέησις... δι᾿ ἧς ὑπό Θεοῦ βοηθεῖται ἄνθρωπος... ῞Οταν δέ αἴσθηται ὁ ἄνθρωπος τῆς θείας βοηθείας, ὅτι πάρεστι βοηθοῦσα αὐτῷ, τότε ἡ καρδία παραυτίκα ἐμπίπλαται πίστεως καί συνίησιν... ὅτι ἡ προσευχή καταφύγιον πέφυκε βοηθείας, καί πηγή σωτηρίας, καί θησαυρός πεποιθήσεως, καί λιμήν ῥυόμενος ἀπό τρικυμίας, καί φῶς τοῖς ἐν σκότει, καί στήριγμα τῶν ἀσθενῶν, καί σκέπη ἐν τῷ καιρῷ τῶν πειρασμῶν, καί βοήθεια ἐν τῇ ἀκμῇ τῆς νόσου, καί ἀσπίς λυτρώσεως... καί ἁπλῶς εἰπεῖν πᾶν τό πλῆθος τῶν ἀγαθῶν τούτων, διά τῆς προσευχῆς εὑρίσκεται ἔχον τήν εἴσοδον (εἰς τόν ἄνθρωπον)».

῾Η προσευχή τοῦ Κυρίου πρό τοῦ πάθους του, πού, ὅπως ἀναφέραμε, ἀποτελεῖ πρότυπο γιά τήν προσευχή κάθε πάσχοντος πιστοῦ, ἀπαιτεῖ ὅσα ἐκζητοῦμε ἀπό τόν Κύριο νά προϋποθέτουν πάντοτε «τό συμφέρον τῆς αἰτήσεως». ῞Ομως μόνον ὁ Κύριος γνωρίζει ἄν τό αἴτημα τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπό τό πάθος τῆς ἀσθένειας καί τοῦ πόνου εἶναι πρός τό συμφέρον μας. Γι᾿ αὐτό ὁ Μ. Βασίλειος, ὑποδεικνύοντας πῶς πρέπει νά προσευχόμαστε, μεταξύ ἄλλων ἀναφέρει: «Προσεύχου οὖν τῷ Θεῷ μετά φόβου καί ταπεινοφροσύνης... καί ὅταν τά δύο μέρη ἀποπληρώσῃς, τῆς δοξολογίας καί τῆς ταπεινοφροσύνης, τότε λοιπόν αἴτησον ὅ ὀφείλεις αἰτῆσαι... Αὐτός γάρ σε ἔπλασε, καί κήδεταί σου τῆς σωτηρίας, καί οἶδε πῶς ἑκάστῳ συμφέρει, εἴτε ὑγιαίνειν, εἴτε ἀσθενεῖν· ἀλλ᾿ αἴτει, καθώς προσετάχθης, τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. Περί γάρ τῆς χρείας τοῦ σώματός σου, καθώς προέφην, αὐτός φροντίσει».
῾Η προσευχή λοιπόν τοῦ κάθε ἀσθενῆ καί πονεμένου ἀνθρώπου πρέπει νά θέτει σέ πρώτη θέση τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μόνον γνωρίζει τό συμφέρον μας, ὥστε νά εἶναι σύμφωνη μέ τήν προσευχή τοῦ Κυρίου καί τήν εὐχή ὁλόκληρης τῆς ᾿Εκκλησίας, πού ἐκφράζεται κατά τή θεία Λειτουργία: «πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ ἡμῶν παραθώμεθα».

3. Οἱ καρποί τῆς ἀσθένειας καί τῶν πόνων

῾Η ἀνθρώπινη ἀσθένεια καί ὁ πόνος, ὅπως εἴδαμε, πολύ συχνά ἀποβαίνει μέσον φανερώσεως τῆς θείας ἐνέργειας καί δυνάμεως, προκειμένου νά ὁδηγήσει τόν πιστό στή σωτηρία. Γιά τόν πιστό ἡ ἀσθένεια καί ὁ πόνος πρέπει νά βιώνεται ὡς θεία δωρεά «ἀπό τῆς οὐρανίου χάριτος αὐτῷ ἐπιχορηγηθεῖσα» καί γι’ αὐτό ὁ ἅγιος Μάξιμος θεωρεῖ ἕνα τέτοιο τρόπο βιώσεως τῆς ἀσθένειας ὡς ἀρετή: «᾿Αρετῆς ὅρος ἐστίν, ἡ τῆς ἀνθρωπίνης ἀσθενείας κατ’ ἐπίγνωσιν πρός τήν θείαν δύναμιν ἕνωσις». ῾Η θεία δύναμη ἐδῶ πρέπει νά γίνει ἀντιληπτή μέ τήν παύλεια σημασία, δηλαδή νά ταυτισθεῖ μέ τόπρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι «δύναμις Θεοῦ εἰς σωτηρίαν» (Α΄ Κορ. 1, 24). ῎Ετσι ὁ πάσχων ἀπό ἀσθένεια καί πόνο πιστός θά γνωρίζει ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς, ὁ ὁποῖος κατέστρεψε τήν ἁμαρτία «ἐν τῷ σώματι αὐτοῦ διά τοῦ θανάτου» (Κολ. 1, 22), κατοικεῖ μέσα του καί διά τῆς θείας δυνάμεως ἡ ἀσθένειά του ἀπό καρπός ἁμαρτίας μπο-ρεῖ νά μεταβληθεῖ σέ αἰτία λυτρώσεως καί σωτηρίας καί ὁ πόνος του σέ χαρά. Μέ ἄλλα λόγια, διά τῆς θείας δυνάμεως καί χάριτος ἡ ἀνθρώπινη ἀσθένεια, ἀδυναμία καί πόνος μεταποιοῦνται σέ ὄργανα ζωῆς καί σωτηρίας. Μέ τήν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ ἡ ἀσθένεια τοῦ παντελῶς ἀδύναμου ἀνθρώπου μεταβάλλεται σέ δύναμη σωτηρίας καί ὁ πόνς του γεννᾶ ἐλπίδα λυτρώσεως. Στήν ἀσθένεια εἶναι παρών ὁ Χριστός, δίδοντάς μας τή βεβαιότητα ὅτι στίς ἀσθένειες καί στούς πόνους μας πραγματώνεται ἡ μετ’ αὐτοῦ ἕνωση καί λαμβάνουμε τόν ἀρραβώνα τῆς αἰώνιας ζωῆς.
Μιά τέτοια θεώρηση τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ πόνου συνιστᾶ σέ κάθε ἀσθενούντα καί πονεμένο πιστό νά ἀποβάλει κάθε αἴσθημα ἀπαισιοδοξίας ἤ ἀπελπισίας καί νά ἀποκτήσει ὄχι ἁπλῶς ὑπομονή, ἀλλά «περισσεία χαρᾶς» (Β΄ Κορ. 8, 2). Οἱ ἅγιοι χαίρονταν γιά τίς ἀσθένειες, τούς πόνους τους καί γενικῶς γιά τά παθήματά τους, γιατί γνώριζαν ὅτι εἶναι ἀσθένειες ἐν Χριστῷ καί διά Χριστόν. ῾Ο ἱερός Χρυσόστομος λέγει χαρακτηριστικά: «Φιλοδέσποτοι γάρ ὄντες οἱ ἅγιοι, τά ὑπέρ τοῦ Δεσπότου πάθη μετά πολλῆς ἐδέχοντο προθυ-μίας καί φαιδρότεροι τούτοις ἐγένοντο. Καί ὁ μέν φησί· “χαίρω ἐν τοῖς παθήμασί μου” (Κολ. 1,24), ὁ δέ Λουκᾶς περί τοῦ λοιποῦ τῶν ἀποστόλων χοροῦ τά αὐτά δή ταῦτα φθέγγεται· μετά γάρ τάς πολλάς μάστιγας “ἀνεχώρουν, φησί, χαίροντες, ὅτι κατηξιώθησαν ὑπέρ τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ ἀτιμασθῆναι” (Πράξ. 5, 41)».

Η χαρά τῶν ἁγίων γιά τούς πόνους καί τίς ἀσθένειες ὀφειλόταν ἀσφαλῶς στή βεβαιότητα ὅτι πάσχουν καί ὑποφέρουν διά τόν Χριστο, ὅτι «κοινωνοῦν τοῖς τοῦ Χριστοῦ παθήμασι» (Α΄ Πέτρ. 4, 13) καί συνεπῶς καί τῆς σωτηρίας πού πηγάζει ἀπό τά παθήματα καί τό Σταυρό τοῦ Κυρίου. ῾Ο Χρυσόστομος ἔχοντας αὐτά ὑπόψη του ἀναφέρει σέ πάσχουσες μαθήτριές του: «῾Ο γάρ διά τόν Χριστόν πάσχων, ὅσῳπερ ἄν τι χαλεπώτερον πάθῃ, μειζόνων ἀπολαύει στεφάνων. ῾Ικανήν τοίνυν ἔχουσαι ταύτην τήν παράκλησιν, φέρετε γενναίως καί εὐχαρίστως τά συμπίπτοντα, δοξάζουσαι τόν Χριστόν ἐφ’ ἅπασι τοῖς συμβαίνουσιν. Οὕτω γάρ καί ὑμεῖς κοινωνοί γενήσεσθε τῶν παθημάτων αὐτοῦ, ἀλλά καί τῶν ἀποκειμένων αὐτῷ μισθῶν καί στεφάνων τῆς δόξης αὐτοῦ».
Τό μυστήριο τοῦ πάθους καί τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ φωτίζει τή ζωή τοῦ πάσχοντος ἀνθρώπου καί τοῦ διδάσκει ὅτι ὅπως ὁ Κύριος σταυρώθηκε καί ἀπέθανε ὡς ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἀναστήθηκε ὡς Θεός, ἔτσι καί ὁ πιστός σταυρώνεται ἀπό τό πάθος τῆς ἀσθένειας καί τοῦ πόνου, ἀλλά ἐγείρεται ἀπό τό κρεβάτι τῆς ἀσθένειας καί τοῦ πόνου καί θά ἀναστηθεῖ διά τῆς δυνάμεως καί ἐνεργείας τοῦ ᾿Αναστηθέντος Θεανθρώπου Χριστοῦ· ὅπως ὁ ἐπί τοῦ Σταυροῦ θάνατος τοῦ Κυρίου δέν ἦταν σημεῖο ἀδυναμίας ἀλλά θείας δυνάμεως καί ἀγάπης, ἔτσι, κατ’ ἀντίθετο τρόπο, ἡ ἀνθρώπινη ἀσθένεια εἶναι σημεῖο τῆς παναδυναμίας τοῦ πεπτωκότος ἀπό τήν ἁμαρτία ἀνθρώπου, πού διά τοῦ Σταυροῦ καί τῆς ᾿Αναστάσεως τοῦ Κυρίου μετα-βάλλεται σέ σημεῖο λυτρώσεως καί σωτηρίας.

Κάτω ἀπ’ αὐτό τό πρίσμα οἱ ἀσθένειες καί ὁ πόνος δέν πρέπει νά ἐκλαμβάνονται ὡς συμφορές καί δεινά, ἀλλά ὡς μέσα γιά τή σωτηρία μας στό πλαίσιο τῆς πρόνοιας καί φροντίδας τοῦ Θεοῦ γιά τήν τελείωση καί ἁγιασμό τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας ὁμιλοῦν γιά τήν παιδευτική καί ἁγιαστική σημασία τῶν ἀσθενειῶν μέ ἐξαιρετική σαφήνεια καί ἀναφέρονται ἰδιαίτερα στίς διάφορες περιπτώσεις τῶν ἀσθενειῶν καθώς καί στίς ὠφέλειες πού αὐτές προξενοῦν. Συγκεκριμένα ὁ ἅγιος ᾿Ιωάννης ὁ Σιναϊτης λέγει: «῎Εστιν ἀσθένεια διά καθαρισμόν πταισμάτων, καί ἐστι διά τό ταπεινωθῆναι τό φρόνημα. ῾Ο ἀγαθός ἡμῶν καί πανάγαθος Δεσπότης καί Κύριος, ὁπόταν πολλάκις τινάς ὀκνηροτέρους περί τήν ἄσκησιν θεάσηται, δι’ ἀσθενείας λοιπόν, ὥσπερ δι’ ἀνετωτέρας ἀσκήσεως τήν σάρκα αὐτῶν ταπεινοῖ· ἔστι δ᾿ ὅτε καί τήν ψυχήν λογισμῶν πονηρῶν καί παθῶν ἐκκαθαίρει». ᾿Ακόμη πιό λεπτο-μερής ἐμφανίζεται ὁ ἅγιος ᾿Ισαάκ ὁ Σύρος, ὁ ὁποῖος ἀναφέρει: «Οἱ ἀγωνισταί πειράζονται, ἵνα προσθήσωσι τῷ πλούτῳ αὐτῶν· οἱ χαῦνοι, ἵνα ἐκ τῶν βλαπτόντων φυλάξονται ἑαυτούς· καί οἱ ὑπνώττοντες, ἵνα εἰς ἐξυπνησμόν εὐτρεπισθῶσι· καί οἱ μακράν ὄντες, ἵνα προσεγγίσωσι τῷ Θεῷ· οἱ δέ οἰκεῖοι, ἵνα ἐν παῤῥησίᾳ εἰσοικισθῶσι... Διά τοῦτο λοιπόν, πρῶτον πειράζει ὁ Θεός εἶτα δεικνύει τό χάρισμα».
Οἱ ἀσθένειες, λοιπόν, οἱ πόνοι καί κάθε πειρασμός πρέπει νά θεωροῦνται εὐεργεσίες Θεοῦ, πού δόθηκαν μέ σκοπό τή διαρκῆ ἐγρήγορση τοῦ πιστοῦ στόν ἀγώνα γιά τόν ἁγιασμό, καί συνεπῶς πρέπει νά γίνονται δεκτά μέ εὐγνωμοσύνη καί μέ τή βεβαιότητα ὅτι ὁ Θεός ἐπιτρέπει τί δοκιμασίες πάντοτε κατά τό μέτρο τῶν ἀνθρωπίνων δυνάμεων, ὅπως λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «οὐκ ἐάσει ὑμᾶς πειρασθῆναι ὑπέρ ὅ δύνασθε» (Α΄ Κορ. 10, 13)· ἤ, ὅπως ἀναφέρει ὁ ᾿Ιωσήφ Βρυέννιος: «Οὔτε ἐν συμφοραῖς ἀεί ἀφίησιν ἡμᾶς, ἵνα μή ἐκκακῶμεν ἤ ἀποκάμωμεν, οὔτε πάλιν ἐν ἀνέσει δι’ ὅλου, ἵνα μή ραθυμώτεροι γινόμενοι, ἐκπέσωμεν τοῦ τῶν σπουδαίων χοροῦ».

᾿Επιλεγόμενα

Τελειώνοντας θά ἤθελα νά ἀναφέρω μιά θαυμάσια εἰκόνα πού συναντοῦμε στήν ᾿Αποκάλυψη καί ἀφορᾶ στή δόξα πού θά ἀπολαύσουν στόν οὐρανό ὅλοι ὅσοι ἐβίωσαν στή γῆ τό πάθος τῶν πειρασμῶν, τῶν ἀσθενειῶν καί τῶν θλίψεων καί πορεύθηκαν τή «στενή καί τεθλιμένη» ὁδό: «Καί ἀπεκρίθη εἷς ἐκ τῶν πρεσβυτέρων λέγων μοι· οὗτοι οἱ περιβεβλημένοι τάς στολάς τάς λευκάς, τίνες εἰσί, καί πόθεν ἦλθον; Καί εἴρηκα αὐτῷ· Κύριέ μου, σύ οἶδας. Καί εἶπέ μοι· οὗτοί εἰσιν οἱ ἐρχόμενοι ἐκ τῆς θλίψεως τῆς μεγάλης, καί ἔπλυναν τάς στολάς αὐτῶν καί ἐλεύκαναν αὐτάς ἐν τῷ αἵματι τοῦ ἀρνίου. Διά τοῦτό εἰσιν ἐνώπιον τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ, καί λατρεύουσιν αὐτῷ ἡμέρας καί νυκτός ἐν τῷ ναῷ αὐτοῦ. Καί ὁ καθήμενος ἐπί τοῦ θρόνου σκηνώσει ἐπ᾿ αὐτούς... καί ὁδηγήσει αὐτούς ἐπί ζωῆς πηγάς ὑδάτων, καί ἐξαλείψει ὁ Θεός πᾶν δάκρυον ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν» (Ἀποκ. 7, 13-17).

᾿Αρχιμ. Νικολάου Χ. ᾿Ιωαννίδη, Δρος Θ.
Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου ᾿Αθηνῶν

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...