/*--

Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2013

Ἡ ἑρμηνεία τῆς νεκρωσίμου Ἀκολουθίας κατά τόν ἅγιο Συμεών Θεσσαλονίκης

         
Ἡ ὡς ἄνω κοινή νεκρώσιμος ἀκολουθία ἦταν γνωστή στόν ἅγιο Συμεών Θεσσαλονίκης καί ἑρμηνεύθηκε ἀπό αὐτόν, δεδομένου μάλιστα ὅτι στά κείμενα τῆς ἀκολουθίας αὐτῆς ἀναπτύσσεται ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας γιά τό θάνατο, ἐξαίρεται ἡ ψυχοσωματική διάσταση τοῦ ἀνθρώπου, καί ἐπισημαίνονται οἱ τραγικές συνέπειες τῆς πτώσεως, ἡ ματαιότητα τῶν ἀνθρωπίνων, τό τραγικό τέλος τῆς ἐπίγειας ζωῆς καθώς ἐπίσης καί ἡ σημασία τῆς πίστης καί τῆς ἐλπίδας στό θάνατο καί τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ1.

Στήν ἀρχή τοῦ «περί τοῦ τέλους ἡμῶν καί περί τῆς ἱερᾶς τάξεως τῆς κηδείας...» ἔργου του ὁ ἅγιος Συμεών τονίζει ὅτι ὀφείλουμε νά μεριμνοῦμε γιά τό τέλος μας «διηνεκῶς καί ἀπαύστως καί ἐν παντί καιρῷ»2. Ὡς βασικά στοιχεῖα δέ αὐτῆς τῆς ἐσχατολογικῆς μέριμνας θεωρεῖ τήν προσοχή, τή συντριβή, τήν ἐξομολόγηση, τήν εὐλάβεια τῆς ψυχῆς καί τή συμμετοχή στή θεία Εὐχαριστία3. «Ὁ πρός τό τέλος τοίνυν ἐξομολογείσθω, μετανοείτω, περί πάντων ἑτοιμαζέσθω»4. Ἰδιαίτερη μάλιστα σημασία δίδει στήν εὐχαριστιακή μετοχή, τήν ὁποίαν θεωρεῖ βασικότατο «πρός τήν αἰώνιον ζωήν ἐκείνην ἐφόδιον»5. Ὅσοι ἀγαποῦν τόν Κύριο δέν πρέπει νά ξεπερνοῦν τίς σαράντα μέρες, «ἀλλ’ ὅση μᾶλλον ἰσχύς αὐτῷ τε καί προσοχή καί ἐγγύτερον τῇ κοινωνίᾳ Χριστοῦ προσερχέσθω· καί ἐν πάσῃ Κυριακῇ εἰ δυνατόν καί μάλιστα γε οἱ ἐν τῷ γήρᾳ καί ἄρρωστοι, ὅτι τοῦτο ἡμῖν ἡ ζωή τε καί ἰσχύς»6. Ἀκολούθως ἀναλύει τήν κατά τήν παράδοσητῆς Ἐκκλησίας τάξη τῆς κηδείας γιά ἀρχιερεῖς καί ἱερεῖς, μοναχούς καί λαϊκούς. Πρῶτα-πρῶτα ἀναφέρεται στό κατ’ οἶκον τρισάγιο. Ἄν ὁ ἀποθανών εἶναι ἀρχιερεύς ἤ ἱερεύς γίνεται ἡ ἔνδυση μέ ἐνδύματα «τοῦ ἰδίου σχήματος», ἀφοῦ προηγηθεῖ ἡ νίψη τοῦ σώματος μέ νερό «διά σπόγγου σταυροειδῶς, εἰς τύπον τοῦ Βαπτίσματος, κατά τε τό μέτωπον καί τούς ὀφθαλμούς, τά χείλη τε καί τό στῆθος καί ἔτι τά γόνατα καί τάς χεῖρας»7. Στά χέρια τοῦ δίνουν τό ἱερό Εὐαγγέλιο, τό ὁποῖο μάλιστα διαβάζεται πρίν ἐπάνω του, τήν ὥρα πού πεθαίνει ἤ μετά τό θάνατο, «ὡς εὐαγγελικῶς αὐτόν ζητήσαντα, ἅμα δέ καί εἰς ἱλασμόν καί ἁγιασμόν αὐτοῦ ἐκ τῶν θειοτάτων λογίων»8. Στούς μονάζοντες διαβάζεται τό ψαλτήριο καί στή συνέχεια λέγεται ἡ συνήθης εὐχή, τό τρισάγιο9 καί ἀκολουθεῖ τό θυμίαμα, τό ὁποῖο «εἰς ἱλασμόν ἐστιν ὑπέρ τοῦ κειμένου καί δεῖγμα τῆς εὐσεβείας αὐτοῦ καί ὀρθοδόξου ζωῆς, εὐωδεστάτης οὔσης καί καθαρᾶς »10. Κατόπιν μεταφέρεται ὁ νεκρός στό ναό μετά λαμπάδων «τό θεῖον ἐκεῖνο καί ἀκατάπαυστον ἐκτυποῦντες φῶς»11. Ἐάν ὁ ἀποθανών εἶναι μοναχός πρῶτα τόν σπογγίζουν σταυροειδῶς, τόν ἐνδύουν μέ τά ἐνδύματα τοῦ σχήματός του, «καί τόν μανδύαν ἄνωθεν ἐπιρράπτουσιν, ὅς καί ὡς τάφος ἐστίν αὐτῷ».

Κάνουν στή συνέχεια σταυρούς ἀπό ἐπάνω «Διά Χριστόν ᾧ ἐσταύρωται », καί τοποθετοῦν εἰκόνα «οὗπερ ἠγάπησεν». Τέλος ὁ ἱερέας λέγει τή σχετική εὐχή, «αἴρουσιν αὐτόν καί εἰς τόν θεῖον ναόν μετά λαμπάδων κομίζουσιν»12. Τό ἴδιο γίνεται καί στούς λαϊκούς. Πάνω ἀπό τά καθαρά ροῦχα μέ τά ὁποῖα τούς ντύνουν θέτουν «ἱερόν ἔπιπλον», κάλυμμα δηλαδή ἱερό, σέ ἔνδειξη «ὅτι πιστός τε καί ἱερός καί ὑπό τήν τοῦ Χριστοῦ σκέπην». Τίθεται ἐπίσης εἰκόνα «διά τήν εἰς Χριστόν πίστιν» καί γιά τό ὅτι σ’ Αὐτόν παρέδωσε τήν ψυχήν του. Ἀφοῦ διαβασθεῖ ἀπό τόν ἱερέα ἡ εὐχή, ὁ νεκρός «αἴρεται καί σύν λαμπάσιν εἰς τόν θεῖον ναόν ἀπάγεται»13. Γιά τόν τρισάγιο ὕμνο πού κατά τήν πορεία στό ναό ψάλλεται «μετά μέλους» λέγει ὅτι αὐτό δηλώνει τό «ὅτι καί τῆς Τριάδος οἱ τελευτῶντες δοῦλοι καί ταύτην ἐκήρυξαν καί ἐν αὐτῇ τετελείωνται καί ἐν αὐτῇ πορεύονται καί σύν ἀγγέλοις ταχθήσονται»14. Στή συνέχεια δίδει μεγάλη σημασία στή θέση στήν ὁποία τοποθετοῦνται τά λείψανα τῶν κεκοιμημένων ἐντός τοῦ ναοῦ καί ἀναφέρεται στήν τάξη πού ἐτηρεῖτο ὡς πρός τό θέμα αὐτό στήν ἀρχαία Ἐκκλησία.

Ὁ ἅγιος Συμεών δέχεται ὅτι ἡ συνήθεια στήν ἐποχή του, ὅπως ἄλλωστε καί σήμερα, ἦταν ὅλοι οἱ νεκροί νά τοποθετοῦνται στό κέντρο τοῦ ναοῦ. Γιά τούς ἱερεῖς μάλιστα τό αἰτιολογεῖ λέγοντας ὅτι αὐτό γίνεται «ἐπειδή ἀπό τοῦ θυσιαστηρίου καί οἱ ἱερωμένοι τόν ναόν περιτρέχουσιν ἔν τε εἰσόδοις καί θυμιάματι τούς πάντας καθαγιάζοντες· καί τόν ναόν δέ τόν θεῖον αὐτοί καθιεροῦσι τῷ Θεῷ»15. Αὐτό ὅμως τό θεωρεῖ ὡς συνέπεια τῆς γενικότερης ἀμέλειας καί ἀταξίας πού καί στήν ἐποχή του ἐπικρατοῦσε ὡς πρός τήν τήρηση τῆς λειτουργικῆς παράδοσης, καθόσον «πάντα τῇ ἀμελείᾳ παρωράθη τά εὐλαβῆ καί τά τῆς τάξεως καταλέλυται καί πάντα γίνεται φύρδην»16. Γι’ αὐτό θεωρώντας ὅτι τίποτε δέν εἶναι μικρό στήν Ἐκκλησία καί «οὐδέν δίχα λόγου»17, τάσσεται ὑπέρ τῆς τήρησης τῆς παράδοσης. Μνημονεύει μάλιστα τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη ὁ ὁποῖος γράφει ὅτι «ἀρχιερεῖς μέν πρό τῶν ἁγίων θυρῶν, ἤτοι ἐγγυτέρω αὐτῶν... καί τούς ἱερεῖς εἰς τό θυσιαστήριόν φησι τίθεσθαι, ἔνθα καί τά τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῖς· τούς δέ μοναχούς πρό τῶν ἱερῶν θυρῶν, ἔνθα ἡ στάσις αὐτοῖς· τούς λαϊκούς δέ κατά τό μέσον τοῦ ναοῦ, ὅπου καί τήν τάξιν τῆς στάσεως ἔχουσιν»18. Ἀναφέρεται ἐπίσης στήν παράδοση πού ὑπῆρχε στήν Κωνσταντινούπολη καί δή στόν μέγιστο ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων νά θάπτονται «οἱ μέν ἀρχιερεῖς ἔνδον τοῦ θυσιαστηρίου... ὡς καί τά λείψανα τῶν ἁγίων, διά τήντῆς θείας ἱερωσύνης χάριν». Οἱ βασιλεῖς θάπτονταν «περί τόν ναόν καί κύκλωθεν τοῦ ναοῦ, ὡς δείκνυται ἐκ τῶν τάφων, λαϊκοί τελοῦντες καί αὐτοί, εἰ καί τό χρῖσμα τῆς βασιλείας ἔλαβον». Στά μοναστήρια δέ οἱ τάφοι τῶν ἱερωμένων μοναχῶν εἶναι «ὑποκάτω τοῦ θυσιαστηρίου», τῶν δέ ἰδιωτῶν ξεχωριστά. Γι’ αὐτό θά ἔπρεπε κανονικά τούς ἀρχιερεῖς «ἐγγύτερον τιθέναι τοῦ θυσιαστηρίου, τούς ἱερεῖς δέ μετ’ αὐτούς καί λοιπούς πάντας κληρικούς· περί τάς πύλας τοῦ ναοῦ τούς λαϊκούς ». Αὐτό στήν ἐποχή του ἐτηρεῖτο μέ ἀκρίβεια στά μοναστήρια. «Καί τούς μέν καθηγουμένους καίἱερωμένους ψάλλουσιν ἔνδον τοῦ ναοῦ, τούς ἰδιώταςδέ μοναχούς ἤ καί λαϊκούς ἐν τῷ νάρθηκι»19. Ἀφοῦ, λοιπόν, ὁ νεκρός τεθεῖ κατά τήν τάξινστό σημεῖο πού πρέπει, «ὁ ἱερεύς εὐλογεῖ τόνΘεόν». Καί τοῦτο διότι ὁ Κύριος δέχθηκε τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου καί παρέδωσε τό σῶμα στή γῆ, θέλοντας νά μᾶς δείξει πώς μέ τή θνητότητα μετατιθέμεθα ἀπό αὐτή τή ζωή «εἰς ἄλλην ζωήν... τήνἀΐδιον». Πρωτίστως δέ ἡ ἐναρκτική αὐτή δοξολογίατοῦ Κυρίου γίνεται διότι «σαρκωθείς οὗτος καίἀποθανών ὑπέρ ἡμῶν, ἡμᾶς ἀνέστησέ τε καί ἔσωσεκαί πάλιν ἐξεγερεῖ καί ὡς φιλάνθρωπος σώσει»20. Στή συνέχεια ἑρμηνεύει τόν ἄμωμο, πού ψάλλεται σέ τρεῖς στάσεις «εἰς τύπον ἅμα καί δόξαν τῆς Τριάδος». Οἱ στίχοι τοῦ ἀμώμου πού ψάλλονται γιά νά τονισθεῖ ἡ μεγάλη σημασία τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ γιά τήν ψυχή τοῦ ἀπελθόντος ἀδελφοῦ21, «τήν τε πολιτείαν προγράφουσι τοῦ Σωτῆρος καί τήν τῶν ἁγίων ζωήν», σύμφωνα μέ τήν ὁποίαν ὀφείλει νά ζήσει ὁ καθένας μας22. 

Σύγχρονοι δέ ἑρμηνευτές τῆςνεκρωσίμου ἀκολουθίας ἐπισημαίνουν τήν ὠφέλειαν πού ἔχει ἡ ψαλμωδία τοῦ ἀμώμου καί γιά τούςζῶντες, ἀφοῦ τό ἄκουσμά του διεγείρει πρός μετάνοιαν καί κατάνυξη23. Τό «Ἀλληλούϊα» πού ψάλλεται σέ κάθε στίχο τῆς πρώτης στάσης τοῦ ἀμώμου σημαίνει τή δευτέρα τοῦ Κυρίου παρουσία, τό δέ «Ἐλέησόν με Κύριε», πού ὡς ἐφύμνιο ψάλλεται μετά ἀπό κάθε στίχο τῆς δεύτερης στάσης, εἶναι «ἡ οἰκειοτάτη καί θεοφιλής προσευχή»24. Κατόπιν σχολιάζει τήν ἐκτενή δέηση, τήν προσφορά θυμιάματος καί τήν ἀρχαία εὐχή «Ὁ Θεός τῶν πνευμάτων», στοιχεῖα πού, ὅπως καί ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Συμεών λέγει, ἐπαναλαμβάνονται σέ κάθεστάση τοῦ ἀμώμου. Ἀφοῦ ὁ διάκονος βάλει θυμίαμαστό θυμιατήριο καί πάρει εὐλογία ἀπό τόνἱερέα στέκεται κοντά στόν κεκοιμημένο· «πρός τῇ κεφαλῇ τοῦ κειμένου», θυμιάζοντας καί προσευχόμενος ὑπέρ αὐτοῦ λέγοντας «ἔτι καί ἔτι ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν». Αὐτό μᾶς διδάσκει τή συμφιλίωση. Ἐφόσον μάλιστα «καί ἡμεῖς τεθνηξόμεθα» πρέπει νά προσευχόμαστε εἰρηνικά καί ἑνωμένοι. Ἔτσι θά ὠφελήσουμε τόν ἀποθανόντα «ἵνα εἰρήνη αὐτῷ γένηται μετά τοῦ Θεοῦ, καταλλαγέντος αὐτοῦ». Ἔπειτα εὔχεται ὁ ἱερέας ὑπέρ τῆς ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τοῦ κεκοιμημένου, γιά νά τοῦ συγχωρηθοῦν ὅλα τά πλημμελήματα «καί ὅπως Κύριος τάξῃ τήν ψυχήν αὐτοῦ εἰς τήν ἀνάστασιν τῶν δικαίων». Τό «Κύριε ἐλέησον» λέγεται ἀπό ὅλους «ὁμοφώνως », καί ὅλοι προτρέπονται νά ζητήσουν ἀπό τό Χριστό τά ἐλέη Του γιά τόν κεκοιμημένο, «τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν καί ἄφεσιν τῶν ἁμαρτημάτων». Προηγουμένως ὁ ἱερεύς εὔχεται μυστικά ὥστε «ὁ Θεός τῶν πνευμάτων», δηλαδή τῶν ἀγγέλων καί τῶν ψυχῶν, «καί πάσης σαρκός», δηλαδή τῶν ἀνθρώπων, νά ἀναπαύσει «τήν τοῦ κοιμηθέντος ψυχήν ἐν τόπῳ ἀνέσεως». Στήν ἀρχαία αὐτή εὐχή τονίζεται ἰδιαίτερα τό ὅτι κανείς σ’ αὐτόν τόν κόσμο δέν εἶναι ἀναμάρτητος, παρά μόνο «ὁ ἀναμαρτήτως ἐνανθρωπήσας» Κύριος, πού μόνος Του εἶπε ὅτι εἶναι «ἡ ἀνάστασις καί ἡ ζωή»25.Τό ὑπόλοιπο τμῆμα τῆς νεκρωσίμου ἀκολουθίας ὁ ἅγιος Συμεών τό διέρχεται μέ πολύ συντομία.Ἔτσι ἀναφέρεται στά τροπάρια πού λέγονται μετά τόν ἄμωμο, προφανῶς τά εὐλογητάρια καί τά νεκρώσιμαἰδιόμελα, τά ὁποῖα θεωρεῖ «ἀναγκαιότατα» ὡς δέηση ὑπέρ τοῦ κοιμηθέντος. Ἡ ἀποστολική περικοπή κάνει λόγο «περί τῆς ἐλπίδος τῆςἀναστάσεως». Τό «Ἀλληλούϊα» ἑρμηνεύεται «ὡς ἐπιδημίας Θεοῦ σημεῖον καί ὡς κήρυγμα τῆς παρουσίαςΧριστοῦ καί τῆς δι’ αὐτοῦ ἐκ νεκρῶν ἡμῶν ἀναστάσεως». Τό θυμίαμα συμβολίζει τήν ἐπερχόμενη χάρη καί στό λείψανο «τοῦ κοιμηθέντος ὡς πιστοῦ». Τό Εὐαγγέλιο δέ πού διαβάζεται ἀπό τόν ἱερέα, δηλώνει τήν μέλλουσα ἀνάστασή μας26. Μετά τά ἀναγνώσματα διαβάζεται πάλι εὐχή «καί μετ’ αὐτήν ὁ ὕμνος τοῦ ἀσπασμοῦ καί ὁ ἐπιτελεύτιος ἀσπασμός».Ἡ πράξη αὐτή τοῦ ἀσπασμοῦ γίνεται «διά τήνμετάβασιν καί τόν ἀπό τῆς ζωῆς ταύτης χωρισμόνκαί ὡς κοινωνία καί ἕνωσίς ἐστιν». Ὁ ἅγιος Συμεών βλέπει τό συμβολισμό αὐτό στήν προοπτική τῆς πλήρους κοινωνίας ὅλων τῶν πιστῶν μέ τόν Χριστό κατά τήν ἀνάσταση. Τόν ἀσπασμό ἀκολουθεῖ«πάλιν ἐπί τῷ τέλει εὐχή, ὡς σφραγίς τελοῦσα τῶν ὕμνων» καί γίνεται ἡ ἀπόλυση27.

Ὁ ἀσπασμός καί τό «αἰωνία ἡ μνήμη» πού ἀκολουθεῖ εἶναι σάν ἀπόθεση τοῦ κεκοιμημένου στό Θεό «καί δέησις ὑπέρ αὐτοῦ παρ’ ἡμῶν». Ἡ δέ τελική εὐχή «ὡς δῶρόν ἐστι καί τελείωσις καί εἰς τήν τοῦ Θεοῦ ἀπόλαυσιν παραπέμπουσα». Γι’ αὐτό καί γίνεται ἡ κατάθεση τοῦ λειψάνου στόν τάφο καί ψάλλεται ὁ τρισάγιος ὕμνος «εἰς τήν τῆς Τριάδος δοξολογίαν». Ἡ ταφή ἔρχεται ὡς ἐφαρμογή καί ἐκτέλεση τοῦ θείου προστάγματος «γῆ εἶ καί εἰς γῆν ἀπελεύσῃ » (Γέν. 3, 19). Ἡ διά τοῦ σταυροῦσφράγιση τοῦ τάφου καί ἡ ἔκχυση«σταυροειδῶς»τοῦ ἐλαίου κηρύττουν τήν ἀνάσταση. Διότι μολονότιεἴμαστε θνητοί, «ἀλλ’ ὅμως ἀναστησόμεθα διάτοῦ ὑπέρ ἡμῶν σαρκωθέντος τε καί ἀποθανόντοςσαρκί καί ἀναστάντος καί τήν ἀνάστασιν ἡμῖν χορηγήσαντος»28. Ὅπως δέ στό Βάπτισμα ὑπάρχει νερό καί λάδι, ἔτσι αὐτά τά στοιχεῖα χρησιμοποιοῦνται καί στήνταφή, γιά ὅσους ἔζησαν μέ πίστη. Μέ τό νερό ὁνεκρός νίπτεται στήν ἀρχή τῆς τελετῆς «σταυροῦτύπῳ», μέ τό λάδι δέ ἀλείφεται στό τέλος. «Τό γάρἔλαιον τῶν ἀγώνων ἐστί σημαντικόν καί ὅτι ὁ κοιμηθείς,καλῶς καί εὐσεβῶς ἀγωνισάμενος, τετελείωται καί τοῦ θείου ἐλέους ἀξιωθήσεται καί τῆς λαμπρᾶς ἱλαρότητος τοῦ θείου φωτός»29.
Ὅταν τέλος ρίχνεται τό χῶμα πάνω στό σῶμα, ἐπιλέγεται εὐχαριστήριος εὐχή «ὡς σφραγίς καί τελείωσις ». Ὅλοι τότε προσκυνοῦν τό Θεό δώδεκα φορές ὑπέρ τοῦ κεκοιμημένου «εἰς ἐξιλέωσιν τῆς αὐτοῦ ζωῆς». Οἱ προσευχές δέ γι’ αὐτόν εἶναι συνεχεῖςκαί «καθ’ ἑσπέραν τε καί πρωΐ οὐ παύονται».Ἐκεῖνο πού περισσότερο ἀπ’ ὅλα τ’ ἄλλα ὠφελεῖ τούς κεκοιμημένους εἶναι ἡ τέλεση τῆς θείας Εὐχαριστίαςκάθε ἡμέρα. Ἀφήνει μάλιστα νά ἐννοηθεῖ ὅτι ὅσο περισσότερες Λειτουργίες γίνουν γιάκάποιον ἀπελθόντα τόσο περισσότερο ὠφελεῖταιαὐτός, ἀλλά ὠφελοῦνται καί οἱ προσφέροντες. Τουλάχιστον ὅμως ἡ ἐπί τεσσαρακονθήμερον τέλεση τῆς θείας Εὐχαριστίας εἶναι ἀναγκαία· «Τί γάρ ἄλλο ἐπωφελέστερον τοῦ θύεσθαι τόν Χριστόν ὑπέρ ἡμῶν;»30 

τοῦ Παναγιώτη Ἰ. Σκαλτσῆ
Ἀναπλ. Καθηγητῆ Α.Π.Θ.

Σημειώσεις
1. Γ. Δ. Μεταλληνοῦ (Πρωτ/ρου), Ἡ θεολογική μαρτυρία
τῆς ἐκκλησιαστικῆς
Λατρείας, ἐκδ. «Ἁρμός», Ἀθήνα 21996,
σσ. 369-374. Ἑρμηνευτικές βέβαια προσεγγίσεις τοῦ θέματος
ὑπάρχουν καί σήμερα. Βλ. Ἀν. Θεοδώρου, «Ἄμωμοι ἐν ὁδῷ
Ἀλληλούϊα», Σχόλιο ἑρμηνευτικό στή Νεκρώσιμη Ἀκολουθία,
ἐκδ. «Ἀποστολικῆς Διακονίας», Ἀθήνα 1990. Ν. Π. Βασιλειαδη,
Τό μυστήριον τοῦ θανάτου, ἐκδ. «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 1980,
σσ. 338-363.
2. PG 155, 669D. Ἡ ἴδια ἄλλωστε ἡ Ἐκκλησία ὡς πνευματική
μητέρα τῶν πιστῶν, ὅπως εὐλογεῖ ὅλες τίς κορυφαῖες
στιγμές τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, ἔτσι καί στό θάνατό του ἔχει
τόν πρῶτο λόγο· «Κηδεύει τό σῶμα πού παραδόθηκε στή νέκρωση
καί προπέμπει τήν ψυχή στό στερνό ταξίδι της, παρακαλοῦσα
τό Θεό νά συγχωρήσει τά ἁμαρτήματά της, νά
τή δεχτεῖ μέ ἀγάπη καί νά τήν κατατάξει στά φωτεινά σκηνώματα
τῶν ἁγίων του». Βλ. Αν. Θεοδωρου, «Ἄμωμοι ἐν ὁδῷ
Ἀλληλούϊα»..., σ. 32.
3. PG 155, 672C. «Καί ἀρχιερεῖς μέν καί ἱερεῖς συνεχῶς ἐν
προσοχῇ τε καί κατανύξει καί ἐξομολογήσει ἱερουργοῦντες
τῶν φρικτῶν μετέχωμεν. Οἱ λοιποί δέ καί αὐτοί συνεχῶς ἐν
ἐξαγορεύσει καί συντριβῇ καί εὐλαβείᾳ ψυχῆς τῆς κοινωνίας
ἀπολαυέτωσαν».
4. PG 155, 673A.
5. PG 155, 672D.
6. PG 155, 672C. Βλ. καί Δ. Β. Τζερπου (Πρωτ/ρου), Ἡ
ἀκολουθία τοῦ νεκρωσίμου Εὐχελαίου κατά τά χειρόγραφα
εὐχολόγια τοῦ ΙΔ΄-ΙΣΤ΄ αἰ. Συμβολή στήν ἱστορία καί τή θεολογία
τῆς Χριστιανικῆς Λατρείας [Ἵδρυμα Βυζαντινῆς Μουσικολογίας,
Λατρειολογήματα, 1], Ἀθήνα 2000, σσ. 179-181.
7. PG 155, 676A. 8. PG 155, 676B.
9. «Ἡ προσευχή αὐτή, ἡ ὁποία δοξολογεῖ, ὑμνεῖ, εὐχαριστεῖ
καί δέεται τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, θέλει νά ἐκφράσῃ καί ἐν
προκειμένῳ τήν βαθεῖαν πίστιν τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅτι ὁ ἐν
Τριάδι Θεός, ὁ ὁποῖος κατευθύνει τήν ζωήν μας, θά δείξει τό
ἄπειρον ἔλεός του καί εἰς τόν κοιμηθέντα». Βλ. Ν. Π. Βασιλειαδη,
Τό μυστήριον τοῦ θανάτου, σ. 340. Περί τοῦ νοήματος
τῆς ἀκολουθίας τοῦ τρισαγίου βλ. καί Αν. Θεοδωρου, «Ἄμωμοι
ἐν ὁδῷ Ἀλληλούϊα»..., σσ. 32-37.
10. PG 155, 676C.

πηγή :  Η ΟΔΟΣ ΤETΡAΜΗΝΙΑΙΟ ΦΥΛΛΑΔΙΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΙΔΑΧΗΣ
ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΡΟΔΟΥ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...