/*--

Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013

Το Άγιον Όρος ως φάρος ασκήσεως ,παιδείας , και πολιτισμού.

  
Στήν τρίτη χερσόνησο τοῦ νομοῦ Χαλκιδικῆς, στό ὄρος Ἄθως, ὑπάρχει μία ξεχωριστή τοποθεσία μέσα στόν Ὀρθόδοξο κόσμο πού εἶναι ἀφιερωμένη στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, τό Ἅγιον Ὄρος. Σύμφωνα μέ τήν παράδοση, τό καράβι πού μετέφερε τήν Παναγία καί τόν Εὐαγγελιστή Ἰωάννη στήν Κύπρο ἀγκυροβόλησε στήν χερσόνησο. Τότε ἡ Παναγία ἐπιθύμησε αὐτό τό μέρος νά γίνει δικό της περιβόλι, καί γι’ αὐτό ὁ χαρακτηρισμός «τό Περιβόλι τῆς Παναγίας» συνοδεύει τό Ἅγιο Ὄρος.

Πρόκειται γιά μία μοναστική πολιτεία πού ἀπαρτίζεται ἀπό εἴκοσι μοναστήρια1, μέ ξεχωριστή πολιτική διοίκηση. Τά μοναστήρια τῆς Ἀθωνικῆς πολιτείας, πλαισιώνονται μόνο ἀπό ἄνδρες μοναχούς, καθώς τό Ἅγιο Ὄρος εἶναι ἄβατο γιά τίς γυναῖκες. Τά μοναστήρια τοῦ Ἄθω ἀνήκουν στήν πνευματική κυριότητα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἱδρύθηκαν μέ αὐτοκρατορικό χρυσόβουλλο ἤ πατριαρχικό σιγίλλιο, καί σήμερα εἶναι ὅλα κοινόβια, δηλαδή τά πάντα σέ αὐτά εἶναι κοινά. 

Ἐπικεφαλῆς εἶναι ὁ ἡγούμενος πού ἐκλέγεται ἀπό τούς μοναχούς, ἐνῶ στά ἰδιόρρυθμα οἱ καλόγεροι φροντίζουν ἀποκλειστικά τῆς δική τους ζωή καί τό μοναστήρι διευθύνεται ἀπό ἐπιτροπή. Πρωτεύουσα τοῦ Ἁγίου Ὄρους εἶναι οἱ Καρυές, στό κέντρο τῆς ὁποίας βρίσκεται ὁ ναός τοῦ Πρωτάτου, ἀφιερωμένος στήν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου. Χτίστηκε στό πρῶτο μισό του 10ου αἰώνα καί στό ἐσωτερικό τοῦ ἱεροῦ ναοῦ ὑπάρχουν τοιχογραφίες τοῦ 14ου αἰώνα πού δημιούργησε ὁ Μανουήλ Πανσέληνος καθώς καί τό ἔξοχο μαρμάρινο τέμπλο τοῦ ναοῦ. Ἀνάμεσα στά κειμήλιά του ξεχωρίζει ἡ θαυματουργή εἰκόνα τῆς Παναγίας «Ἄξιόν ἐστι». Στό κέντρο τῆς Ἱερᾶς Κοινότητας βρίσκεται ἐπίσης καί ἡ Ἀθωνιάδα Σχολή, ἡ ὁποία τό 1749, ἔτος τῆς ἱδρύσεώς της, δέν βρίσκονταν ἐκεῖ ἀλλά στή Ἱερά Μονή Βατοπεδίου. Ἀπό τήν ἵδρυσή της μέχρι σήμερα, πού λειτουργεῖ ὡς ἐκκλησιαστικό Γυμνάσιο καί Λύκειο μέ πρόσθετα θεολογικά μαθήματα καί διδασκαλία βυζαντινῆς μουσικῆς, ἐξακολουθεῖ νά δίνει στήν Ἐκκλησία ἀξιόλογους καί πεπαιδευμένους κληρικούς. Ἐπίσης σέ ἕνα κελί τῶν Καρυῶν μόνασε ὁ Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης.

Οἱ 20 μονές τῆς Ἀθωνικῆς πολιτείας πῆραν τό ὄνομά τους ἤ ἀπό τόν ἱδρυτή τους ἥ ἀπό κάποιο περιστατικό πού σχετίζεται μέ τήν ἵδρυση τῆς μονῆς. Ὁ μοναχός Εὐθύμιος, ἀδερφός τῆς Μονῆς Μεγίστης Λαύρας καί φίλος τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτη, εἶχε ὡς ἐργασία τή διαχείρηση τῆς ἀποθήκης τροφίμων. Ἦταν ὁ δοχειάρης τῆς Μονῆς. Ὅταν τό 976 ἄρχιζε νά κτίζει τά πρῶτα κτήρια ξεχωριστοῦ μοναστηριοῦ ἀπό τή Μ. Λαύρα, ἡ νέα αὐτή Μονή ὀνομάστηκε Δοχειαρίου καί εἶναι ἡ πρώτη πού ἀντικρύζει κανείς στίς Ἀθωνικές ἀκτές. Ἐπίσης ὁ Ἰωάννης Τορνίκιος ὁ Ἴβηρας, μαθητής τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτη, καταγόμενος ἀπό τήν Ἰβηρία, πρίν γίνει μοναχός ἦταν ἄρχοντας καί σύμβουλος τοῦ Δαυίδ τοῦ Μεγάλου τῆς Ἰβηρίας. Τήν ἴδια χρονιά πού ἵδρυσε ὁ Ἀθανάσιος τή Μεγίστη Λαύρα, ἵδρυσε καί αὐτός τήν Ἱερά Μονή Ἰβήρων τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί τῆς ἔδωσε τό ὄνομά του. Ἡ μονή Ξενοφῶντος πῆρε τό ὄνομά της ἀπό τόν Ἅγιο Ξενοφώντα, ἱδρυτή της στά 1010. Ἡ Κουτλουμουσίου ἀπό τόν Κωνστάντιο, γιό τοῦ Ἀζεδίν Β΄, τῆς οἰκογένειας Κουτλουμοῦς, ἐνῶ ἡ Διονυσίου ἀπό τόν Ἅγιο Διονύσιο, ἱδρυτή τῆς τό 1389. Ἡ Γρηγορίου ἀπό τόν Ὅσιο Γρηγόριο τῆς Μονῆς τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης τοῦ Σινᾶ καί τῶν Ἰβήρων, ὁ ὁποῖος ἔδωσε καί τό ὄνομά του στήν ὁμώνυμη ἁγιορείτικη Μονή τό 1345. Ἡ μονή Φιλοθέου ἱδρύθηκε ἀπό τόν ἡσυχαστή Φιλόθεο καί στήν ἀρχή εἶχε τό ὄνομα Μονή Φτέρης, γιατί εἶναι κτισμένη στήν πλαγιά τοῦ βουνοῦ Φτέρη, στή δεξιά ὄχθη τοῦ ἁγιορείτικης περιοχῆς Μυλοποτάμου. Καί ἡ μονή Ξηροποτάμου ὀνομάστηκε ἔτσι λόγω τῆς περιοχῆς πού εἶναι κτισμένη· ὑπῆρχε ἐκεῖ κοντά ἕνας ξεροπόταμος. Ἡ Καρακάλου λέγεται ὅτι χτίστηκε ἀπό τόν εἰδωλολάτρη αὐτοκράτορα τῆς Ρώμης Καρακάλλα. Φυσικά αὐτή ἡ ἐκδοχή δέν εἶναι δυνατό νά εὐσταθεῖ -ἄν καί εἶναι ἀλήθεια ὅτι στόν ἐξωνάρθηκα τῶν Ἁγίων Πάντων ὑπάρχει μία ζωγραφιά τοῦ αὐτοκράτορα- γιά εὐνόητους λόγους· ἡ μονή ἱδρύθηκε τόν 11ο αἰώνα. Πιό πιθανή εἶναι ἡ ἐκδοχή πώς κτίστηκε ἀπό τόν μοναχό Νικόλαο Καράκαλο, πρώην εὐγενή, πού ἵδρυσε τή μονή στά χρόνια της Βασιλείας τοῦ Ρωμανοῦ Δ΄ τοῦ Διογένη (1068 – 1071). Νά σημειώσουμε πώς ἡ μονή Παντελεήμονος εἶναι Ρωσική, ἡ Χιλιανδαρίου σερβική, ἐνῶ ἡ ἑλληνική μονή Παντοκράτορος, ἔχει στήν κυριότητα τῆς τή Σκήτη τοῦ Προφήτη Ἠλία πού εἶναι ἐπίσης ρωσική.

Στήν Ἱ. Μονή Βατοπεδίου φυλάσσεται ἡ Ἁγία Ζώνη τῆς Παναγίας, ἡ κάρα τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί μέρος ἀπό τό καλάμι, μέ τό ὁποῖο ἔδωσαν τό σφουγγάρι μέ τό ὄξος στόν Ἰησοῦ. Στήν Ἱ. Μονή Ἁγίου Παύλου βρίσκονται δύο μεγάλα κομμάτια Τίμιου Ξύλου, τά Δῶρα τῶν Μάγων, ἐνῶ στήν Ἱ. Μονή Φιλοθέου βρίσκεται ἕνα κομμάτι ἀπό τό Τίμιο καρφί. Ἐπίσης ἡ Ἱ. Μονή Χιλιανδαρίου ἔχει τήν εὐλογία νά φιλοξενεῖ Σταυρό μέ Τίμιο ξύλο, καθώς καί τμῆμα ἀπό τό ἀκάνθινο στεφάνι καί τό σάβανο τοῦ Ἰησοῦ.

Ὅμως στό Ἅγιον Ὄρος ὑπάρχει καί ἕνα τεράστιο σύνολο χειρογράφων μέ κείμενα Ἑλλήνων κλασικῶν καί βυζαντινῶν λόγιων, τά ὁποῖα φτάνουν στίς 12.000, καθώς φυλάσσει καί τέσσερα φύλλα ἀπό ἕνα κώδικα ἐπιστολῶν τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Μόνο ἡ βιβλιοθήκη τῆς Μεγίστης Λαύρας, πού εἶναι ἡ πλουσιότερη τοῦ Ὄρους, περιέχει 2.000 χειρόγραφα, μαζί 10.000 τόμους βιβλίων, ἔγγραφα Πατριαρχῶν, αὐτοκρατόρων καί Σουλτάνων, καθώς καί 2.500 περίπου χειρόγραφα βυζαντινῆς μουσικῆς. Πολλοί ἐρευνητές τῶν ἀνθρωπιστικῶν ἐπιστημῶν, ὅπως ἀκαδημαϊκοί θεολόγοι, φιλόλογοι, ἱστορικοί, νομικοί καταφεύγουν γιά ἔρευνα στό Ἅγιο Ὄρος μελετώντας τά πολύτιμα χειρόγραφά του, ἀσκούμενοι ὄχι μόνο στήν ἐπιστημονική καταγραφή, ἀλλά καί στήν ἡσυχία καί τήν προσευχή τοῦ περιρρέοντος κλίματος. Τό Ἅγιον Ὄρος κατά τή βυζαντινή περίοδο, καί συγκεκριμένα τό 14ο αἰώνα, ἔγινε τό κέντρο τοῦ Ἡσυχασμοῦ, ἑνός τρόπου ζωῆς πού εἶχε ἐμφανιστεῖ, ἤδη, ἀπό τούς πρώτους αἰῶνες τῆς Ἐκκλησίας, ὅμως τότε, τόν 14ο αἰώνα, λίγο πρίν τήν πτώση τῆς βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας, ἀποσαφηνίστηκε πλήρως τό περιεχόμενό του καθώς διαδραματίστηκε ἡ διαμάχη μεταξύ Γρηγορίου Παλαμᾶ καί Βαρλαάμ Καλαβροῦ. Ἀπό τό 1337 μέχρι τό 1341 ὁ Γρηγόριος Παλαμᾶς, γόνος ἀριστοκρατικῆς οἰκογένειας ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη πού ἀσπάστηκε τό μοναχισμό, ἀποφάσισε νά ὑπερασπιστεῖ τόν ἡσυχασμό καί τήν ἡσυχαστική παράδοση, στήν ὁποία εἶχε μυηθεῖ στό Ἅγιο Ὄρος. Ὅταν ὁ μοναχός Βαρλαάμ, ἀπό τή Νότια Ἰταλία, ἄρχισε νά διδάσκει πώς γιά γνωρίσει κανείς τό Θεό πρέπει πρῶτα νά μορφωθεῖ ἐπαρκῶς μέ τήν ἀρχαία ἑλληνική φιλοσοφία καί κατόπιν νά ἀρχίσει νά ἀσχολεῖται μέ ὑψηλές ἰδέες, ὅπως εἶναι ὁ Θεός -ἔτσι μονάχα, ἔλεγε, ἔρχεται ἡ γνωριμία μας μαζί Του-, ὁ Παλαμᾶς ἀντέδρασε ἔντονα, γιατί ἡ γνωριμία μας μέ τό Θεό δέν ἔχει καμία σχέση μέ τή φιλοσοφική καί ἐπιστημονική μας μόρφωση. Ἄν δεχτοῦμε μία τέτοια ἄποψη μετατρέπουμε τό Θεό σέ Ἰδέα, ἁπλῶς σέ ἕνα μορφωτικό ἀγαθό, μέ τόν ὁποῖο διατηροῦμε μία ἔμμεση σχέση, μέσω χειρογράφων, καί ὄχι στήν Ἁγία Τριάδα μέ τόν ἔνσαρκο Λόγο της (τό δεύτερο πρόσωπο τῆς Τριάδος) πού ἔγινε ἄνθρωπος, τόν γνωρίσαμε, καί ἔζησε μέσα στήν ἱστορία μέ ὅλα τά δεινά της γιά νά τά θεραπεύσει. Ὁ Παλαμᾶς, ὡς ὁ γνησιότερος ἐκπρόσωπος τοῦ Ἡσυχασμοῦ, ὑπογράμμισε εὐθαρσῶς σέ ἐκείνη τή διαμάχη πώς γνωρίζουμε τό Θεό, μόνο, ὅταν καθαριζόμαστε ἀπό τά πάθη τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ μας, μέ πολύ προσωπικό κόπο καί ἄσκηση - γι’ αὐτό καί πρότεινε πρακτικούς τρόπους ἀναπνοῆς καί ἄσκησης κατά τήν προσευχή μέ τήν μονολόγιστη εὐχή «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με». Ἡ ὑψηλή μόρφωση, ἄν καί χρήσιμη γιά τή ζωή καί εὐπρόσδεκτη, δέν μπορεῖ νά μᾶς ἐξασφαλίσει τή λύτρωση (ἀπό τήν τραγική ἁμαρτία) καί τή θέα τοῦ ἀκτίστου φωτός, τά ὁποῖα ἀποκτοῦμε μόνο μέ τήν ἱστορική ἐνανθρώπιση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου, καί τή δική μας ἐπίπονη προσπάθεια γιά νά τά καρπωθοῦμε. Τό 1341 μία σύνοδος, ὕστερα ἀπό πολλούς θυελλώδεις ἀγῶνες καί διώξεις τῶν ὀρθοδόξων - ἡ ζωή, μετά τό προπατορικό ἁμάρτημα, εἶναι μία τραγωδία - δικαίωσε τόν Γρηγόριο καί καταδίκασε τόν Βαρλαάμ. Νά ἀναφέρουμε, γιά τήν ἱστορία, πώς ἕξι χρόνια μετά ἀπό τόν τερματισμό τῶν ἡσυχαστικῶν ἔριδων, τό 1347, ὁ Παλαμᾶς χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, δέν μπόρεσε ὅμως νά μπεῖ στή συμβασιλεύουσα, λόγω τῆς λαϊκῆς ἐξέγερσης τῶν Ζηλωτῶν (1342-1349), κατέφυγε γι’ αὐτό τό λόγο στή Λῆμνο, καί μόνο ὅταν ἔσβησε ἡ ἐξέγερση τῶν Ζηλωτῶν ἐπέτρεψε στή Θεσσαλονίκη. Ἔτσι, κατά τό 14ο αἰώνα, «ἄν καί τοῦ ταλαιπώρου κράτους μας ἦταν μεγάλ’ ἡ πτώχεια», κατά τόν ποιητή Κ. Π. Καβάφη (ὅπως σημειώνει στό ποίημά του «Ἀπό ὑαλί χρωματιστό»), τό Ἅγιον Ὄρος ἔχει νά ἐπιδείξει γόνιμες πνευματικές ζυμώσεις πού ἔφεραν στήν ἐπιφάνεια τή θέα τοῦ ἀκτίστου φωτός καί ἀνέδειξαν ἀναστήματα τῆς ἀξίας ἑνός Γρηγορίου Παλαμᾶ.

Ἡ ἱστορία τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὅμως, δέν συνδέεται μόνο μέ τήν ἐποχή τοῦ Ἡσυχασμοῦ ἀλλά καί μέ τό περίφημο κίνημα τόν Κολλυβάδων. Ἕνα πνευματικό κίνημα πού ἐνῶ ξεκίνησε ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος ἐξαπλώθηκε σέ ὅλη τήν Ἑλλάδα καί κράτησε 69 χρόνια. Ὅλα ξεκίνησαν τό 1750 ὅταν οἱ μοναχοί του Σκήτης τῆς Ἁγίας Ἄννης στό Ἅγιον Ὄρος θέλησαν νά μεταφέρουν τήν ἡμέρα τέλεσης τῶν μνημοσύνων ἀπό τό Σάββατο -μόνη ἡμέρα πού σύμφωνα μέ τό τυπικό τῆς Ἐκκλησίας τελοῦνται τά μνημόσυνα- στήν Κυριακή. Ὁ λόγος αὐτῆς τῆς μεταφορᾶς ἦταν ἁπλός. Τά ὀνόματα πού μνημόνευαν κατά τήν τέλεση τῶν μνημοσύνων οἱ Μικραγιαννανίτες μοναχοί ἦταν πολλά. Συμπεριλαμβάνονταν σέ αὐτά καί ὀνόματα δωρητῶν πού τούς βοήθησαν οἰκονομικά στήν ἀνακαίνιση τοῦ Κυριακοῦ τους (τήν κεντρική ἐκκλησία τῆς Σκήτης), ἡ ὁποία ἄρχισε τό 1750. Ἐξαιτίας τῆς μνημόνευσης τόσων ὀνομάτων οἱ ἀκολουθίες διαρκοῦσαν πολύ καί γιά τήν οἰκονομία τοῦ χρόνου οἱ Μικραγιαννανίτες μοναχοί ἀποφάσισαν νά μεταφέρουν τήν τέλεση τῶν μνημοσύνων τήν Κυριακή. Τό γεγονός αὐτό ἐνόχλησε πολλούς ἁγιορεῖτες μοναχούς μέ πρῶτο ἀπό ὅλους τό διάκονο Νεόφυτο τόν Πελοποννήσιο, ὁ ὁποῖος ἄρχισε ἀγώνα ἐναντίον αὐτήν τῆς ἀλλαγῆς στήν τέλεση τῶν μνημοσύνων. Ἡ μοναχική πολιτεία τοῦ Ἁγίου Ὄρους χωρίστηκε σέ δυό στρατόπεδα. Τό στρατόπεδο ἐκείνων πού ἤθελαν τήν τέλεση τῶν μνημοσύνων μόνο τό Σάββατο, κατά τό τυπικό τῆς Ἐκκλησίας, καί χαρακτηρίστηκαν περιφρονητικά Κολλυβάδες (σήμερα, βέβαια, δέν ἔχει ἀρνητικό περιεχόμενο καθώς σημαίνει πλέον τούς ἀνθρώπους πού ἀγωνίζονται γιά τή διατήρηση τῆς ζωντανῆς παράδοσης) καί τό στρατόπεδο ἐκείνων πού δέν ἐνοχλοῦνταν ἀπό τήν ἀλλαγή τῆς ἡμέρας τέλεσης τῶν μνημοσύνων. Μέ τήν πλευρά τῶν Κολλυβάδων τάχθηκαν ἐξέχοντα πρόσωπα τοῦ Ἁγιορείτικου μοναχισμοῦ ὅπως ὁ Μακάριος ὁ Νοταρᾶς, πρώην Μητροπολίτης Κορίνθου, ὁ Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ὁ Ἀθανάσιος ὁ Πάριος, ἐνῶ μέ τήν ἀντίθετη πλευρά τάχθηκαν οἱ Θεοδώρητος ὁ ἐξ Ἰωαννίνων καί Βησσαρίων ὁ ἐκ Ραψάνης τῆς Θεσσαλίας. Μετά ἀπό 20 περίπου χρόνια διαμάχης καί ἀντιπαραθέσεων τά πράγματα ὀξύνονται ἀκόμα περισσότερο καθώς τό 1771 οἱ Κολλυβάδες θέτουν καί τό ζήτημα τῆς συχνῆς προσέλευσης τῶν πιστῶν στή θεία κοινωνία. Τό 1774, στήν Ἱ. Μονή Κουτλουμουσίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους, συγκαλεῖται σύνοδος Ἁγιορειτῶν γιά νά βρεθεῖ μία λύση σχετικά μέ τό κολλυβαδικό ζήτημα. Οἱ Κολλυβάδες ὅμως ἀρνήθηκαν νά παραστοῦν γιατί διέγνωσαν ἐκ προοιμίου ἀρνητικό κλίμα ἐναντίον τους. Τό 1776 τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο τούς ἀφορίζει καί οἱ Κολλυβάδες ἀναγκάζονται νά φύγουν ἐκτός τοῦ Ἁγίου Ὄρους, κυρίως στά νησιά τοῦ Αἰγαίου. Τό 1807 ἐκπρόσωποι τῶν Ἱερῶν Μονῶν συγκεντρώνονται στίς Καρυές γιά τό ἐπίμαχο ζήτημα καί ἀθωώνουν τούς Κολλυβάδες, ὥσπου τό 1819 τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο μέ ἐπίσημη ἐγκύκλιο τοῦ Πατριάρχη, Ἐθνομάρτυρα Γρηγορίου τοῦ Ε΄, δικαιώνει τούς Κολλυβάδες καί τερματίζει ἐπίσημα τήν ἐν λόγῳ ἔριδα πού τόσο ταλάνισε τό Ἅγιον Ὄρος καί τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο. Ἄν καί ὁ χαρακτηρισμός Κολλυβάδες ἀποδόθηκε ἐντελῶς περιφρονητικά σέ ἐκείνους πού ἐπέμεναν στήν τέλεση τῶν μνημοσύνων μόνο τό Σάββατο, στήν ἱστορία ὁ συγκεκριμένος ὅρος ταυτίστηκε μέ ἐκείνους ἀγωνίζονται γιά τή διατήρηση τῆς ζωντανῆς παράδοσης. Ὁ σπουδαῖος διηγηματογράφος μας Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης θεωρεῖται ἀπό τούς λαμπρούς ἐκφραστές τοῦ κινήματος τῶν Κολλυβάδων, ἐπιβεβαιώνοντας γιά μία ἀκόμα φορά πώς τό ἀρνητικό ἐπίχρισμα τῆς λέξεως «Κολλυβάδες» ἔχει φύγει ἀνεπιστρεπτί.

Ὅσον ἀφορά τήν καθημερινή ζωή τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἡ ἡμέρα στά κοινόβια μοναστήρια ἀρχίζει μία ὥρα μετά τά μεσάνυχτα, τήν ὥρα πού χτυπάει τό σήμαντρο καί καλεῖ τούς μοναχούς νά ἐκτελέσουν τόν προσωπικό τους κανόνα-προσευχή. Μετά ἀπό μία ὥρα ἀκολουθεῖ ὁ ὄρθρος καί ἡ θεία λειτουργία στό ναό τοῦ μοναστηριοῦ καί μετά τό πέρας τῆς θείας λειτουργίας οἱ μοναχοί συγκεντρώνονται στήν τράπεζα γιά τό γεῦμα. Τίς γιορτές καί τίς Κυριακές σερβίρεται δύο φορές τήν ἡμέρα γεῦμα, τό ὁποῖο ὅμως δέν περιλαμβάνει ποτέ τό κρέας, καθώς εἶναι ἀπαγορευμένο στό Ἅγιο Ὄρος. Τίς ἡμέρες νηστεί-ας, δηλαδή Δευτέρα, Τετάρτη καί Παρασκευή, σερβίρεται γεῦμα μία φορά τή μέρα. Μετά τό γεῦμα ὁ μοναχός ἀσχολεῖται μέ τήν ἐργασία πού ἔχει ἀναλάβει, καί τό μεσημέρι μπορεῖ νά ἀναπαυθεῖ. Ἀφοῦ τελειώσει ὁ ἑσπερινός, πού γίνεται στίς 15:00, ἄν δέν ὑπάρχει δεύτερο γεῦμα, λόγω νηστήσιμης ἡμέρας, οἱ μοναχοί ξεκουράζονται στό προαύλιο τοῦ μοναστηριοῦ, καθώς δύει ὁ ἥλιος προσέρχονται στό ἀπόδειπνο, καί κατόπιν ἀποσύρονται στό κελί τους.

Εἶναι προφανές πώς ἡ Ὀρθοδοξία σεμνύνεται γιά τή μοναστική πολιτεία τοῦ Ἄθω. Ἀρχηγοί κρατῶν, διάσημοι ἐπιστήμονες, σημαίνουσες προσωπικότητες τῆς ὑφηλίου καί χιλιάδες προσκυνητές ἐπιδιώκουν, τουλάχιστον μία φορά στή ζωή τους, νά τό ἐπισκεφτοῦν καί νά δοῦν ἀπό κοντά τόν τρόπο
ζωῆς τῶν μοναχῶν, ὁ ὁποῖος μέ τήν ἄσκηση πού διδάσκει καθίσταται δείκτης πορείας γιά τόν καθένα μας. Ἡ ἄσκηση εἶναι τό ἁλάτι τοῦ πολιτισμοῦ πού σώζει τό σῶμα καί τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν ἀπληστία καί τόν ἐγωισμό. Ἔτσι, ἡ καθημερινή ζωή τῶν μοναχῶν, o ἡσυχαστικός τρόπος τῆς ζωῆς τους μέ τήν ἄσκηση καί τήν κοινοκτημοσύνη, οἱ θησαυροί τοῦ Ἁγ. Ὄρους, τά πολύτιμα χειρόγραφα τῶν βιβλιοθηκῶν του σέ συνδυασμό μέ τή συνεχή λειτουργία τῆς Ἀθωνιάδας Σχολῆς, καθιστοῦν τή μοναστική πολιτεία τοῦ Ἄθω ὄχι μόνο προπύργιο τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλά καί φάρο προσευχῆς, ἀσκήσεως, παιδείας καί πολιτισμοῦ.

 Ἀκολουθοῦν μέ ἀλφαβητική σειρά οἱ ἁγιορείτικες μονές καί ὁ χρόνος ἱδρύσεώς τους: Ἁγίου Παύλου (10ος αἰ.), Βατοπεδίου (985), Γρηγορίου (1345), Διονυσίου (1389), Δοχειαρίου (1045), Ἐσφιγμένου (998), Ζωγράφου (10ο αἰώνα), Ἰβήρων (963), Καρακάλου (11ο αἰώνα), Κουτλουμουσίου (1169), Κωσταμονίτου (1097), Μεγίστης Λαύρας (963), Ξενοφῶντος (1010), Ξηροποτάμου (10ος αἰ.), Παντελεήμονος (1030), Παντοκράτορος (1357), Σίμωνος Πέτρας (14ο αἰώνα), Σταυρονικήτα (10ος αἰ.), Φιλοθέου (10ος αἰ.), Χιλανδαρίου (12ος αἰ.). Πολύ σημαντικές πληροφορίες γιά τή σειρά τῶν ἁγιορείτικων μονῶν, τήν ἱστορία, τήν ἵδρυση, τή γλυπτική, τίς τοιχογραφίες, τίς εἰκόνες, τά κειμήλια καί τή μικροτεχνία τῶν μοναστηριῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους ὁ ἀναγνώστης μπορεῖ νά βρεῖ στό cd - rom Θησαυροί τῆς Ὀρθοδοξίας Virtual reality S.A., Εὐτυχίδου 34 - 36 116 34, Ἀθήνα· e – mail: virtual @ acci.gr, καί συγκεκριμένα τό κεφάλαιο Ἅγιον Ὄρος: Τό περιβόλι τῆς Παναγίας, τό ὁποῖο ὑπῆρξε σημαντικότατη πηγή γιά τή συγγραφή τοῦ παρόντος ἄρθρου· οἱ πληροφορίες πού ἀκολουθοῦν στό κυρίως κείμενο προέρχονται ἀπό τό ἐν λόγῳ cd.

Ἰωάννου Ν. Λίλη,
Δρ Α.Π.Θ., καθηγητῆ Θεολόγου

πηγή : Ἄγκυρα Ἐλπίδος
Διμηνιαῖο Ὀρθόδοξο Περιοδικό τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἱεραπύτνης καί Σητείας.

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...