/*--

Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 2013

ΕΙΚΟΝΑ, Η ΕΥΗΧΗ ΛΑΛΙΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

    

Η Ἁγία εἰκόνα εἶναι ἡ εὔηχη λαλιά τῆς σιωπῆς πού ἀποπνέουν τά πρόσωπα πού εἰκονογραφοῦνται, ἀλλά καί τά ἀντικείμενα, τά ὄρη, τά κτίρια καί ὅλα τά ἄλλα πού ζωγραφισμένα παρουσιάζονται ἀκίνητα καί δισδιάστατα –μέ δύο διαστάσεις– μπροστά μας. 
Παρουσιάζονται ἀκίνητα ἀλλά ἐμεῖς συλλαμβάνουμε κάθε κίνηση τους πού ἐνσαρκώνεται ἀπό τό τρεμούλιασμα τῆς φλόγας ἑνός καντηλιοῦ. Συλλαμβάνουμε ἀργά καί μεθοδικά τή ζωντανή παρουσία κάθε πιστοῦ θεατή τῆς εἰκόνας μέχρι τό τέλος, καταργῶντας τή σκέψη ἐκείνου τοῦ μακρινοῦ Ἕλληνα φιλοσόφου τῆς ἀκινησίας, δηλ. τοῦ Ζήνωνα. Μέσα ἀπό τό τρεμουλιαστό φῶς πού ρίχνει τό καντῆλι στήν εἰκόνα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ σιγά ἀλλά σταθερά, ὁ Ἀρχάγγελος φαίνεται νά κινεῖται καί νά προχωρεῖ γιά νά συναντήσει τήν Ἀειπάρθενο τῆς ζωῆς. Οἱ σκιές τῆς φλόγας του δίνουν κίνηση σ’ ἐκεῖνο πού συμβολικά περικλείει τόν Λόγο ὁ ὁποῖος σύμφωνα μέ τόν Εὐαγγελιστή Ἰωάννη «ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καί ὁ Λόγος ἦν πρός τόν Θεόν καί Θεός ἦν ὁ Λόγος».

Ἡ ἀληθινή ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ μᾶς δίνει τήν δυνα-τότητα νά εἰκονίζουμε τό πρόσωπό Του. Ἀλλά καί ἡ Θέωση τῆς Θεοτόκου καί τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας, μᾶς ἐπιτρέπει ἐπίσης νά τούς εἰκονίζουμε. Ἡ πίστη πρός μία εἰκόνα δέν εἶναι στήν πραγματικότητα παρά ἡ βεβαιότητα πού νοιώθουμε ὅτι τά πρόσωπα πού εἰκονογραφοῦνται θά ἔλθουν νά μᾶς συνδράμουν στήν δύσκολη στιγμή πού διατρέχουμε. Προσκυνοῦμε τήν εἰκόνα ἀλλά λατρεύουμε μόνο τά πρόσωπα πού εἰκονογραφοῦνται. Ἀφήνουμε στά χέρια αὐτῶν τῶν προσώπων τό εἶναι μας καί κάθε ἐλπίδα μας ὅτι θά ἔλθουν ἀρωγοί μας. Ποιός ἔχει τό ἀνάστημα τό ἠθικό ἤ τό πνευματικό ἤ καί τά δύο νά χλευάσει αὐτήν τήν πίστη;

Ὁ κάθε ἄνθρωπος πού πιστεύει, ἔχει τό δικαίωμα νά ἐκφράσει τήν λατρεία του μέ τόν ὅποιον τρόπο ἐκεῖνος κρίνει καταλληλότερο. Στίς ἄλλες πράξεις τοῦ βίου δίνουμε σέ κάθε ἕναν τό δικαίωμα νά ἐκφραστεῖ, νά πράξει καί νά δημιουργήσει στά πλαίσια τῶν ἀνθρωπίνων νόμων. Γιατί ὄχι καί στά θεϊκά πλαίσια ὅπως κάθε πιστός τά ἀντιλαμβάνεται; Τά πρόσωπα πού εἰκονογραφοῦνται, ἑνώνονται σέ ἕνα ἑνιαῖο σύνολο μέ τά ὑλικά τῆς δημιουργίας, τό ξύλο, τό αὐγό, τά χρώματα μιᾶς συγκεκριμένης εἰκόνας. Ἡ σύζευξη τῶν ὑλικῶν μέ τήν πίστη τοῦ εἰκονογράφου πρός τά Ἅγια Πρόσωπα τῆς γραφῆς του σφυρηλατοῦν ἕνα ἀκατάλυτο Ἁρμό πού ὁδηγεῖ ἐτυμολογικά καί πραγματικά στήν Ἁρμονία τῆς ψυχῆς καί τῶν αἰσθήσεων. Ὑπάρχουν εἰκόνες πολύ γνωστές, πού προσελκύουν πλῆθος ἀνθρώπων καί ἄλλες ἄγνωστες στούς πολλούς μά ἀγαπημένες στόν ἕναν πού τίς λατρεύει. Αὐτός ὁ ἕνας ἔχει δημιουργήσει μία μοναδική σχέση δυνατή καί ἀποφασιστική μαζί τους.

Ὁ κάθε πιστός ἔχει τό δικαίωμα μέσα ἀπό τό ἑνιαῖο σύνολο καί τόν 

Ἁρμό πού προαναφέραμε νά ἐκφράζει τήν ἀγάπη του καί νά δείχνει τό σεβασμό του καί τήν πίστη του. Ὑπῆρξαν ὅμως καί δύσκολοι καιροί γιά τίς εἰκόνες ἀπό τήν ἐποχή τοῦ αὐτοκράτορα Λέοντος Γ’ τοῦ Ἰσαύρου τό 717 μ.Χ., καί μέχρι τό 842 μ.Χ. ἔτος τῆς Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Κατά τήν διάρκεια τῶν δύσκολων χρόνων οἱ εἰκόνες πολεμήθηκαν ἀπό τούς ἀνθρώπους τῆς ἐξουσίας ὡς εἰδωλολατρικά κατασκευάσματα. Ἡ περίοδος αὐτή πού ἐπικράτησε νά ὀνομάζεται εἰκονομαχία, ἔληξε μέ ἀπόφαση τῆς προαναφερθείσας Συνόδου μετά ἀπό ἐνέργειες καί τῆς αὐτοκράτειρας Θεοδώρας συζύγου τοῦ τελευταίου εἰκονομάχου αὐτοκράτορος Θεοφίλου πού μόλις εἶχε πεθάνει. Ἡ περίοδος τῆς εἰκονομαχίας ἔληξε καί πανηγυρικά τήν Α΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν, πού ἀποκαλεῖται καί Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας.

Διαβάζουμε στό Συνοδικό τῆς Κυριακής αὐτῆς: «Τῶν τήν ἐνσάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου παρουσίαν, λόγῳ στόματι, καρδίᾳ καί νῷ, γραφῇ τε καί Εἰκόσιν ὁμολουγούντων αἰωνία ἡ μνήμη». Αἰωνία ἡ μνήμη λοιπόν ὅσων ἐδιώχθησαν, καί βασανίστηκαν ὡς εἰδωλολάτρες γιά τίς Ἅγιες εἰκόνες. Στό Ἀπολυτίκιον Ὀρθοδοξίας, ἀκοῦμε τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας σέ Ἦχο Δεύτερο: «Τήν ἄχραντον εἰκόνα σου προσκυνοῦμεν Ἀγαθέ αἰτούμενοι συγχώρεσιν τῶν πταισμάτων ἡμῶν...». Πρέπει νά σημειωθεῖ ὅτι ἡ εἰκονοφιλία τῶν Κυπρίων, ὅπως μαρτυρεῖται ἀπό τόν Ἁγ. Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό, ὑπῆρξε ἡ αἰτία πού διασώθηκαν χιλιάδες εἰκόνες. Πολλοί εἰκονογράφοι, καί μοναχοί κατέφυγαν στήν Κύπρο κατά τήν διάρκεια τῆς εἰκονομαχίας γιά νά σωθοῦν καί νά σώσουν τά ἔργα τους. Ἡ πολιτική κατάσταση στήν Κύπρο, ὅπου ἐμάχοντο οἱ Βυζαντινοί μέ τούς Ἄραβες γιά τήν κυριαρχία της, ἔδωσε αὐτή τήν εὐκαιρία.

Δημιουργήματα ἀνθρωπίνων χεριῶν, οἱ εἰκόνες, περιλαμβάνουν ὅμως τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί τήν πνοή τῶν Ἁγίων. Ἡ εἰκόνα ἐνδυναμώνει ὄχι μόνο τήν Θεϊκή παρουσία δίπλα μας ἀλλά πολλαπλασιάζει μεταφορικά καί τήν ἀνθρώπινη παρουσία τοῦ πιστοῦ πού τήν προσκυνᾶ. Ὁ πιστός καί ἡ εἰκόνα σάν σύνολο γίνονται μία ἐκκλησία, ἕνα πλῆθος, μιά πραγματικότητα σύμφωνα μέ τό ρηθέν «ἐν ἐκκλησίαις αἰνεῖτε τόν Κύριον». Πολύτιμο εἶδος θρησκευτικῆς τέχνης ἡ κάθε εἰκόνα, σέ ὅποια σχολή τεχνοτροπίας καί ἄν ἀνήκει, ἔχει καί καλλιτεχνική ἀξία καί προβάλει στό χῶρο γύρω της τήν ὑπέρτατη καί ἄϋλη αἰσθητική παρόρμηση. Ἡ αἰσθητική τῆς εἰκόνας μέσα στό πλαίσιο τῆς πίστης γίνεται καταλύτης τῆς ἀνθρώπινης ψαλμωδίας πρός τό Θεῖο. Ὁ Θεός δέν εἶναι Αὐτός πού ἔπλασε μόνον τό σύνολο τῶν συνόλων τῶν συμπαντικῶν ἑνοτήτων ἀλλά καί Αὐτός πού ἔπλασε τόν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος μέ τίς αἰσθήσεις του ἀντιλαμβάνεται τή δημιουργία. Ἔπλασε καί τήν ψυχή πού σκιρτᾶ καί χαίρεται στήν αἰσθητική τοῦ κόσμου. Ἐξ ἄλλου κόσμος σημαίνει στολίδι.

Σκιρτᾶ ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου στή θέα τῆς Ἁγίας εἰκόνας μέσα στά πλαίσια τῆς αἰσθητικῆς πού τῆς ἐδόθη. Στό Πρῶτο Κεφάλαιο τῆς Γένεσης τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης παράγραφος τέσσερα διαβάζουμε «καί εἶδεν ὁ Θεός τό φῶς ὅτι καλόν». Αὐτό τό κάλλος τῆς ἱερότητας προτρέπει τή ψυχή τοῦ ἀνθρώπου ν’ ἀνυψωθεῖ, νά θαυμάσει, νά εὐχαριστηθεῖ. Γι’ αὐτό ἀναπέμπομεν ἀέναο μνημόσυνο στούς Ὀρθόδοξους εἰκονογράφους πού στούς αἰῶνες πού πέρασαν μᾶς παρέδοσαν ἕνα τεράστιο σέ ἀριθμό εἰκόνων πού ἀκτινοβολοῦν πίστη, τέχνη, παρηγοριά καί αἴσθημα ψυχικῆς πληρότητας. Στήν εἰκονογραφία ἔχουν ἀναπτυχθεῖ διάφορες Σχολές καί ἔχει γραφεῖ ἡ ἱστορία της ἀπό τά ἁπλᾶ σύμβολα ὅπως ΑΜΠΕΛΟΣ, ΙΧΘΥΣ, ΝΑΥΣ μέχρι τίς πρωτοχριστιανικές εἰκόνες καί τήν ἐξέλιξη τους σέ διάφορες τεχνοτροπίες.

Ὁ Βυζαντινός μοναχός Διονύσιος ὁ ἐξ Ἀγράφων ἔγραψε μεταξύ τῶν πρώτων ἐγχειρίδιο γιά τήν μελέτη τῆς Χριστιανικῆς εἰκονογραφίας. Ἡ Ἁγιογραφία ἀναπτύχθηκε στήν ἔρημο τῆς Νιτρίας καί στήν Ἀνατολική ἔρημο ἐπί Αἰγυπτιακοῦ ἐδάφους, πέρασε στήν Παλαιστίνη συνέχισε στή Συρία, τήν Καππαδοκία ὅπου χιλιάδες ἐκκλησίες καί ἀσκηταριά ἁγιογραφήθηκαν, στά βουνά τῆς Κυζίκου, στήν Κωνσταντίνου Πόλη, ἄκμασε στό Ἅγιον Ὄρος καί συνέχισε πρός νότον καλύπτουσα καί τό Εὐρωπαϊκό τμῆμα τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας καθώς καί τήν ἀχανῆ Ρωσική ἐπικράτεια. Ἡ νωπογραφία, ἡ «ἐφ’ ὑγροῖς» τεχνική ἀναπτύσσεται στό ἴδιο χρονικό διάστημα. Οἱ ἁγιογράφοι ἁπλώνουν τά χρώματα πάνω σέ νωπό ἐπίχρισμα τοίχου ἀπό ἀσβεστοκονίαμα. Ἡ διεθνής ὁρολογία ἀναφέρει τήν τεχνική αὐτή μέ τόν ὅρο «Φρέσκο». Στίς ἡμέρες μας οἱ περισσότερες ἐκκλησίες δέν ἁγιογραφοῦνται μέ τήν τεχνική τῆς νωπογραφίας ἀλλά οἱ εἰκόνες ζωγραφίζονται πάνω σέ μουσαμά, ὁ ὁποῖος ἐπικολλᾶται ἐπί τοῦ τοίχου σύμφωνα μέ τό ὁλοκληρωμένο σχέδιο τοῦ ἁγιογράφου.στά χαρακτηριστικά παραδείγματα τῆς περιοχῆς τῆς Καλαυρίας. Ἡ Δυτική ἁγιογραφία συνεχίζει τήν δική της πορεία μέ τόν Τζιόττο πού προσδίδει στήν ἐργασία του τήν δική του αἰσθητική. Ὁ Δομήνικος Θεοτοκόπουλος ὁ ἐπιλεγόμενος ΕΛ ΓΚΡΕΚΟ ἀπό τό Ἡράκλειο (Φόδελε) Κρήτης μέ τίς ἐπιμήκεις μορφές, μέ ἐλαφρά ἐπίδραση τῆς Ἐνετικῆς τεχνοτροπίας θά δώσει μιά νέα μεταφυσική καί ἐκστατική διάσταση στή Δύση, ἀξιοθαύμαστη καί ἀποδεκτή. Οἱ εἰκόνες τῆς πρώτης μ.Χ. χιλιετίας εἶναι περιορισμένες σέ ἀριθμό. Οἱ περισσότερες ἀπό αὐτές σώζονται στήν Ἱ. Μ. τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνας στό Σινᾶ. Στή διαφύλαξη τους συνετέλεσε τό δύσκολο τῆς πρόσβασης στή Μονή καί ἡ θέληση τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐρήμου. Μία ἀπό τίς πιό παλιές εἰκόνες τῆς Ἱ. Μονῆς τῆς Ἁγ. Αἰκατερίνας εἰκονίζει τούς Ἀποστόλους Πέτρο καί Παῦλο μέ τούς Ἁγίους Νικόλαο καί Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο.

Τήν διαφύλαξη τῆς εἰκαστικῆς τέχνης τῶν ὀρθοδόξων κατά τήν διάρκεια τῆς Ὀθωμανικῆς κατοχῆς εἶχαν ἀναλάβει κυρίως οἱ μονές. Ἡ Ὀρθοδοξία θεωρεῖ, σύμφωνα μέ τούς λόγους τοῦ μεγάλου Βασιλείου, τούς Ἁγιογράφους τρόπον τινά «κατά Χάριν» Εὐαγγελιστάς διότι οἱ πρῶτοι μεταδίδουν τόν Θεῖον Λόγο μέ εἰκόνα, ὅπως οἱ δεύτεροι τό ἔπραξαν μέ τήν συγγραφή τῶν Εὐαγγελίων. Στούς αἰῶνες πού πέρασαν οἱ Ἁγιογράφοι ἀκολουθοῦν σχολαστικά τήν Βυζαντινή τέχνη προσέχοντας τήν δογματική ἐνσάρκωση τοῦ ἔργου τους. Ἡ σημερινή Ἁγιογραφία ἀκολουθεῖ κατά κανόνα τήν τεχνοτροπία πού ἀναδύθηκε στίς Ἱ. Μονές τοῦ Ἁγίου Ὄρους κατά τόν 16ο αἰῶνα ἀπό τούς Κρήτας Ἁγιογράφους Θεοφάνη, Τζώρτζη, Ἀντώνιο καί ἄλλους. Ἡ Ἁγία εἰκόνα παραμένει πάντα ἀναλλοίωτη καί πηγή Θεϊκῆς χαρᾶς. Ἀνάταση τῆς ψυχῆς πρός τήν Οὐράνιο Βασιλεία. Προσδοκία, ἐλπίδα τῶν πονούντων καί πασχόντων, χαρά τῆς Ἀνάστασης, μαρτυρία θαυμάτων, σύμβολο μιᾶς καλλίτερης καί ἀνώτερης ζωῆς. Ἡ Θεία εἰκόνα συλλαμβάνεται ἀπό τίς κόρες τῶν ματιῶν μας, ἐπεξεργάζεται στά αὐλάκια τοῦ ἐγκεφάλου καί ἀποθησαυρίζεται στήν ψυχή μας. Αὐτή δημιουργεῖ εὐχάριστους συνειρμούς καί ἐμπεδώνει μέσα μας κάθε Μεσσιανική Ἐπαγγελία. Μᾶς δίνει τήν Ἀληθινή Πίστη, ὅ,τι, δηλαδή, περισσότερο χρειάζεται ὁ ἄνθρωπος γιά νά διαβεῖ εἰρηνικά καί καρποφόρα τήν σύντομη ζωή του· τήν φυγή ἀπό τόν φόβο τοῦ θανάτου.

Κατωμελίτης Γεώργιος

πηγή :ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...