/*--

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

Ὁ συγγραφέας τῆς Ἀποκάλυψης ὡς πρότυπο προφητικῆς ἱερωσύνης

      
1. Εἰσαγωγικὲς παρατηρήσεις
Τὸ βιβλίο τῆς Ἀποκάλυψης τοῦ Ἰωάννη μᾶς οἰκοδομεῖ πολύπλευρα. Παρὰ τὰ φαινόμενα, δὲν ἀποσκοπεῖ νὰ πανικοβάλλει τὸν κόσμο, ἀλλὰ νὰ τὸν διδάξει καὶ νὰ τὸν παρηγορήσει. Νὰ τοῦ ἀνοίξει πλατεῖς ὁρίζοντες ἐλπίδας καὶ προοπτικῆς. Ἰδιαίτερα προσφέρει πολλὰ στὴν Ἐκκλησία μας ἐντὸς τῆς ὁποίας καὶ γιὰ τὴν ὁποία γράφτηκε.
Καταθέτει τὸν προφητικό της λόγο γιὰ μιὰ ἀληθινὴ λατρεία καὶ μιὰ χαρισματικὴ ἱερωσύνη, πράγματα ποὺ ὅλοι ὀνειρευόμαστε. Καὶ ἔχει νὰ πεῖ πολλὰ ἡ Ἀποκάλυψη γιὰ τὰ δυὸ αὐτὰ ἀλληλένδετα θέματα, γιατὶ κυοφορήθηκε μέσα σὲ λατρευτικό –εὐχαριστιακὸ πλαίσιο, ἡμέρα Κυριακή1. Στὶς λίγες γραμμὲς αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου θὰ δώσουμε βαρύτητα στὸ πῶς κατανοεῖ ἡ Ἀποκάλυψη τὴν ἱερωσύνη. Πρὸς τὸ σκοπὸ αὐτὸ προσφέρουν πολύτιμο ὑλικό α) οἱ ἑπτὰ ἐπιστολές (κεφ. 2 καὶ 3) ποὺ ὁ Ἰησοῦς ἀποστέλλει, μὲ τὴ γραφίδα τοῦ Ἰωάννη, πρὸς τὶς ἑπτὰ ἐκκλησιαστικὲς κοινότητες τῆς Δ. Μ. Ἀσίας (Ἔφεσο, Σμύρνη, Πέργαμο, Θυάτειρα, Σάρδεις, Φιλαδέλφεια, Λαοδίκεια) καὶ ποὺ οὐσιαστικὰ περιγράφονται ἑπτὰ μοντέλα ἐκκλησιαστικῆς-ἱερατικῆς διακονίας2 β) οἱ ἱερὲς μορφὲς τῶν εἴκοσι τεσσάρων πρεσβυτέρων3 ποὺ ἐμφανίζονται σὲ στρατηγικὰ σημεῖα μέσα στὸ ἔργο καὶ γ) ἡ προφητική-ἱερατικὴ προσωπικότητα τοῦ ἴδιου τοῦ συγγραφέα τοῦ βιβλίου. Ἄν ὅμως ἐπιχειρήσουμε νὰ ἀναφερθοῦμε σὲ ὅλο αὐτὸ τὸ ὑλικό, τὸ ἄρθρο μας θὰ ἁπλωθεῖ πολύ πέρα ἀπὸ τὸ χῶρο ποὺ ἔχουμε στὴ διάθεσή μας4. Γι’ αὐτὸ ἐπιλέγουμε νὰ περιοριστοῦμε στὴν ἀδρομερὴ παρουσίαση τοῦ ἱερατικοῦ πορτραίτου τοῦ Ἰωάννη, συγγραφέα τῆς Ἀποκάλυψης, ὅπως αὐτὸ διαφαίνεται σὲ ὅλη τὴν ἔκταση τοῦ ἔργου του. Νὰ προτάξουμε ὅμως μιὰ σύντομη ἀναφορὰ στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰωάννη, ποὺ θὰ μᾶς βοηθήσει σὲ ὅ,τι θὰ ἀκολουθήσει: Εἴτε εἶναι ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης εἴτε εἶναι ἄλλος Ἰωάννης, ὁ πρεσβύτερος5, αὐτὸς ποὺ συγγράφει τὴν Ἀποκάλυψη ἕνα εἶναι σίγουρο: μέσα σ’αὐτὴν ἐκφράζεται ὡς προφήτης, ἐπιφορτισμένος μὲ εὐρύτερα ποιμαντικὰ καθήκοντα. Δὲν θὰ ἦταν καθόλου ὑπερβολὴ νὰ λέγαμε ὅτι τὸ βιβλίο του εἶναι κατάθεση τῆς προφητικῆς-ἱερατικῆς του καρδιᾶς, ἡ ὁποία ζωογονήθηκε, ὅταν ἔπεσε «πρὸς τοὺς πόδας αὐτοῦ (τοῦ Χριστοῦ) ὡς νεκρὸς καὶ (ὁ Χριστός) ἔθηκε τὴν δεξιὰν αὐτοῦ χεῖρα6» ἐπ’ αὐτόν. Ὁ ἱερὸς συγγραφέας τῆς Ἀποκάλυψης κυριολεκτικὰ βγάζει πρὸς τὰ ἔξω τὰ ἀποθέματα καὶ τὴν ἀγωνία τοῦ προφητικοῦ καὶ ἱερατικοῦ του «εἶναι». Καὶ νὰ ἀρχίσουμε μὲ τὸ σπουδαιότερο: Θὰ πρέπει ἐδῶ νὰ ὑπογραμμισθεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ἰωάννης ἐγένετο «ἐν πνεύματι» (=τοῦ χορηγήθηκε πνευματικὸ χάρισμα) καὶ τοῦ δόθηκε τὸ περιεχόμενο τοῦ βιβλίου του ἡμέρα Κυριακή7. Αὐτὴ ἡ ἀλήθεια συνδέει τὸν Ἰωάννη μὲ δύο οὐσιαστικοὺς συντελεστὲς αὐτοῦ ποὺ εἶναι ἡ ἱερωσύνη: πρῶτον μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς ὁποίας ὁ ἱερεὺς εἶναι δημιούργημα καὶ δεύτερον μὲ ὅ,τι προσδιορίζει τὴν ἡμέρα αὐτὴ ἀλλὰ καὶ τὸν ἴδιο καὶ ἐννοοῦμε τὴν Εὐχαριστία. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερο, τὴ θεία Εὐχαριστία, νὰ προσθέσουμε καὶ τὸ ἑξῆς: δὲν ἀποκλείεται ὁ Ἰωάννης νὰ εἶδε τὶς ὁράσεις του ὥρα ποὺ τελοῦσε, μὲ συνεξορίστους, τὴ θεία Εὐχαριστία ἢ ἂν αὐτὴ ἡ ἄποψη φαίνεται κάπως ἀκραία, μποροῦμε νὰ σκεφτοῦμε ἐπίσης τὸ ἐνδεχόμενο ὅτι ὁ Ἰωάννης ἐγένετο «ἐν πνεύματι» καὶ εἶδε καὶ ἄκουσε ὅ,τι κατέγραψε στὸ βιβλίο του, ἀκριβῶς τὴν ὥρα πού, ἐκ τοῦ μακρόθεν, ὅπως θὰ ἔλεγε καὶ ὁ Παῦλος, «ἀπὼν τῷ σώματι παρὼν δὲ τῷ πνεύματι8», ἐβίωνε τὴν Εὐχαριστία ποὺ τελοῦσαν ἡμέρα Κυριακὴ οἱ κοινότητες στὴ Δ. Μ. Ἀσία. Ἔτσι, τὸ βιβλίο τῆς Ἀποκάλυψης, στὸ ὁποῖο κυριαρχεῖ τὸ «ἐσφαγμένον ἀρνίον» εἶναι ζυμωμένο μὲ τὴ λατρεία καὶ δὴ τὴν Εὐχαριστία, μὲ τὸν οὐράνιο ναὸ ὡς σκηνικὸ χῶρο, μὲ τελούμενα, μὲ ὕμνους, καὶ φυσικὰ μὲ τὴν ἱερωσύνη. Ὁ λατρευτικός-λειτουργικὸς καὶ κυρίως εὐχαριστιακὸς τροπισμὸς εἶναι τὸ πιὸ ἐμφανὲς καὶ χτυπητὸ γνώρισμα τῆς Ἀποκάλυψης. Λειτουργικὲς σκηνές, ὕμνοι καὶ δοξολογίες, λατρευτικὰ ἀντικείμενα, προσκυνήματα, θυμιάματα, λιτανεῖες κ.τ.ὅ.ἔρχονται καὶ ξανάρχονται στὸ βιβλίο καὶ συνιστοῦν τὴ ραχοκοκαλιά του, τὸ πλαίσιό του ἀλλὰ καὶ τὴν οὐσία του. Αὐτὴ ἡ διαπίστωση ἔκανε ξένους κυρίως ἑρμηνευτὲς νὰ ὑποστηρίζουν ὅτι τῆς Ἀποκάλυψης ὑπόκειται ἡ θεία Λειτουργία καὶ μάλιστα ἡ πασχάλια9, ὡς ἐκμαγεῖο ἐντός τοῦ ὁποίου ὁ Ἰωάννης ἔριξε τὶς ὁράσεις του. Σὲ ἁρμονία μὲ τὰ προηγούμενα τελεῖ ὁ ρόλος τοῦ ἰδίου τοῦ Ἰωάννη ὡς φορέα προφητικοῦ κυρίως χαρίσματος, θὰ ἔλεγα προφητικῆς ἱερωσύνης. (Αὐτὸν τὸ χαρακτηρισμὸ θὰ ἦταν καλὰ νὰ υἱοθετήσουμε γιὰ τὴν ἱερωσύνη μας). Καὶ μὲ αὐτὸ τὸ τελευταῖο περνᾶμε στὸ δεύτερο συντελεστή: στὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ προχείρισε τὸν Ἰωάννη σὲ ἀπόστολο καὶ μὲ εὐρύτερη ἔννοια σὲ ἱερέα. Τὸ προηγούμενο σημαίνει ὅτι ἡ ἱερωσύνη ἐντός τῆς Ἀποκάλυψης εἶναι θεσμὸς μέν, ἀλλὰ θεσμὸς πού, ὅπως ἀσκεῖται ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἰωάννη, δὲν ἐμποδίζει καὶ πολὺ περισσότερο δὲν ἀποκλείει τὴ δράση τοῦ Πνεύματος, τὸ ὁποῖο «βρύει προφητείας, ἱερέας τελειοῖ». Ὁπότε καταλαβαίνουμε ὅτι ἡ ὀρθὴ ἱερωσύνη βιώνεται καὶ ἀσκεῖται ὄχι ὡς διοικητικὸ καὶ μόνο ἢ κυρίως διοικητικὸ λειτούργημα, ἀλλὰ ὡς διεύρυνση τῆς Πεντηκοστῆς καὶ ἐνίσχυση τῆς χαρισματικῆς ἔκχυσης τοῦ Πνεύματος ἐντός τῆς Ἐκκλησίας καὶ κατ̉ ἐπέκταση τῆς ἱερατικῆς ὕπαρξης. Σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ πάντως τὸ σύνολο τοῦ βιβλίου: Μία ἀτμόσφαιρα ἱερωσύνης (περισσότερο χαρισματικῆς ἢ προφητικῆς ἢ ἂν θέλουμε θυσιαστικῆς ὑφῆς, παρὰ θεσμικῆς) ἀναδύεται ἀπὸ ὅλη τὴν ἔκταση τοῦ βιβλίου τῆς Ἀποκάλυψης, τοῦ βιβλίου αὐτοῦ μὲ τὶς πολλὲς ἰδιαιτερότητες, τοῦ ὄντως δυσπρόσιτου ὄχι ὅμως καὶ ἀπρόσιτου. Ὕστερα ἀπὸ ὅσα εἰσαγωγικῶς προηγήθηκαν θὰ ἐπιχειρήσουμε νὰ σκιαγραφίσουμε, σὲ ἁδρὲς γραμμές, τὸ προφητικὸ-ἱερατικὸ πορτραῖτο τοῦ συγγραφέα τῆς Ἀποκάλυψης, τοῦ ἁγίου Ἰωάννη:


2. Βασικὲς πτυχὲς τοῦ προφητικοῦ-ἱερατικοῦ πορτραίτου τοῦ συγγραφέα τῆς Ἀποκάλυψης

1) Τὸ πρῶτο ποὺ πρέπει νὰ σημειώσουμε εἶναι ὅτι ὁ Ἰωάννης ἀπὸ τὴν ἀρχὴ κιόλας τοῦ βιβλίου του ἐντάσσει τὸν ἑαυτό του στὴ γραμμὴ τῶν Προφητῶν καθὼς ἐκθέτει τὴν κλήση του, τὴν ὁποία περιγράφει μὲ τὸν ἴδιο τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο περιγράφουν στὰ βιβλία τους τὴ δική τους κλήση οἱ Προφῆτες τῆς Π. Διαθήκης. Αὐτὴ ἡ διαπίστωση ἔχει μεγάλη σημασία γιὰ τὴν αὐτοσυνειδησία τοῦ συγγραφέα. Σημαίνει ὅτι ὁ Ἰωάννης δὲν νοιώθει ξεκομμένος ἀπὸ τοὺς πρὶν ἀπὸ αὐτὸν θεόπτες καὶ διακόνους τοῦ λαοῦ, τοὺς Προφῆτες. Ἡ ἱερατικὴ διακονία του εἶναι προφητική. Μιλᾶμε, συνεπῶς, γιὰ μιὰ προφητικὴ ἱερωσύνη τοῦ συγγραφέα τῆς Ἀποκάλυψης, ὁ ὁποῖος ἀποδεικνύεται κρίκος μιᾶς ἀδιάκοπης διαδοχῆς. Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ Ἰωάννης ἐντάσσει τὸν ἑαυτό του σὲ μιὰ ἁλυσίδα θεοπτῶν ποὺ καλοῦνται ἀπὸ τὸν ἕνα Θεό, θεῶνται τὸν ἴδιο Θεό, γίνονται στόματα τοῦ ἴδιου Θεοῦ καὶ γι’ αὐτὸ καταθέτουν στὰ ἔργα τους κοινὴ ἐμπειρία καὶ κοινὴ θεολογία. Ἔτσι συμβαίνει γενικὰ μὲ τὴν ἱερωσύνη. Ὡς ἐκ τούτου οἱ ἱερεῖς ὀφείλουμε νὰ μὴ νοιώθουμε ἐντός τῆς ἱστορίας ὡς σκόρπιες μονάδες, ἀλλὰ ὡς κρίκοι μιᾶς ἁλυσίδας ποὺ ξεκινάει ἀπὸ τὸ ἀπώτατο παρελθὸν καὶ πηγαίνει πρὸν τὸ ἀτέρμον μέλλον. Τὸ νὰ ἐντάσσει βεβαίως ὁ Ἰωάννης τὸν ἑαυτό του καὶ τὸ ἔργο του στὴν ἁλυσίδα τῶν Προφητῶν σημαίνει ἀποδοχὴ καὶ πολλῶν ἄλλων πραγμάτων, στὰ ὁποῖα δὲν μποροῦμε τώρα νὰ ἀναφερθοῦμε. Ἕνα μόνο νὰ σημειώσουμε: τὴν ἀποδοχὴ τῆς ἀλήθειας ὅτι ἡ γνήσια προφητεία συνεπάγεται τὴν πίκρα, τὸ μαρτύριο καὶ τὴ θυσία. Γιὰ νὰ τὸ καταλάβει κανεὶς αὐτό, καλὸ θὰ εἶναι νὰ μελετήσει μὲ προσοχὴ τὸ ἐπεισόδιο τῆς ἐκ μέρους τοῦ προφήτη-ἱερέα Ἰωάννη βιβλιοφαγίας10, δηλαδὴ τὴ βρώση τοῦ βιβλαριδίου ποὺ τοῦ πρότεινε ὁ ἄγγελος. Τὸ ἐπεισόδιο αὐτό, τὸ ὁποῖο ἐκτίθεται στὸ Ἀποκ. 10,8-11, εἶναι ἀντίστοιχο ἐκείνου ποὺ συνέβη μὲ τὸν προφήτη Ἰεζεκιὴλ (Ἰεζ. 2,8-3,3). Εἶναι σημαντικὸ γιὰ τὸ νόημα τοῦ ἐπεισοδίου τὸ γεγονὸς ὅτι, ἐνόσῳ τὸ βιβλαρίδιο βρίσκεται ἀκόμη στὸ στόμα τοῦ συγγραφέα Ἰωάννη εἶναι γλυκό, ὅταν ὅμως καταπίνεται καὶ κατέρχεται στὸ στομάχι γίνεται πικρό, πρᾶγμα ποὺ ὑποσημαίνει τὴν πίκρα, τὸ μαρτύριο καὶ τὴ θυσία μὲ τὰ ὁποῖα εἶναι συνδεδεμένη ἐν τέλει ἡ προφητικὴ ἱερωσύνη.

2) Εἶναι ἐκτοπισμένος ὄχι ὅμως ἀποστασιοποιημένος ἀπὸ τὶς κοινότητες, τῶν ὁποίων εἶναι πνευματικὸς ἡγέτης. Ἂν καὶ ἐξόριστος, μόνος, στερημένος τὰ δικαιώματά του δὲν κατέχεται ἀπὸ αὐτισμὸ καὶ ἀρρωστημένη ἐσωστρέφεια. Δὲν ἀποδρᾶ ἀπὸ τὸ χρέος ἔναντι τῶν ἀδελφῶν. Δηλώνοντας ὅτι εἶναι μαζί τους «συγκοινωνὸς ἐν τῇ θλίψει καὶ βασιλείᾳ καὶ ὑπομονῇ ἐν Ἰησοῦ11», οὐσιαστικὰ τοὺς λέει: «συμμερίζομαι μαζί σας τοὺς κατατρεγμοὺς κι ὑπομονετικὰ προσμένω τὸν ἐρχομὸ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ». Ἔχει ἔγνοια, λοιπόν, γιὰ τοὺς ἀδελφούς, ὄντας ὁ ἴδιος ἐξόριστος, στερημένος καὶ ἐν θλίψει. Δὲν κλείνεται στὰ προβλήματάτου. Τὰ δικά του βάσανα στὸ ἀφιλόξενο ξερονῆσι τῆς Πάτμου, μὲ τὴ σκληρὴ δουλειὰ στὰ φημισμένα νταμάρια τῆς περιοχῆς καὶ οἱ ἀπαράδεκτες συνθῆκες, στὶς ὁποῖες διαβιοῦν οἱ ἑκάστοτε ἐκτοπισμένοι, δὲν τὸν κάνουν νὰ ἀδιαφορεῖ γιὰ τὰ βάσανα τῶν ἐκκλησιαστικῶν κοινοτήτων, τῶν ὁποίων εἶναι ὁ πνευματικὸς ἡγέτης. Ἀντίθετα τὰ κουβαλάει ἑκουσίως, ὅπως καὶ πρίν. Τώρα, μάλιστα, τὸ βάρος τους θὰ τοῦ εἶναι μεγαλύτερο. Ἀξίζει νὰ ὑπογραμμισθεῖ μιὰ λεπτομέρεια τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ Ἰωάννη: ὄντας στὸν οὐρανὸ καὶ βλέποντας ὅτι πρὸς στιγμήν κανεὶς δὲν εἶναι ἄξιος οὔτε νὰ δεῖ οὔτε νὰ παραλάβει καὶ νὰ ἀνοίξει τὸ ἐσφραγισμένο βιβλίο ποὺ κρατοῦσε στὸ δεξί του χέρι ὁ καθήμενος ἐπὶ τοῦ θρόνου, ὁ Ἰωάννης ξεσπάει σὲ πολὺ κλάμα12. Τὸ κάνει αὐτὸ ἄραγε, γιατί εἶναι ἁπλὰ συναισθηματικὸς ἢ εὐσυγκίνητος; Κι αὐτὸ ἂν συμβαίνει προδίδει κάτι ἀπὸ τὸν χαρακτῆρα του. Ὅμως, τὸ κλάμα τοῦ Ἰωάννη πάει πιὸ πέρα ἀπὸ τὸ ἁπλὸ συναίσθημα: εἶναι μιὰ ἀντίδραση ὄχι γιὰ κάτι προσωπικὸ καὶ στιγμιαῖο. Εἶναι μιὰ ἀντίδραση ποὺ ἔχει νὰ κάνει μὲ τὸ ἐνδεχόμενο, ἂν δὲν βρεθεῖ ἄξιος, νὰ ματαιωθεῖ τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο στὸ διηνεκές. Καὶ σὲ κάθε περίπτωση τὸ κλάμα αὐτὸ εἶναι ἔκφραση πόνου, θλίψης καὶ ἀγωνίας γιὰ τὸν ἄλλον καὶ ἀκόμη καλύτερα γιὰ τὴν καθολικὴ πορεία τοῦ κόσμου. Τὸ ἐπεισόδιο ἀποδεικνύει ὅτι ἡ καρδιὰ τοῦ Ἰωάννη δὲν εἶναι ἀδιαπέραστη. Παρόμοιες συμπεριφορὲς ἀποδεικνύουν ὅτι αὐτὸς ποὺ τὶς δείχνει δὲν εἶναι ἀσφαλισμένος στὴ βολή του. Δὲν εἶναι σφραγισμένος στὸ «φέρετρο τῆς φιλαυτίας του». Ἀγαπάει τὸν ἀδελφὸ καὶ πονάει γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου καὶ γι’ αὐτὸ εἶναι εὐάλωτος. Μόνο μία εὐάλωτη καρδιὰ ἁρμόζει νὰ χτυπάει στὸν ἱερέα-προφήτη!

3) Ἂν καὶ εἶναι ἐξοστρακισμένος δὲν συνθλίβεται ὑπὸ τὸ βάρος τῶν πολλῶν ἀρνητικῶν παραμέτρων
τῆς ἐξορίας, ἀλλὰ παραμένει ὁραματιστής. Σημαντικὴ πτυχὴ τῆς προσωπικότητας τοῦ Ἰωάννη, παραπλήσια μὲ τὴν προηγούμενη ἀλλὰ μὲ ἰδιαίτερη δυναμική, εἶναι ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ αἰσιοδοξία μέσα στὶς πολλὲς ἀντιξοότητες. Καὶ αὐτὴ ἡ πτυχὴ συνιστᾶ ἐνδιαφέρον πρότυπο ἱερατικοῦ «εἶναι» καὶ ἱερατικῆς συμπεριφορᾶς. Ἡ ἐξορία, ὁ ἐκτοπισμός, ἡ στέρηση τῶν ἀγαπημένων του καὶ οἱ δυσμενεῖς συνθῆκες παραμονῆς στὴν Πάτμο δὲν τὸν συνθλὶβουν, οὔτε τὸν ὁδηγοῦν στὴ μιζέρια ἢ τὸν ἀρνητισμό. Δὲν γίνεται γεώτροπος. Δὲν χάνει τὴν ἀξιοπρέπειά του. Δὲν ξεχνᾶ τὸν οὐρανό. Βλέπει «θύρα ἠνεωγμένη ἐν τῷ οὐρανῷ»13. Ἀνέρχεται σ̉αὐτὸν τροπικά. Γνωρίζει τὴν ἀπεραντοσύνη του. Θεᾶται τὴν ἄλλη, τὴν ἀθέατη ὄψη τῶν πραγμάτων καὶ τῆς ἱστορίας. Θεολογεῖ καὶ στοχάζεται ὡς πνευματικὸς ἄνθρωπος. Ἔχει ὁραματισμούς. Διαβάζει κανεὶς ἐπιστολὲς φυλακισμένων ἢ ἐκτοπισμένων τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἰωάννη, τὶς ὁποῖες ἀπευθύνουν πρὸς συγγενεῖς καὶ φίλους καὶ αἰσθάνεται μέσα σ’ αὐτὲς τὴν ἀπόγνωση, τὴν ἐγωκεντρικότητα, τὴν ἔκφραση ἔντονων παραπόνων, τὴν ἀγανάκτηση, τὴν ἀπελπισία, τὴν αἴσθηση ἀδικίας καὶ ἕνα πλῆθος ἀπὸ ἄλλα ἀρνητικὰ αἰσθήματα τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, ποὺ εὔλογα δημιουργεῖ σ’ αὐτοὺς ἡ φυλακὴ καὶ ἡ ἐξορία. Σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ὁ Ἰωάννης, ὅπως πρωτύτερα ὁ φυλακισμένος Παῦλος14, ξεπερνάει τὶς συνθῆκες τῆς φυλακῆς καὶ αἴρεται πάνω ἀπὸ τὰ συνήθη συναισθήματα ποὺ αὐτὴ προκαλεῖ. Γι̉ αὐτὸ καὶ ἐλπίζει. Δὲν φοβᾶται. Χαίρεται. Προσεύχεται. Ἄδει. Παραινεῖ. Μὲ ἕνα λόγο ὁραματίζεται. Ἔχει εὐρεῖς καὶ ἀνοιχτοὺς ὁρίζοντες καὶ γι’ αὐτὸν τὸν ἴδιο καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους.

4) Εἶναι ὑψιπέτης Θεολόγος, ὅμως ὄχι αἰθεροβάμων καὶ ἄνευρος στοχαστής. Ὅπως πρὶν στὸ ὁμώνυμο Εὐαγγέλιό του, ἔτσι καὶ στὴν Ἀποκάλυψη ὁ Ἰωάννης ἀποδεικνύεται θεολόγος μὲ ἰδιαίτερο ὕψος καὶ εὖρος. Ὅμως, ἡ ὑψηλὴ θεολογία του καὶ ὁ στοχασμός του δὲν εἶναι ἀνεδαφικοὶ ρεμβασμοί. Ἡ θεολογία του ἀγκαλιάζει τὸν κόσμο καὶ τὴν ἱστορία του, ἡ ὁποία συχνὰ εἶναι αἱμάτινη. Ἔτσι, ἐνῶ θεολογεῖ ὡς ὑψιπέτης ἀετός, ταυτόχρονα πατάει γερὰ στὴ γῆ ἀσκώντας, ὅπως φαίνεται κυρίως στὰ κεφάλαια 2 καὶ 3, διοίκηση μὲ ὑψηλὴ αἴσθηση εὐθύνης καὶ ὑποδεικνύοντας στάσεις ζωῆς στὰ καθημερινά. Ἡ πνευματικότητά του ἐξάλλου δὲν τὸν καθιστᾶ πλαδαρὸ καὶ ἄνευρο. Τὸ βιβλίο ποὺ γράφει εἶναι στὸ ἔπακρο ἀγωνιστικό. Ἐμπνέει ἀγωνιστικὸ φρόνημα. Ἐναντίον πολλαπλῶν μετώπων: τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας15, τῆς ἰουδαϊκῆς πολεμικῆς καὶ κατασυκοφάντησης16, τῆς Γνωστικῆς αἱρετικῆς προπαγάνδας17, τῆς ἕρπουσας στὶς κοινότητες προφητικῆς κρίσης, σὲ πρακτικὲς μαγείας κ.λ.π.

5) Εἶναι διδάσκαλος τοῦ ἀγῶνα ἀλλὰ καὶ τῆς μετάνοιας. Ὁ Ἰωάννης κι ὅταν ὑποδεικνύει ἀγωνιστικότητα κι ὅταν ἀκόμη ἀπειλεῖ καταστροφὲς κατὰ τῶν ἀσεβῶν ἢ τῶν ἐχθρῶν τῆς Ἐκκλησίας στὸν καιρό του, μένει φιλάδελφος μὲ τὸ νὰ συνιστᾶ κατ’ ἐπανάληψη πρὸς ὅλους μετάνοια, ἱκανὴ νὰ μεταβάλλει ἢ καὶ νὰ ἀνατρέψει ἀκόμη καὶ τὸ σχέδιοτοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνοι, ὅμως, τὴν ἀρνοῦνται18. Βλασφημοῦν τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Καὶ πάλι, ὅμως, ὁ Ἰωάννης χωρὶς ἐκδικητικὲς τάσεις ἐκφράζει τὴ φιλάδελφη διάθεσή του μὲ μιὰ εὐδιάκριτη ἀρχὴ ἤ τακτικὴ, ποὺ ἀκολουθεῖ τρεῖς τουλάχιστον φορὲς στὴν ἔκθεση τῶν γεγονότων ποὺ περιγράφει. Πρόκειται γιὰ τὴν ἀρχὴ τῆς ἐπιβράδυνσης τῆς περιγραφῆς τῆς κρίσης. Μὲ ἄλλα λόγια, ἐνῶ τρεῖς φορὲς φτάνει ὥς τὰ πρόθυρα τῆς κρίσης, τὴν ὁποία καὶ προανακρούει19, τελικὰ δὲν τὴν παρουσιάζει πλήρως. Δὲν τὴν ἐμφανίζει πραγματοποιούμενη. Στὴ θέση, ὅπου ὄφειλε νὰ ἐκτεθεῖ ἡ περιγραφὴ τῆς κρίσης, παρουσιάζονται ἢ λειτουργικές –φωτεινὲς σκηνὲς ἢ γενικὰ σκηνὲς ποὺ δὲν ἀναφέρονται ἀποκλειστικὰ στὴν κρίση. Ἐνῶ δηλαδὴ εἶναι ἐσχατολογικὰ προσανατολισμένος ἀπωθεῖ ὁλοένα τὴ διήγηση τῆς κρίσης πρὸς τὶς ἐσχατιὲς τοῦ βιβλίου του, υἱοθετώντας, κατὰ κάποιο τρόπο, τὴ φιλάνθρωπη ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ ἀναβολὴ καὶ καθυστέρηση τῆς κρίσης. Θὰ ἔλεγε κανεὶς ὅτι, ὡς προφήτης, ὁ Ἰωάννης ἐνδιαφέρεται νὰ προβάλει τὴν ἀνάγκη γιὰ τὴν ἐν μετανοίᾳ πορεία τοῦ ἀνθρώπου ἐντός της ἱστορίας, παρὰ γιὰ τὴν ἴδια τὴν κρίση.

6) Ἂν καὶ εἶναι ἡγέτης μὲ διοικητικὰ δικαιώματα ἡ ἱερωσύνη του ἔχει κυρίως προφητικὴ καὶ χαρισματικὴ διάσταση. Ὁ Ἰωάννης εἶναι μὲν μιὰ πολυδύναμη ἐκκλησιαστικὴ προσωπικότητα (ἀπόστολος, προφήτης, πνευματικὸς πατέρας, ἡγέτης καὶ ὑπεύθυνος ὅλων τῶν κοινοτήτων) ἡ συμπεριφορὰ του, ὅμως, καὶ ὁ λόγος του δὲν λειτουργοῦν ὡς ἐξουσία καὶ ἰσχὺ ἀλλὰ ὡς λόγος ἀγάπης καὶ δικαιοσύνης, ὡς πράξη διακονίας καὶ προσφορᾶς. Τὸ ἱερατικὸ πρότυπο ποὺ εἰσηγεῖται διαχρονικὰ εἶναι τὸ πρότυπο τῆς προφητικῆς ἱερωσύνης· τὸ δὲ ἔργο του εἶναι ἕνα ὡραῖο καὶ ἐλπιδοφόρο «ὅραμα λατρείας, μάχης καὶ νίκης20».

3. Ἐπιλογικὸ συμπέρασμα

Μὲ ὅσα εἴδαμε πιὸ πάνω μιὰ ἀλήθεια ὑπογραμμίζεται: ὅτι ὁ προφήτης καὶ ἀπόστολος Ἰωάννης ἔχει βάλλει πολὺ ψηλὰ τὸν πήχη καὶ τῆς ἱερωσύνης καὶ τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Ἔχει ὁρίσει αὐστηρὰ κριτήρια γιὰ τὴν ἀξιολόγησή τους. Αὐτὸ θὰ πεῖ ὅτι ὁ ἱερέας στὴν Ἀποκάλυψη καλεῖται νὰ ἀνυψωθεῖ σὲ προφήτη. Νὰ γίνει φορέας μιᾶς προφητικῆς ἱερωσύνης. Μὲ προφητικὴ συνείδηση καὶ βιωτή. Μὲ προφητικὴ λαλιά. Μὲ προφητικὸ ὅραμα γιὰ τὸνκόσμο καὶ τὴν πορεία του μέσα στὴν ἱστορία

τοῦ π. Ἰωάννου Γ. Σκιαδαρέση, Ἐπίκ. Καθηγητῆ Α.Π.Θ.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Ἀποκ. 1,10.
2. Ἡ προσεκτικὴ μελέτη τῶν ἐπιστολῶν αὐτῶν, σὲ συνδυασμὸ
μὲ ἄλλα σημεῖα τῆς Ἀποκάλυψης (π.χ. 1, 5. 5,9), ὑπενθυμίζει μιὰ ξε-
χασμένη ἀλήθεια τῆς Βίβλου: τὸν ἱερατικὸ χαρακτῆρα τοῦ βαπτι-
σμένου λαοῦ τοῦ Θεοῦ.
3. Τὸ ἔργο τῶν εἴκοσι τεσσάρων πρεσβυτέρων στὴν Ἀποκά-
λυψη ὑποδεικνύει τὴν κύρια ἀποστολὴ τῆς ἱερωσύνης ποὺ εἶναι ἡ
δοξολόγηση τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ σωστὴ ἑρμηνεία τοῦ δημιουργικοῦ
ἀλλὰ καὶ ἀναδημιουργικοῦ ἔργου του ποὺ συντελεῖται ἀενάως «ἐν
Χριστῷ» στὸν κόσμο.
4. Ὅποιος ἐπιθυμεῖ νὰ δεῖ σφαιρικότερα κάπως τὸ θέμα τῆς
ἱερωσύνης στὴν Ἀποκάλυψη μπορεῖ νὰ δεῖ στὴ μελέτη μας Ἀπο-
καλύψεως Ἐξηγητικόν. Ἑρμηνευτικά καὶ Θεολογικά Μελετήματα
στὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη, Θεσσαλονίκη 2011, τὴν ἑνότητα
«Πρότυπα ἱερατικῆς διακονίας στὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη» σ.
205-246.
5. Ἐνδεικτικὰ βλ. τὴ σχετικὴ συζήτηση στὸ Ι. Δ. Καραβιδό-
πουλος, Εἰσαγωγὴ στὴν Καινὴ Διαθήκη, Θεσσαλονίκη 2007, 362-
364 καὶ U. Schnelle, einleitung in das neue Testament, Göttingen
20055, 558-562.
6. Ἀποκ. 1,17.
7. Ἀποκ. 1,10.
8. Α΄ Κορ. 5,3.
9. Βλ. m. h. Shefpherd, The Paschal Liturgy and the Apocalypse,
London and Richmond 1960.
10. Μία ἐνδιαφέρουσα προσέγγιση τοῦ ἐπει σοδίου μπορεῖ νὰ
δεῖ κανεὶς στὴν εἰσήγηση τοῦ καθ. Μιλτ. Κωνσταντίνου μὲ τίτλο :
«Βιβλιοφαγία στὸν Ἰεζεκιὴλ καὶ τὴν Ἀποκάλυψη» στό: 1900ετηρίς
τῆς Ἀποκαλύψεως Ἰωάννου, Πρακτικὰ Διεθνοῦς Διεπιστημονικοῦ
Συμποσίου (Ἀθῆναι–Πάτμος, 17-26 Σεπτεμβρίου 1995, Ἀθῆνα
1999. σ. 701-709 καὶ στὴ μελέτη τοῦ καθ. Μ. ζ. Κοπιδάκη μὲ τίτλο:
«Ἡ πικρία τῆς γνώσης (Ἰωάννου, Ἀποκάλυψις 10,8-11)» στὸ συλ-
λογικὸ τόμο: Τὰ ἐσόμενα, ἡ ἀγωνία τῆς πρόγνωσης τοὺς πρώτους
χριστιανικοὺς αἰῶνες, Ἀθῆνα 1990, σ. 27-41.
11. Ἀποκ. 1,9.
12. Βλ. Ἀποκ. 5,1-5.
13. Ἀποκ. 4,1.
14. Βλ. τὴν ἐνδιαφέρουσα μελέτη τοῦ καθ. Ἰω. Καραβι -
δόπουλου μὲ τίτλο : «Ἡ πρὸς Φιλιππησίους ἐπιστολὴ τοῦ Ἄπ.
Παύλου, μία ἐπιστολὴ ἀπὸ τὰ δεσμὰ» στό: Βιβλικὲς Μελέτες Β΄,
Θεσσαλονίκη 2000, σ. 239-256.
15. Γιὰ τὸ μέτωπο κατὰ τῆς Ρωμαϊκῆς ἐξουσίας στὴν Ἀποκά-
λυψη τοῦ Ἰωάννη βλ. στὴ μελέτη μας Λειτουργικὲς σκηνὲς καὶ
ὕμνοι στὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη, Θεσσαλονίκη 20062, 341-354.
16. Γιὰ τὸ Ἰουδαϊκὸ μέτωπο στὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη βλ.
τὴ μελέτη μας μὲ τίτλο. «Ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη ἔναντι τοῦ
Ἰουδαϊσμοῦ» στὸν χαριστήριο τόμο πρὸς τιμὴν τοῦ Παναγιωτά-
του Μητροπ. Θεσσαλονίκης Ἀνθίμου μὲ τίτλο: Κήρυγμα καὶ Εὐχα-
ριστία, Ἀθῆνα 2009, σ. 77-92.
17. Γιὰ τὸ μέτωπο αὐτὸ βλ. στὴν μνημονευθεῖσα μελέτη μας
Ἀποκαλύψεως Ἐξηγητικόν …. τὴν ἑνότητα «ὁ ἀντιγνωστικὸς χα-
ρακτῆρας...», σ.103-132..
18. Ἀποκ. 9,20.21.16,8.10.11.21.
19. Μετὰ τὸ Ἀποκ. 6,17 περιμένει κανεὶς στὸ κεφ. 7 τὴν πλήρη
περιγραφὴ τῆς μέλλουσας κρίσης. Ἀντὶ αὐτῆς παρακολουθοῦμε τὴ
σφράγιση τῶν ἑκατὸν σαράντα χιλιάδων ἐκλεκτῶν, τὶς λειτουρ-
γικὲς σκηνὲς καὶ τοὺς ὕμνους ποὺ ἄδονται στὸν οὺρανό. Τὸ ἴδιο
ἰσχύει σὲ ὅ,τι ἀκολουθεῖ τὰ Ἀποκ. 9,21 καὶ 16,21.
20. Ἀνάπτυξη αὐτοῦ του τρίπτυχου (μὲ τὸν ἴδιο τίτλο) βλ. στὸ
πολὺ ἐνδιαφέρον ἄρθρο τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀμερικῆς κ. Δημη-
τρίου Τρακατέλη στὸ Τιμητικὸν ἀφιέρωμα εἰς τὸν Σεβασμιώτατον
Μητροπολίτην Ὕδρας Σπετσῶν καὶ Αἰγίνης Ἱερόθεον, ἐπὶ τῇ
συμπληρώσει τριακονταετοῦς ποιμαντορίας (1967-1997), Ὕδρα1997, σ. 145-159.

πηγή : H OΔOΣ (ΤETΡAΜΗΝΙΑΙΟ ΦΥΛΛΑΔΙΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΙΔΑΧΗΣ
ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΡΟΔΟΥ )

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...