/*--

Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

Οἱ εἴκοσι τέσσερις πρεσβύτεροι καὶ τὸ ἔργο τους ὡς πρότυπα ἱερατικῆς διακονίας

  
1. Οἱ μορφές τους, μορφὲς ἱερατικὲς

Ἡ μελέτη τῶν μορφῶν καὶ τοῦ ρόλου τῶν εἴκοσι τεσσάρων πρεσβυτέρων μέσα στὴν Ἀποκάλυψη μπορεῖ νὰ συμπληρώσει κι ἄλλες ψηφῖδες στὸ πλούσιο ψηφιδωτὸ της ἱερατικῆς διακονίας καὶ ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς ποὺ ὥς τώρα παρακολουθήσαμε, περιδιαβάζοντας τὶς ἐπιστολὲς τῶν κεφαλαίων 2 καὶ 3 τῆς Ἀποκάλυψης. Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι οἱ πρεσβύτεροι ἔχουν στὸ ἐνεργητικό τους κάτι τὸ ἀποκλειστικὰ ἱερατικό, ποὺ τοὺς σφραγίζει. 

Ὁ ρόλος τους μέσα στὴν Ἀποκάλυψη εἶναι δηλωτικός τῆς σημαντικότερης πτυχῆς τῆς ἱερατικῆς προσωπικότητας καὶ τῆς ἱερατικῆς διακονίας. Μαζὶ μὲ τὰ τέσσερα ζῷα, ποὺ εἶναι προφανῶς οἱ φέροντες τὸ θεϊκὸ θρόνο ἄγγελοι, οἱ εἴκοσι τέσσερις πρεσβύτεροι κατέχουν σπουδαία θέση καὶ παίζουν συχνὰ κορυφαίους ρόλους μέσα στὴν Ἀποκάλυψη καὶ μάλιστα στὶς ἀλλεπάλληλες λειτουργικές της σκηνές: Πῶς ὅμως συνδέουμε τοὺς εἴκοσι τέσσερις πρεσβυτέρους μὲ τὴν ἱερατικὴ διακονία; Νομίζουμε ὅτι τὶς μορφὲς αὐτές, ἔργο τῶν ὁποίων στὴν Ἀποκάλυψη εἶναι ἡ δοξολόγηση καὶ ἡ προσκύνηση τοῦ Θεοῦ, ὁ συγγραφέας παραλληλίζει μὲ τὶς εἴκοσι τέσσερις πατριές, στὶς ὁποῖες ὁ Δαυὶδ διαίρεσε ὅλους τους ἱερεῖς καὶ Λευῖτες τοῦ Ναοῦ προκειμένου νὰ ἐξασφαλίσει μιὰ ἀπρόσκοπτη διακονία καὶ κυρίως μιὰ ἀσίγητη λατρεία καὶ δοξολογία τοῦ Θεοῦ στὸ ναό. Ἡ τάξη αὐτή, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ Ἰώσηπος, τηρήθηκε μέχρι τὴν καταστροφὴ τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ τοῦ ναοῦ ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους. Μὲ αὐτὲς μᾶλλον τὶς εἴκοσι τέσσερις πατριὲς θὰ πρέπει νὰ παραλληλίσει κανεὶς τοὺς εἴκοσι τέσσερις πρεσβυτέρους κι ὄχι μὲ ἄλλες μυθολογικές, ἀστρικές, βαβυλωνιακῆς ἔμπνευσης μορφὲς ἢ ζῴδια, ὅπως θέλουν ὅσοι ἑρμηνευτὲς βρίσκουν στὴν περίπτωσή μας θρησκειολογικὲς ἐπιδράσεις. Μὰ καὶ νὰ τοὺς ἀντιστοιχίσει κανείς, ὅπως ἐπιχειροῦν κάποιοι ἄλλοι ἑρμηνευτές, μὲ οὐράνιο δικαστικὸ ἢ συμβουλευτικὸ σῶμα, κατὰ τὸ πρότυπο τέτοιων συμβουλευτικῶν σωμάτων σὲ αὐτοκρατορικὲς αὐλές, εἶναι ἄτοπο. Πουθενὰ στὴν Ἀποκάλυψη οἱ εἴκοσι τέσσερις πρεσβύτεροι δὲν ἀσκοῦν οἱ ἴδιοι διοικητικό-ἐξουσιαστικὸ ἔργο οὔτε δικάζουν τοὺς ἀνθρώπους οὔτε συμβουλεύουν τὸν Θεὸ39. Δὲν εἶναι ὅμως ἁπλὰ διακοσμητικὰ στοιχεῖα μέσα σὲ ἕνα ἔργο μὲ τόσο πόνο, θλίψη καὶ πυκνότητα νοημάτων.

2. Οἱ εἴκοσι τέσσερις πρεσβύτεροι: κάτοπτρα τοῦ Θεοῦ

Οἱ εἴκοσι τέσσερις πρεσβύτεροι στὴν κοσμικὴ-συμπαντικὴ λειτουργία (κεφάλαια 4 καὶ 5), στὴν ὁποία μετέχουν ἐνεργά, εἶναι, ὅπως καὶ ὁ Θεός, ἔνθρονοι σὲ εἴκοσι τέσσερις θρόνους «κυκλόθεν τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ», περιβεβλημένοι «ἐν ἰματίοις λευκοῖς» καὶ φέροντες «ἐπὶ τὰς κεφαλὰς αὐτῶν στεφάνους χρυσοὺς». Θὰ ἔλεγε κανεὶς μοιάζουν μὲ ἀληθινὰ κάτοπτρα τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ στὶς ὑπάρξεις τους ἀντικατοπτρίζεται ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ. Ἐνσωματωμένοι στὴ μιὰ Ἐκκλησία κεκοιμημένων καὶ ζώντων, συγκροτοῦν τὸ δεύτερο χορὸ ποὺ περιβάλλει «κύκλῳ» τὸν καθήμενον, μὲ πρῶτο τὸ χορὸ τῶν τεσσάρων ζῴων. Ὅσο, ὅμως, κι ἂν εἶναι ἐγγύς τοῦ Θεοῦ καὶ τελοῦν σὲ μιὰ ζῶσα καὶ διαρκῆ κοινωνία μαζί του καὶ μετέχουν στὴ δόξα του καὶ εἶναι λελαμπρισμένοι, καὶ ὅπως εἴπαμε κάτοπτρά του, μένουν κτίσματα καὶ ἐντολοδόχοι του. Δὲν ὑπάρχουν γιὰ τὸ ἐγώ τους καὶ τὸν ἑαυτό τους. Διακονοῦν σὲ ἕνα ἔργο, ποὺ ὁ Θεὸς εἶναι τὸ « Α καὶ τὸ Ω»41 κι ὄχι αὐτοί. Παίζουν βασικὸ ρόλο ἀλλὰ σὲ μιὰ λειτουργία, ὅπου πάλι ὁ Θεὸς εἶναι «ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος» καὶ ὄχι αὐτοί.

3. Τὸ ἔργο τῶν εἴκοσι τεσσάρων πρεσβυτέρων

α) Ἡ δοξολόγηση καὶ ἡ προσκύνηση τοῦ Θεοῦ 

Παρακολουθώντας τὶς μορφὲς τῶν εἴκοσι τεσσάρων πρεσβυτέρων μέσα στὴν Ἀποκάλυψη, τὸ πρῶτο γιὰ τὸ ὁποῖο βεβαιωνόμαστε εἶναι ὅτι τὸ κύριο ἔργο τοὺς εἶναι ἡ δοξολόγηση καὶ ἡ προσκύνηση τοῦ Θεοῦ. (Ἂς δεῖ κανεὶς τὰ Ἀποκ. 4,10.11. 5,11.14.7,11.11,16.14,3.19,4 γιὰ νὰ τὸ διαπιστώσει). Τὸ προηγούμενο, κάπως ἀναλυτικότερα, σημαίνει ὅτι ἔργο τῶν πρεσβυτέρων εἶναι πρῶτον ἡ ἔκφραση καὶ ἡ ὁμολογία δόξας (=γνώμης-πίστης) γιὰ τὸ Εἶναι τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ δράση του μέσα στὴν ἱστορία καὶ δεύτερον ἡ ἐκδήλωση ὁρατῆς τιμῆς στὸν Θεὸ καὶ ἀναγνώριση τῆς κυριότητάς του. Τὸ πρῶτο δὲν εἶναι ἁπλὰ μιὰ προφορὰ κάποιων φθόγγων ἢ λέξεων ἢ ἀπαγγελία ἑνὸς «πιστεύω», ἀλλὰ κατάθεση ἀκλόνητης βεβαιότητας ἐξ ἐμπειρίας, λόγω ἐγγύτητας καὶ μετοχῆς στὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. Τὸ δεύτερο πάλι δὲν εἶναι ἁπλὰ κάποια σωματικὴ κάμψη ἢ κίνηση (μετάνοια, γονάτισμα ἢ σταυροκόπημα) μπροστὰ στὸν Θεὸ ἢ στὴν εἰκόνα του, ἀλλὰ στάση ζωῆς καὶ μόνιμη ἀναγνώριση τῆς πατρότητάς του καὶ τῶν δωρεῶν του. Μόλις καὶ πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ἀπόδοση δόξας καὶ τιμῆς στὸν Θεὸ δὲν σημαίνει ὅτι αὐτὰ τοῦ λείπουν, ἀλλὰ ἀποτελοῦν ἔκφραση χρέους καὶ ἀπόδειξη πνευματικῆς ὑγείας τῶν εἴκοσι τεσσάρων πρεσβυτέρων καὶ κατ’ ἐπέκταση ἠμῶν. Εἶναι εὐγνώμων ἐπιστροφὴ στὸν δωρεοδότη Θεό, αὐτῶν ποὺ πλουσιοπάροχα ἐκεῖνος δίνει στὸν ἄνθρωπο καὶ ἐν προκειμένῳ στὸν ἱερατικὸ διάκονο. Ἡ προηγούμενη ἀλήθεια περίτρανα ἀποδεικνύεται σὲ πολλὰ σημεῖα τῆς Ἀποκάλυψης. Ἐπιλέγουμε, ὅμως, μιὰ σκηνὴ ποὺ περιγράφεται στὸ Ἀποκ 4,10, πάλι στὸ πλαίσιο τῆς συμπαντικῆς- κοσμικῆς, ὅπως τὴν ἀποκαλέσαμε, λειτουργίας. Ὁ Ἰωάννης σημειώνει : «καὶ ὅταν δώσουσι (κάθε φορὰ) τὰ ζῷα (οἱ φέροντες τὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ ἄγγελοι) δόξαν καὶ τιμὴν καὶ εὐχαριστίαν τῷ καθημένῳ ἐπὶ τοῦ θρόνου, τῷ ζῶντι εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, πεσοῦνται οἱ εἴκοσι τέσσαρες πρεσβύτεροι ἐνώπιον τοῦ καθημένου ἐπὶ τοῦ θρόνου, καὶ προσκυνήσουσι τῷ ζῶντι εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, καὶ βαλοῦσι τοὺς στεφάνους αὐτῶν ἐνώπιόν του θρόνου». Ταυτόχρονα μὲ τὴν πράξη αὐτὴ ἀναπέμπουν στὸν Θεὸ ἕνα θαυμάσιο ὕμνο ποὺ ὡς ἀποδέκτη ἔχει τὸν Θεὸ καὶ ὡς περιεχόμενο τὸ δημιουργικό του ἔργο. Νομίζω ὅτι ὁ πιὸ καλὸς σχολιασμὸς τῆς ἐνέργειας αὐτῆς τῶν πρεσβυτέρων, νὰ ἀποθέτουν μπροστὰ στὸν Θεὸ τοὺς στεφάνους των, δὲν θὰ ἦταν ἄλλος καλύτερος ἀπὸ τὸν εὐχαριστιακό μας λόγο «τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν, σοὶ προσφέρομεν κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα». 

Αὐτὴ ἡ πράξη δὲν εἶναι παρὰ εὐγνώμων ἐπιστροφὴ τῶν δωρεῶν σὲ ἐκεῖνον ποὺ μᾶς τὶς ἔδωσε. Ἐπιστροφὴ δηλαδὴ στὴν πηγή τους. Οἱ πιὸ πάνω διαπιστώσεις σημαίνουν ὅτι ὅ,τι ἀποτελεῖ τὴν πεμπτουσία τῆς ἱερατικῆς διακονίας μας καὶ ταυτόχρονα ὅ,τι τὴν δικαιώνει δὲν εἶναι παρὰ ἡ εὐγνώμων ἐπιστροφή, λόγῳ καὶ ἔργῳ, στὸν Θεὸ ὅσων λαμβάνουμε ἐξ αὐτοῦ : δηλαδὴ ἐπιστροφὴ τῆς δόξας, τῆς τιμῆς καὶ τῶν ποικίλων δωρεῶν ποὺ ἐκεῖνος μᾶς παρέχει. Καὶ ἡ ὕψιστη δωρεά του συνίσταται στὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι πρὸς τὴν κτίση ὅλη, μὲ κορυφαῖο τὸν ἱερέα της ἄνθρωπο, ἀενάως «μεθεκτὸν δώρημα». Θεὸς ὄχι ἀπρόσιτος, ξέμακρος, ἐκτός τῆς ἱστορίας, ἀλλὰ μεθεκτὸς καὶ προσιτός. Θεὸς «δι’ ἡμᾶς» καὶ «μεθ’ ἡμῶν». Ἡ δοξολόγηση τοῦ Θεοῦ, λοιπόν, σημαίνει ὀρθὴ ἑρμηνεία τῆς σχέσης Θεοῦ-κόσμου καὶ ἀντίστροφα. Γιὰ νὰ τὸ κατανοήσουμε αὐτό, ἀδιάσπαστο καθὼς εἶναι μὲ τὴν ἀπονομὴ τιμῆς στὸν Θεό, νὰ μείνουμε στὴν ἴδια συνάφεια, τὴν προηγούμενη. Ἂς ἀκούσουμε τὸν ὕμνο ποὺ οἱ εἴκοσι τέσσερις πρεσβύτεροι ἄδουν, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν προσκύνηση καὶ τὴν ἀπόθεση τῶν στεφάνων τους, ἐνώπιόν τοῦ Θεοῦ : «ἄξιος εἶ, ὁ κύριος καὶ θεὸς ἠμῶν, λαβεῖν τὴν δόξαν καὶ τὴν τιμὴν καὶ τὴν δύναμιν, ὅτι σὺ ἔκτισας τὰ πάντα, καὶ διὰ τὸ θέλημά σου ἦσαν καὶ ἐκτίσθησαν» .Ὅπως διαπστώνει κανεὶς οἱ εἴκοσι τέσσερις πρεσβύτεροι, ἔχοντας ἱερατικὴ συνείδηση καὶ ἀποστολή, δὲν ἐπιστρέφουν, ὅπως εἴπαμε πιὸ πάνω μόνο «τὰ ἑαυτῶν» στὸ δωρεοδότη Θεό, ἀλλὰ ἐπιπλέον ἑρμηνεύουν καὶ κατανοοῦν τὸν κόσμο ὡς καρπὸ τῆς δημιουργικῆς του θέλησης καὶ ἐνέργειας καὶ ὄχι ὡς ἀποτέλεσμα κάποιας ἀπρόσωπης καὶ ἀδήριτης ἀνάγκης. Συνεπῶς, ὁμολογοῦν ὅτι ὁ κόσμος βρίσκει νόημα ζωῆς ὅταν ἀναφέρεται στὸν Θεό. Σὲ ἕναν ἑπόμενο ὕμνο, ὁ ὁποῖος ἄδεται πάλι ἀπὸ τοὺς εἴκοσι τέσσερις πρεσβυτέρους, ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὰ τέσσερα ζῷα, πρὸς τὸ ἐσφαγμένον ἀρνίον/Χριστό, εὐθὺς μετὰ τὴν ἐκ μέρους του παραλαβὴ τοῦ ἑπτασφράγιστου βιβλίου ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ καθημένου ἐπὶ τοῦ θρόνου, ἀκοῦμε τὴν ἑξῆς καινὴ ᾠδή, ἡ ὁποία μάλιστα συνοδεύεται ἀπὸ κιθάρες ποὺ κρατοῦν καὶ παίζουν οἱ πρεσβύτεροι: «Ἄξιος εἶ, λαβεῖν τὸ βιβλίον καὶ ἀνοῖξαι τὰς σφραγῖδας αὐτοῦ ὅτι ἐσφάγης καὶ ἠγόρασας τῷ θεῷ ἐν τῷ αἵματί σου ἐκ πάσης φυλῆς καὶ γλώσσης καὶ λαοῦ καὶ ἔθνους καὶ ἐποίησας αὐτοὺς τῷ θεῷ ἡμῶν βασιλεῖς καὶ ἱερεῖς καὶ βασιλεύσουσιν ἐπὶ τῆς γὴς». Ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τοῦ ὕμνου αὐτοῦ προκύπτει ὅτι ἔργο τῶν πρεσβυτέρων εἶναι ὄχι μόνο ἡ ἑρμηνεία καὶ ἡ κατανόηση τῆς πρώτης δημιουργίας ὡς ἔργου τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ καὶ ἡ ἑρμηνεία- ἐξαγγελία τοῦ ἀναδημιουργικοῦ ἔργου, ποὺ ἐπιτέλεσε ὁ Χριστός. Ἀπὸ τὰ παραπάνω φαίνεται ὅτι ἔργο τοῦ ἱερέα, κατὰ μίμηση τοῦ ἔργου τῶν εἴκοσι τεσάρων πρεσβυτέρων, εἶναι ἡ δοξολογία καὶ ἡ προσκύνηση τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ θὰ πεῖ : ὀρθὴ καθ’ ἑαυτὸν πίστη καὶ γνώση τοῦ ἐν Χριστῷ ἔργου τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν κόσμο, ἐξαγγελία καὶ ὁμολογία αὐτῆς τῆς γνώσης καὶ εὐγνώμων ἀναφορὰ καὶ ἀναγωγὴ αὐτοῦ τοῦ κόσμου στὴν πηγή του, τὸν Θεό. Ὅλα αὐτὰ σὲ ἕναν ἀπόλυτο βαθμὸ καὶ μάλιστα σὲ μιὰ δοξολογικὴ καὶ εὐχαριστιακὴ μορφὴ λατρείας.

β) Τὸ κοσμικὸ ἐνδιαφέρον

Τὴν ἄλλη πλευρὰ τῆς πρώτης καὶ κύριας πτυχῆς τοῦ ἔργου τῶν εἴκοσι τεσσάρων πρεσβυτέρων ἀποτελεῖ τὸ οὐσιαστικὸ καὶ συνεχὲς ἐνδιαφέρον τους γιὰ τὸν κόσμο. Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ δοξολόγηση καὶ ἡ προσκύνηση τοῦ Θεοῦ ἐμπεριέχει καὶ τὸ γνήσιο ἐνδιαφέρον γιὰ τὸν κόσμο. Αὐτὸ θὰ πεῖ ὅτι οἱ εἴκοσι τέσσερις πρεσβύτεροι δὲν ζοῦν γιὰ τὸν ἑαυτό τους οὔτε σὲ μιὰ μονοδιάστατη σχέση μὲ τὸν Θεό. Ἀπὸ τὸν οὐρανὸ τελοῦν σὲ σχέση ἀμοιβαιότητας μὲ τὸν κόσμο καὶ μετέχουν στὴν ἱστορία καὶ τὴν πορεία του. Ἡ οὐράνια λατρεία, στὴν ὁποία μετέχουν μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους καὶ ὅλους τους δοξασμένους ἀνθρώπους, δὲν εἶναι μιὰ αἰθέρια καὶ ἐξαϋλωμένη μονοδιάστατη ἰδιωτική (γιὰ τοὺς ἑαυτοὺς τους) λειτουργία ποὺ τελεῖται κάποιες ὧρες τῆς ἑβδομάδας στὸ περιθώριο τῆς ζωῆς, ἀλλὰ ἀσίγητη λειτουργία μὲ τὸν ὑπόλοιπο κόσμο, γιὰ τὸν κόσμο, γιὰ τὴν ἱστορία του. Ἔτσι ἀποδίδουν δόξα στὸν Θεὸ ἀγκαλιάζοντας τὰ ἔργα του, ἐπιδεικνύοντας ἔγνοια γιὰ τὰ κτίσματά του,τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ στερηθοῦν τὶς ζωογόνες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ καὶ παραμορφωθοῦν. Εἶναι ἐνδεικτικὸ πόσο ἐπιμένει ἡ Ἀποκάλυψη στὴν ἀλήθεια ὅτι ἡ κτίση μακράν τοῦ Θεοῦ ἀκολουθεῖ ἀλλοιωτικὴ πορεία καὶ παραμορφώνεται. Χάνει τὴν ὀμορφιὰ της ἀλλὰ καὶ τὴ λειτουργικότητά της. Οἱ ἀλλεπάλληλες πληγὲς ποὺ πλήττουν τὴν κτίση, αὐτὴν τὴν παραμόρφωση ἐπιθυμοῦν νὰ δείξουν ὡς συνέπεια τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ τὴν προλάβουν ἢ νὰ τὴν διορθώσουν μὲ τὴ μετάνοια. Ὅμως, τὸ ἐπίκεντρο τοῦ ἐνδιαφέροντος τῶν πρεσβυτέρων τῆς Ἀποκάλυψης κατέχει ἡ θλιβόμενη, διωκόμενη καὶ παλαίουσα ἐντὸς τοῦ κόσμου Ἐκκλησία, ἡ ὁποία πρέπει νὰ νικήσει διὰ σταυροῦ τὸν κόσμο. Ἔτσι, στὸ Ἀποκ 5,8 τοὺς βλέπουμε νὰ φέρουν τὶς προσευχὲς τῶν ἁγίων πρὸ τοῦ Θεοῦ. Ἕνας ἐξ αὐτῶν παρηγορεῖ, ὅπως εἴδαμε, τὸν ὁρῶντα Ἰωάννη, ὅταν αὐτὸς εἶναι λυπημένος γιὰ τὴν μὴ εὕρεση ἀξίου νὰ παραλάβει καὶ νὰ ἀνοίξει τὸ ἑπτασφράγιστο βιβλίο λέγοντάς του «μὴ κλαῖε» καὶ ἀνακοινώνοντάς του ὅτι αὐτὸς ποὺ εἶναι τελικὰ ἄξιος νὰ τὸ κάνει εἶναι «ὁ λέων ἐκ φυλῆς Ἰούδα», τὸ ἐσφαγμένον ἀρνίον. Ἕνας, πάλι, ἐξ αὐτῶν ἑρμηνεύει στὸν ἀγωνιοῦντα καὶ μὴ γνωρίζοντα Ἰωάννη μιὰ ὅραση ποὺ ἀναφέρεται στὸ αἷμα καὶ στὸ μαρτύριο τῆς διωκόμενης ἐκκλησίας. Τὸν ξεναγεῖ, ὡς γνώστης, στὰ ἀπόρρητα. Τοῦτο τὸ τελευταῖο, ἡ χειραγωγία καὶ ἡ μύηση τῶν ἀδελφῶν στὴ σταυρικὴ φύση τῆς Ἐκκλησίας καὶ στὰ ἄρρητα, κι ἂν δὲν εἶναι πρώτιστο ἔργο διακονίας! Προϋποθέτει, ὅμως, γνώση ἐξ ἐμπειρίας.

Τελειώνοντας τὴν τηλεγραφικὴ αὐτὴ ἀναφορὰ στοὺς πρεσβυτέρους καὶ στὸ ἔργο τους θὰ ἔλεγα συμπερασματικὰ ὅτι ἡ περίπτωσή τους ἐκφράζει, κατὰ τὴν ἐκτίμησή μου, τὴν ἱερατικὴ διακονία στὴν ἰδανική της μορφή. Πρὶν κλείσουμε τὴν ἀναφορά μας στοὺς εἴκοσι τέσσερις πρεσβυτέρους, μὲ ἀφορμὴ τὴν ἄποψη ποὺ συχνὰ ἐκφράζουν ἑρμηνευτὲς47 ὅτι οἱ ἐν λόγῳ πρεσβύτεροι, μαζὶ μὲ ὅλα τὰ οὐράνια ὄντα, συγκροτοῦν εἶδος συμβουλευτικοῦ ὀργάνου τοῦ Θεοῦ κατὰ τὰ πρότυπα τῶν ἀνατολικῶν βασιλείων καὶ αὐτο- κρατορικῶν αὐλῶν, νὰ σημειώσουμε τὰ εξῆς: Οἱ εἴκοσι τέσσερις πρεσβύτεροι ποτὲ μέσα στὴν Ἀποκάλυψη δὲν συμβουλεύουν τὸν Θεό, οὔτε κρίνουν τὸν ἄνθρωπο. Συνεπῶς, ἀποτελεῖ χείριστο κακέκτυπο ἱερατικῆς διακονίας τὸ νὰ νοιώθει ἢ νὰ συμπεριφέρεται ὁ ἱερέας, στηριγμένος στὴν ὡς ἄνω λαθεμένη ἀντίληψη γιὰ τὸ ρόλο τῶν πρεσβυτέρων στὴν Ἀποκάλυψη, ὡς κριτὴς τῶν ἀνθρώπων ἢ ὡς συμβουλάτορας τοῦ Θεοῦ ποὺ θὰ τοῦ ὑποδεικνύει κάθε φορὰ τὸ δέον ἔναντι τοῦ κόσμου. Ἀντίθετα, οἱ ἱερὲς μορφὲς τῶν εἴκοσι τεσσάρων πρεσβυτέρων ἀποτρέπουν, κατὰ τρόπο ἀπόλυτο, ἀπὸ κάτι παρόμοιο καὶ ὑποδεικνύουν ὡς ἀποκλειστικὸ ἱερατικὸ ἔργο τὴ δοξολόγηση καὶ προσκύνηση τοῦ Θεοῦ, στὴν ὁποία κατὰ φυσικὸ τρόπο ἐμπεριέχεται τὸ ἔμπρακτο ἐνδιαφέρον γιὰ ὅλη τὴν κτίση. Μέσα ἀπὸ τὴν προσέγγιση τῶν ἱερῶν μορφῶν τῶν εἴκοσι τεσσάρων πρεσβυτέρων ἀναδύθηκαν, κατὰ τὴν ἐκτίμησή μου, ἀρκετὰ γνωρίσματα τοῦ ἱερατικοῦ ἤθους καὶ τῆς ἱερατικῆς διακονίας. Μποροῦμε νὰ προσθέσουμε καὶ ἄλλα μέσα ἀπὸ μία σκιαγράφηση τοῦ συγγραφέα τῆς Ἀποκάλυψης ὡς φορέα προφητικῆς, ὅπως τὴ χαρακτήρισα, ἱερωσύνης.

γ) Ὁ συγγραφέας τῆς Ἀποκάλυψης: φορέας προφητικῆς ἱερωσύνης

Εἴτε εἶναι ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης εἴτε εἶναι ἄλλος Ἰωάννης, ὁ πρεσβύτερος, αὐτὸς ποὺ συγγράφει τὴν Ἀποκάλυψη ἕνα εἶναι σίγουρο : μέσα σ’ αὐτὴν ἐκφράζεται ὡς προφήτης-ἱερεύς, ἐπιφορτισμένος μὲ εὐρύτερα ποιμαντικὰ καθήκοντα. Δὲν θὰ ἦταν καθόλου ὑπερβολὴ νὰ λέγαμε ὅτι τὸ βιβλίο του εἶναι κατάθεση τῆς προφητικῆς-ἱερατικῆς του καρδιᾶς. Ὁ ἱερὸς συγγραφέας τῆς Ἀποκάλυψης κυριολεκτικὰ βγάζει πρὸς τὰ ἔξω τὰ ἀποθέματα τοῦ προφητικοῦ του «εἶναι» καὶ τῆς ἱερατικῆς του ἀγωνίᾳς. Καὶ νὰ ἀρχίσουμε μὲ τὸ σπουδαιότερο: Θὰ πρέπει ἐδῶ νὰ ὑπογραμμισθεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ἰωάννης ἐγένετο «ἐν πνεύματι» (=τοῦ χορηγήθηκε πνευματικὸ χάρισμα) καὶ τοῦ δόθηκε τὸ περιεχόμενο τοῦ βιβλίου του μέρα Κυριακὴ49. Αὐτὴ ἡ ἀλήθεια συνδέει τὸν Ἰωάννη μὲ δύο οὐσιαστικοὺς συντελεστὲς αὐτοῦ ποὺ εἶναι ἡ ἱερωσύνη: πρῶτον μὲ τὴ χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος, τῆς ὁποίας ὁ ἱερεὺς εἶναι δημιούργημα καὶ δεύτερον μὲ ὅ,τι προσδιορίζει τὴν ἡμέρα αὐτὴ καὶ ἐννοοῦμε τὴν εὐχαριστία. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερο, τὴ θεία εὐχαριστία, νὰ ποῦμε τὸ ἑξῆς: δὲν ἀποκλείεται ὁ Ἰωάννης νὰ εἶδε τὶς ὁράσεις του ὥρα ποὺ τελοῦσε μὲ συνεξορίστους τὴ θεία εὐχαριστία ἢ ἂν αὐτὴ ἡ ἄποψη φαίνεται ἀστήριχτη, μποροῦμε νὰ σκεφτοῦμε ἐπίσης τὸ ἐνδεχόμενο ὅτι ὁ Ἰωάννης ἐγένετο «ἐν πνεύματι» καὶ εἶδε καὶ ἄκουσε ὅ,τι κατέγραψε στὸ βιβλίο του, ἀκριβῶς τὴν ὥρα πού, ἐκ τοῦ μακρόθεν, ὅπως θὰ ἔλεγε καὶ ὁ Παῦλος, «ἀπὼν τῷ σώματι παρὼν δὲ τῷ πνεύματι», ἐβίωνε τὴν εὐχαριστία ποὺ τελοῦσαν μέρα Κυριακὴ οἱ κοινότητες στὴ Δ. Μ. Ἀσίας. Ἔτσι, τὸ βιβλίο τῆς Ἀποκάλυψης, στὸ ὁποῖο κυριαρχεῖ τὸ «ἐσφαγμένον ἀρνίον» εἶναι ζυμωμένο μὲ τὴ λατρεία καὶ δὴ τὴν εὐχαριστία, μὲ τὸν οὐράνιο ναὸ ὡς σκηνικὸ χῶρο, μὲ τελούμενα, μὲ ὕμνους, καὶ φυσικὰ μὲ τὴν ἱερωσύνη. Ὁ λατρευτικός-λειτουργικὸς καὶ κυρίως εὔχαριστιακὸς τροπισμὸς εἶναι τὸ πιὸ ἐμφανὲς καὶ χτυπητὸ γνώρισμα τῆς Ἀποκάλυψης. Λειτουργικὲς σκηνές, ὕμνοι καὶ δοξολογίες, λατρευτικὰ ἀντικείμενα, προσκυνήματα, θυμιάματα, λιτανεῖες κ.τ.ὅ. ἔρχονται καὶ ξανάρχονται στὸ βιβλίο καὶ συνιστοῦν τὴ ραχοκοκαλιά του. Αὐτὴ ἡ διαπίστωση ἔκανε ξένους κυρίως ἑρμηνευτὲς νὰ ὑποστηρίζουν ὅτι τῆς Ἀποκάλυψης ὑπόκειται ἡ θεία λειτουργία καὶ μάλιστα ἡ πασχάλια, ὡς ἐκμαγεῖο ἐντός τοῦ ὁποίου ὁ Ἰωάννης ἔριξε τὶς ὁράσεις του. Σὲ ἁρμονία μὲ αὐτὸ τελεῖ ὁ ρόλος τοῦ ἰδίου τοῦ Ἰωάννη ὡς φορέα προφητικοῦ κυρίως χαρίσματος, θὰ ἔλεγα προφητικῆς ἱερωσύνης. Αὐτὸν τὸν ὅρο (προφητικὴ ἱερωσύνη) θὰ ἦταν καλὰ νὰ συγκρατήσουμε καὶ νὰ υἱοθετήσουμε γιὰ τὴν ἱερωσύνη. Καὶ μὲ αὐτὸ τὸ τελευταῖο περνᾶμε στὸ δεύτερο συντελεστὴ : στὴ χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ποὺ προχείρισε τὸν Ἰωάννη σὲ ἀπόστολο καὶ μὲ εὐρύτερη ἔννοια σὲ ἱερέα. Τὸ προηγούμενο σημαίνει ὅτι ἡ ἱερωσύνη ἐντός τῆς Ἀποκάλυψης εἶναι θεσμὸς μέν, ἀλλὰ θεσμὸς ποὺ ὅπως ἀσκεῖται ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη δὲν ἐμποδίζει καὶ πολὺ περισσότερο δὲν ἀποκλείει τὴ δράση τοῦ Πνεύματος, τὸ ὁποῖο «βρύει προφητείας, ἱερέας τελειοῖ». Ὁπότε καταλαβαίνουμε ὅτι ἡ ὀρθὴ ἱερωσύνη βιώνεται καὶ ἀσκεῖται ὄχι ὡς διοικητικὸ καὶ μόνο ἢ κυρίως διοικητικὸ λειτούργημα, ἀλλὰ ὡς διεύρυνση τῆς Πεντηκοστῆς καὶ ἐνίσχυση τῆς χαρισματικῆς ἔκχυσης τοῦ Πνεύματος ἐντός τῆς Ἐκκλησίας καὶ κατ’ ἐπέκταση τῆς ἱερατικῆς ὕπαρξης. Σὲ ὅ,τι ἀφορᾷ πάντως τὸ σύνολο τοῦ βιβλίου: Μία ἀτμόσφαιρα ἱερωσύνης (περισσότερο χαρισματικῆς ἢ προφητικῆς ἢ ἂν θέλετε θυσιαστικῆς ὑφῆς, παρὰ θεσμικῆς) ἀναδύεται ἀπὸ ὅλη τὴν ἔκταση τοῦ βιβλίου τῆς Ἀποκάλυψης, τοῦ βιβλίου αὐτοῦ μὲ τὶς πολλὲς ἰδιαιτερότητες, τοῦ ὄντως δυσπρόσιτου ὄχι ὅμως καὶ ἀπρόσιτου. Στὴ συνέχεια νὰ ἐπιχειρήσουμε τὴ σκιαγραφίσουμε, σὲ ἁδρὲς γραμμές, τὸ προφητικὸ-ἱερατικὸ πορτραῖτο τοῦ συγγραφέα τῆς Ἀποκάλυψης, τοῦ ἁγίου Ἰωάννη :

1) Τὸ πρῶτο ποὺ πρέπει νὰ σημειώσουμε εἶναι ὅτι ὁ Ἰωάννης ἀπὸ τὴν ἀρχὴ κιόλας τοῦ βιβλίου του ἐντάσσει τὸν ἑαυτό του στὴ γραμμὴ τῶν προφητῶν καθὼς ἐκθέτει τὴν κλήση του, τὴν ὁποία περιγράφει μὲ τὸν ἴδιο τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο περιγράφουν στὰ βιβλία τους τὴ δική τους κλήση οἱ προφῆτες τῆς Π. Διαθήκης. Αὐτὴ ἡ διαπίστωση ἔχει μεγάλη σημασία γιὰ τὴν αὐτοσυνειδησία τοῦ συγγραφέα. Σημαίνει ὅτι ὁ Ἰωάννης δὲν νοιώθει ξεκομμένος ἀπὸ τοὺς πρὶν ἀπὸ αὐτὸν θεόπτες καὶ διακόνους τοῦ λαοῦ, τοὺς Προφῆτες. Ἡ ἱερατικὴ διακονία του εἶναι προφητική. Μιλᾶμε, συνεπῶς, γιὰ μιὰ προφητικὴ ἱερωσύνη τοῦ συγγραφέα τῆς Ἀποκάλυψης, ὁ ὁποῖος ἀποδεικνύεται κρίκος μιᾶς ἀδιάκοπης διαδοχῆς. Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ Ἰωάννης ἐντάσσει τὸν ἑαυτό του σὲ μιὰ ἁλυσίδα θεοπτῶν ποὺ καλοῦνται ἀπὸ τὸν ἕνα Θεό, θεῶνται τὸν ἴδιο Θεό, γίνονται στόματα τοῦ ἴδιου Θεοῦ καὶ γι’ αὐτὸ καταθέτουν στὰ ἔργα τους κοινὴ ἐμπειρία καὶ κοινὴ θεολογία. Ἔτσι συμβαίνει γενικὰ μὲ τὴν ἱερωσύνη. Ὡς ἐκ τούτου οἱ ἱερεῖς ὀφείλουν νὰ μὴ νοιώθουν ἐντός τῆς ἱστορίας ὡς σκόρπιες μονάδες, ἀλλὰ ὡς κρίκοι μιᾶς ἁλυσίδας ποὺ ξεκινάει ἀπὸ τὸ ἀπώτατο παρελθὸν καὶ πηγαίνει πρὸν τὸ ἀτέρμον μέλλον. Τὸ νὰ ἐντάσσει βεβαίως ὁ Ἰωάννης τὸν ἑαυτό του καὶ τὸ ἔργο του στὴν ἁλυσίδα τῶν προφητῶν σημαίνει ἀποδοχὴ καὶ πολλῶν ἄλλων πραγμάτων, στὰ ὁποῖα δὲν μποροῦμε τώρα νὰ ἀναφερθοῦμε. Ἕνα μόνο νὰ σημειώσουμε : Ἀποδοχὴ τῆς ἀλήθειας ὅτι ἡ γνήσια προφητεία συνεπάγεται τὴν πίκρα, τὸ μαρτύριο καὶ τὴ θυσία. Γιὰ νὰ τὸ καταλάβει κανεὶς αὐτὸ καλὸ θὰ εἶναι νὰ μελετήσει μὲ προσοχὴ τὸ ἐπεισόδιο τῆς ἐκ μέρους τοῦ προφήτη-ἱερέα Ἰωάννη βιβλιοφαγίας, δηλαδὴ τὴ βρώση τοῦ βιβλαριδίου ποὺ του προτείνει ὁ ἄγγελος. Τὸ ἐπεισόδιο αὐτό, τὸ ὁποῖο ἐκτίθεται στὸ Ἀποκ. 10, 8-11, εἶναι ἀντίστοιχο ἐκείνου ποὺ συνέβη μὲ τὸν προφήτη Ἰεζεκιὴλ (Ἰεζ. 2,8-3,3). Εἶναι σημαντικὸ γιὰ τὸ νόημα τοῦ ἐπεισοδίου τὸ γεγονὸς ὅτι, ἐνόσῳ τὸ βιβλαρίδιο βρίσκεται ἀκόμη στὸ στόμα τοῦ συγγραφέα Ἰωάννη εἶναι γλυκό, ὅταν ὅμως καταπίνεται καὶ κατέρχεται στὸ στομάχι γίνεται πικρό, πρᾶγμα ποὺ ὑποσημαίνει τὴν πίκρα, τὸ μαρτύριο καὶ τὴ θυσία μὲ τὰ ὁποία εἶναι συνδεδεμένη ἐν τέλει ἡ προφητικὴ ἱερωσύνη.

2) Εἶναι ἐκτοπισμένος ὄχι ὅμως ἀποστασιοποιημένος ἀπὸ τὶς κοινότητες, τῶν ὁποίων εἶναι πνευματικὸς ἡγέτης. Ἂν καὶ ἐξόριστος, μόνος, στερημένος τὰ δικαιώματά του δὲν κατέχεται ἀπὸ αὐτισμὸ καὶ ἀρρωστημένη ἐσωστρέφεια. Δὲν ἀποδρᾶ ἀπὸ τὸ χρέος ἔναντι τῶν ἀδελφῶν. Δηλώνοντας ὅτι εἶναι μαζί τους «συγκοινωνὸς ἐν τῇ θλίψει καὶ βασιλείᾳ καὶ ὑπομονῇ ἐν Ἰησοῦ», οὐσιαστικὰ τοὺς λέει : «συμμερίζομαι μαζί σας τοὺς κατατρεγμοὺς κι ὑπομονετικὰ προσμένω τὸν ἐρχομὸ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ». Ἔχει ἔγνοια, λοιπόν, γιὰ τοὺς ἀδελφούς, ὄντας ὁ ἴδιος ἐξόριστος, στερημένος καὶ ἐν θλίψει. Δὲν κλείνεται στὰ προβλήματά του. Τὰ δικά του βάσανα στὸ ἀφιλόξενο ξερονῆσι τῆς Πάτμου, μὲ τὴ σκληρὴ δουλειὰ στὰ φημισμένα νταμάρια τῆς περιοχῆς καὶ οἱ ἀπαράδεκτες συνθῆκες, στὶς ὁποῖες διαβιοῦν οἱ ἑκάστοτε ἐκτοπισμένοι, δὲν τὸν κάνουν νὰ ἀδιαφορεῖ γιὰ τὰ βάσανα τῶν ἐκκλησιαστικῶν κοινοτήτων, τῶν ὁποίων εἶναι ὁ πνευματικὸς ἡγέτης. Ἀντίθετα τὰ κουβαλάει ἑκουσίως, ὅπως καὶ πρίν. Τώρα, μάλιστα, τὸ βάρος τους θὰ τοῦ εἶναι μεγαλύτερο. Ἀξίζει νὰ ὑπογραμμισθεῖ μιὰ λεπτομέρεια τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ Ἰωάννη, στὴν ὁποία ἁπλῶς ἀναφερθήκαμε πιὸ πάνω. Ὄντας στὸν οὐρανὸ καὶ βλέποντας ὅτι πρὸς στιγμήν κανεὶς δὲν εἶναι ἄξιος οὔτε νὰ δεῖ οὔτε νὰ παραλάβει καὶ νὰ ἀνοίξει τὸ ἐσφραγισμένο βιβλίο ποὺ κρατοῦσε στὸ δεξί του χέρι ὁ καθήμενος ἐπὶ τὸ θρόνο, ὁ Ἰωάννης, ὅπως εἴδαμε, ξεσπάει σὲ πολὺ κλάμα. Τὸ κάνει αὐτὸ ἄραγε γιατί εἶναι ἁπλὰ συναισθηματικὸς ἢ εὐσυγκίνητος; Κι αὐτὸ ἂν συμβαίνει προδίδει κάτι ἀπὸ τὸν χαρακτῆρα του. Ὅμως, τὸ κλάμα τοῦ Ἰωάννη εἶναι μιὰ ἀντίδραση ὄχι γιὰ κάτι προσωπικὸ καὶ στιγμιαῖο. Εἶναι μιὰ ἀντίδραση ποὺ ἔχει νὰ κάνει μὲ τὸ ἐνδεχόμενο, ἂν δὲν βρεθεῖ ἄξιος, νὰ ματαιωθεῖ τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο στὸ διηνεκές. Καὶ σὲ κάθε περίπτωση τὸ κλάμα αὐτὸ εἶναι ἔκφραση πόνου, θλίψης καὶ ἀγωνίᾳς γιὰ τὸν ἄλλον καὶ ἀκόμη καλύτερα γιὰ τὴν καθολικὴ πορεία τοῦ κόσμου. Τὸ ἐπεισόδιο αποδεικνύει ὅτι ἡ καρδιὰ τοῦ Ἰωάννη δὲν εἶναι ἀδιαπέραστη. Παρόμοιες συμπεριφορὲς ἀποδεικνύουν ὅτι αὐτὸς ποὺ τὶς δείχνει δὲν εἶναι ἀσφαλισμένος στὴ βολή του. Δὲν εἶναι σφραγισμένος στὸ «φέρετρο τῆς φιλαυτίας του». Ἀγαπάει τὸν ἀδελφὸ καὶ πονάει γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου καὶ γι’ αὐτὸ εἶναι εὐάλωτος. Μόνο μία εὐάλωτη καρδιὰ ἁρμόζει νὰ χτυπάει στὸν ἱερέα-προφήτη.

3) Ἂν καὶ εἶναι ἐξοστρακισμένος δὲν συνθλίβεται ὑπὸ τὸ βάρος τῶν πολλῶν ἀρνητικῶν παραμέτρων τῆς ἐξορίας, ἀλλὰ παραμένει ὁραματιστής. Σημαντικὴ πτυχὴ τῆς προσωπικότητας τοῦ Ἰωάννη, παραπλήσια μὲ τὴν προηγούμενη ἀλλὰ μὲ ἰδιαίτερη δυναμική, εἶναι ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ αἰσιοδοξία μέσα στὶς πολλὲς ἀντιξοότητες. Καὶ αὐτὴ ἡ πτυχὴ συνιστᾷ ἐνδιαφέρον πρότυπο ἱερατικοῦ «εἶναι» καὶ ἱερατικῆς συμπεριφορᾶς. Ἡ ἐξορία, ὁ ἐκτοπισμός, ἡ στέρηση τῶν ἀγαπημένων του καὶ οἱ δυσμενεῖς συνθῆκες παραμονῆς στὴν Πάτμο δὲν τὸν συνθλίβουν, οὔτε τὸν ὁδηγοῦν στὴ μιζέρια ἢ τὸν ἀρνητισμό. Δὲν γίνεται γεώτροπος. Δὲν χάνει τὴν ἀξιοπρέπειά του. Δὲν ξεχνᾷ τὸν οὐρανό. Βλέπει «θύρα ἠνεωγμένη ἐν τῷ οὐρανῷ». Ἀνέρχεται σ’ αὐτὸν τροπικά. Γνωρίζει τὴν ἀπεραντοσύνη του. Θεᾶται τὴν ἄλλη, τὴν ἀθέατη ὄψη τῶν πραγμάτων καὶ τῆς ἱστορίας. Θεολογεῖ καὶ στοχάζεται ὡς πνευματικὸς ἄνθρωπος. Ἔχει ὁραματισμούς. Διαβάζει κανεὶς ἐπιστολὲς φυλακισμένων ἢ ἐκτοπισμένων τῆς ἐποχῆς του Ἰωάννη, τὶς ὁποῖες ἀπευθύνουν πρὸς συγγενεῖς καὶ φίλους καὶ αἰσθάνεται μέσα σ’ αὐτὲς τὴν ἀπόγνωση, τὴν ἐγωκεντρικότητα, τὴν ἔκφραση ἔντονων παραπόνων, τὴν ἀγανάκτηση, τὴν ἀπελπισία, τὴν αἴσθηση ἀδικίας καὶ ἕνα πλῆθος ἀπὸ ἄλλα ἀρνητικὰ αἰσθήματα τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν ποὺ εὔλογα δημιουργεῖ σ’ αὐτοὺς ἡ φυλακὴ καὶ ἡ ἐξορία. Σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ὁ Ἰωάννης, ὅπως πρωτύτερα ὁ φυλακισμένος Παῦλος, ξεπερνάει τὶς συνθῆκες τῆς φυλακῆς καὶ αἴρεται πάνω ἀπὸ τὰ συνήθη συναισθήματα ποὺ αὐτὴ προκαλεῖ. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐλπίζει. Δὲν φοβᾶται. Χαίρεται. Προσεύχεται. Ἄδει. Παραινεῖ. Μὲ ἕνα λόγο ὁραματίζεται. Ἔχει εὐρεῖς καὶ ἀνοιχτοὺς ὁρίζοντες καὶ γι’ αὐτὸν τὸν ἴδιο καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους.

4) Εἶναι ὑψιπέτης Θεολόγος, ὅμως ὄχι αἰθεροβάμων καὶ ἄνευρος στοχαστής. Ὅπως πρὶν στὸ ὁμώνυμο εὐαγγέλιό του, ἔτσι καὶ στὴν Ἀποκάλυψη ὁ Ἰωάννης ἀποδεικνύεται θεολόγος μὲ ἰδιαίτερο ὕψος καὶ εὖρος. Ὅμως, ἡ ὑψηλὴ θεολογία του καὶ ὁ στοχασμός του δὲν εἶναι ἀνεδαφικοὶ ρεμβασμοί. Ἡ θεολογία του ἀγκαλιάζει τὸν κόσμο καὶ τὴν ἱστορία του, ἡ ὁποία συχνὰ εἶναι αἱμάτινη. Ἔτσι, ἐνῷ θεολογεῖ ὡς ὑψιπέτης ἀετός, ταυτόχρονα πατάει γερὰ στὴ γῆ ἀσκώντας, ὅπως φαίνεται κυρίως στὰ κεφάλαια 2 καὶ 3, διοίκηση μὲ ὑψηλὴ αἴσθηση εὐθύνης καὶ ὑποδεικνύοντας στάσεις ζωῆς στὰ καθημερινά. Ἡ πνευματικότητά του ἐξάλλου δὲν τὸν καθιστὰ πλαδαρὸ καὶ ἄνευρο. Τὸ βιβλίο ποὺ γράφει εἶναι στὸ ἔπακρο ἀγωνιστικό. Ἐμπνέει ἀγωνιστικὸ φρόνημα. Ἐναντίον πολλαπλῶν μετώπων: τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, τῆς ἰουδαϊκῆς πολεμικῆς καὶ κατασυκοφάντησης, τῆς Γνωστικῆς αἱρετικῆς προπαγάνδας, τῆς ἕρπουσας στὶς κοινότητες προφητικῆς κρίσης, σὲ πρακτικὲς μαγείας κ.λ.π.

5) Εἶναι διδάσκαλος τοῦ ἀγῶνα ἀλλὰ καὶ τῆς μετάνοιας. Ὁ Ἰωάννης κι ὅταν ὑποδεικνύει ἀγωνιστικότητα κι ὅταν ἀκόμη ἀπειλεῖ καταστροφὲς κατὰ τῶν ἀσεβῶν ἢ τῶν ἐχθρῶν τῆς Ἐκκλησίας στὸν καιρό του, μένει φιλάδελφος μὲ τὸ νὰ συνιστᾷ κατ’ ἐπανάληψη πρὸς ὅλους μετάνοια, ἱκανὴ νὰ μεταβάλλει ἢ καὶ νὰ ἀνατρέψει ἀκόμη καὶ τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνοι, ὅμως, τὴν ἀρνοῦνται. Βλασφημοῦν τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Καὶ πάλι, ὅμως, ὁ Ἰωάννης χωρὶς ἐκδικητικὲς τάσεις ἐκφράζει τὴ φιλάδελφη διάθεσή του μὲ μιὰ εὐδιάκριτη ἀρχὴ ἤ τακτικὴ ποὺ ἀκολουθεῖ τρεῖς τουλάχιστον φορὲς στὴν ἔκθεση τῶν γεγονότων ποὺ περιγράφει. Πρόκειται γιὰ τὴν ἀρχὴ τῆς ἐπιβράδυνσης τῆς περιγραφῆς τῆς κρίσης. Μὲ ἄλλα λόγια, ἐνῷ τρεῖς φορὲς φτάνει ὥς τὰ πρόθυρα τῆς κρίσης, τὴν ὁποία καὶ προανακρούει, τελικὰ δὲν τὴν παρουσιάζει πλήρως. Δὲν τὴν ἐμφανίζει πραγτῆς κρίσης, παρουσιάζονται ἢ λειτουργικές –φωτεινὲς σκηνὲς ἢ γενικὰ σκηνὲς ποὺ δὲν ἀναφέρονται ἀποκλειστικὰ στὴν κρίση. Ἐνῷ δηλαδὴ εἶναι ἐσχατολογικὰ προσανατολισμένος ἀπωθεῖ ὁλοένα τὴ διήγηση τῆς κρίσης πρὸς τὶς ἐσχατιὲς τοῦ βιβλίου του, υἱοθετώντας, κατὰ κάποιο τρόπο, τὴ φιλάνθρωπη ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ ἀναβολὴ καὶ καθυστέρηση τῆς κρίσης. Θὰ ἔλεγε κανεὶς ὅτι, ὡς προφήτης, ὁ Ἰωάννης ἐνδιαφέρεται νὰ προβάλει τὴν ἀνάγκη γιὰ τὴν ἐν μετανοίᾳ πορεία τοῦ ἀνθρώπου ἐντός της ἱστορίας, παρὰ γιὰ τὴν ἴδια τὴν κρίση.

6) Ἂν καὶ εἶναι ἡγέτης μὲ διοικητικὰ δικαιώματα ἡ ἱερωσύνη του ἔχει κυρίως προφητικὴ καὶ χαρισματικὴ διάσταση. Ὁ Ἰωάννης εἶναι μὲν μιὰ πολυδύναμη ἐκκλησιαστικὴ προσωπικότητα (ἀπόστολος, προφήτης, πνευματικὸς πατέρας, ἡγέτης καὶ ὑπεύθυνος ὅλων τῶν κοινοτήτων) ἡ συμπεριφορὰ του, όμως, καὶ ὁ λόγος του δὲν λειτουργοῦν ὡς ἐξουσία καὶ ἰσχὺ ἀλλὰ ὡς λόγος ἀγάπης καὶ δικαιοσύνης, ὡς πράξη διακονίας καὶ προσφορᾶς. Τὸ ἱερατικὸ πρότυπο ποὺ εἰσηγεῖται διαχρονικὰ εἶναι τὸ πρότυπο τῆς προφητικῆς ἱερωσύνης · τὸ δὲ ἔργο του εἶναι ἕνα ὡραῖο καὶ ἐλπιδοφόρο «ὅραμα λατρείας, μάχης καὶ νίκης»

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...