/*--

Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Η θεραπευτική της κενοδοξίας

   
Περιγράφοντας την κενοδοξία, είδαμε, ότι αποτελεί ένα πάθος ιδιαίτερα λεπτό, δύσκολο ν' αναγνωριστεί και ικανό να περιβάλλεται πολλές μορφές και να επιτίθεται στον άνθρωπο από πολλές πλευρές. Ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης τη θεωρεί ως την πιο δύσκολη και επικίνδυνη απ’ όλες τις παγίδες.

Η θεραπευτική έναντι της συγκεκριμένης πνευματικής νόσου αποδεικνύεται λοιπόν ότι είναι εξαρχής ιδιαίτερα λεπτή: και τόσο περισσότερο μάλιστα, καθώς το πάθος τροφοδοτείται ακόμη και απ’ όσα κάνουμε για να το πολεμήσουμε και ενισχύεται από την ήττα και την καταστροφή του, όπως εξηγεί ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός: Όλα τα κακά εξασθενούν μόλις κυριαρχήσουμε σ' αυτά και όταν ηττηθούν αποδυναμώνονται μέρα με τη μέρα. Η κενοδοξία, μόλις νικηθεί (από κάποιον), ανορθώνεται και επανέρχεται για να τον πολεμήσει αγριότερα και ενώ τη θεωρούμε αδύναμη και μισοπεθαμένη, αυτή μπροστά στο κατώφλι του θανάτου αναλαμβάνει τις δυνάμεις της. Οι υπόλοιπες κακίες προσβάλλουν γενικά μόνο όσους έχουν ήδη νικηθεί— όμως αυτή εδώ καταδιώκει σκληρότερα τους νικητές της, και όσο δυναμικότερα την πιέζει και τη στριμώχνει κάποιος, τόσο περισσότερο επωφελείται η κενοδοξία από την έπαρση και την αλαζονία του νικητή της, ώστε να (του) αντεπιτεθεί βιαιότερα. Έτσι η κενοδοξία εξαπατά ανελέητα όσους δεν περιμένουν την επίθεσή της και δεν παίρνουν τα μέτρα τους. 

Εκείνος που αναλαμβάνει τη θεραπευτική της κενοδοξίας θα πρέπει λοιπόν να δείχνει από την αρχή ως το τέλος μεγάλη πνευματική διάκριση και συνεχή νήψη και εγρήγορση (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΑΖΗΣ, Επιστολή). Η λεπτομερής γνώση του πάθους, των πολλών μορφών του, των ελιγμών και των παγίδων του αφενός, και η συνειδητοποίηση των τρόπων και των μεθόδων που θα μας επιτρέψουν να ματαιώσουμε τις πανουργίες του αφετέρου, συνιστούν εξαρχής θεμελιώδες στοιχείο της προφύλαξης και της θεραπευτικής— αυτό ακριβώς, οι Πατέρες κρίνουν ως απαραίτητο να θέσουν στη διάθεση όσων προσέρχονται να μάθουν απ’ αυτούς για το πάθος, όπως υπογραμμίζει ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός: Όπως οι πιο έμπειροι ιατροί δεν ικανοποιούνται γενικά με την ίαση των παρόντων νοσημάτων αλλά, με τη σοφή πείρα τους, προγιγνώσκουν τις επικείμενες νόσους και δρουν προληπτικά με συνταγές και φάρμακα σωτήρια, για τη ζωή και την υγεία, παρόμοια πράττουν και οι αυθεντικοί ιατροί των ψυχών: μέσα από την πνευματική έντευξη [Σ.τ.μ.: Συνάντηση και συζήτηση] που λειτουργεί ως ένα ουράνιο αντίδοτο, κατανικούν εκ των προτέρων τις ασθένειες της καρδίας πριν αυτές εμφανιστούν και αποδεχόμενοι την ανάπτυξή τους μόνο στο νου των νέων, τους αποκαλύπτουν και την αιτία των παθών που τους απειλούν και τα φάρμακα που τους δίνουν την υγεία. Ενώ τους παρουσιάζουν τις πλάνες και τις απάτες όλων των παθών, και εκείνες που αφορούν στους αρχάριους και όσες αναφέρονται στους ζηλωτές, οι νέοι διδάσκονται τα μυστικά των αγώνων τους, τους οποίους βλέπουν σαν μέσα από καθρέφτη— πληροφορούνται επίσης τις αιτίες και τα φάρμακα των κακιών από τις οποίες κλονίζονται και γνωρίζουν επιπλέον, πριν να εμφανιστούν, με ποιο τρόπο πρέπει να τους προειδοποιήσουν για τους μελλοντικούς αγώνες και πως να τις αντιμετωπίσουν ως μαχητές.

Ο άνθρωπος θα κινητοποιηθεί να παλέψει εναντίον του συγκεκριμένου πάθους, αν συνειδητοποιήσει τους κινδύνους στους οποίους τούτο τον εκθέτει. Ιδιαίτερα σημαντικός είναι αυτός της απώλειας όλων των ωφελειών που του έχουν πορίσει οι θλίψεις και οι πόνοι που έχει μέχρι τότε υποστεί, καθώς και του συνόλου των αρετών που έχει καταφέρει ν' αποκτήσει. Απειλείται ακόμη να δει τελικά τον εαυτό του να εκμηδενίζεται σύμφωνα με το λόγο του Ψαλμωδού: «Ο Θεός διεσκόρπισεν οστά ανθρωπαρέσκων» (Ψαλμ. 52, 6). Να με ποιο τρόπο συμβάλλουν στον αγώνα η νοερά προσευχή και ο φόβος της θείας κρίσης για την παρούσα και τη μέλλουσα ζωή ). Την κρίση τούτη αποκαλύπτει ειδικότερα και ο λόγος του Χριστού: «Ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται» (Λουκ. 14, 11— 18, 14). Ο άνθρωπος που επιθυμεί να νικήσει το συγκεκριμένο πάθος, οφείλει ν' αναγνωρίσει τη ματαιότητα της ανθρώπινης, εγκόσμιας και επίγειας δόξας, γιατί η κενοδοξία είναι η αναζήτηση μιας τέτοιας δόξας. Πρέπει να κατανοήσει πόσο σαθρά είναι τα θεμέλιά της και πόσο μηδαμινοί είναι οι στόχοι της, όπως πολλές φορές υπογραμμίζουν οι Πατέρες  Ο θάνατος αποκαλύπτει όλο το μέτρο της ματαιότητας και μηδαμινότητας των ανθρώπινων πραγμάτων, που αποτελούν αντικείμενο του πάθους, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί την καθοριστική στιγμή που η κρίση του Θεού σημαίνεται στον άνθρωπο. Να γιατί η «μνήμη θανάτου» αποτελεί ένα ακόμη δραστικό και αποτελεσματικό όπλο εναντίον του πάθους της κενοδοξίας. Με δεδομένο ότι η κενοδοξία επιζητεί την τιμή, τη δόξα, τη διασημότητα, το να καταστεί το άτομο κέντρο της προσοχής, αρμόζει η παραίτηση απ' ό,τι είναι δυνατόν ν' αποτελεί πηγή ή αιτία εκδήλωσής της. Πρέπει ν' αποφεύγεται ότι βρίσκεται ολοφάνερα υπό την κυριαρχία της  και συνιστά αρνητικό παράδειγμα. Πρέπει ο άνθρωπος ν' αρνηθεί για τον εαυτό του κάθε τιμητικό αξίωμα που του προσφέρουν οι συνάνθρωποί του— ιδιαίτερα εξαιτίας του γοήτρου ή της δύναμης που παρέχει μια τέτοια ιδιότητα. Οφείλει ακόμη ν' αποκρούσει κάθε διάκριση δεκτική, να ελκύσει το θαυμασμό, τον έπαινο ή το εγκώμιο. Για ν' αντιμετωπίζεται η κενοδοξία ως επιθυμία του ανθρώπου ν' αναγνωρίζεται και να τράβα την προσοχή, πρέπει αυτός να απέχει από οτιδήποτε είναι δυνατό να τον κάνει κέντρο της προσοχής, δηλαδή από λόγους, πράξεις και συμπεριφορές Όποιος επιθυμεί ν' απελευθερωθεί από την κενοδοξία οφείλει να κάνει ότι μπορεί ώστε να γίνεται ή να παραμένει αφανής και άσημος μεταξύ των ανθρώπων, Είναι δυνατόν επίσης να συμβάλλουν στην προσπάθεια του, η επιλογή μιας ταπεινής θέσης ή ιδιότητας, καθώς επίσης και η αναζήτηση της ησυχίας.

Είδαμε ότι η κενοδοξία αφορά στην άνοδο όχι μόνο στα γήινα «αγαθά» αλλά και στα πνευματικά αγαθά, και στο δοξασμό ενώπιον των άλλων ή του εαυτού του για την άσκηση και τις αρετές του. Πρόκειται για τη λεπτότερη και φοβερότερη μορφή του πάθους, που αδιάκοπα καιροφυλακτεί τον πνευματικό άνθρωπο. Πρέπει να καταπολεμηθεί με πολλούς τρόπους. Έναντι των άλλων ανθρώπων των οποίων η κενοδοξία προσδοκά το θαυμασμό και το εγκώμιο, επιβάλλεται να κρύβει την άσκηση και τις αρετές που έχει, καθώς και τις πράξεις που τις φανερώνουν  . Με αυτή τη σημασία ο Αγιος Μάξιμος γράφει: «Κενοδοξίαν αναιρεί η κρυπτή εργασία». Και αλλού συμπληρώνει: «Ου μικρός αγών κενοδοξίας απαλλαγήναι— απαλλάττεται δε τις δια κρυπτής των αρετών εργασίας. Οφείλει κάποιος να επαγρυπνεί, ελέγχοντας με επιμέλεια τη συμπεριφορά και τους λόγους του, ώστε να μη αφήσει να φανερωθεί τίποτε από την εσωτερική κατάστασή του και να μη αποκαλύψει τίποτε από την πνευματική ζωή του. Γι' αυτό το λόγο ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης (Κλίμαξ) συμβουλεύει: «Γίνου σπουδαίος [Σ.τ.μ.: Ο δραστήριος, αυτός που εργάζεται με ζήλο] ψυχή, μηδόλως σώματι τούτο εμφαίνων— μη σχήματι— [Σ.τ.μ.: Η όψη, το ύφος, οι κινήσεις] μη λόγω— μη αινίγματι [Σ.τ.μ.: Νύξη, υπαινιγμός, υπονοούμενο]»— «όπου δ' αν πορεύση, την σεαυτού πολιτείαν αποκρύπτης». Αλλού γράφει: «Αρχή ακενοδοξίας, φυλακή στόματος». Τούτο συνεπάγεται πολύ περισσότερο την άρνηση της διδασκαλίας των άλλων και ακόμη του κηρύγματος του θείου λόγου, όπως υπογραμμίζει ο Αγιος Μακάριος ο Μέγας (Ομιλία (Συλλογή ΙΙ)): «Και ει από χάριτος λαλεί [τις], και αναγκάζεται υπό τινος κηρύσσειν τον λόγον, αυτός οφείλει αηδίζεσθαι [Σ.τ.μ.: Αποστρέφομαι, επειδή αισθάνομαι δυσφορία, απέχθεια, αηδία] και φεύγειν ως από πυρός και αντιτάσσεσθαι τω νω, ώστε επέχειν αυτόν, ίνα μη δια του λόγου αυτού ευρεθή κενοδοξών». Και αναφέρει το παράδειγμα του Μωϋσή που, κεκλημένος από τον ίδιο το Θεό να κηρύσσει το λόγο στο Ισραήλ, «παρητήσατο λέγων ότι "ουκ ειμι ικανός λαλήσαι" (πρβλ. Έξοδ. 4, 10). Ομοίως και Ιερεμίας [...] παρητήσατο λέγων "νεώτερος ειμι και ου δύναμαι" (πρβλ. Ιερεμ. 1, 6). Και ο Παύλος δέ φησιν "[...] ει άκων [τούτο πράττω], οικονομίαν πεπίστευμαι" (Α' Κορ. 9, 17)». Στα Αποφθέγματα συναντάμε αμέτρητα παραδείγματα Πατέρων, οι οποίοι αρνούνται να ομιλούν ή δεν απαντούν στα ζητήματα που θέτουν όσοι έρχονται να τους ερωτήσουν κάτι παρά μόνο αφού εκείνοι επιμένουν επί πολύ και έντονα.

Όποιος θέλει να νικήσει την κενοδοξία οφείλει όχι μόνο να κρύβει τις αρετές και τη σοφία του, αλλά ακόμη να μη κρύβει τα σφάλματά του από τους άλλους, με την προϋπόθεση ωστόσο ότι τούτο δεν θα τους προκαλέσει ζημιά ή βλάβη. Στην προοπτική αυτή κινούμενος ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης (Κλίμαξ) συμβουλεύει: «Μη κρύπτε σην αισχύνην, [Σ.τ.μ.: Το ταπεινωτικό, ντροπιαστικό λάθος] δια το δοκείν [Σ.τ.μ.: Με το πρόσχημα] μη διδόναι πρόσκομμα [Σ.τ.μ.: Αιτία σκανδάλου] λοιπόν δε και προς το είδος [Σ.τ.μ.: Ανάλογα με τη φύση] του σφάλματος ου τη αυτή εμπλάστρω [Σ.τ.μ.: φάρμακο] ίσως χρήσασθαι δει». Γενικά, και αυτό είναι βασικό φάρμακο εναντίον της κενοδοξίας, ο άνθρωπος οφείλει ν' αποδέχεται τις ταπεινώσεις και ακόμη να επιζητεί ότι είναι δεκτικό να του αποφέρει την περιφρόνηση. «Αρχή ακενοδοξίας [...] ατιμίας [Σ.τ.μ.: >ς αρετή, το να δέχεται κάποιος ύβρεις, ονειδισμούς, καταισχύνη και ταπεινώσεις] αγάπη», γράφει ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης (Κλίμαξ). Ένας Γέροντας λέγει: Αν ο διάβολος έρχεται για να σε παρασύρει στην κενοδοξία, κάνε κάτι ή τήρησε μια στάση μπροστά στους ανθρώπους ώστε να σε περιφρονήσουν. Γιατί να το ξέρεις καλά, ο Σατανάς ποτέ δεν λυπάται τόσο, όπως όταν ο άνθρωπος επιθυμεί την ταπείνωση και την περιφρόνηση ,. Και ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης (Κλίμαξ) παρατηρεί ότι «χαίρει γαρ [ο Θεός] ορών ημάς ατιμία προστρέχοντας, ίνα την ματαίαν οίησιν θλίψωμεν και πλήξωμεν και απολέσωμεν». Ο ίδιος αποκαλύπτει ότι ορισμένοι ηγούμενοι ή πνευματικοί Πατέρες οδηγούν οι ίδιοι στην ταπείνωση όσους δεν το κάνουν μόνοι τους με σκοπό να τους θεραπεύσουν από την κενοδοξία: «Επάν τινος [των αδελφών] ο ιατρός [Σ.τ.μ.: Ο Γέροντας της Μονής] φιλενδείκτας [Σ.τ.μ.: Όσοι αγαπούν και επιδιώκουν την επίδειξη] προς την των κοσμικών εν τη μονή επιδημίαν εσημειούτο, τούτους εσχάταις ύβρεσι και διακονίας ατιμοτέραις περιέβαλλεν εκείνων ενώπιον». Η εξουθένωση και ο ονειδισμός είναι επίσης δυνατόν να χρησιμοποιηθούν για τον ίδιο σκοπό από τον ίδιο το Θεό, όπως σημειώνει και πάλι ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης (Κλίμαξ): «Πολλάκις ο Κύριος τους κενόδοξους δι' ατιμίας επισυμβαινούσης εις ακενοδοξίαν κατέστησεν». Ο άνθρωπος οφείλει να διακρίνει επίσης στις διάφορες ατιμίες που υφίσταται (περιφρονήσεις, προσβολές κ.λπ.) τα φάρμακα της θείας Πρόνοιας, και το πρόσωπο αυτού που τον πίκρανε, τον έβλαψε, τον περιφρόνησε ή τον προσέβαλε σαν ένα ιατρό που του φανέρωσε την αρρώστεια του και του προσέφερε τα μέσα για να θεραπευτεί από την κενοδοξία. Έτσι ένας Πατέρας συμβουλεύει: Αν κάποιος διατηρεί στη μνήμη του τη θύμιση ενός αδελφού που τον έθλιψε, τον πλήγωσε ή τον χλεύασε, οφείλει να τον θυμάται σαν ένα ιατρό σταλμένο από το Χριστό και να τον θεωρεί ως ευεργέτη. Γιατί αν πικραίνεσαι κάτω από αυτές τις περιστάσεις, άρρωστη είναι η ψυχή σου. Πραγματικά αν δεν ήσουν ασθενής δεν θα υπέφερες.

Οφείλεις λοιπόν ευχαριστίες στον αδελφό σου γιατί χάρη σ' αυτόν γνωρίζεις την αρρώστια σου— πρέπει να προσεύχεσαι γι' αυτόν και να δέχεσαι ό,τι προέρχεται απ' αυτόν σαν φάρμακο σταλμένο από τον Κύριο σε σένα. Αν, αντίθετα, θυμώσεις εναντίον του, είναι σαν να έλεγες στον Ιησού: «9εν θέλω να πάρω τα φάρμακά σου, προτιμώ τη γάγγραινα που απλώνεται στις πληγές μου» . Και ακόμη περισσότερο: Αν επιθυμείς να θεραπευτείς από τις φοβερές τούτες πληγές της ψυχής, πρέπει ν' αντέξεις ότι σου ορίσει ο γιατρός. Πραγματικά, ο σωματικά ασθενής δεν υπομένει ευχάριστα τον ακρωτηριασμό ή τη λήψη καθαρτικού— διατηρεί ακόμη κακή ανάμνηση αυτών, εντούτοις πεπεισμένος ότι δίχως αυτή την αγωγή δεν είναι δυνατόν να ελευθερωθεί από την αρρώστια του, υποφέρει ότι του ορίσει ο γιατρός. Γνωρίζει ότι με μια μικρή ενόχληση θα απαλλαγεί από μια μακρόχρονη νόσο. Όταν σε προσβάλλουν ή σε αδικούν, το καυστικό φάρμακο του Ιησού, σε απελευθερώνει από την κενοδοξία. Σε ό,τι τον αφορά ο ίδιος παρατηρεί: 9εν ανταποδίδω κατηγορίες σ' όσους με μέμφονται, ευεργέτες μου τους αποκαλώ και δεν διώχνω τον ιατρό των ψυχών που παρέχει φάρμακο ταπείνωσης στην ακάθαρτη και υπερήφανη ψυχή μου.

Ο άνθρωπος που θεραπεύεται από την κενοδοξία εμφανίζε συγκεκριμένες ενδείξεις: δεν δοκιμάζει πόνο όταν ταπεινώνεται δημοσίως , δεν διατηρεί μνησικακία εναντίον εκείνου που τον προσέβαλε, τον περιφρόνησε, τον εξύβρισε, που τον κακολόγησε ή εξακολουθεί να τον κακολογεί ,. Αντίθετα τον ευχαριστεί ωσάν να επρόκειτο για ευεργέτη του, σύμφωνα με το παράδειγμα του Γέροντα που αναφέρθηκε προηγουμένως. Στην προοπτική τούτη είναι δυνατόν να κατανοηθεί η διαβεβαίωση του Αγίου Μαξίμου (Αγάπης εκατοντάς): «Η εις τον πλησίον [αγάπη] ποιεί καταφρονείν δόξης». Στο μέτρο που ο άνθρωπος αναζητεί την κοσμική δόξα, το θαυμασμό ή έστω και την εκτίμηση των άλλων, η αποδοχή ή ακόμη και η εκζήτηση των ταπεινώσεων τον θεραπεύει από την κενοδοξία. Η τελευταία αποτελεί επίσης πάθος στα πλαίσια του οποίου ο άνθρωπος αυτοεκτιμάται, αυτοθαυμάζεται, αυτοβραβεύεται και αυτοδοξάζεται στα μάτια του. Για να την καταπολεμήσει στο συγκεκριμένο επίπεδο, ο άνθρωπος οφείλει πρωτίστως ν' αγνοεί την άσκηση και τις αρετές του και να κρύβει από τα μάτια του ό,τι καλό έχει και ό,τι αγαθό πράττει. Ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επισημαίνει ότι ο Χριστός «[...] καθαψάμενος αυτών [Σ.τ.μ.: Των κενοδόξων]  διορθούται πάλιν την τα τοιαύτα νοσούσαν γνώμην [κελεύων]:"[...] μη γνώτω [...] η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου" (Ματθ. 6, 3)» . Αφότου ο άνθρωπος έχει επιτελέσει πλήρως το θέλημα του Θεού, όφειλε σύμφωνα με την εντολή του Χριστού (Λουκ. 17, 10), να θεωρεί τον εαυτό του ως αχρείο δούλο, που δεν έχει πράξει τίποτε περισσότερο από εκείνα που έπρεπε να κάνει: η τοποθέτηση αυτή αποτελεί ένα ακόμη τρόπο αποφυγής της κενοδοξίας , σύμφωνα με τους Πατέρες. Προηγείται όμως τούτων, η υποχρέωση του ανθρώπου να δοκιμάζει τη συνείδησή του και να εξετάζει σε ποιο βαθμό απέχει από την επιτέλεση όλων των εντολών ). Προηγείται επιπλέον και η ανάμνηση των αμαρτιών του και το πένθος γι' αυτές— έτσι θα υποτάξει την κενοδοξία τόσο σε σχέση με τον εαυτό του όσο και σε σχέση με το συνάνθρωπό του. «Εάν εννοώμεν συνεχώς τα ημαρτημένα ημίν, ουδέν ημάς επάραι των έξωθεν δυνήσεται, ου πλούτος, ου δυναστεία, ουκ αρχή, ου τιμή, αλλά καν εις αυτό το όχημα το βασιλικόν καθίσωμεν, στενάξομεν πικρόν», επισημαίνει ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (Εβραίοι-ομιλία). Και ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης (Κλίμαξ) συμβουλεύει: «Όταν οι επαινέται [...], επαινείν ημάς άρξωνται, του πλήθους των ανομιών ημών κατά νουν συντόμως μνημονεύσωμεν, και ευρήσομεν εαυτούς αναξίους των λεγομένων ή πραττομένων».

Ας σημειώσουμε λοιπόν την καθοριστική σημασία που έχει η προσευχή για τη θεραπεία της κενοδοξίας  όπως και κάθε άλλου πάθους. Μέσω της προσευχής ο άνθρωπος δέχεται τη βοήθεια του Θεού χωρίς την οποία είναι ανίσχυρος να νικήσει το οποιοδήποτε πάθος. Στην περίπτωση όμως της κενοδοξίας λαμβάνει και την απαραίτητη γι' αυτόν διάκριση, ώστε να εξουδετερώσει όλες τις παγίδες που το πάθος απλώνει στην πορεία του. Η προσευχή, του επιτρέπει εξίσου ν’ αποχωριστεί από τον κόσμο αυτό, - ο οποίος είναι αντικείμενο της κενοδοξίας -, και να προσκολληθεί στο Θεό. Του δίνει επιπλέον τη δυνατότητα να Τον δοξολογεί, αναγνωρίζοντας ότι «Αυτώ πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις». Έχουμε επισημάνει ότι η ανθρώπινη και η θεία δόξα είναι ανταγωνιστικές και η μία αποκλείει την άλλη. Ο άνθρωπος οφείλει να απαρνηθεί την κάθε ανθρώπινη δόξα, ώστε να προσεγγίσει τη θεία δόξα, που αποτελεί τον προορισμό της φύσης του. Όσο παραμένει προσκολλημένος στην εγκόσμια δόξα, δεν μπορεί με κανένα τρόπο να ευφρανθεί την ουράνια δόξα. «Ώσπερ ου τίκτει πυρ χιόνα, ούτως ουδέ ο την ενταύθα ζητών τιμήν, της εκεί απολαύσεται», σημειώνει ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης (Κλίμαξ). Γι’ αυτό το λόγο η ταπεινοφροσύνη συνιστά την απολύτως αναγκαία οδό, την καθοριστική προϋπόθεση ώστε να κοινωνεί ο άνθρωπος της θείας δόξας. Με αυτή την έννοια, ένας Γέροντας συμβουλεύει: Αν θέλεις να γνωριστείς από το Θεό, ν' αγνοηθείς από τους ανθρώπους . Είδαμε ότι ο άνθρωπος τείνει εκ φύσεως προς τη δόξα— όμως η δόξα του Θεού είναι η μόνη που του αρμόζει πραγματικά. Οφείλει έτσι να δοξάζεται αποκλειστικά εν τω Θεώ, σύμφωνα με το λόγο του Αποστόλου Παύλου: «Ημείς [...] καυχώμενοι εν Χριστώ Ιησού και ουκ εν σαρκί πεποιθότες» (Φιλιπ. 3, 3) και την υπόσχεση του Θεού: «Τους δοξάζοντάς με δοξάσω» (Α' Βασιλ. 2, 30). Την αναζήτηση της «κατά την σάρκα καυχήσεως» (πρβλ. Β' Κορ. 11, 18) οφείλει να την αντικαταστήσει με την εκζήτηση «της δόξης της παρά του μόνου Θεού» (πρβλ. Ιωάν. 5, 44). Έτσι ο Ωριγένης (Περί ευχής) συμβουλεύει: «Dέον δε [...] πάσης της παρά ανθρώπων δόξης [...] καταφρονείν και ζητείν την κυρίαν δόξαν και αληθή την από του μόνου τον της δόξης άξιον πρεπόντως εαυτώ υπέρ την αξίαν του δοξαζομένου δοξάζοντος». Όσο περισσότερο τείνει ο άνθρωπος στη θεία δόξα, τόσο περισσότερο αδιαφορεί για την ανθρώπινη. Να γιατί η αγάπη του Θεού και της δόξας Του εμφανίζεται ως μέσο απελευθέρωσης της ψυχής από την κενοδοξία. Συμβουλεύει σχετικά ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης (Κλίμαξ): «Της άνω δόξης σπουδάσωμεν γεύσασθαι— εκείνης γαρ γευσάμενος πάσης της επιγείου καταφρονήσει». δεν στερείται αλήθειας η διαπίστωση ότι η ταπεινοφροσύνη αποτελεί το ειδικό αντίδοτο της κενοδοξίας. Έτσι ο Αγιος Δωρόθεος Γάζης (Διδασκαλία) γράφει: «Ο Χριστός εστιν ο ιατρός των ψυχών ημών, και πάντα γινώσκει και αρμόδιον εκάστω πάθει παρέχει το φάρμακον— οίον τι λέγω— Τη κενοδοξία τας περί ταπεινοφροσύνης εντολάς». Την ίδια συμβουλή δίνει και ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός ιδιαίτερα ως προς την κενοδοξία:

Εφαρμόστε λοιπόν στο μέλος ή στο τμήμα της ψυχής σας, που είπαμε ότι είναι καίρια πληγωμένο, το φάρμακο της αληθινής ταπεινοφροσύνης. Ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης (Κλίμαξ) γράφει: «Όταν μεν γαρ εν ημίν ο της οσίας ταύτης [αμπέλου] [Σ.τ.μ.: Ο συγγραφέας της Κλίμακος αναφέρεται στην ταπεινοφροσύνη] επανθείν άρξηται βότρυς, μισούμεν ευθέως [...] πάσαν ανθρωπίνην δόξαν και ευφημίαν». Και ο Αγιος Μάξιμος (Αγάπης εκατοντάς) λέγει: «Η ταπείνωσις [...] κενοδοξίας τον νουν ελευθεροί». Θα δούμε στη συνέχεια ότι πολλοί από τους τρόπους που συνιστούν οι Πατέρες στον αγώνα εναντίον της κενοδοξίας είναι ταυτόχρονα και μέσα που προτείνουν για την απόκτηση της ταπεινοφροσύνης.
  
(Απόσπασμα από το βιβλίο «Η ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ Τ ΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚ ΩΝ ΝΟΣΗΜΑΤ ΩΝ:
Εισαγωγή στην ασκητική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας», JEAN CLAUDE LARCHET

πηγή : Καλωσήλθατε ::: Alopsis :::  

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...