/*--

Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

Κανονική Παράδοση και Λατρεία

   
«Τάξις συνέχει πάντα, καὶ τὰ ἐπουράνια ἀλλὰ καὶ τὰ ἐπίγεια». Μὲ αὐτὴ τὴν ἀποφθεγματικὴ ρήση, ποὺ ἔχει τὶς καταβολές της στὴν ἀρχαιοελλη-νικὴ φιλοσοφικὴ σκέψη καὶ ποὺ στὴ συνέχεια ἀναπαράγεται καὶ ἀναπτύσσεται θεολογικὰ ἰδίως στὰ Ἀρεοπαγιτικὰ συγγράμματα, ἀρχίζει τὸ ἑρμηνευτικὸ σχόλιό του ὁ Βαλσαμὼν στὸν 34ο ἀποστολικὸ κανόνα, σὲ ἕνα κανόνα ὁ ὁποῖος κατὰ βάση ἔχει διοικητικὸ περιεχόμενο. Ἡ διάρθρωση καὶ ἡ λειτουργία τῆς ἐπαρχιακῆς συνόδου ἔχουν θεμελιῶδες ἐκκλησιολογικὸ ὑπόβαθρο τὴν ἁρμονικὴ σχέση μεταξὺ τοῦ Πρώτου, τῆς κεφαλῆς δηλ. τῆς συνόδου, καὶ τῶν ὑπολοίπων μελῶν της. Ἡ ἁρμονικὴ σχέση ἀποβλέπει στὸν δοξασμὸ τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ πηγή, ἡ ἔκφραση καὶ ἡ συνισταμένη τῆς τάξεως. Τὸ ἐπίγειο θυσιαστήριο καὶ ὡς προέκταση αὐτοῦ ὁ ἐπίγειος θρόνος τοῦ ἐπισκόπου ἔχουν τὴν ἀναγωγή τους στὸ ἐπουράνιο θυσιαστήριο καὶ στὸν ἐπουράνιο θρόνο τοῦ «Βασιλέως τῆς δόξης».

Ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀναγωγικὴ σχέση προκύπτει ἡ πρώτη καὶ βασικὴ ἀφετηρία τῆς κανονικῆς νομοθεσίας τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὰ λειτουργικὰ καὶ ὄχι μόνο θέματα. Τουλάχιστον ἔτσι ὑποστηρίζεται ἀπὸ τὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη. «Αὐτὴ ἡ Τριὰς τὸν ... νοητὸν κόσμον τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας κατασκευάσασα μὲ τοὺς ἱεροὺς τούτους καὶ θείους κανόνας συνέστησεν αὐτὸν καὶ συνέπηξε· ἐξ ὧν ἡ τῶν πατριαρχῶν ἀποτίκτεται εὐταξία, ἡ τῶν ἀρχιεπισκόπων ἁρμονία, ἡ τῶν ἱερέων κοσμιότης, ἡ τῶν διακόνων ἡ σεμνοπρέπεια, ἡ τῶν κληρικῶν ἡ σεβασμιότης, ἡ τῶν μοναχῶν ἡ εὐρυθμία, τῶν πνευματικῶν πατέρων ἡ πρὸς διόρθωσιν ἀπαιτουμένη γνῶσις, τῶν βασιλέων παρὰ πάντων ὀφειλομένη τιμὴ καὶ πάντων ἁπλῶς τῶν χριστιανῶν ἡ πρέπουσα χριστιανοῖς διαγωγὴ καὶ κατάστασις, καὶ καθολικῶς εἰπεῖν ἐκ τῶν ἱερῶν τούτων κανόνων ἡ κάτω ἐκκλησιαστικὴ ἱεραρχία γίνεται μίμημα καὶ ἐκ σφράγισμα τῆς οὐρανίου ἱεραρχίας. Καὶ αἱ δύω ὁμοῦ ἱεραρχίαι ἀποκαθιστῶνται μία, ἓν μέλος ἀνακρουομένη ἐναρμόνιον καὶ πάγχορδον».

Λόγῳ αὐτοῦ τοῦ θεολογικοῦ προτύπου, κυριάρχησε, ἰδίως στὰ κανονικὰ κείμενα, ἡ σταθερὴ πεποίθηση ὅτι ἡ τάξη θὰ πρέπει νὰ περιφρουρεῖται, χωρὶς νὰ τίθενται σὲ διαβαθμίσεις ἀξίας ἢ χρησιμότητος οἱ κανόνες της καὶ ἑπομένως ὑπὸ τὴν προϋπόθεση τῆς ἀποδοχῆς ἢ μὴ αὐτῶν, καθόσον, κατὰ τὸν Συμεὼν Θεσσαλονίκης, «οὐδὲν μικρὸν ἐν τῇ τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίᾳ, οὐδὲν δίχα λόγου, ὅτι αὐτοῦ τοῦ ζῶντος Λόγου ἡ Ἐκκλησία, διὸ μετὰ λόγου πάντα μεγίστου ..., ὅτι ἡ ἐν τοῖς οὐρανοῖς εὐταξία καὶ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἐστίν». Ἔτσι ὁ Συμεὼν συνιστᾶ στὸν ἀποδέκτη καὶ στοὺς ἀναγνῶστες τοῦ ἔργου του (τοῦ Διαλόγου) νὰ περιφρουροῦν, νὰ συντηροῦν καὶ νὰ ὑπερμαχοῦν γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ τάξη.

Ἡ λεπτολογία καὶ σὲ κάποια ἔκταση ἡ σχολαστικότητα, ὡς πρὸς τὴν τάξη καὶ τοὺς κανόνες της, ποὺ καταγράφονται στὰ ἔργα τοῦ μεγάλου ὑστεροβυζαντινοῦ λειτουργιολόγου ἀσφαλῶς δὲν προέκυψαν ἀπὸ παρθενογέννηση. Οἱ ἱστορικοὶ τῆς λατρείας ἔχουν ἐπισημάνει καὶ περιγράψει διὰ πολλῶν ὅτι ἡ τάξη ἀκολούθησε μία διαδρομὴ στὴν ὁποία συνέκλιναν πολλοὶ παράδρομοι, ὡσὰν τὴν κοίτη ἑνὸς εὐρύχωρου ποταμοῦ, στὴν ὁποία ρέουν, ἐνίοτε μεταφέροντες ὁρμητικὰ ρεύματα, οἱ ἑκατέρωθεν καὶ κατὰ διαστήματα σχηματιζόμενοι διάφοροι παραπόταμοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι. Σὲ αὐτὴ τὴ ροὴ γιὰ νὰ μὴν ὑπάρξει ὑπερχείλιση καὶ ἑπομένως καταστροφὴ τῆς λειτουργικῆς ἄρουρας προέκυπτε συχνὰ ἡ ἀνάγκη νὰ τεθοῦν ἀναχώματα. Αὐτὸν τὸν προστατευτικὸ ρόλο ἀνέλαβαν κυρίως οἱ κανονολόγοι πατέρες καὶ οἱ σύνοδοι.

Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ἡ πλειονότητα τῶν ἱερῶν κανόνων ἔχει κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον λειτουργικὸ περιεχόμενο. Ὅλες σχεδὸν οἱ σύνοδοι καὶ οἱ πλεῖστοι τῶν κανονολόγων πατέρων ἀντιμετώπισαν λειτουργικὰ ζητήματα θεσπίζοντας σχετικοὺς κανόνες. Μάλιστα στὸ νομοθετικὸ-κανονικὸ ἔργο κάποιων συνόδων, π.χ. τῆς Λαοδικείας, ἡ λατρεία ἦταν τὸ κυρίαρχο θέμα. Εἶναι ἐνδεικτικὸ ὅτι τὸ corpus canonum τῆς Ἐκκλησίας ἀρχίζει μὲ ἕνα κανόνα, τὸν 1ο ἀποστολικό, ποὺ ἔχει λειτουργικὸ περιεχόμενο. «Ἐπίσκοπος χειροτονείσθω ὑπὸ ἐπισκόπων δύο ἢ τριῶν». Ἀκόμη καὶ ἂν τὸ «χειροτονείσθω» ἐκληφθεῖ μὲ τὴν ἔννοια τῆς ψήφου, «καθὼς τινὲς εἶπον ἀκολουθήσαντες τοῖς ἀγράφοις λεγομένοις», ἐν τούτοις καὶ σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση ἡ ψῆφος δὲν εἶναι ἐντελῶς ξένη μὲ τὴ λειτουργικὴ πράξη, καθόσον δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ἀποκομμένη ἀπὸ τὸ μυστήριο τῆς χειροτονίας. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι «εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς πατριαρχικῆς συνόδου Κωνσταντινουπόλεως ἐκ τοῦ ιδ΄ αἰῶνος, τὰ διασωθέντα εἰς κώδικα τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βιέννης, ἀφθονοῦν αἱ μαρτυρίαι, ὅτι οἱ “ὑποψήφιοι”, οἱ ἐκλεγέντες δηλαδὴ πρὸς πλήρωσιν ἑνὸς μητροπολιτικοῦ, ἀρχιεπισκοπικοῦ κ.λπ. θρόνου καὶ μήπω χει-ροτονηθέντες εἰς τὸν ἐπισκοπικὸν βαθμὸν πρεσβύτεροι, ἤσκουν τὰ διοικητικά των καθήκοντα εἴτε αὐτοτελῶς, εἴτε μετέχοντες τῆς συνόδου, μάλιστα δὲ καὶ ἀπ’ αὐτῆς ἔτι τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀρχιερέων. Ὡς δὲ ἐκ τῶν πηγῶν προκύπτει ἡ αὐτὴ παγία τακτικὴ ἐφηρμόζετο καὶ ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τῶν πατριαρχῶν» .

Ἀντικείμενο τῶν ἱερῶν κανόνων εἶναι κυρίως τὰ μυστήρια: τῆς θ. εὐχαριστίας, τοῦ βαπτίσματος, τοῦ χρίσματος, τῆς χειροτονίας, τοῦ γάμου, τῆς μοναχικῆς κουρᾶς καὶ τῆς μετανοίας. «Ἡ σχέσις τῆς κανονικῆς τάξεως πρὸς τὴν ἐν τῷ μυστηρίῳ τῆς θ. εὐχαριστίας καὶ τοῖς λοιποῖς μυστηρίοις συγ-κροτουμένην ἐκκλησίαν εἶναι προφανής. Ἡ κανονικὴ τάξις ἀποτελοῦσα τὴν δομὴν τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ, καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ εἶναι ἐπιζήμιος, χωρὶς τὰ συγκροτοῦντα, συνάπτοντα καὶ ζωοποιοῦντα διὰ τοῦ Παναγίου Πνεύματος τὸ σῶμα μυστήρια, ὧν κέντρον ἡ θ. Εὐχαριστία. Κατὰ τὴν εὔστοχον ρῆσιν τοῦ Νικολάου Καβάσιλα: Ἡ Ἐκκλησία διὰ τῶν μυστηρίων σημαίνεται» .

Ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἡ ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ εἶναι μυστηριακή, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ κανονικὸς νομοθέτης ἐπέδειξε ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον νὰ χαραχθοῦν τὰ ὅρια τῆς κανονικότητος τῶν μυστηρίων, λαμβανομένων κατ’ ἐξοχὴν ὑπόψη τῶν θεολογικῶν ἀρχῶν καὶ προϋποθέσεων. Ἐξάλλου οἱ ἱ. κανόνες ἔχουν πρωτίστως θεολογικὸ περιεχόμενο. Ἡ ἔκταση τῆς σχέσεως κανόνων καὶ λατρείας μπορεῖ νὰ διευρύνεται ἢ νὰ συρρυκνώνεται ἀνάλογα μὲ τὰ κριτήρια τὰ ὁποῖα τίθενται. Π.χ. ἂν θεωρήσουμε ὅτι ἕνας πολὺ μεγάλος ἀριθμὸς κανόνων ἔχει ἐπιτιμιακὸ-κυρωτικὸ χαρακτήρα, μὲ κύριο περιεχόμενο τὴ στέρηση τῆς μετοχῆς στὴ θ. εὐχαριστία, τότε ἀσφαλῶς αὐτὴ ἡ σχέση καθίσταται πολὺ πιὸ ἰσχυρὴ καὶ καθοριστική. Τὸ «ἀφοριζέσθω» ποὺ ἀπαντᾶται σὲ ἕνα πολὺ μεγάλο ἀριθμὸ συνοδικῶν καὶ πατερικῶν κανόνων, μπορεῖ νὰ περιορίσθηκε ὡς πρὸς τὴ χρονικὴ ἔκτασή του ἀπὸ τὴ μεταγενέστερη ἐξομολογητικὴ κανονικὴ γραμματεία, ποὺ ἀποδίδεται κατὰ τὸ πλεῖστον στὸν Κωνσταντινουπόλεως Ἰωάννη Δ΄ Νηστευτή (582-595), ὁ ὁποῖος εἰσήγαγε νηστεία καὶ γονυκλισίες ἀντισταθμίζοντας τὴ μείωση τοῦ χρόνου τῆς ἀκοινωνησίας, ἐν τούτοις καὶ σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση, δηλ. τῆς πρόταξης τῆς ἀσκήσεως, πάλιν ἐμπλεκομένη εἶναι ἡ θ. Εὐχαριστία. Νηστεύουμε, γονυκλιτοῦμε καὶ προσευχόμεθα προετοιμαζόμενοι γιὰ τὴ μετοχὴ στὴ θ. εὐχαριστία. Ἀνάλογα ἰσχύουν καὶ γιὰ τὸ «καθαιρείσθω». Ὅμως σὲ αὐτὴν τὴν περίπτωση κυριαρχεῖ ἕνας περιορι-σμός, ὁ ὁποῖος ἑδράζεται σὲ παλαιοδιαθηκικὴ νομικὴ ἀρχὴ (Ναοὺμ 1, 9): «οὐκ ἐκδικήσεις δὶς ἐπὶ τὸ αὐτό». Ἔτσι ἀπορρίφθηκε ἡ ἐπιβολὴ διπλῆς ποινῆς, δηλ. ταυτόχρονα τῆς καθαιρέσεως καὶ τοῦ ἀφορισμοῦ. Οἱ καθαιρεθέντες κληρικοὶ δὲν ἀποκόπτονται ἀπὸ τὴν εὐχαριστιακὴ μετοχή, καθόσον ἡ ἀπώλεια τῆς ἱερωσύνης καὶ ἡ στὴν τάξη τῶν λαϊκῶν ἢ μοναχῶν κατάταξη τῶν καθαιρεθέντων κληρικῶν, δηλ. ἡ ἀφαίρεση τῆς ἐξουσίας νὰ τελοῦν μυ-στήριο, εἶναι ἰσόβια ποινή.

Ὁ ἄρρηκτος δεσμὸς τῶν κανόνων καὶ τῆς λατρείας ἐπιμαρτυρεῖται ἀπὸ πολλὲς πηγές: ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα λειτουργικοκανονικὰ ἔργα, ὅπως π.χ. ἡ Διαθήκη Κυρίου, ἡ Ἀποστολικὴ παράδοσις τοῦ Ἱππολύτου, οἱ Ἀποστολικὲς Διαταγές, μέχρι καὶ τὶς μεταγενέστερες νομοκανονικὲς συλλογές, ὅπως ὁ Νομοκάνονας σὲ ν΄ τίτλους τοῦ Ἰωάννη Σχολαστικοῦ καὶ ὁ Νομοκάνονας σὲ ιδ΄ τίτλους, τοῦ ὁποίου ἡ δεύτερη ἀναθεωρημένη μορφὴ ἀνήκει στὸν πατριάρχη Φώτιο. Σὲ ὅλα αὐτὰ τὰ ἔργα περιέχονται κεφάλαια, τίτλοι καὶ διατάξεις ἀποκλειστικὰ λειτουργικοῦ περιεχομένου ἢ σύμμικτη ὕλη ποὺ ἔχει καὶ λειτουργικὸ περιεχόμενο.

Τὸ ἴδιο ἰσχύει, καὶ μάλιστα σὲ ἐκτενέστερο βαθμό, καὶ μὲ τὶς Κανονικὲς Ἀποκρίσεις, κυρίως τῆς μεσοβυζαντινῆς καὶ ὑστεροβυζαντινῆς περιόδου, ὅπως π.χ. αὐτὲς τοῦ πατριάρχη Φωτίου πρὸς τὸν Λέοντα Κατάνης, τοῦ Πέτρου Χαρτοφύλακα, τοῦ Νικολάου Γ΄ Γραμματικοῦ, τοῦ Νικηφόρου Χαρτοφύλακα, τοῦ Θεόδωρου Βαλσαμώνα, τοῦ Νικήτα Ἡρακλείας, τοῦ Ἰωάννη Κίτρους, τοῦ Δημητρίου Χωματιανοῦ, τοῦ Συμεὼν Θεσσαλονίκης, τοῦ Ἰωάσαφ Ἐφέσου, τοῦ Γενναδίου Σχολαρίου. Τὸ ἀντικείμενο τῶν ἐρωτήσεων ποὺ ὑποβάλλονταν σὲ ἐξέχουσες ἐκκλησιαστικὲς προσωπικότητες, ὅπως αὐτὲς ποὺ προαναφέρθηκαν, ἀναγνωρισμένης ἐμπειρίας καὶ καταρτίσεως περὶ τοὺς κανόνες, ἀναφέρεται συνήθως σὲ θέματα λειτουργικῆς τάξεως. Ἡ λατρεία προσείλκυσε τὸ ἐνδιαφέρον ὄχι μόνο τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ νομοθέτη ἀλλὰ καὶ τοῦ πολιτειακοῦ. Ἐνδεικτικὸ παράδειγμα οἱ Νεαρὲς 3, 4, 15, 16, 17 κ.ἀλ. τοῦ Λέοντος Ϛ΄ Σοφοῦ12. Ὅμως κυρίως μετὰ τὴν Εἰκονομαχία, τὸν καθοριστικότερο ρόλο γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση λειτουργικῶν ζητημάτων ἀνέλαβε η  πατριαρχικὴ σύνοδος Κωνσταντινουπόλεως. Ἀρκεῖ κανεὶς νὰ λάβει ὑπόψη τὰ πρακτικὰ τῆς συνόδου ποὺ περιέχονται στὸν προμνημονευθέντα κώδικα τῆς ἐθνικῆς βιβλιοθήκης τῆς Βιέννης καὶ πολλὰ σχόλια τοῦ Βαλσαμώνα στοὺς κανόνες.

Ἡ Κωνσταντινούπολη κατέστη τὸ αὐθεντικὸ κέντρο, τὸ ὁποῖο ἔδινε ἀπαντήσεις σὲ λειτουργικὲς ἀπορίες καὶ λύσεις σὲ λειτουργικὰ προβλήματα, τόσο σὲ ἐκκλησίες καὶ πρόσωπα ποὺ ἀνῆκαν στὴ δικαιοδοσία της ὅσο καὶ σὲ ἄλλες δικαιοδοσίες. Ἔτσι πλέον ἐπιβάλλεται ἐν πολλοῖς ἡ κωνσταντινουπο- λιτικὴ τάξη, περιοριζομένων τῶν τοπικῶν συνηθειῶν ἄλλων ἐκκλησιῶν. Ὑπενθυμίζω ἐν προκειμένῳ τὴν ἀρκετὰ γνωστὴ Ἀπόκριση τοῦ Βαλσαμώνα πρὸς τὸν Μάρκο Ἀλεξανδρείας περὶ τοῦ ἂν εἶναι δεκτὲς ἢ ὄχι «αἱ περὶ τὰ μέρη τῆς Ἀλεξανδρείας καὶ τῶν Ἱεροσολύμων ἀναγινωσκόμεναι λειτουργίαι καὶ λεγόμεναι συγγραφῆναι παρὰ τῶν ἁγίων ἀποστόλων Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου καὶ Μάρκου». Ὁ συγκεκριμένος κανονολόγος, ὁ ὁποῖος ὄντας πα-τριάρχης Ἀντιοχείας διέμενε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ συχνὰ στὰ σχόλιά του ὑπερμαχοῦσε γιὰ τὰ δίκαια τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τάχθηκε κατὰ τῆς τέλεσης τῶν δύο αὐτῶν λειτουργιῶν, «Ψηφιζόμεθα ... μὴ εἶναι δεκτὰς αὐτάς, κἂν γὰρ ἐγένοντο, παντελοῦς ἀπραξίας κατεψηφίσθησαν ὡς καὶ ἄλλα πολλά», καὶ ὑποστήριξε ὅτι «ὀφείλουσι πᾶσαι αἱ Ἐκκλησίαι τοῦ Θεοῦ ἀκολουθεῖν τῷ ἔθει τῆς Νέας Ρώμης, ἤτοι τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καὶ ἱερουργεῖν κατὰ τὰς παραδόσεις τῶν μεγάλων διδασκάλων καὶ φωστήρων τῆς εὐσεβείας, τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου καὶ τοῦ ἁγίου Βασιλείου. Φησὶν γὰρ τὸ μα΄ κεφάλαιον τοῦ α΄ τίτλου τοῦ β΄ βιβλίου τῶν Βασιλικῶν. Περὶ ὧν ἔγγραφος οὐ κεῖται νόμος, παραφυλάττειν δεῖ τὸ ἔθος, ᾧ ἡ Ρώμη κέχρηται».

Στὴν προκειμένη περίπτωση ὁ Βαλσαμὼν φαίνεται νὰ μὴν λέει στὸν Μάρκο Ἀλεξανδρείας ὅλη τὴν ἀλήθεια, καὶ γι’ αὐτὸ τὰ ἐπιχειρήματά του δὲν εἶναι ἀπολύτως πειστικά, οὔτε καὶ ὁ ἴδιος μοιάζει νὰ εἶναι συνεπὴς τουλάχιστον πρὸς ὅσα σχετικὰ ὑποστηρίζει στὸ σχόλιό του στὸν 32ο κανόνα τῆς Πεν-θέκτης: «Σημείωσαι ἀπὸ τοῦ παρόντος κανόνος ὅτι πρῶτος ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος, ὁ πρῶτος ἀρχιερατεύσας τῆς τῶν Ἱεροσολυμιτῶν ἐκκλησίας, παρέδωκε τὴν θείαν ἱεροτελεστίαν, ἥτις παρ’ ἡμῖν ἀγνοεῖται (ἐδῶ εἶναι σαφὴς καὶ συγκεκριμένος ὡς πρὸς τὸ ποιὰ ἐκκλησία δὲν τελεῖ τὴ συγκεκριμένη λειτουργία), παρὰ δὲ τοῖς ἱεροσολυμίταις καὶ τοῖς Παλαιστινίοις ἐνεργεῖται ἐν ταῖς μεγάλαις ἑορταῖς. Οἱ δὲ Ἀλεξανδρεῖς λέγουσιν εἶναι καὶ τοῦ ἁγίου Μάρκου, ᾗ καὶ χρῶνται ὡς τὰ πολλὰ (προφανῶς μὲ ὅσα λέει ἐδῶ ἀντιφάσκει πρὸς τὴν κατηγορηματικὴ θέση ποὺ διατύπωσε στὴν Ἀπόκρισή του, ὅτι δηλ. οἱ δύο λειτουργίες ἔτυχαν «παντελοῦς ἀπραξίας»). Ἐγὼ δὲ συνοδικῶς, μᾶλλον δὲ καὶ ἐνώπιον τοῦ βασιλέως τοῦ ἁγίου ἐλάλησα τοῦτο, ὅτε ὁ πατριάρχης Ἀλεξανδρείας ἐνεδήμει εἰς τὴν βασιλεύουσαν· μέλλων γὰρ λειτουργῆσαι μεθ’ ἡμῶν καὶ τοῦ οἰκουμενικοῦ ἐν τῇ μεγάλῃ ἐκκλησίᾳ, ὥρμησε κρατεῖν τὸ τῆς τοῦ Ἰακώβου (γράφε Μάρκου) λειτουργίας κοντάκιον, ἀλλ’ ἐκωλύθη παρ’ αὐτοῦ, καὶ ὑπέσχετο λειτουργεῖν καθὼς καὶ ἡμεῖς».

Ὁ Βαλσαμὼν στὴν Ἀπόκρισή του γιὰ νὰ προβάλει περαιτέρω τὴ θέση του προσέφυγε στὴ νομικὴ ἀρχὴ ποὺ ἀνάγεται στὸν Οὐλπιανό, ἡ ὁποία ὅμως ἴσχυε μόνο γιὰ τὴν ἀρχαία Ρώμη (ὅπου δὲν ὑπῆρχε ἔγγραφος νόμος παραφυ-λάττεται τὸ ἔθος τῆς Ρώμης), παρακάμπτοντας τὸν 32ο κανόνα τῆς Πενθέ-κτης, γιὰ νὰ ὑποστηρίξει ὅτι θὰ πρέπει νὰ κρατεῖται ἡ πράξη τῆς Νέας Ρώμης, ἀδιαφορώντας γιὰ τὸ ἔθος τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν. Εἶναι προφανὲς ὅτι πίσω ἀπὸ τὴ θέση τοῦ Βαλσαμώνα ὑποκρύπτεται μία κυρίαρχη πεποίθηση, ὅτι δηλ. ἡ παράδοση καὶ ἡ κανονικότητα ὡς πρὸς τὴ λειτουργικὴ πράξη θὰ πρέπει νὰ ἀναζητεῖται πλέον στὴν Κωνσταντινούπολη, κατοχυρωμένη αὐτὴ ἡ πεποίθηση ἐν προκειμένῳ μὲ ἕνα ἀμφισβητούμενο νομικὸ κατασκεύασμα, ὅπως ἐξάλλου συνήθιζε νὰ πράττει ὁ Βαλσαμὼν καὶ γιὰ ἄλλες περιπτώσεις.

Ἡ λειτουργικὴ τάξη τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ἐξαίρεται ὡς ἡ αὐθεντικὴ καὶ προβάλλεται ὡς τὸ πρότυπο μὲ τὴ σύμπραξη τῶν ὀργάνων ἐξουσίας (τοῦ αὐτοκράτορα καὶ τῆς πατριαρχικῆς συνόδου) καὶ ἔτσι διαδίδεται πρὸς τὴν περιφέρεια. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι οἱ σύνοδοι τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι πολλὲς ἀπὸ αὐτὲς ἦταν ἐμπερίστατες εὑρισκόμενες ὑπὸ τὸν ζυγὸν ἀλλοεθνῶν, δὲν ἀναδείκνυαν τὶς τοπικὲς λειτουργικὲς συνήθειες ἢ ὅτι δὲν εἶχαν τὴ δυνατότητα νὰ ἀποφαίνονται γιὰ τὰ λειτουργικὰ θέματα ποὺ τοὺς ἀπασχολοῦσαν.

Πρὶν ἀπὸ τέσσερις μῆνες σὲ αὐτὸν ἐδῶ τὸν χῶρο σὲ ἕνα παρόμοιο συνέδριο (τῆς SOL) εἶχα τὴν εὐκαιρία νὰ παρουσιάσω τὶς ἀποφάσεις ποὺ ἔλαβε ἡ πατριαρχικὴ σύνοδος τῆς Ἀντιοχείας κατὰ τὸ β΄ μισὸ τοῦ 11ου αἰώνα μὲ βάση τὰ ἔργα τοῦ μοναχοῦ Νίκωνος Μαυρορείτη, ἰδίως τὸ Τακτικόν, μίας ση-μαντικῆς πηγῆς, ἡ ὁποία δυστυχῶς παραμένει στὸ μεγαλύτερο μέρος ἀνέκδοτη. Ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἀποφάσεις συνάγεται πόσο ζωτικὰ ἦταν τὰ λειτουργικὰ θέματα ποὺ ἀπασχολοῦσαν τὴν περιφέρεια καὶ πόσο ἀξιόλογες ἦταν οἱ λύσεις ποὺ ἔδωσε ἡ σύνοδος τῆς Ἀντιοχείας, χωρὶς αὐτὲς νὰ ὑστεροῦν σὲ σχέση μὲ ἀνάλογες ποὺ ἐκδόθηκαν ἀπὸ τὴν πατριαρχικὴ σύνοδο τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

Ὅμως οὔτε ἡ φωνὴ οὔτε ὁ ἀντίλαλος τῆς ἐπαρχίας ἦταν τόσο ἰσχυροὶ γιὰ νὰ φτάσουν στὰ αὐτιὰ τῶν συντακτῶν τῶν ὑστεροβυζαντινῶν καὶ μεταβυζαντινῶν νομοκανονικῶν καὶ κανονικῶν συλλογῶν. Ἡ ὕλη αὐτῶν τῶν συλλογῶν ἦταν σχεδὸν ἀπόλυτα περιφραγμένη ἀπὸ τὴν κανονικὴ σκέ-ψη καὶ παράδοση τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Οἱ συντάκτες τῶν συλλογῶν εἴτε ζοῦσαν στὸ κέντρο τῆς αὐτοκρατορίας εἴτε στὴν εὐρύτερη περιφέρεια προσέφευγαν στὰ νομικὰ καὶ κανονικὰ κείμενα ποὺ παρήχθησαν στὴν Κωνσταντινούπολη.

Ἔτσι στὶς συλλογές τους περιλαμβάνουν παραθέματα ἀπὸ τὰ ἑρμηνευτικὰ σχόλια στοὺς κανόνες τοῦ Ζωναρᾶ καὶ κυρίως τοῦ Βαλσαμώνα, ἀποφάσεις τῆς πατριαρχικῆς συνόδου Κωνσταντινουπόλεως, θέσεις παtριαρχῶν Κωνσταντινουπόλεως, νόμους τῶν αὐτοκρατόρων, ἀποκρίσεις κανονολόγων, καὶ ταξινομοῦν συστηματικὰ τὴν ὕλη συναφῶς μὲ τοὺς ἱεροὺς κανόνες, κατὰ θέματα σὲ κεφάλαια, πρὸς διευκόλυνση τῶν χρηστῶν. Ἀναφέρομαι στὸ Σύνταγμα κατὰ στοιχεῖον τοῦ Ματθαίου Βλάσταρη, στοὺς Νομοκάνονες: τοῦ Ἰσαὰκ μοναχοῦ, τοῦ Μανουὴλ Μαλαξοῦ, τοῦ Ἰωάννου Κρητικοῦ, τοῦ Θεοκλήτου Καρατζᾶ, στὸ Μέγα Νόμιμον, στὸν Νομοκάνονα πά-νυ ὠφέλιμον καὶ πλουσιώτατον, στὴ Βακτηρία ἀρχιερέων τοῦ Ἰακώβου ἀπὸ τὰ Ἰωάννινα κ.ἄλ. Αὐτὲς οἱ συλλογὲς ἦταν τὰ πιὸ εὔχρηστα καὶ πρόσφορα ἐγχειρίδια, τὰ ὁποῖα παρεῖχαν ἀρχὲς καὶ γιὰ τὰ λειτουργικὰ καθήκοντα τῶν κληρικῶν.

Μάλιστα θὰ μπορούσαμε νὰ χαρακτηρίσουμε τὸν Νομοκάνονα τοῦ Μανουὴλ Μαλαξοῦ, τὴν πιὸ διαδεδομένη συλλογὴ κατὰ τὴν τουρκοκρατία, μὲ τὶς πολλὲς μεταγενέστερες προσθῆκες, καὶ ὡς ἕνα ἰδιόμορφο «λειτουργικὸ» βιβλίο, καθόσο σὲ αὐτὸ ἐντάχθηκαν οὐκ ὀλίγες λειτουργικὲς διατάξεις. Ἂν θέλουμε νὰ μελετήσουμε τὴν ἱστορία τῆς λατρείας κατά τήν τουρκοκρατία δὲν θὰ πρέπει νὰ ἀγνοήσουμε αὐτὲς τὶς συλλογές, ἐκδεδομένες καὶ μή, γιατὶ ἦταν τὰ πρῶτα καὶ τὰ κατ’ ἐξοχὴν κείμενα σὲ χρήση. Δὲν εἶναι τυχαῖον ὅτι ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στὰ σχόλια τοῦ Πηδαλίου καὶ ὁ ἀντιγράφων τὸ Πηδάλιον Χριστόφορος Προδρομίτης στὰ σχόλια τοῦ Κανονικοῦ του ἐπικεντρώνουν τὸ ἐνδιαφέρον τους στὴ λατρεία, ἀποβλέποντες ταυτόχρονα στὴν ἀποκάθαρση ἀπὸ τὰ «ὀθνεῖα στοιχεῖα» καὶ τὴ νόθευση τῶν κανόνων ποὺ συντελέσθηκε σὲ πολλὰ χειρόγραφα ἀντίγραφα νομοκανονικῶν συλλογῶν τῆς τουρκοκρατίας. Αὐτοὶ ἐπαναφέρουν καὶ πάλιν στὸ προσκήνιον τὴ λειτουργικὴ παράδοση τῆς Κωνσταντινουπόλεως προχωρώντας ἕνα βῆμα πιὸ πέρα, ἀφοῦ προσθέτουν στοιχεῖα καὶ ἀπὸ τὴ λειτουργικὴ τάξη τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι ὅσα υἱοθετεῖ ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ἦταν καὶ ἡ μοναδικὴ ἢ μόνη ὀρθὴ τάξη, καθόσον οἱ πηγὲς σὲ πολλὰ λειτουργικὰ θέματα καταγράφουν ἕνα πλουραλισμό.

Ὅπως στὶς νομοκανονικὲς συλλογὲς περιέχονται λειτουργικὰ θέματα κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ σὲ κάποια λειτουργικὰ βιβλία (π.χ. στὸ Ἱερατικὸν) περιέχεται ἀνθολόγιο ἱ. κανόνων, ἐνῶ κάποιες ἀκολουθίες εἶναι ἄμεσα ἐξαρτημένες ἀπὸ τοὺς κανόνες. Π.χ. ἡ Τάξις περὶ τῆς ἀποδοχῆς τῶν αἱρετικῶν τοῦ Εὐχολογίου διαρθρώνεται γύρω ἀπὸ τοὺς κανόνες 7 τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς καὶ 95 τῆς Πενθέκτης18, οἱ ὁποῖοι χαρακτηρίζονται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἐπιείκειας. Ἂν θέλουμε νὰ δοῦμε ποία ἦταν ἡ πράξη γιὰ αὐτὸ τὸ φλέγον ζήτημα τῆς ἀποδοχῆς τῶν αἱρετικῶν θὰ πρέπει νὰ δοῦμε τί υἱοθέτησαν τὰ λειτουργικὰ βιβλία καὶ ὄχι τί μεμονωμένα διατυπώθηκε σὲ κάποιες πηγὲς ἢ ἀκόμη σὲ κάποιες τοπικὲς συνόδους, μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἡ σύνοδος τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ 1755, ἡ ὁποία ἀποφάσισε τὸν ἀναβαπτισμὸ τῶν Λατίνων καὶ τῶν Ἀρμενίων.

Ἔγινε λόγος προηγουμένως γιὰ πλουραλισμὸ στὴν κανονικὴ παράδοση. Εἶναι προφανὲς ὅτι οἱ κανόνες εἶναι διατάξεις ποὺ θεσπίσθηκαν γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση συγκεκριμένων προβλημάτων, τὰ ὁποῖα ἀνέκυπταν σὲ συγκεκριμένο τόπο καὶ χρόνο. Θὰ τολμοῦσα νὰ τοὺς χαρακτηρίσω μὲ ἀρκετὴ δόση ὑπερβολῆς ὅτι εἶναι κάποιες μόνο σταγόνες ἀπὸ τὸν μεγάλο ταμιευτήρα τῆς καθόλου ἐκκλησιαστικῆς τάξεως. Ἐξάλλου τὸ ὅλο οἰκοδόμημα αὐτῆς τῆς τάξεως οὔτε περιορίσθηκε οὔτε ἐξαντλήθηκε στοὺς 770 ἀποστολικούς, συνοδικοὺς καὶ πατερικοὺς κανόνες. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ἡ πλούσια χειrόγραφη παράδοση τῶν πολλῶν νομοκανονικῶν συλλογῶν κυριολεκτικὰ κατακλύζεται ἀπὸ κανόνες τῆς οὕτω καλουμένης ψευδοκανονικῆς παραδόσεως, ὅπως π.χ. οἱ κανόνες ποὺ ἀποδίδονται στοὺς πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως Ἰωάννη Νηστευτή (582-595), Νικηφόρο Ὁμολογητὴ (806-815) καὶ Νικόλαο Κωνσταντινουπόλεως (Γ΄ Γραμματικό, 1081-1111;). Στὶς χειρόγραφες συλλογὲς οἱ συμπιλητὲς καταχωρίζουν μαζὶ τοὺς κανόνες καὶ τοὺς ψευδοκανόνες ἀδιακρίτως, χωρὶς νὰ ἐπισημαίνουν ὁποιαδήποτε διαφορὰ κύρους, ἢ καὶ ἐνίοτε προτάσσουν τοὺς δεύτερους σὲ σχέση μὲ τοὺς πρώτους, ἀνάλογα βέβαια μὲ τὸ στόχο ποὺ ἐπιδιώκουν. Ἡ ψευδοκανονικὴ παράδοση δὲν περιφρονήθηκε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, γιατὶ διαμορφώθηκε ἐντὸς τῶν κόλπων της, καὶ ἐξέφρασε ἐν πολλοῖς τὸ ἐκκλησιαστικὸ ἦθος, παρὰ τὶς ἀρκετὲς ὑπερβολὲς καὶ ἐνίοτε ἄστοχες διατυπώσεις. Οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς κανόνες ἔχουν λειτουργικὸ περιεχόμενο καὶ καλύπτουν κενὰ τῆς ἐπίσημης (ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ ὁ ὅρος) κανονικῆς νομοθεσίας.

Στὸ Βυζάντιο, ἰδίως πρὶν ἀπὸ τὸν 12ο αἰώνα, τὸ οἱ κανονικὲς προβλέψεις τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶχαν στατικότητα οὔτε ἦταν πάντοτε δέσμιες, κυρίως σὲ θέματα λατρείας, στοὺς κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν συνόδων καὶ σὲ ὅλους τοὺς ἄλλους ποὺ προσέλαβαν οἰκουμενικὸ κῦρος μὲ τὸν 2ο κανόνα τῆς Πενθέκτης. Τὸ οἰκοδόμημα τῆς λατρείας θεμελιώθηκε σὲ μία ποικιλία τοπι-κῶν παραδόσεων, κάποιες φορὲς ἀντικρουομένων, ὑποκειμένων πάντως στοὺς νόμους τῆς ρευστότητας, καθόσον ἡ λατρεία εἶναι ἔκφραση ἑνὸς ζωντανοῦ ὀργανισμοῦ ποὺ ὑφίσταται τὴν ἐξέλιξη μέσα στὸν χρόνο. Ἡ Ἐκκλησία ἀναγνώριζε πολλοὺς νομοθέτες καὶ ρυθμιστὲς τῆς λειτουργικῆς τάξεως: κτήτορες μονῶν, συντάκτες ἢ ἀντιγραφεῖς λειτουργικῶν τυπικῶν, συντάκτες κτητορικῶν τυπικῶν, ἀρχιερεῖς, μοναχοί, κοσμικοὶ ἄρχοντες, ὅσιοι γέροντες, ἀκόμη καὶ ὅσιες γυναῖκες προέβαιναν στὴ σύνταξη κανόνων καὶ διατάξεων περὶ τῆς λατρείας, χωρὶς νὰ ἀμφισβητοῦνται, ἐφόσον βέβαια αὐτοὶ κινοῦνταν σὲ ἐκκλησιαστικὸ πλαίσιο. Ὅσοι γνωρίζουν καλὰ τὶς πηγὲς μποροῦν νὰ ἐπιβεβαιώσουν ὅτι πολλὲς φορὲς εἶναι δύσκολο νὰ ἀποφανθεῖ κάποιος ποιὰ ἀπὸ τὶς ἐπὶ μέρους πράξεις εἶναι κανονικὴ ἢ ἀντικανονική, παραδοσιακὴ ἢ ἀντιπαραδοσιακή. Ἡ Ἐκκλησία ἄφηνε ἀρκετὰ περιθώρια «αὐτοσχεδιασμοῦ» καὶ προσωπικῆς πρωτοβουλίας, νέων συνθέσεων καὶ διορθωτικῶν ἢ ἀκόμη καὶ ἀνανεωτικῶν διατάξεων. Ὁ προμνημονευθεὶς Νίκων Μαυρορείτης συχνὰ στὰ κείμενά του διαπιστώνει ὅτι «τὰ τυπικὰ τῶν μεγάλων μοναστηρίων, τῶν Ἱεροσολύμων, τῶν Στουδίων καὶ τοῦ Ἁγίου Ὄρους οὐ συμφωνοῦν τέως εἰς τοιαῦτα τοὺς ἱεροὺς κανόνας οὔτε τῶν ἐν ταῖς θείαις γραφαῖς διδασκόντων εἴτε ἄλλην γραφὴν ἔνθεσμον», π.χ. στὸ θέμα τῆς κατάλυσης τῶν δεσποτικῶν νηστειῶν λόγῳ τῶν ἑορτῶν, ἢ στὸ θέμα τῆς τελέσεως τελείας ἢ προηγιασμένης λειτουργίας κατὰ τὴ μεγάλη Τεσσαρακοστή. Σύμφωνα μὲ τὸν 52ο κανόνα τῆς Πενθέκτης ὁρίζεται τέλεση τελείας λειτουργίας μόνο κατὰ τὰ Σάββατα, τὶς Κυριακὲς καὶ τὴν ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ὅμως, ὅπως ἀναφέρει ὁ Νίκων καὶ ἡ μαρτυρία του διασταυρώνεται καὶ ἀπὸ ἄλλες πηγές, ἐὰν ὁ ναὸς δὲν ἦταν ἐπ’ ὀνόματι τῆς Θεοτόκου, κατὰ τὸν Εὐαγγελισμό, σύμφωνα μὲ τὸ Ἱεροσολυμιτικὸ Τυπικό, ἐτελεῖτο ἡ λειτουργία τῶν Προηγιασμένων.

Πρὶν ἀπὸ μερικὰ χρόνια εἶχα τὴν εὐκαιρία νὰ μελετήσω τὴν ἐξέλιξη τοῦ κύκλου τῶν ἑορταζομένων ἁγίων μέσα ἀπὸ τὴ σχετικὴ ὕλη τῶν λεξιονα- ρίων. Διαπιστώθηκε ὅτι αὐτὸς ὁ κύκλος ἦταν ἀρκετὰ περιορισμένος στὰ μεγαλογράμματα λεξιονάρια, δηλ. τοῦ 9ου καὶ 10ου αἰώνα, ἐνῶ στὴ συνέχεια ἐμπλουτίσθηκε καὶ διευρύνθηκε σημαντικά, σὲ σημεῖο σὲ κάποιες περιπτώσεις νὰ καλύπτει τὶς περισσότερες ἡμέρες τῶν περισσοτέρων μηνῶν, μὲ συνέπεια νὰ ὑποχωρεῖ ἡ νηστεία. Ἐπίσης διαπιστώθηκε ὅτι αὐτὸς ὁ κύκλος σπάνια ταυτιζόταν πλήρως στὴν ὕλη τῶν διαφόρων χειρογράφων, κυρίως σὲ αὐτὰ πρὶν ἀπὸ τὸν 12ο αἰώνα. Ἀκόμη καὶ χειρόγραφα τῆς ἴδιας ἐποχῆς ποὺ προέρχονταν μαρτυρημένα ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη περιεῖχαν διαφορετικὸ κύκλο, δηλ. ἄλλος ἦταν ὁ κύκλος τῶν λεξιοναρίων ποὺ ἀντέγραφαν τὸ Τυπικὸ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καὶ ἄλλος ὁ κύκλος τῶν λεξιοναρίων ναῶν ἢ μονῶν τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Αὐτὸ εἶναι ἕνα ἀκόμη παράδειγμα ποὺ ἐπιβεβαιώνει τὴ ρευστότητα τῆς λειτουργικῆς πράξεως. Ὁ Νίκων γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει αὐτὴ τὴν ποικιλία ἀναζήτησε οὐκ ὀλίγα λειτουργικὰ τυπικὰ μονῶν τῆς ἐποχῆς του καὶ ἰδιαίτερα πολὺ πιὸ ἀρχαῖα γιὰ νὰ βρεῖ στηρίγματα, προκειμένου νὰ θέσει φραγμὸ στὴν ὑπερβολὴ τῆς διεύρυνσης αὐτοῦ τοῦ κύκλου, ἡ ὁποία εἶχε ἀρνητικὲς συνέπειες γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ τάξη.

Ἀπὸ τὶς ἑκατοντάδες τῶν παραδειγμάτων ποὺ ἐπιβεβαιώνουν τὴ ρευστότητα στὴ λειτουργικὴ τάξη θὰ ἀναφέρω τρία παραδείγματα ἀπὸ δύο ἁγιολογικὲς πηγὲς γιὰ νὰ ὑπογραμμίσω ταυτόχρονα τὴ μεγάλη ἀξία ποὺ ἔχουν οἱ συγκεκριμένες πηγὲς γιὰ τὴ γνώση τῆς ἱστορίας τῆς λατρείας. Τὰ ἁγιολογικὰ κείμενα, ἰδίως οἱ βίοι τῶν ὁσίων, περιέχουν ἕνα ἀνεκτίμητο πλοῦτο πληροφοριῶν γιὰ τὴ λατρεία. Ἀπὸ τὸν Βίο τοῦ Ἐπιφανίου Κύπρου συνάγεται ὅτι αὐτὸς χειροτονήθηκε ἀπὸ ἕνα μόνον ἐπίσκοπο, τὸν Κυθραίας Πάππο, παρὰ τὴ σαφέστατη ἐπιταγὴ τοῦ 1ου, ὅπως εἴδαμε, ἀποστολικοῦ κανόνα. Μάλιστα ἡ χειροτονία του ἔγινε στοὺς τρεῖς βαθμοὺς τῆς ἱερωσύνης ἀθρόον σὲ μία ἡμέρα καὶ στὴν ἴδια λειτουργία. «Εἷς δέ τις τῶν διακόνων ἐπιλαβόμενος τῆς κεφαλῆς Ἐπιφανίου, ἦγεν αὐτὸν πρὸς Πάππον ἐπὶ τοῦ θυσιαστηρίου μετὰ βίας, ὥστε συνελθεῖν καὶ ἄλλους πλείστους, ὅπως διασώσουσιν αὐτὸν ἐπὶ τῷ θυσιαστηρίῳ. Χειροτονεῖ οὖν αὐτὸν διάκονον καὶ πάλιν δίδωσιν εἰρήνην, καὶ χειροτονεῖ αὐτὸν πρεσβύτερον καὶ γίνεται ἡ ἀκολουθία καὶ χειροτονεῖ αὐτὸν ἐπίσκοπον. Μετὰ δὲ τὴν ἀπόλυσιν τῆς ἐκκλησίας ἀπήλθομεν ἐν τῷ ἐπισκοπείῳ» .

Τὸ δεύτερο παράθεμα σχετίζεται μὲ τὴν ἀγαμία τῶν κληρικῶν. Ὅπως φαίνεται, ὁ βιογράφος παρουσιάζει τὸν Ἐπιφάνιο νὰ τάσσεται ὑπὲρ τῆς ὑποχρεωτικῆς ἀγαμίας, παρὰ τὴν ἀντίθετη ἀπόφαση, τὴν ὁποία οἱ ἐκκλησιαστικοὶ ἱστορικοὶ τοῦ ε΄ αἰώνα ἀποδίδουν στὴν Α΄ οἰκουμενικὴ μὲ πρωταγωνιστὴ τὸν Παφνούτιο, καὶ παρὰ τοὺς σαφεῖς κανόνες τῆς συνόδου τῆς Γάγγρας (1ος, 4ος, 9ος, 14ος, 16ος, βλ. καὶ 5ος καὶ 51ος ἀποστόλων). «Ἦν γὰρ καὶ τοῦτο πεφυλαγμένον τῷ μακαρίῳ· ἐν γὰρ τῇ ὥρᾳ τῆς προσενέξεως οὐδέποτε ἐτελείωσεν τὴν προσένεξιν, ἕως οὗ ἴδεν τὴν ὀπτασίαν· εἰώθει ὁ μακάριος λέγειν τοὺς λόγους, καὶ εὐθέως ἀπεκαλύπτετο αὐτῷ. Ποτὲ οὖν εἰπὼν τρίτον τὸν λόγον, οὐκ ἐγένετο τὰ τῆς ὀπτασίας. Τούτου δὲ πενθοῦντος, καὶ δεομένου ὥστε μηνυθῆναι τὴν αἰτίαν, Ἐπιφανίῳ πρῶτον ἐπέχει τῷ ἐξ ἀριστερῶν διακόνῳ τὸ ῥιπιστήριον διακρατοῦντι τὸ λειτουργικόν. Ὡς δὲ ἐπέσχεν τούτῳ, θεωρεῖ Ἐπιφάνιος, ὅτι ἐπὶ τὸ μέτωπον αὐτοῦ ἐφέρετο ἡ λέπρα. Ἦν δὲ τοῦτο κατάδηλον πᾶσιν ὅτι ἀναίτιος οὐκ ἦν. Ὁ οὖν Ἐπιφάνιος ἐξέτεινε τὴν χεῖρα· καὶ τὸ λειτουργικὸν σκεῦος ἐκούφισεν, λέγων πρὸς αὐτὸν μετ’ εὐμενείας· Ἄπελθε, φησί, τέκνον, ἐν τῷ σῷ οἴκῳ, καὶ τῶν θείων μυστηρίων μὴ μεταλάβῃς ἄρτι. Εὐθέως δὲ αὐτὸς ἐξῆλθεν καὶ ἐπορεύθη ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ. Δίδωσι δὲ Ἐπιφάνιος ἄλλῳ διακόνῳ τὸ ῥιπιστήριον. Καὶ ἀρξάμενος τῶν θείων λόγων μετὰ φόβου καὶ δακρύων, ὡς ἐτελείωσεν, εὐθέως ἴδεν τὴν ὀπτασίαν. Μετὰ δὲ τὴν ἀπόλυσιν τῆς ἐκκλησίας, προσκαλεσάμενος Ἐπιφάνιος τὸν διάκονον, ἠρώτα μαθεῖν θέλων τὴν αἰτίαν· τοῦ δὲ λέγοντος ὅτι τὴν νύκτα ἐκείνην μετὰ τῆς γυναικὸς αὐτοῦ ἐκοιμήθη, προσκαλεσάμενος Ἐπιφάνιος ἅπαν τὸ ἱερατεῖον, εἶπεν πρὸς αὐτοὺς μετ’ εὐμενείας· Ὅσοι, φησί, τέκνα, κατηξιώθητε τοῦ κλήρου, λύσατε τὰ διαβήματα ὑμῶν, τοῦ μὴ βαίνειν ἐπὶ τούτοις, ὅπως θεραπεύσητε ὅσιον ἄνδρα τὸν ἐπ’ ἐκκλησίαις κηρύττοντα, καὶ λέγοντα· Καὶ οἱ ἔχοντες γυναῖκας, ὡς μὴ ἔχοντες. Ἔκτοτε οὖν οὐκέτι ἐχειροτόνει Ἐπιφάνιος ἔχοντα γυναῖκα, ἀλλὰ ἄνδρας ὁσίους, τὸν μονήρη βίον μετερχομένους, καὶ ἄνδρας χήρους δεδοκιμασμένους. Ἦν γὰρ ἀληθῶς ἰδεῖν τὴν Ἐκκλησίαν, ὡς νύμφην καλὴν περικεκοσμημένην ἀπὸ τῆς ἱερωσύνης» . Ἀνάλογη θέση διατυπώνει ὁ Ἐπιφάνιος καὶ στὸ Πανάριον, ἡ ὁποία ἐν πολλοῖς συμπληρώνει καὶ ἐπεξηγεῖ τὰ ὅσα ἀναφέρει ὁ βιογράφος.

Στὸν Βίο τοῦ Πέτρου τοῦ ἐν Ἀτρώᾳ διαβάζουμε τὴν ἑξῆς ἰδιαιτερότητα τάξεως ποὺ ἐπεβλήθη ἀπὸ τὴν κοινοβιακὴ τάξη τῆς μονῆς: «Ἐν μιᾷ γὰρ τῶν ἡμερῶν συνέβη τὸν ὅσιον πατέρα ἡμῶν Πέτρον εἰς τὸ πέραν τῆς μονῆς εὐκτήριον τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου καλούμενον πρὸς λειτουργίαν παρὰ τοῦ μεγάλου ποιμένος ἀπολυθῆναι· καὶ δὴ τελέσαντος αὐτοῦ τὴν θείαν λειτουργίαν καταλαμβάνει τὴν μονὴν τὴν ἱερατικὴν στολὴν ἐνδεδυμένος - ἦν γὰρ κοινοβιακὴ παράδοσις ἐγκελεύεσθαι μήτε ἐκδύεσθαι μήτε ἐνδύεσθαι μήτε ἕτερόν τι τὸν ὑποτακτικὸν ποιεῖν δίχα τῆς τοῦ προεστῶτος κελεύσεως καὶ εὐχῆς» .

Σὲ κάθε ἐποχὴ παρατηρεῖται ὄχι μόνον ἑτερότητα πράξεων ἀλλὰ καὶ ἰδιαίτερο θεολογικολειτουργικὸ πλαίσιο ποὺ περιβάλλει καὶ κατοχυρώνει τέ-τοιες πράξεις. Ἀπὸ τὰ πολλὰ παραδείγματα θὰ παραθέσω ἕνα μόνο, ἀπὸ τὸ σχόλιο τοῦ Βαλσαμώνα στὸν 2ο κανόνα τῆς Ἀντιοχείας. Αὐτὸ ἀναφέρεται στὴν ὑποχρέωση τῶν πιστῶν νὰ παραμένουν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μέχρι τὸ τέλος τῆς θ. λειτουργίας. Ὅμως οὐσιαστικὰ ἡ ἔναρξη τῆς λειτουργίας κατὰ τὸν Βαλσαμώνα δὲν ἦταν ἀπὸ τὸ «Εὐλογημένη» ἀλλὰ μετὰ τὸ Εὐαγγέλιο.

«Ἐπὶ τῆς λειτουργίας δὲ καὶ μόνης νόει διορίζεσθαι ταῦτα τοὺς ῥηθέντας κανόνας, οὐ μὴν ἐπὶ τῶν ἑτέρων ἐκκλησιαστικῶν ἀκολουθιῶν. Ἐπεὶ δὲ λέγουσί τινες, καὶ διὰ τί ὁ οἰκουμενικὸς Πατριάρχης τὴν ἁγίαν Κυριακὴν προκύπτων ἀπὸ τοῦ στασιδίου αὐτοῦ οὐ καρτερεῖ μέχρι τῆς ἀπολύσεως τῆς λειτουργίας, ἀλλὰ μετὰ τὸ Εὐαγγέλιον ὑποχωρεῖ; Λέγομεν πρὸς αὐτούς, ὅτι κυρίως ἡ θεία λειτουργία μετὰ τὴν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου ἀνάγνωσιν γίνεται. Ἐπεὶ γὰρ ἅπαντα τὰ ἐν ταῖς ἁγίαις ἐκκλησίαις ψαλλόμενα εἰς δόξαν τοῦ Θεοῦ, ἢ ἀπὸ τῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἰσὶν ἢ ἀπὸ τῆς Νέας· μετὰ τὴν ἔναρξιν γὰρ αὐτίκα ψαλμοὶ στιχολογοῦνται, μέχρι τῆς τοῦ Ἀποστόλου ἀναγνώσεως, οἵτινες τῆς Παλαιᾶς εἰσι Διαθήκης· μετὰ δὲ τὸ Εὐαγγέλιον ἄρχεται ἡ τελετὴ τῆς λειτουργίας τῆς ὑπεραχράντου θυσίας· καλῶς ὁ πατριάρχης πρὸ ταύτης καὶ μετὰ τὸ ἅγιον Εὐαγγέλιον ὑποχωρεῖ, καὶ οὐ προσκρούει τοῖς κανόσιν. Ὥστε οὐδέ τις προσκρούει, εἰ μετὰ τὸ Εὐαγγέλιον ἢ πρὸ τοῦ Εὐαγγελίου ἀποχωρεῖ, πλὴν διὰ ἀναγκαίαν καὶ εὐσεβῆ αἰτίαν, καὶ μὴ ἐπίψογον» .

Ἡ Ἐκκλησία σὲ αὐτὲς τὶς θέσεις δὲν προέβαλε κάποια κριτική. Ἀντίθετα ἦταν ἀρνητικὴ στὴν ὑπερβολὴ καὶ στὴν παρερμηνεία τῶν ἱερῶν κανόνων ἢ στὴ διαστροφὴ τῆς ἐν γένει λειτουργικῆς καὶ κανονικῆς παραδόσεως. Ἐνδεικτικὸ παράδειγμα ἡ θέση τοῦ Βαλσαμώνα ποὺ διατυπώνεται συνο-πτικὰ στὸ σχόλιό του στὸν 9ο κανόνα τῆς Α΄ οἰκουμενικῆς («Ἔλεγον γάρ τινες ὅτι ὥσπερ τὸ βάπτισμα νέον ἄνθρωπον ποιεῖ τὸν βαπτισθέντα, οὕτω καὶ ἡ ἱερωσύνη τὰ πρὸ τῆς ἱερωσύνης ἀπαλείφει· ὅπερ τοῖς κανόσιν οὐκ ἔδοξεν») καὶ ἀναλυτικώτερα στὸ σχόλιό του στὸν 12ο τῆς Ἀγκύρας: «Τῷ παρόντι κανόνι χρησάμενος ὁ ἁγιώτατος ἐκεῖνος πατριάρχης κυρὸς Πολύευκτος, πρῶτον μὲν ἐξώθησεν ἐκ τῶν ἱερῶν περιβόλων τῆς ἁγιωτάτης τοῦ Θεοῦ μεγάλης ἐκκλησίας τὸν βασιλέα κυρὸν Ἰωάννην τὸν Τσιμισκήν, ὡς φονεύσαντα τὸ βασιλέα κύριον Νικηφόρον τὸν Φωκᾶν· ὕστερον δὲ ἐδέξατο. Εἶπε γὰρ μετὰ τῆς ἁγίας συνόδου ἐν τῇ γενομένῃ τηνικαῦτα συνοδικῇ πράξει, τῇ ἐν τῷ χαρτοφυλακείῳ ἀποκειμένῃ, ὡς, ἐπεὶ τὸ χρίσμα τοῦ ἁγίου βαπτίσματος τὰ πρὸ τούτου ἁμαρτήματα ἀπαλείφει, οἷα καὶ ὅσα ἂν ὦσι, πάντως καὶ τὸ χρίσμα τῆς βασιλείας τὸν πρὸ ταύτης γεγονότα φόνον παρὰ τοῦ Τσιμισκῆ ἐξήλειψεν. Ἀκολούθως οὖν τῇ τοιαύτῃ πράξει, λέγουσιν ὅσοι μᾶλλόν εἰσι συ-μπαθέστεροι καὶ τὸν τοῦ Θεοῦ ἔλεον τῆς κρίσεως προαρπάζουσι, διὰ τοῦ χρίσματος τῆς ἀρχιερωσύνης τὰ πρὸ ταύτης ἀπολείφεσθαι ἁμαρτήματα, καὶ διενίστανται καλῶς περὶ τῶν πρὸ τῆς ἀρχιερωσύνης ψυχικῶν μολυσμάτων τοὺς ἀρχιερεῖς μὴ εὐθύνεσθαι· ὡς γὰρ οἱ βασιλεῖς Χριστοὶ Κυρίου κέκληνται καὶ εἰσίν, οὕτω καὶ οἱ ἀρχιερεῖς εἰσί τε καὶ ὀνομάζονται. Κατασκευάζουσι δὲ τὸν οἰκεῖον λόγον καὶ ἀπὸ τοῦ εἶναι τῆς αὐτῆς δυνάμεως τὰς ἀναγινωσκομένας εὐχάς, ὅτε στέφονται οἱ βασιλεῖς καὶ ὅτε χειροτονοῦνται οἱ ἀρχιερεῖς. Ἀντὶ δὲ τοῦ χριομένου ἐλαίου τοῖς βασιλεῦσι καὶ τοῖς ἀρχιερεῦσι, κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον, εἶπον ἀρκεῖν τοῖς ἀρχιερεῦσι τὸν ἐπικείμενον ζυγὸν τοῦ εὐαγγελίου τῷ τραχήλῳ αὐτῶν καὶ τὴν δι’ ἐπικλήσεως τοῦ ἁγίου Πνεύματος σφραγίδα τοῦ χειροτονοῦντος. Εἰς συγκρότησιν δὲ τούτων πάντων ἀναντίῤῥητον, χρῶνται καὶ τῷ τοῦ μεγάλου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου λόγῳ, τῷ γραφέντι μετὰ τὴν οἰκείαν χειροτονίαν πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ, οὗ ἡ ἀρχή· Πάλιν ἐπ’ ἐμὲ χρίσμα καὶ πνεῦμα· καὶ μάθῃς ὅτι οὐδὲν ἧττον ἀξιοῦται τῆς τοῦ παναγίου Πνεύματος χάριτος ὁ ἀναξίως χειροτονηθείς, καὶ ἐν καθαρότητι τὸν μετὰ τὴν χειροτονίαν βίον ἀνύσας, τοῦ ἀξίως χειροτονηθέντος, καὶ μετὰ τῆς αὐτῆς καθαρότητος τὸν ἐν ἡμῖν βίον ἀπολιπόντος».

Ἡ συμπλοκὴ τῶν διαφόρων παραδόσεων καὶ τάσεων μέσα ἀπὸ ἀτραποὺς ποικίλων διεργασιῶν ὁδήγησε ὅλο καὶ πιὸ πολὺ στὴ θεσμοποίηση τῆς λατρείας. Ἔχω τὴ γνώμη, τουλάχιστον ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ Νίκωνα αὐτὸ συνάγεται, ὅτι ἀπὸ τὸν 11ο αἰώνα προβάλλεται ἐντονότερα ἡ ἀνάγκη συγγραφῆς Διατάξεων καὶ Τυπικῶν ποὺ νά ὁριοθετοῦν ποιὰ θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἀποδεκτὴ πράξη. Στὴν πορεία τῆς λειτουργικῆς τάξεως ἀχώριστος συνοδὸς ἦταν καὶ ὁ κανονικὸς νομοθέτης, ὁ ὁποῖος δὲν ἦταν πάντοτε καὶ ὁ καλὸς σύμβουλος, καθόσον ἦταν ἐπιρρεπὴς σὲ ἕνα πνεῦμα νομικισμοῦ. Ὑπάρχουν οὐκ ὀλίγες κανονικὲς διατάξεις, κυρίως ἀπὸ τὴ λεγόμενη ψευδοκανονικὴ παράδοση, οἱ ὁποῖες δὲν προήγαγαν τὸ λειτουργικὸ ἦθος. Π.χ. ἡ διάταξη: «Πρεσβύτερος οἵαν ἡμέραν ἅψηται νεκροῦ καὶ θάψῃ αὐτόν, οὐ λειτουργήσει τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ· εἰ δὲ λειτουργήσει, ἔχει ἐπιτίμιον χρόνον α΄ τοῦ μὴ κοινωνεῖν καὶ πάλιν λειτουργείτω, διότι ἁψάμενος νεκροῦ ὅλην τὴν ἡμέραν νεκρὸς ἐστίν». Αὐτὸς ὁ «κανόνας», ποὺ ἐπηρεάσθηκε ἀπὸ τὶς περὶ μιάσματος ἀντιλήψεις, ἀσφαλῶς δὲν συνάδει μὲ τὴ διδασκαλία περὶ τῆς ἱερότητος τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, οὔτε μὲ τὴν τάξη νὰ τίθενται λείψανα ἁγίων στὴν καθιέρωση ναῶν ἢ ἀκόμη καὶ νὰ θάπτονται σώματα, κυρίως ἱεραρχῶν ἢ ἐπισήμων προσώπων ἢ ἁγίων μοναχῶν καὶ κτητόρων, ἐντὸς τῶν ναῶν ἢ σὲ εὐκτήριους οἴκους. Ὁ ἐμφωλεῦον νομικισμὸς λειτούργησε ἀρνητικὰ καὶ σὲ βάρος κυρίως τῆς εὐχαριστιακῆς ζωῆς. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ διάταξη ποὺ ἀπαντᾶται στὶς περισσότερες χειρόγραφες νομοκανονικὲς συλλογές, ἤδη ἀπὸ τὸν 15ο αἰώνα. «Ὀφείλουσσιν οἱ ὀρθῶς βιῶντες καὶ τὰς Τετραδοπαρασκευὰς φυλάττοντες ὅλου τοῦ χρόνου, ἵνα μεταλαμβάνωσι τὸ μέγα Πάσχα, τὰ Χριστούγεννα, τῶν ἁγίων ἀποστόλων καὶ τῆς Θεοτόκου, ἐὰν καὶ ταύτας τὰς νηστείας φυλάττουσι, δηλονότι ὅσοι εἶναι ἄξιοι καὶ ἔξω ἀπὸ κανόνων». Σὲ αὐτὴ τὴ συνήθεια, ἡ ὁποία εἶχε τὸ ἔρεισμα τῆς κανονικότητος καὶ τῆς παραδοσιακότητος, ἀντέδρασαν ὡς γνωστὸν οἱ Κολλυβάδες.

Κατακλείοντας ἐπισημαίνουμε ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ μελετήσουμε σὲ βάθος τὶς κανονικὲς πηγές, ἰδίως τὶς πολλὲς ἀνέκδοτες, γιὰ νὰ δοῦμε ποιὸ εἶναι τὸ γνήσιο καὶ ποιὸ τὸ νόθο, ποιὸ εἶναι τὸ κανονικὸ καὶ ποιὸ ἦταν αὐτὸ ποὺ ὕψωσε φραγμὸ καὶ ἀπομάκρυνε τοὺς χριστιανοὺς ἀπὸ τὸν πλοῦτο τῆς θεολογίας καὶ τῆς ἐλευθερίας ποὺ παρέχει ἡ «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ» (Ἰω. 4, 23) λατρεία τοῦ ἀληθινοῦ καὶ μεγάλου Θεοῦ. Οἱ τομὲς πρέπει νὰ γίνουν, ἐφόσον προηγηθεῖ μελέτη σὲ βάθος καὶ ἐφόσον ὑπάρχει διάκριση.

του Θεοδώρου Ξ. Γιάγκου
Καθηγητῆ Α.Π.Θ.

πηγή : H ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ 

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...