/*--

Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

Πρότυπα ἱερατικῆς διακονίας στὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη

          
Α. Προλεγόμενα

Γιὰ τὴν ἀναζήτηση τῶν ἱερατικῶν προτύπων ποὺ τὸ βιβλίο τῆς Ἀποκάλυψης ὑποδεικνύει μπορεῖ, κατὰ τὴν ἐκτίμησή μας, νὰ στηριχθεῖ κανεὶς κατ’ ἀρχὰς στὶς ἑπτὰ ἐπιστολὲς ποὺ ὁ ἀποκαλυφθεὶς Ἰησοῦς ἀποστέλλει μὲ τὴ γραφίδα τοῦ Ἰωάννη πρὸς τὶς ἑπτὰ ἐκκλησιαστικὲς κοινότητες τῆς Δ. Μ. Ἀσίας.
Ἔπειτα μπορεῖ νὰ ἀντλήσει στοιχεῖα ἀπὸ τὶς ἐμφανιζόμενες, σὲ στρατηγικὰ σημεῖα μέσα στὸ ἔργο, ἱερὲς μορφὲς τῶν εἴκοσι τεσσάρων πρεσβυτέρων. Τέλος, ἐπιβάλλεται ὁπωσδήποτε νὰ σκιαγραφήσει τὸ πρότυπο ἱερατικῆς διακονίας ποὺ ὁ ἴδιος ὁ συγγραφέας Ἰωάννης ἐνσαρκώνει, ὅπως αὐτὸ ἀναδύεται μέσα ἀπὸ τὶς πολλαπλὲς καὶ ἀλλεπάλληλες ὁράσεις, ποὺ συνιστοῦν τὸ ἔργο του.


Β. Πρότυπα ἱερατικῆς διακονίας ποὺ ἀντιπροσωπεύουν οἱ ἑπτὰ ἐκκλησιαστικὲς κοινότητες

Στὰ κεφάλαια 2 καὶ 3 τῆς Ἀποκάλυψης, περιέχονται ἑπτὰ ἐπιστολὲς πρὸς ἑπτὰ ἐκκλησιαστικὲς κοινότητες τῆς Δ. Μ. Ἀσίας. Στὶς ἐπιστολὲς αὐτὲς ἀντικατοπτρίζονται ἑπτὰ μοντέλα-τρόποι ἐκκλησιαστικῆς-ἐνοριακῆς ζωῆς καὶ διακονίας, μὲ περισσότερές τῆς μιᾶς πτυχὲς ὁ καθένας. Ἐξ αὐτῶν δυὸ μόνο τρόποι εἶναι ἀπόλυτα ἀποδεκτοὶ ἀπὸ τὸ συγγραφέα τῆς Ἀποκάλυψης καὶ ἐπαινοῦνται· οἱ ὑπόλοιποι πέντε περιέχουν ἔπαινο ἀνάμεικτο μὲ περισσότερο ἢ λιγότερο ψόγο ἢ μόνο ψόγο. Ὡστόσο, ἐμεῖς καὶ αὐτοὺς θὰ τοὺς ἀντιστρέφουμε. Μέσα δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ἀρνητική τους εἰκόνα θὰ συγκροτοῦμε θετικὰ πρότυπα. Θὰ πρέπει ἐξ ἀρχῆς νὰ διευκρινίσουμε ὅτι μιλώντας, στὴν προκειμένη περίπτωση, γιὰ ἱερατικὴ διακονία δὲν τὴν περιορίζουμε σὲ ἕνα ἢ περισσότερα πρόσωπα, ποὺ εἶναι φορεῖς ἀξιωμάτων μέσα στὴν κοινότητα. Μᾶλλον θὰ πρέπει νὰ μιλᾶμε γιὰ διακονία καὶ ζωὴ ὁλοκλήρου τῆς κοινότητας, ἡ ὁποία διαμορφώνει καὶ υἱοθετεῖ ἕναν τρόπο θεολογικῆς σκέψης καὶ ἐκκλησιαστικῆς-κοινοτικῆς ζωῆς, γενικὰ ἀποδεκτό. Τὸ προηγούμενο δὲν σημαίνει ὅτι ἀρνούμαστε τὴν ὕπαρξη προϊσταμένων στὶς ἐκκλησιαστικὲς κοινότητες, κάθε ἄλλο, ἀλλὰ ὅτι στὶς ἑπτὰ αὐτὲς ἐπιστολὲς προϊστάμενοι καὶ μέλῃ τῶν κοινοτήτων ἀντιμετωπίζονται ὡς μιὰ ἄρρηκτη ἑνότητα. Ὅ,τι λέγεται πρὸς αὐτὲς λέγεται πρὸς τὸ πλήρωμα τῆς κοινότητας καὶ κατ’ ἐπέκταση πρὸς φορεῖς ἐκκλησιαστικῶν ἀξιωμάτων μέσα σ’ αὐτές. Ἄλλωστε, εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ συγγραφέας μιλάει ἄλλοτε σὲ β΄ ἑνικὸ καὶ ἄλλοτε σὲ β΄ πληθυντικὸ πρόσωπο. Ἡ βασικὴ θεολογικὴ καὶ ἐκκλησιολογικὴ ἀλήθεια ποὺ ἀποτελεῖ τὴν προϋπόθεση τῶν παραπάνω, ὅτι δηλαδὴ ἡ ἱερατικὴ διακονία στὶς ἑπτὰ ἐπιστολὲς δὲν ἀναφέρεται μόνο στοὺς φορεῖς ἐκκλησιαστικῶν θεσμῶν ἀλλὰ πρὸς ὅλη τὴν κοινότητα, εἶναι ἡ ἐκπεφρασμένη στοὺς βαπτισματικοὺς κυρίως ὕμνους ἢ στὶς βαπτισματικὲς ὁμολογίες τῆς Ἀποκάλυψης θέση, ὅτι ὅλοι οἱ πιστοί, δυνάμει τῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ, διὰ τοῦ βαπτίσματος, καθίστανται βασιλεῖς καὶ ἱερεῖς «τῷ θεῷ»· βασιλεῖς μέσα στὸν κόσμο τοῦ Θεοῦ καὶ ἱερεῖς μέσα στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὴ ἡ ἀλήθεια, ὅπως γνωρίζουμε, ἀνατρέχει στὴν Π. Διαθήκη καὶ κυρίως στὸ βιβλίο τῆς Ἐξόδου (Ἔξ. 19,6. 23,22. Ἠσ. 61,6) καὶ ἐκτός της Ἀποκάλυψης διατυπώνεται καὶ στὴν Α΄ Πέτρου ( 2, 5.9). Ὅταν ψάχνουμε γιὰ πρότυπα ἱερατικῆς διακονίας νὰ μὴ ξεχνοῦμε, χειροτονημένοι καὶ λαϊκοί, α) τὴν παραπάνω ἀλήθεια, ἡ ὁποία συνεπάγεται γιὰ ὅλους τούς πιστοὺς δικαιώματα καὶ καθήκοντα καὶ β) ὅτι ἡ ἱερωσύνη -εἴτε στὴν εἰδικὴ εἴτε στὴ γενικὴ ὅπως λέμε μορφὴ της- ὑπάρχει γιὰ χάρη τοῦ Θεοῦ (βλ.τὴ δοτική «τῷ θεῷ», ποὺ εἶναι χαριστική) καὶ χάρητι Θεοῦ. Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ τὰ γενικὰ νὰ ἐξειδικεύσουμε λίγο τὸ λόγο μας γιὰ τὰ ἱερατικὰ πρότυπα διακονίας καὶ ζωῆς ποὺ ἀντικατοπτρίζονται στὶς ἑπτὰ κοινότητες :

1. Τὸ μοντέλο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἐφέσου.

Ἀποκ. 2,1-7. Τὸ μοντέλο αὐτὸ ἔχει πολλὰ θετικά: Ἡ κοινότητα τῆς Ἐφέσου διακρίνεται γιὰ τὴν πίστη της ἐν μέσῳ ἀμφισβητήσεων. Ἐργάζεται ἱεραποστολικά, διωκόμενη ὑπομένει, κατέχει καὶ ἐφαρμόζει ὀρθὰ κριτήρια σὲ σχέση μὲ τὸ τί εἶναι γνήσιο καὶ τὶ κάλπικο (κάτι ποὺ «δὲν γίνεται οὔτε εὔκολα οὔτε πάντα»). Μὲ βάση αὐτὰ τὰ κριτήρια ἀπορρίπτει ψευδαπόστολους (πιθανῶς ἐλευθεριάζοντες Γνωστικοὺς ποὺ ἀμφισβητοῦσαν τὴ σάρκωση τοῦ Χριστοῦ ἢ ψευδοπροφῆτες ποὺ διεκδικοῦσαν ὀφέλη ἀπὸ τὴν κοινότητα). Ὅλο αὐτὸ τὸ εὖρος θετικῶν ἐπιδόσεων εἶναι ἐπαινετό. Κάτι ὅμως ἔχασε ἡ κοινότητα τῆς Ἐφέσου. Δὲν ἔχει πιὰ καρδιὰ ἀγαπῶσα στὸ βαθμὸ ποὺ εἶχε, ὅταν πρωτάρχισε τὴ χριστιανική της ζωή. Καλὰ τὰ κάνεις ὅλα, τῆς γράφει, λοιπόν, ὁ Ἰωάννης «ἀλλὰ ἔχω κατά σου ὅτι τὴν ἀγάπην σου τὴν πρώτην ἀφῆκες». Γιὰ ποιὰ ὅμως ἀγάπη πρόκειται ἐδῶ, τὴν ὁποία ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἐφέσου ἐγκατέλειψε;

i) Ἴσως νὰ πρόκειται γιὰ τὴν ἀπώλεια τοῦ πρώτου ἐνθουσιασμοῦ καὶ τῆς πρώτης ἔκπληξης ἢ τῆς πρώτης μέθης γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία ἐξανεμίστηκε καθὼς ἡ κοινότητα «προόδευε» στὴ συγκρότηση προγραμμάτων καὶ μεθόδων, ποὺ κάποτε σχετικοποιοῦν τὴν ἀπόλυτη ἀξία τῶν ζωντανῶν σχέσεων ἀνθρώπου καὶ Θεοῦ. Ἴσως σ’ αὐτὴν τὴν πρόοδο νὰ μὴ ἦταν τελικὰ ὁ Χριστὸς ἢ ἀκόμη καὶ ὁ ἄλλος ἄνθρωπος, ὄντως τὸ ἀληθινὸ κέντρο. Ἴσως αὐτὴ ἡ πρόοδος νὰ ἦταν ἁπλὰ αὐτοσκοπὸς καὶ αὐτοδικαίωση.

ii) Ἴσως ἡ κοινότητα τῆς Ἐφέσου, στὴν προσπάθειά της νὰ βγεῖ νικήτρια στὸ διάλογο μὲ τοὺς πλανεμένους, νὰ ἔχασε τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν ἄλλο, τὸν διαφορετικό. Σ’ αὐτὴν τὴ διαδικασία προφανῶς ἀκόνισε τὰ ξίφη σὲ διαλεκτικὸ ἐπίπεδο καὶ ξέχασε τὸ μεῖζον, τὴν ἀγάπη. Ἡ προσπάθεια καταδίωξης ὅσων ἀπέκλιναν, τὴν κατέπνηξε. Ἡ ἐκκλησιαστική της ζωὴ ἐκφυλίστηκε σὲ μιὰ μὴ ἀγαπῶσα καὶ ἔμπρακτη ὀρθοδοξία. Ὅμως, δόγμα καὶ ἀγάπη πρέπει νὰ πηγαίνουν μαζί διότι, ὅπως τονίζουν καὶ οἱ πατέρες τῆς ἐκκλησίας, «ὁ τῆς θεοσεβείας τρόπος ἐκ δύο τούτων συνέστηκε, δογμάτων εὐσεβῶν καὶ πράξεων ἀγαθῶν. Καὶ οὔτε τὰ δόγματα χωρὶς ἔργων ἀγαθῶν εὐπρόσδεκτα τῷ Θεῷ, οὔτε τὰ μὴ μετ’ εὐσεβῶν δογμάτων ἔργα τελούμενα προσδέχεται ὁ Θεός». Τὸ πρότυπο, λοιπόν, μιᾶς ἱερατικῆς διακονίας ποὺ ὑποδεικνύει ἡ πρὸς Ἐφεσίους ἐπιστολὴ εἶναι : τὸ νὰ ἀληθεύουμε ἐν ἀγάπῃ. Δὲν ἀρκοῦν ἡ κατοχὴ καὶ ἐφαρμογὴ ὀρθῶν κριτηρίων πίστεως καὶ οἱ λαμπρὲς ἐπιδόσεις στὴ θεωρία. Δὲν ἀρκεῖ οὔτε κἂν τὸ βαστάζειν « διὰ τὸ ὄνομα» τοῦ Χριστοῦ, κάτι ποὺ γιὰ τὴν Ἀποκάλυψη ἔχει ἰδιαίτερη βαρύτητα. Δὲν ἐπαρκεῖ μιὰ ὀρθοδοξία μόνο στὰ δόγματα, ἡ ὁποία μπορεῖ καὶ νὰ ὑποβάλλει μιὰ μὴ ἐλέγξιμη συμπεριφορά. Ἀπαιτεῖται καὶ διατήρηση τοῦ πρώτου ἐνθουσιασμοῦ καὶ τῆς πρώτης ἔκπληξης ἔναντι τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία ἀποδεικνύεται στὴν ἐν ἀγάπῃ ἀποδοχὴ τοῦ ἄλλου ἀνθρώπου, ἀκόμη καὶ τοῦ διαφορετικοῦ. Αὐτὴ τὴν ἀλήθεια συχνὰ δὲν τὴν ἐνσωματώνουμε εὔκολα στὴν «πνευματική» μας ζωὴ γιατὶ αὐτὴ ἡ ἀποδοχὴ εἶναι ἔμπονη, σταυρὸς καὶ ἄσκηση μὲ κόστος. Ὅμως, ἀποτελεῖ ἔξοδο ἀπὸ τὴν αὐτοαπάτη τῶν θεωρητικῶν μας ἐπιδόσεων. Συμπυκνώνοντας τὰ προηγούμενα μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ἱερατικὴ διακονία καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ ζωή, σύμφωνα μὲ ὅσα λέγονται πρὸς τὴν ἐκκλησία τῆς Ἐφέσου, εἶναι ἀποδεκτὴ μόνο ὡς γεγονὸς σαρκωμένης-χειροπιαστῆς ἀγάπης. Ἀλλιῶς ἡ ὀρθοδοξία μας εἶναι ἄκαρπη καὶ αὐτοαπάτη. Τὸ ζητούμενο, λοιπόν, στὴ διακονία μας καὶ στὴν ἐκκλησιαστικὴ μας ζωὴ εἶναι: νὰ ἀληθεύουμε «ἐν ἀγάπῃ».

2. Τὸ πρότυπο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σμύρνης.

Ἀποκ. 2, 8-11. Ἡ εἰκόνα ποὺ παρέχει ἡ ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ αὐτῆς τῆς κοινότητας εἶναι θετικότατη. Μόνο αὐτὴ καὶ ἡ κοινότητα τῆς Φιλαδελφείας δὲν ἐλέγχονται γιὰ κάτι. Ἂν καὶ ζεῖ μέσα σὲ μία πλούσια πόλη, παραμένει πτωχή. Ἂν καὶ περνᾶ θλίψη καὶ διώκεται καὶ στερεῖται ἀγαθῶν καὶ κάποια ἀπὸ τὰ μέλη της ἔχουν ἤδηἢ καὶ θὰ ἔχουν προσεχῶς τὴν ἐμπειρία τῆς φυλακῆς, προσδιορίζει τὴ ζωή της μὲ βάση τὴν ὑπερέχουσα ὅλα δύναμη τῆς πίστης. Ἐκείνης, ὅμως, τῆς πίστης ἡ ὁποία ἔχει ἐναγγαλισθεῖ τὸ σταυρὸ καὶ δὲν καταφεύγει σὲ μηχανισμοὺς καὶ μεθόδους γιὰ νὰ τὸν ἀποφύγει. Θὰ πρέπει ἐδῶ, μὲ ἀφορμὴ τὰ παραπάνω, νὰ ὑπογραμμίσουμε πὼς δὲν ὑπάρχει ἄλλο βιβλίο στὴν Κ. Διαθήκη ποὺ νὰ συνδέει τόσο πολὺ τοὺς πιστοὺς μὲ τὴ θλίψη καὶ τὸ Σταυρό, ὅσο ἡ Ἀποκάλυψη. Οἱ πιστοὶ εἶναι ἀκόλουθοι τοῦ ἀρνίου, ποὺ εἶναι ἐσφαγμένο καὶ μάλιστα «ἀπὸ καταβολῆς κόσμου» . Καὶ ὅπως τοῦ ἀρνίου ὁ σταυρὸς ἀνήκει στὴ φύση του καὶ δὲν ἀποτελεῖ τυχαῖο ἀποτέλεσμα μιᾶς πτώσης καὶ μιᾶς προδοσίας ἔτσι καὶ τῶν πιστῶν, ποὺ ἀκολουθοῦν τὸ ἀρνίον ὅπου «ἐὰν ὑπάγῃ», ὁ Σταυρός, ἡ θλίψη καὶ οἱ δοκιμασίες «ἄχρι θανάτου» ἀνήκουν στὴ φύση τους. Ἐν κατακλεῖδι, καὶ μὲ βάση αὐτὰ ποὺ θὰ δοῦμε παρακάτω, θὰ λέγαμε ὅτι ἐνῷ τὸ ἰδανικὸ πρότυπο διακονίας καὶ ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς  σύμφωνα μὲ τὰ δεδομένα τῆς Ἀποκάλυψης- δὲν εἶναι εὔκολο, δὲν εἶναι ὅμως καὶ οὐτοπία. Ἡ εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σμύρνης μᾶς κάνει νὰ εἴμαστε αἰσιόδοξοι.Ὑπογραμμίζει, ὅμως, ὅτι προϋπόθεση καλῆς διακονίας καὶ ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς ἀποτελεῖ ἡ ἐκ μέρους μας ἀποδοχὴ τοῦ σταυροῦ, τὸν ὁποῖον, ὡς χριστιανοί, ἐνσωματώσαμε, διὰ τοῦ βαπτίσματος, στὴ φύση μας (στὴ σκέψη μας καὶ στὴν καθημερινή μας ζωή).

3. Τὸ μοντέλο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Περγάμου.

Ἀποκ. 2,12-17. Ἡ πόλη τῆς Περγάμου ἦταν φιλικότατη πρὸς τὴ Ρώμη καὶ ἀποτελοῦσε κέντρο τῆς αὐτοκρατορικῆς λατρείας. Πέραν αὐτοῦ, γενικότερα ἡ ἀτμόσφαιρά της ἦταν ἔντονα εἰδωλολατρικὴ καὶ ταυτόχρονα μυστικιστκή, ἀπὸ κάθε ἄποψη. Σ’ αὐτὴν τὴν πόλη ζεῖ μιὰ κοινότητα μὲ πολλὰ ἐσωτερικὰ προβλήματα, παράλληλα μὲ ἐκεῖνα ποὺ τῆς δημιουργοῦνταν ἔξωθεν. Τὰ ἔξωθεν προέρχονταν ἀπὸ τὴ θρησκευτικοποιημένη πολιτικὴ ἐξουσία καὶ τοὺς ποικίλους μηχανισμοὺς ὀργάνωσης καὶ ἐπιβολῆς τῆς λατρείας τοῦ αὐτοκράτορα. Τὰ ἐσωτερικά, ὅμως, προβλήματα τῆς κοινότητας, στὴν ὁποία ἔχουμε καὶ τὸν μοναδικὸ ἐπώνυμο μάρτυρα στὴν Ἀποκάλυψη, τὸν Ἀντίπα ἢ Ἀντιπὰ, δημιουργοῦνταν ἀπὸ μιὰ ἔνοχη ἀνοχή της πρὸς τὴν ψευδοπροφητεία (βλ. τὶς ἀναφορὲς τῆς ἐπιστολῆς στοὺς Βαλαὰμ καὶ Βαλὰκ), τὴν ψευδοπνευματοκρατία καὶ τὸ ἀνακάτωμα μυστικιστικῶν θεωριῶν καὶ πρακτικῶν. Καὶ ἐνῷ ἡ κοινότητα ἀντιστεκόταν σὲ μιὰ βία ποὺ ἀσκοῦνταν πάνω της ἀπὸ τὸ καθεστὼς καὶ ποὺ ἀποσκοποῦσε στὴν ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ, δὲν εἶχε τὴ θέληση νὰ ἀντισταθεῖ σὲ συγκρητιστικοὺς μηχανισμούς. Οἱ μηχανισμοὶ αὐτοὶ γεννοῦσαν ἕνα κακέκτυπο τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ὅπου δικαιολογοῦνταν ὅλα : μιὰ ψευτομυστικιστικὴ θρησκευτικότητα, μὲ κύριο γνώρισμα τὴ ψευδοπροφητεία, καταστάσεις στὶς ὁποῖες μιλᾶνε πολλὰ θολὰ πνεύματα, ὄχι ὅμως τὸ πνεῦμα τῆς ἀληθείας, τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν προφητῶν του. Σὲ ἕνα τέτοιο τρόπο «ἐκκλησιαστικῆς» ζωῆς, τὸ πνεῦμα τῆς ἀληθείας εἶναι ὄντως περιττό! Μέσα σὲ τόσους ἐνδιάμεσους καὶ τόσο «γεροντισμό», σὰν τοῦ Βαλαὰμ καὶ τῶν Νικολαϊτῶν ἢ τῆς Ἰεζάβελ τί ἔχει νὰ πεῖ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα; Αὐτὴ ἡ θολὴ κατάσταση καὶ ἡ ἀνοχή, προφανῶς βόλευε πολλούς. Δὲν ζήμιωνε οἰκονομικὰ κανέναν, δὲν ἀπέκλειε κανέναν ἀπὸ συντεχνιακὲς καὶ ἄλλες οἰκονομικὲς καὶ κοινωνικὲς δραστηριότητες, μὲ τὴ δικαιολογία ὅτι ἡ συμμετοχὴ τους σ’ αὐτὲς δὲν ἔθιγε τὴν πίστη στὸν Χριστό. Ὁ Ἰωάννης στὴν μπερδεμένη αὐτὴ κοινότητα συνιστᾷ μετάνοια, ὄχι ξεκαθάρισμα λογαριασμῶν σὲ ἐπίπεδο πάλης καὶ διαλεκτικῆς. Ἡ προτεινόμενη αὐτὴ μετάνοια ἔχει σχέση ὄχι μὲ τὸ τὶ ἡ κοινότητα θὰ κάνει ἔναντι τοῦ συγκρητισμοῦ, ἀλλὰ μὲ τὸ τί θὰ κάνει ἔναντι τῆς ἀπουσίας σθένους ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό της. Συνιστᾷ ἐπίσης ὑπακοὴ στὸ γνήσιο πνεῦμα, ποὺ φαίνεται ὅτι εἶναι ὁ καημὸς τοῦ Ἰωάννη. Συμπερασματικά, θὰ λέγαμε ὅτι τὰ δεδομένα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Περγάμου μᾶς ἐπιτρέπουν νὰ καταλάβουμε ὅτι ὁ ψευτομυστικισμός, συνδεδεμένος συχνὰ μὲ ἕναν θολὸ «γεροντισμὸ» ἢ μιὰ θολὴ προφητολογία μέσα στὴν Ἐκκλησία, κι ἂν ἀκόμη μπορεῖ νὰ ἐξασφαλίσουν πρὸς στιγμὴν μιὰ κάποια ἑνότητα, δὲν δημιουργοῦν γνήσια πνευματικὴ ζωή.

4. Τὸ μοντέλο τῆς Ἐκκλησίας τῶν Θυατείρων.

Ἀποκ. 2,18 -29 Στὴ μικρὴ Ἐκκλησία τῶν Θυατείρων, τὰ ὁποία ἀργότερα ἔγιναν τὸ κέντρο τοῦ Μοντανισμοῦ, γράφτηκε ἡ μεγαλύτερη ἐπιστολή. Τὸ μοντέλο διακονίας καὶ ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς τῆς κοινότητας αὐτῆς ἔχει πολλὰ κοινὰ μὲ τῆς προηγούμενης. Ἐπαινεῖται σὲ πολλὰ ἐπίπεδα τῆς ἐκκλησιαστικῆς της ζωῆς. Ἡ κοινότητα, ὡστόσο, ἐλέγχεται γιατὶ παρὰ τὴν πρόοδό της ἀνέχεται, ὅπως καὶ ἡ προηγούμενη, μιὰ θολὴ μυστικιστικὴ ψευτοθρησκευτικότητα ποὺ κινεῖται ἀνεμπόδιστη στοὺς κόλπους της καὶ θεωρεῖ ὅτι προάγει τοὺς μυημένους στὴ γνώση τῶν βαθέων τοῦ Θεοῦ, ἐνῷ στὴν πραγματικότητα ὁδηγεῖ στὴ γνώση τῶν βαθέων «τοῦ σατανᾶ». Ἡ κίνηση αὐτὴ δὲν ἔμενε μόνο σὲ ἐπίπεδο ἰδεολογίας. Ἔφερε καὶ χαλαρότητα ἠθῶν, καθὼς ἐκινεῖτο μέσα στοὺς κόλπους τῆς κοινότητας καὶ γιὰ κάποιους δὲν ἦταν ἐξώφθαλμα ἐπικίνδυνη. Συνηγοροῦσε σὲ συμβιβασμοὺς ποὺ σχετικοποιοῦσαν τὴν ἀπόλυτη ἀξία τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, ποὺ τὸ καθιστοῦσε ἀνώδυνο. Ἀρνιόταν μὲ πεῖσμα (βλ. «οὐ θέλει») κάθε κλήση σὲ μετάνοια. Δὲν ἀποκλείεται στὸ συγκρητιστικὸ ψευδοπροφητισμὸ τῆς περιοχῆς, μαζὶ μὲ τὰ γνωστικὰ στοιχεῖα του ποὺ ἀποτελοῦσαν καὶ τὸ ἐπίκεντρό του, νὰ συνυπῆρχε μαγεία καὶ κάποια μορφὴ σατανιστικῆς λατρείας. Ἀνακεφαλαιώνοντας, θὰ λέγαμε, ὅτι ὁ Ἰωάννης ἔναντι ὅλων τῶν ἐκτροπῶν ποὺ συνιστοῦσε αὐτὴ ἡ κίνηση ἐπιμένει ὅτι ἡ κοινότητα δὲν ἔχει ἀνάγκη καινούριων, πνευματικότερων ἐμπειριῶν καὶ βαθύτερης γνώσης πέραν αὐτῶν ποὺ τὸ πνεῦμα λαλεῖ στὴν Ἐκκλησία καὶ ἔχουν γίνει πιὰ παράδοσή της. Δὲν ἀπαιτεῖται ἄλλο βάρος, καμιὰ ἄλλη «ἐντολὴ», κανένα ἄλλο ὑπέρτακτο ἔργο. Καμιὰ ἄλλη διδασκαλία. Ἕνα μόνο χρειάζονται τὰ μέλη της: νὰ ζοῦν μέσα σὲ ὅσα διδάχθηκαν ἀπὸ τὸ πνεῦμα ποὺ λαλεῖ στὴν Ἐκκλησία καὶ μὲ ἐμπιστοσύνη σ’ αὐτὰ νὰ προσμένουν τὸν Χριστό. Καὶ ὥς τότε, σ’ αὐτὸ τὸ μεταξὺ ποὺ παρεμβάλλεται, νὰ ἐπιδεικνύουν ὑπομονή. Κοντολογίς, νὰ ἐπαναλάβουμε ὅτι ἡ εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας τῶν Θυατείρων μᾶς δείχνει πὼς ἡ καλλιέργεια ἢ ἐπιδίωξη ἐλιτίστικης θρησκευτικότητας μέσα στὶς ἐκκλησιαστικὲς μας κοινότητες, ποὺ διεκδικεῖ προωθημένη τάχα γνώση τοῦ Θεοῦ καὶ πνευματικότερες ἐμπειρίες, εἶναι ἐπικίνδυνη ἀκροβασία. Ἐκτὸς ποὺ τροφοδοτεῖ συνήθως τὴν ἐγωπάθεια, μπορεῖ τελικὰ νὰ ἐξασφαλίσει μόνο γνώση τῶν βαθέων τοῦ σατανᾶ κι ὄχι τοῦ ζωοδότη Θεοῦ. Τὸ νὰ τρεφόμαστε μὲ ὅσα διδάχτηκαν καὶ διδάσκονται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖο λαλεῖ, διὰ τῶν Γραφῶν καὶ τῆς βιωμένης Παράδοσης, ἀνοιχτὰ καὶ καθαρὰ μέσα στὸ σύνολο τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, ὁπωσδήποτε δὲν μᾶς πέφτει λίγο.

5. Τὸ μοντέλο τῆς Ἐκκλησίας τῶν Σάρδεων.

Ἀποκ. 3,1-6 Τὸ μοντέλο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς τῆς κοινότητας τῶν Σάρδεων θέτει τὸ πρόβλημα τοῦ «εἶναι» καὶ τοῦ «φαίνεσθαι», ἤ τοῦ «ὄντως εἶναι» καὶ τοῦ «δῆθεν εἶναι». Ἡ ἐπιστολὴ παραπονεῖται ὅτι τὸ ὄνομα τῆς κοινότητας, ἡ καλὴ φήμη της δὲν συμπορεύεται μὲ τὴν πραγματικότητα. Ἡ καλὴ εἰκόνα της εἶναι κάλπικη. Ἡ ζωή της στὸ παρὸν δὲν συμφωνεῖ μὲ τὸν ἀρχικὸ της ζῆλο. Ἡ κοινότητα δὲν ζωογονεῖται στὸ σύνολό της ἀπὸ τὴν πίστη καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, στοιχεῖα ποὺ οἰκοδομοῦν ὄχι τὸ «φαίνεσθαι» ἀλλὰ τὴν ἀληθινὴ ἐν Χριστῷ ὕπαρξη. Μόνο λίγοι εἶναι προσανατολισμένοι πρὸς τὴν ἐσχατολογικὴ χαρὰ («λευκὰ ἱμάτια») μὲ τὶς συνέπειες ποὺ αὐτὸ συνεπάγεται καὶ οἱ ὁποῖες συμπυκνώνονται στην καθαρότητα βίου καὶ πίστης.Θὰ ὑποστηρίζαμε, λοιπόν, ὅτι ἡ κοινότητα τῶν Σάρδεων μὲ τὴ γενική της εἰκόνα μᾶς βοηθάει νὰ καταλάβουμε ὅτι ἡ ἱερατικὴ διακονία καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ ζωή ποὺ ἐνδιαφέρεται γιὰ τὸ «φαίνεσθαι» καὶ ὄχι τὸ «ὄντως εἶναι» ἰσοδυναμεῖ μὲ σχιζοφρένεια καὶ πνευματικὸ θάνατο.

6. Τὸ πρότυπο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Φιλαδέλφειας.

Ἀποκ. 3,7-13 Στὴν πόλη τῆς Φιλαδέλφειας, σὲ μιὰ ὑφαιστειογενῆ ἀνασφαλῆ καὶ ἀσταθῆ περιοχὴ ποὺ τὴν ἔπλητταν συχνὰ ἰσχυροὶ σεισμοὶ καὶ οἱ ἄνθρωποι ἔμεναν ἄστεγοι, μὲ μεγάλη, ὅπως φαίνεται, πολεμικὴ ἐκ μέρους τῶν Ἰουδαίων, κατοικοῦσε μιὰ ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα ὅπως καὶ αὐτὴ τῆς Σμύρνης, ἀψεγάδιαστη. (Ἀργότερα ἔστειλε στὴν Ἐκκλησία αὐτὴ ἐπιστολὴ καὶ ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος, καθὼς πορευόταν πρὸς τὴ Ρώμη γιὰ τὸ μαρτύριο, στὴν ὁποία ἐπίσης δὲν περιέχεται κανένας ψόγος ἐναντίον της). Μιὰ μικρὴ καὶ ὀλιγάριθμη κοινότητα, μὲ ἔλλειψη οἰκονομικῶν μέσων, παρουσιάζει ἕνα λαμπρὸ πρότυπο διακονίας καὶ ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς : Ἔχει, παρόλο τὸ ὀλιγάριθμο τῶν μελῶν της καὶ τὴν ἀπουσία σιγουριᾶς ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα, μιὰ ἀφοβία στὰ ἀνοίγματα, ἕνα πλούσιο ἱεραποστολικὸ ἔργο -ἀνταπόκριση στὴν κλήση τοῦ Χριστοῦ- καὶ μάλιστα πρὸς τοὺς Ἰουδαίους, τὴν ὥρα ποὺ αὐτοὶ τὴν πολεμοῦν (γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἰωάννης τοὺς ἀποκαλεῖ «συναγωγὴ τοῦ σατανᾶ»). Καὶ ἡ καρποφορία τῆς ἱεραποστολῆς της θὰ εἶναι οὐσιαστικὴ ἀφοῦ θὰ ὁδηγήσει τοὺς Ἰουδαίους στὴν ἐπίγνωση τῆς μέχρι σταυροῦ καὶ θανάτου ἀγάπης καὶ θυσίας τοῦ Χριστοῦ ὑπὲρ τῆς ἐκκλησίας ἄρα καὶ ὑπὲρ αὐτῶν, ἀφοῦ θὰ εἶναι πιὰ μέλη της. Ἡ κοινότητα διακρίνεται γιὰ σιγουριὰ γιὰ τὴ δική της σωτηρία, γιὰ σταθερὴ στάση ἔναντι τοῦ Χριστοῦ πάντα, μὰ κυρίως σὲ περιόδους θλίψης καὶ δοκιμασιῶν. Εἶναι ἐσχατολογικὰ προσανατολισμένη καὶ βρίσκεται σὲ συνεχῆ σχέση κοινωνίας μὲ τὸν Χριστό, μέσα στὴν ὁποία νοιώθει ἐν ταπεινώσει ἀσφαλής. Ἡ πεμπτουσία τῶν ὅσων πολὺ θετικῶν ἀναφέρει ἡ ἐπι-στολὴ γιὰ τὴν κοινότητα τῆς Φιλαδέλφειας θὰ μποροῦσε νὰ διατυπωθεῖ ὡς ἑξῆς: Ἡ «ἐν ταπεινώσει» σιγουριὰ στὴ διακονία μας καὶ στὴν ἐκκλησιαστική μας ζωὴ ἐξασφαλίζεται ὅταν στηρίζεται στὴν ἀδυναμία τοῦ σταυροῦ καὶ ὄχι στὸ κοσμικὸ «ἔχειν» μας. Καὶ περαιτέρω: ἡ ἐν Χριστῷ βεβαιότητα γιὰ τὴ δική μας σωτηρία ὁδηγεῖ στὴ συνεχῆ καὶ ἀνυπόκριτη ἱεραποστολὴ (=μαρτυρία-ὁμολογία τῆς θυσιαστικῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ πρὸς ὅλο τὸν κόσμο). Κριτήριο τοῦ ἀληθινοῦ μαθητῆ εἶναι νὰ ὁδηγήσει καὶ ἄλλους στὸν διδάσκαλο Χριστό.

7. Τὸ μοντέλο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Λαοδίκειας.

Ἀποκ. 3,14-22 Ἀπὸ τὴν ἐπιστολὴ πρὸς τὴν Ἐκκλησία τῆς Λαοδίκειας, (κέντρο χρημάτων καὶ παραγωγῆς φαρμάκων, μὲ ὀνομαστὴ ἰατρικὴ σχολὴ καὶ δὴ ὀφθαλμολογίας, μὲ ἐργαστήρια περίφημων λινῶν κ.λ.π.) γνωρίζουμε ἕνα ἀκόμη ἀρνητικὸ μοντέλο ἱερατικῆς διακονίας καὶ ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς: μιὰ κοινότητα ψυχρὴ καὶ χλιαρή. Πρόκειται γιὰ κοινότητα ποὺ δὲν ἦταν πνευματικὰ πυρακτωμένη ὡς ὄφειλε ἀλλὰ στερημένη ἀπὸ θυσιαστικὴ ἀγάπη καὶ διάθεση μαρτυρίου. Μιὰ κοινότητα ὑπαρξιακὰ διχασμένη. Ἡ στάση της δὲν ἦταν ἕνα σαφὲς «ναὶ» οὔτε ἕνα σαφὲς «ὄχι» ἔναντι τοῦ Χριστοῦ. Σὲ θεωρητικό-θεολογικὸ ἐπίπεδο ἡ κοινότητα δὲν κατηγορεῖται μὲν γιὰ γνωστικὲς ἐπιρροές, οὔτε γιὰ ἀνοχὴ μίας ψευδοπνευματοκρατίας, ζεῖ ὅμως μέσα στὴν αὐτοϊκανοποίηση, αὐτοεκδούλευση, καὶ αὐτοειδωλοποίηση, ὅπου καὶ ἀναπαύεται. Μέσα στὸ οἰκονομικὸ «ἔχειν» της μπερδεύει καὶ ἐξισώνει τὰ παρόντα μὲ τὰ αἰώνια. Εἶναι ἀσφαλισμένη κοσμικὰ καὶ πιστεύει ὅτι κατ’ ἐπέκταση εἶναι διευθετημένη καὶ πνευματικά, γι’ αὐτὸ καὶ διακατέχεται ἀπὸ αἴσθημα ἐπάρκειας. Χωρὶς ἐσχατολογικὸ φρόνημα καὶ ἐσχατολογικὸ προσανατολισμό, ἐγκλωβισμένη στὸ παρόν, οὐσίαστικὰ εἶναι, ὅπως θὰ πεῖ τὸ κείμενο, ταλαίπωρη, ἐλεεινή, πτωχή, τυφλὴ καὶ γυμνή. Θὰ λέγαμε, συμπυκνώνοντας τὰ προηγούμενα, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Λαοδίκειας μὲ τὴ συμπεριφορὰ της μᾶς βοηθάει νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι ἡ ἱερατικὴ διακονία καὶ γενικότερα ἡ ἐκκλησιαστικὴ ζωή, ποὺ στὸ βάθος τους χαρακτηρίζονται ἀπὸ αὐτοϊκανοποίηση, αὐτοεκδούλευση καὶ αὐτοειδωλοποίηση, δὲν ἐξασφαλίζουν τὸ «ἐν Χριστῷ» «εἶναι» μας. Μᾶς διευθετοῦν μόνο κοσμικὰ καὶ ἐνθαδικά. Ὅμως, ἕνα τέτοιο παρόν, χωρὶς ἐσχατολογικὸ προσανατολισμό, εἶναι ἀπελπιστικὰ φτωχὸ καὶ χωρὶς συνέχεια.

απόσπασμα  (ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΩΣ ΕΞΗΓΗΤΙΚΟΝ )

πηγή :  Σελίδες Χρηστών Α.Π.Θ.

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...