/*--

Κυριακή, 6 Οκτωβρίου 2013

Τό Μυστήριο τῆς Μετανοίας

       
Ἐτυμολογικά ἡ λέξη μετάνοια σημαίνει μεταβάλλω τήν σκέψη μου, καταλαβαίνω τήν λανθασμένη μου ἐνέργεια καί προσπαθῶ νά τήν μετατρέψω σέ σωστή. Μετάνοια εἶναι τό μυστήριο μέ τό ὁποῖο συγχωροῦνται ἀπό τόν ἐπίσκοπο ἐντεταλμένο ἱερέα ὅλες οἱ ἁμαρτίες πού ἔγιναν μετά τό βάπτισμα . Προϋπόθεση τοῦ μυστηρίου εἶναι ἡ καθαρή ἐξαγόρευση καί ἡ εἰλικρινής μετάνοια γιά τίς πτώσεις πού ἔγιναν: «ἐν λόγῳ, ἤ ἐν ἔργῳ, κατά νοῦν καί διάνοια, ἐν γνώσει καί ἀγνοία, ἑκουσίως ἤ ἀκουσίως, ἐν παραβάσει καί παρακοῇ ὑπό κατάραν ἱερέως, ἤ ὑπό γογγισμόν γονέων…».Ἡ μετάνοια ἐπίσης, λέγεται καί δεύτερο βάπτισμα ἤ λουτρό δακρύων. 

Ἵδρυση τοῦ Μυστηρίου 

Ἱδρυτής τοῦ μυστηρίου εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Αὐτό φαίνεται ἀπό τό ἀκόλουθο χωρίο τό ὁποῖο τό βρίσκουμε ἐντός τῆς Καινῆς Διαθήκης: «Λάβετε πνεῦμα ἅγιον∙ ἄν τινων ἀφῆτε τάς ἁμαρτίας ἀφίενται αὐτοῖς ἄν τινῶν κρατῆτε κεκράτηντε» (Ἰωαν. 20, 22-23) δηλαδή Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιο∙ σέ ὅποιους ἀφήνετε τίς ἁμαρτίες τούς συγχωροῦνται, σέ ὅποιους τίς κρατεῖτε ἀσυγχώρητες, θά κρατοῦνται. 

Ἐντός τῆς Καινῆς Διαθήκης ὑπάρχουν καί ἄλλα χωρία μέ τά ὁποῖα γίνεται γνωστό τό ἔργο τῆς μετάνοιας, τέτοια εἶναι Ματ. 18,18, Μαρκ. 1,5 Πραξ. 19,18, Α΄ Ιων. 1,9. Ἐπίσης βρίσκουμε χωρία καί στήν Παλαιά Διαθήκη πού μᾶς ὁμιλοῦν γιά τήν μετάνοια, ὅπως Λευϊτ. 5,5 καί Λευϊτ. 16,21, Αριθ. 5,7 Ιησ.Ν. 7,19 Παροιμ. 28,13. Ἐδῶ πρέπει νά σημειωθεῖ ὅτι ὁ Χριστός ὅταν ξεκίνησε τό δημόσιο έργο του ἄρχισε νά κηρύττει μετάνοια (Ματ. 4,17). 

Πριν ὅμως ἀπό τό πάθος τοῦ Κυρίου μας ἔχουμε δύο προεξαγγελίες γιά τό μυστήριο. Πρώτη προεξαγγελία: Ὁ κύριος λέγει πρός τόν Ἀπόστολο Πέτρο: «καί δώσω σοι τάς κλείς τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, καί ὅσα ὁ ἐάν δήσης ἐπί τῆς γῆς ἔσται δεδεμένον ἐν τοῖς οὐρανοῖς, καί ὁ ἐάν λύσης ἐπί τῆς γῆς,ἔσται λελυμένον ἐν τοῖς οὐρανοῖς». Ὅλοι οἱ πατέρες συμφωνοῦν ὅτι ἐδῶ προεξαγγέλεται τό μυστήριο τῆς μετανοίας καί δέν δίδεται εἰδική ἐξουσία στόν Ἀπόστολο Πέτρο ὅπως ὑποστηρίζουν λανθασμένα οἱ Παπικοί διότι λέει ὁ Χριστός θά  σοῦ δώσω. Αὐτό τό ρῆμα εἶναι σέ χρόνο μέλλοντα καί ὄχι σέ ἐνεστῶτα. Αὐτό τό θά ἔγινε πραγματικότητα  βεβαίως μετά τήν ἀνάστασή του, ὅπου  ἔδωσε τήν ἐξουσία τοῦ δεσμεῖν καί λύειν ὄχι  μονάχα στόν Ἀπόστολο Πέτρο ἀλλά καί σέ ὅλους  τούς Ἀποστόλους. (Ἰωάν. 20,22-23) 

Ἡ δεύτερη προεξαγγελία τοῦ μυστηρίου τῆς  μετανοίας βρίσκεται στά λόγια τοῦ Κυρίου πού απευθύνεται καί στούς δώδεκα μαθητές του παρόντος καί τοῦ Ἰούδα «Ἀμήν λέγω ἡμῖν, ὅσα ἐάν δήσετε ἐπί τῆς γῆς ἔσται δεδεμένα ἐν τῷ οὐρανῷ, καί ὅσα ἐάν λύσητε ἐπί τῆς γῆς, ἔσται λελυμένα ἐν τῷ οὐρανῷ.» (Ματ. 18,18)Αὐτό τό χωρίο ἀνατρέπει τόν ἰσχυρισμό τῶν Παπικῶν, ὅτι τήν ἐξουσία αὐτή τήν πῆρε κατ’ ἀποκλειστικότητα μονάχα ὁ Ἀπόστολος Πέτρος καί κατ’ ἐπέκταση ὁ ἑκάστοτε διάδοχος αὐτοῦ Πάπας Ρώμης. Ὁ ἰσχυρισμός αὐτός τῶν Παπικῶν εἶναι αὐθαίρετος, ἐγωιστικός, κακόδοξος, μή ὀρθός, αἱρετικός. 

Τά αἰσθητά σημεῖα τοῦ Μυστηρίου 

Ἔχουμε τρία αἰσθητά σημεῖα τοῦ μυστηρίου τῆς ἐξομολογήσεως: 
1. Ἡ εἰλικρινής ἐξαγόρευση μέ ἀληθινή μετάνοια μπροστά στόν ἐξομολόγο ἱερέα, ὅλων τῶν ἁμαρτημάτων πού ἔγιναν εἴτε μέ ἐσωτερικές διαθέσεις, ταραχές καί ἐπιθυμίες, εἴτε μέ λόγους καί σκέψεις, εἴτε ἐν γνώσει καί ἀγνοίᾳ, εἴτε ἠθελημένα εἴτε ἀθέλητα. Ἐνδεικτικά τῆς ἀληθινῆς μετανοίας εἶναι ἡ συντριβή, τά δάκρυα, ἡ ἀποστροφή πρός τήν ἁμαρτία καί ὁ πόθος τῆς ἁγίας ζωῆς. 

2. Ἕνα ἄλλο αἰσθητό σημεῖο εἶναι ἡ ἐπίθεσις τῶν χειρῶν καί τοῦ ἐπιτραχηλίου τοῦ ἐξομολόγου ἱερέως στό κεφάλι τοῦ ἐξομολογουμένου. 

3.Τελευταῖο σημεῖο εἶναι ἡ συγχωρητική εὐχή. 

Τό μυστήριο τῆς Μετανοίας στά ἄλλα δόγματα καί ὁμολογίες. 

Καμία ἄλλη ὁμολογία ἤ δόγμα δέν δέχεται τό μυστήριο τῆς μετανοίας ἤ ἄν τό δέχονται, ἡ παραδοχή τους εἶναι ἐσφαλμένη. Σ’ αὐτό τό σημεῖο θά πρέπει νά ρίξουμε μιά ματιά γιά τό τί εἶναι τά ἐπιτίμια γιά τήν Ὀρθόδοξη ἐκκλησία. Γιά τήν Ὀρθόδοξη ἐκκλησία τά ἐπιτίμια ἔχουν παιδαγωγικό χαρακτήρα καί ὅταν μερικές φορές ἐπιβάλλονται, χρησιμεύουν σάν θεραπευτικά φάρμακα πρός θεραπεία τοῦ ἀρρώστου. Τέτοια μπορεῖ νά εἶναι ἀποχή ἀπό τήν Θεία κοινωνία γιά κάποιο διάστημα, μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, νηστεῖες, ἐλεημοσύνες, γονυκλισίες… 

Οἱ Ρωμαιοκαθολικοί ἐπιτελοῦν τό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως ἀλλά ἀποδίδουν στά ἐπιτίμια ἕνα εἶδος ποινικοῦ χαρακτήρα καί πιστεύουν ὅτι αὐτά ἐξαλείφουν ἁμαρτίες. Οἱ προτεστάντες, οἱ ἰαχωβάδες, οἱ διαμαρτυρόμενοι, οἱ βουδιστές, οἱ μουσουλμάνοι, δέν ἔχουν οὔτε δέχονται τό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως. Δεν παραδέχονται τά ἱδρυτικά λόγια τοῦ Κυρίου, οὔτε καί τήν ἐξουσία πού ἔδωσε ὁ Χριστός στούς Ἀποστόλους καί ἔπειτα ἐκεῖνοι μέ τήν σειρά τους στούς διαδόχους τους. 

Μετάδοση τῆς Θείας Χάριτος. 

Μέ τό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως μεταδίδεται στόν μετανοημένο ἄνθρωπο ἡ θεία χάρις ἡ ὁποία ἁγιάζει τόν πιστό. Ὅλες οἱ ἁμαρτίες μικρές ἤ μεγάλες, θανάσιμες ἤ μή θανάσιμες, συγχωροῦνται, ἐξαλείφονται. Μονάχα ἡ ἀμετανοησία εἶναι ἀσυγχώρητος καί σύμφωνα μέ τούς Ἁγίους Πατέρες  χαρακτηρίζεται ὡς βλασφημία κατά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: «Πάσα ἁμαρτία καί βλασφημία ἀφεθήσεται τοῖς ἀνθρώποις, ἡ δέ τοῦ πνεύματος βλασφημία οὐκ ἀφεθήσεται τοῖς ἀνθρώποις… οὔτε ἐν τῷ νῦν αἰώνι οὔτε ἐν τῷ μέλλοντι» (Ματ. 12,31-32). 

Οἱ πατέρες συμφωνοῦν ὅτι αὐτή ἡ βλασφημία ταυτίζεται μέ τήν ἀμετανοησία, διότι τό Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι ἐκεῖνο τό ὁποῖο χορηγεῖ τήν Θεία χάρη. Ἡ θεία χάρις δικαιώνει τόν ἄνθρωπο, τόν λυτρώνει, τόν ἁγιάζει, τόν θεώνει, τόν σώζει. Ἄρνηση τῆς θείας χάριτος σημαίνει βλασφημία του Ἁγίου Πνεύματος. Γιά νά ἀποκτήσει ὁ ἄνθρωπος τήν θεία χάρη δέν χρειάζεται μονάχα ἡ θέληση του ἀνθρώπου ἤ μονάχα ἡ θέληση του Θεοῦ ἀλλά ἡ συνεργασία αὐτῶν τῶν δύο θελήσεων. Ἔτσι μᾶς διδάσκει ἡ Ἁγία γραφή, τό ἴδιο τό στόμα τοῦ Χριστοῦ λέει ὅτι ὅποιος θέλει νά μέ ἀκολουθήσει ἄς ἀπαρνηθεῖ τόν ἑαυτό του «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν». Ἐδῶ ἀκριβῶς φαίνεται ἡ ἐλεύθερη πρόθεση τοῦ ἀνθρώπου. 

Σέ ἄλλο πάλι σημεῖο ὁ Χριστός λέει ὅτι «χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθαι ποιεῖν οὐδέν», δηλαδή χωρίς ἐμένα δέν μπορεῖτε νά κάνετε τίποτα. Ἐδῶ φαίνεται ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ πορεύεται καί ἡ θέληση τοῦ ἀνθρώπου ἀκολουθεῖ. Ὁ Θεός θέλει «πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν», μά καί ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά ἀκούει καί νά θέλει νά μετανοήσει. Ἡ θέληση καί ἡ χάρις εἶναι οἱ δύο ἄξονες οἱ ὁποῖοι σώζουν καί δικαιώνουν τόν ἄνθρωπο. Ὅταν ἀσθενεῖ ἡ πρώτη ἀτονεῖ καί ἡ δεύτερη. Δηλαδή ὁ ἄνθρωπος συνηθίζει τήν ἁμαρτία καί εἶναι δύσκολο νά τήν ξεσυνηθίσει. Απ’ τήν ἄλλη μεριά ὁ Θεός τόν ἐγκαταλείπει χάρις στήν ἀμετανοησία του. Γιά νά ἀποκτήσει λοιπόν κάποιος τήν χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος χρειάζεται ἡ συνεργασία τοῦ ἀνθρώπου (θέληση ἐξομολογήσεως, παραδοχή τῶν σφαλμάτων) καί ἐκείνη του Θεοῦ (παροχή θείας χάριτος). 

Θά ἤθελα νά κάνω μιά διάκριση ὅσον ἀφορᾶ τήν ψυχανάλυση, ἡ ὁποία στήν ἐποχή μας εἶναι ἔντονο φαινόμενο, σέ σχέση μέ τήν ἐξομολόγηση. Στήν ψυχανάλυση ὑπάρχει συζήτηση ἀνάμεσα στόν ἄνθρωπο καί στόν ἰατρό ἀλλά λείπει ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν τήν ὁποία λαμβάνει ὁ ἐξομολογούμενος ἀπό τόν εξομολόγο. Στήν ψυχανάλυση μπορεῖ νά ἀποδοθοῦν εὐθύνες σέ ἄλλους, ἐνῶ στήν ἐξομολόγηση τήν εὐθύνη τήν παίρνει ἐξ ὁλοκλήρου ὁ ἐξομολογούμενος. Σημασία δέν ἔχει κάτω ἀπό ποιές συνθῆκες ἔγινε ἡ πτώση ἀλλά ἡ ἀναγνώριση τοῦ λάθους. Ὅταν ἀναγνωρίσω ὅτι φταίω, τότε  ἀπαλλάσσομαι ἀπό τό βάρος τῶν ἐνοχῶν. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος καταφύγει στήν ἐξομολόγηση καί ζητήσει συγχώρεση γιά τά σφάλματά του, τότε ἔρχεται ἡ εὐσπλαχνία ἀπό τόν Θεό μέσα ἀπό τόν πνευματικό καί μετανοημένος ὁ ἄνθρωπος φεύγει σωσμένος, χαρούμενος, εἰρηνικός, ἀνάλαφρος. 

Ὑπάρχει καί μιά μερίδα ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ἔχουν καταργήσει τήν ἱερά ἐξομολόγηση, ἰσχυριζόμενοι ὅτι δέν ἔχουν ἁμαρτίες ἤ εἶναι καλοί ἄνθρωποι ἤ ὅτι ἐξομολογοῦνται μπροστά στήν εικόνα. Ὁ Χριστός ὅμως δέν εἶπε νά καταφεύγουμε οὔτε στίς εἰκόνες ἀλλά οὔτε ἡ ἀτομική μας προσευχή συγχωρεῖ ἁμαρτίες. Τήν ἐξουσία τῆς ἀφέσεως τήν ἔδωσε στούς Ἀποστόλους καί ἐκεῖνοι στούς διαδόχους τους πού ἦταν οἱ ποιμένες τῆς ἐκκλησίας. Μόνο μέσα ἀπό τό μυστήριο λαμβάνουμε τήν Θεία Χάρη, τήν δωρεά καί τόν φωτισμό τοῦ Παναγίου Πνεύματος. 

Τί εἶναι νά εἶμαι. 

Τό ἐρώτημα αὐτό μέ μιά πρώτη ματιά θέλει νά μᾶς πεῖ τί πραγματικά καί ὄχι ποιός νομίζω ὅτι εἶμαι, ἤ ποιά θέση κατέχω στό κοινωνικό σύνολο ἤ ἀκόμη τί ἐπιφανειακά θέλω νά εἶμαι. Εἶναι ἕνα ὀντολογικό ἐρώτημα τό ὁποῖο μέ βοηθάει νά μάθω τόν πραγματικό χαρακτῆρα μου, τήν πραγματική φύση μου, αὐτός δηλαδή πού πραγματικά εἶμαι καί ὄχι αὐτός πού φαίνομαι. Τό πιό δύσκολο πρᾶγμα στόν ἄνθρωπο εἶναι νά γνωρίσει τόν ἑαυτό του. Ζοῦμε μέ τήν ψευδαίσθηση ὅτι ξέρουμε τί εἴμαστε ἀλλά ὅταν ἐνεργῶ ἀπρεπῶς, τότε ξαφνιάζομαι καί πιστεύω ὅτι ἐνήργησα κατ’ αὐτό τόν τρόπο σάν ἕνας ἄλλος ἄνθρωπος. Συχνά ἀκοῦμε τη φράση ἀπό πολλούς ἀνθρώπους, ‘μά αὐτός ἦταν καλός ἄνθρωπος πῶς τό ἔκανε αὐτό’; 

Ὅλες οἱ μή καλές πράξεις γίνονται τίς περισσότερες φορές ἀπό τήν ἄγνοια τοῦ ἑαυτοῦ μου. Ἡ βαθύτερη αὐτή ἄγνοια τοῦ πιό ‘δικοῦ μου πράγματος’ δηλαδή τοῦ ἀληθινοῦ προσώπου μου, ὁδηγεῖ σέ λανθασμένη κίνηση καί ἡ λανθασμένη κίνηση μπορεῖ νά ὁδηγήσει σέ ἀποτελέσματα μή θεμιτά. Νά τί λέει γιά τό συγκεκριμένο θέμα ὁ Γέροντας Ἰωσήφ ο ἡσυχαστής στό βιβλίο του ἔκφρασις μοναχικῆς πολιτείας: «Δι’ αὐτό λοιπόν ὑπάρχει τόση διαφορά μεταξύ τῶν ἀνθρώπων καί μοναχῶν ὅπου βλέπεις. Καί τοῦτον πρῶτον πάντων τό ¨γνῶθι σαὐτόν¨. Ἤγουν νά γνωρίσεις τόν ἑαυτό σου, ὁποῖος εἶσαι. Ὁποίος εἶσαι τῇ ἀληθείᾳ, ὄχι ὁποῖος νομίζεις ἐσύ ὅτι εἶσαι. Μέ τήν γνώσιν αὐτήν γίνεσαι ὁ σοφότερος τῶν ἀνθρώπων. Μέ τοιαύτην ἐπίγνωσιν καί εἰς ταπείνωσιν ἔρχεσαι καί χάριν λαμβάνεις παρά Κυρίου. Εἰ δέ καί δέν ἀποκτήσεις αὐτογνωσίαν, ἀλλ’ ὑπολογίζεις εἰς μόνον τόν κόπον σου, γνώριζε ὅτι πάντοτε μακράν τῆς ὁδοῦ θά εὑρίσκεσαι. Διότι δέν λέγει ὁ προφήτης∙ ‘ἴδε, Κύριε, τόν κόπον μου’, ἀλλά ‘ἴδε, λέγει, τήν ταπείνωσίν μου καί τόν κόπον μου’. Ὁ κόπος εἶναι διά τό σώμα, ἡ ταπείνωσις διά τήν ψυχήν∙ καί πάλιν τά δύο ὁμοῦ, κόπος καί ταπείνωσις, δι’ ὅλον τόν ἄνθρωπο» (σσ.46-47). 

Γιά νά γνωρίσω τό ποιός εἶμαι, μοῦ ἀρκεῖ νά συμπεριφέρομαι ἐλεύθερα, ὅπως μέ ἔπλασε ὁ Θεός, βγάζοντας πρός τά ἔξω τόν ἑαυτό μου καί νά ἐνεργῶ ἐντελῶς φυσικά δίχως νά φοβᾶμαι τίποτα. Καθώς ἐξωτερικεύω τήν ἐσωτερική μου κατάσταση  βλέπω σέ τί σφάλματα πέφτω. Βλέποντας τά σφάλματά μου δέν θά πρέπει νά ἀπελπίζομαι ὅτι  ἔπεσα στό τάδε ἤ στό δεῖνα σφάλμα – παράπτωμα,  ἀλλά νά ἀναγνωρίσω τό σφάλμα μου καί νά  ζητήσω συγχώρεση. Πηγαίνοντας στό ἐξομολογητήριο μέ τήν ἀνάλογη προετοιμασία (ἀναγνώριση λαθῶν καί ἐλεύθερη διάθεση) ἀφοῦ ἐξομολογηθῶ τά λάθη στά ὁποῖα ἐπέπεσα, λαμβάνω τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν ἀπό τόν πνευματικό ἱερέα. Ἔτσι βγαίνοντας ἀπό τό χῶρο τῆς ἐξομολογήσεως συγχωρημένος ρίχνομαι καί πάλι μέσα στόν στίβο τῆς ζωῆς. Αὐτή τη φορά ὅμως ἔχοντας συνετισθεῖ ἀπό τίς προηγούμενες πτώσεις μου καί μέ τήν καθοδήγηση τοῦ πνευματικοῦ θά μπορῶ νά διαχειρίζομαι τίς καταστάσεις πού θά ἔρθουν κάπως διαφορετικά ἀπό τίς ἄλλες φορές. Ἔτσι σιγά-σιγά θά διορθώνομαι καί ἡ ἀλλαγή αὐτή θά ξεκινάει ἀπό μέσα πρός τά ἔξω. Ἐξάλλου δέν θά πρέπει νά ξεχνᾶμε τό πατερικό ρητό, τό νά πέφτει κανείς εἶναι ἀνθρώπινο τό νά μένει ὅμως σ’ αὐτή τήν κατάσταση εἶναι δαιμονικό. Πτώση εἶναι ἡ ἁμαρτία καί ἡ ἁμαρτία εἶναι λάθος. Λάθος πού βασίζεται στήν ἄγνοια τοῦ ἀληθινοῦ ἑαυτοῦ μου καί προβάλλεται σέ ἄγνοια τοῦ Θεοῦ. Ὅλες οἱ ἁμαρτίες καί οἱ πιό μεγάλες πού μπορεῖ νά σκεφτεῖ τό ἀνθρώπινο μυαλό μπροστά στό ἄπειρο ἔλεος τοῦ Θεοῦ μας εἶναι ἕνα τίποτα. Δέν θά πρέπει νά ξεχνᾶμε τά λόγια τοῦ Κυρίου μας ὅταν προστάτευσε ὁ ἴδιος τήν πόρνη γυναίκα πρό τοῦ λιθοβολισμοῦ της «ἀναμάρτητος ὑμῶν πρῶτος βαλέτω λίθον ἐπ’ αὐτήν»(Ἰων. 8,7). Καί συνεχίζει καί λέει «οὐδείς σέ κατέκρινεν; ἡ δέ εἶπεν∙ οὐδείς, Κύριε. εἶπε δέ ὁ Ἰησοῦς∙ οὐδέ ἐγώ σέ κατακρίνω∙ πορεύου καί ἀπό τοῦ νῦν μηκέτι ἁμάρτανε» (Ἰων.8,10-11). Βασική προϋπόθεση εἶναι νά καταλάβω τό σφᾶλμα μου, καί νά έχω τήν διάθεση νά μετανοήσω. 

Ἄλλο πρᾶγμα μεταμέλεια καί ἄλλο ἡ μετάνοια. Ἡ μεταμέλεια εἶναι ἕνα συναίσθημα μέ τό ὁποῖο στενοχωριέμαι γιά κάτι πού ἔκανα, χωρίς ὅμως νά πάρω τήν ἀπόφαση νά ἀλλάξω. Χαρακτηριστικό τῆς μετανοίας εἶναι ἡ ἀπόφαση πού παίρνω νά ἀλλάξω γιά νά γίνω ὁ πραγματικός ἑαυτός μου, - ὅπως μέ έφτιαξε καί μέ προόρισε ὁ Θεός - καί τό πραγματοποιῶ. Ἐγώ φταίω γιά τά λάθη μου καί ὄχι οἱ ἄλλοι, ἐπίσης δικιά μου εἶναι ἡ ἀπόφαση νά προσέλθω στό μυστήριο τῆς Μετανοίας. 

Ἐπιμέλεια Μηνιάτης Παναγιώτης 

ΣΤΩΜΕΝ ΚΑΛΩΣ 
ΠΕΡΙΟΔΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΗΣ ΟΜΑΔΟΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΠΑΤΡΩΝ 




+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...