/*--

Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

Ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς καί ὁ πνευματικός θάνατος

    
Πολλές φορές στήν ἐκκλησιαστική γλῶσσα μιλᾶμε γιά τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς μας. Διαβάζουμε, γιά παράδειγμα, στά Συναξάρια ὅτι ὁ τάδε ὅσιος ἀποσύρθηκε στήν ἔρημο γιά νά σώσει τήν ψυχή του.
Πολλά τροπάρια τῆς ὑμνολογίας τῆς Ἐκκλησίας μας τελειώνουν μέ τήν ἔκφραση «σῶσον τάς ψυχάς ἡμῶν». Μέ μιά ἐπιπόλαια θεώρηση θά λέγαμε ὅτι τελικά οἱ χριστιανοί ἐνδιαφέρονται μόνον γιά νά σώσουν τόν ἑαυτό τους καί ἀδιαφοροῦν γιά τήν σωτηρία τοῦ πλησίον, τοῦ συνανθρώπου δηλαδή. Θά μπορούσαμε ἐπίσης νά ποῦμε ὅτι περιφρονοῦν τό σῶμα, πού καί αὐτό εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ὁμιλοῦν συνεχῶς μόνον γιά σωτηρία τῆς ψυχῆς. Ὅμως δέν εἶναι ἔτσι τά πράγματα. Ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσή Του. Λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός: «Τό σῶμα καί ἡ ψυχή πλάστηκαν ταυτόχρονα καί ὄχι τό ἕνα πρῶτα καί τό ἄλλο ὕστερα, κατά τίς φλυαρίες τοῦ Ὠριγένη» (Ἔκδ. ἀκριβ. Ὀρθοδόξου πίστεως, σελ.151). Ἡ ψυχή, κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης, «εἶναι οὐσία κτιστή, ζῶσα, νοερά, μεταδίδουσα στό ὀργανικό καί αἰσθητικό σῶμα ζωτική δύναμη καί ἀντιληπτική τῶν αἰσθητῶν, ἕως ὅτου βέβαια παραμένει τό σῶμα στήν ζωή» (Γρ. Νύσσης 1ΕΠΕ,228). 

Ἡ ψυχή εἶναι κτιστή, δημιουργημένη ἀπό τόν Θεό. Ἔχει τή δυνατότητα νά ἐπιλέγει μεταξύ καλοῦ καί κακοῦ. Ἡ ψυχή εἶναι νοερά, ἁπλή ὡς πρός τήν φύση της, ἐνῶ τό σῶμα εἶναι σύνθετο, ἀποτελεῖται δηλαδή ἀπό πολλά στοιχεῖα, γι’ αὐτό καί διαλύεται στά στοιχεῖα ἀπό τά ὁποῖα δημιουργήθηκε, ὅταν πεθάνει ὁ ἄνθρωπος. Ἐπειδή ἡ ψυχή εἶναι ἁπλή εἶναι καί ἀόρατη στούς σωματικούς ὀφθαλμούς. Ἡ ψυχή ἐνῶ εἶναι κτιστή, δημιουργημένη δηλαδή, ὁ Θεός θέλησε νά εἶναι ἀθάνατη. Αὐτό δέν εἶναι φυσικό χάρισμα τῆς ψυχῆς, ἀλλά εἶναι δωρεά τοῦ μόνου ἀθάνατου καί αἰώνιου, τοῦ Δημιουργοῦ Θεοῦ. Ἡ ψυχή ἔχει πολλές δυνάμεις. Ὁ νοῦς εἶναι τό μάτι τῆς ψυχῆς, γι’ αὐτό ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου εἶναι λογική. Σέ ἀντίθεση μέ τά ζῶα πού ἔχουν ἄλογη ψυχή, ἐξ οὗ καί ἄλογα ζῶα. Ὅταν πεθαίνουν τά ζῶα, ἐξαφανίζεται καί ἡ ἄλογη ψυχή τους. Γι’ αὐτό καί ὁ ὅσιος Γέροντας Παῒσιος ὁ Ἁγιορείτης ἔλεγε νά φροντίζουμε τά ζῶα καί ὄχι βεβαίως νά τά λατρεύουμε, γιατί αὐτά δέν ἔχουν Παράδεισο. Ἡ λογική ψυχή τοῦ ἀνθρώπου δίνει ζωή στό σῶμα. Ἡ ψυχή ζωοποιεῖ καί συγκρατεῖ τό σῶμα. Ὄχι τό σῶμα τήν ψυχή. Ἡ λογική ψυχή ἀποφασίζει τήν πορεία τοῦ ἀνθρώπου καί τό σῶμα πού εἶναι διάκονος τῆς ψυχῆς ἐκτελεῖ τίς ἀποφάσεις. Γίνεται λοιπόν ἀντιληπτό ὅτι, ὅταν ἡ Ἐκκλησία ὁμιλεῖ γιά σωτηρία τῆς ψυχῆς, ἐννοεῖ βεβαίως τήν σωτηρία ὅλου τοῦ ἀνθρώπου, ψυχῆς καί σώματος, ἀφοῦ κατά τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου θά πάρουμε πάλι πίσω τά σώματά μας ἀφθαρτοποιημένα. Ὅ,τι πράττει λοιπόν ὁ ἄνθρωπος καλό ἤ κακό ἀποφασίζεται στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν λοιπόν θεραπεύεται ἡ ψυχή, κατ’ ἐπέκταση θά θεραπευθεῖ καί τό σῶμα. Τό «σῶσον τάς ψυχάς ἡμῶν» λοιπόν ἀφορᾶ τήν σωτηρία ὁλόκληρου τοῦ ἀνθρώπου, ψυχῆς καί σώματος μαζί. Στήν Σοφία Σολομῶντος διαβάζουμε: «Ὁ Θεός θάνατον οὐκ ἐποίησεν, οὐδέ τέρπεται ἐπ’ ἀπωλείᾳ ζώντων» (Σοφ. Σολ. Α,13). Δέν εἶναι ὁ Θεός ὁ δημιουργός τοῦ θανάτου καί δέν χαίρεται μέ τόν θάνατο τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεός εἶναι Δημιουργός τῶν ἀγαθῶν. Κάλεσε τόν ἄνθρωπο νά ἔχει κοινωνία μαζί Του, γιά νά πορευθεῖ στήν αἰωνιότητα. Τόν προειδοποίησε βεβαίως ὅτι ἡ ἄρνηση αὐτῆς τῆς κοινωνίας μαζί Του θά φέρει τόν θάνατο. Ὁ Δημιουργός Θεός εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς καί τῆς ἀθανασίας. Ἡ ἄρνηση τοῦ ἀνθρώπου νά ἐπικοινωνεῖ, νά κοινωνεῖ δηλαδή μέ τόν Θεό, πού εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς, ἔφερε τόν θάνατο. Αὐτή εἶναι καί ἡ οὐσία τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος.Οἱ Προπάτορες, ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα, ὑπακούοντας στόν πρῶτο ἀποστάτη, τόν διάβολο, πίστεψαν ὅτι μποροῦσαν νά ζήσουν χωρίς τόν Θεό. Τό ἀποτέλεσμα ἦταν νά εἰσέλθει ὁ θάνατος στήν ζωή τῶν Πρωτοπλάστων, πρῶτα ὁ πνευματικός καί ἔπειτα ὁ σωματικός θάνατος. Πνευματικός θάνατος εἶναι ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Ζωοδότη Θεό. Αὐτόν τόν θάνατο τόν ὑπέστη πρῶτος ὁ Ἑωσφόρος ἀπό δική του ἐπιλογή. Τόν ἴδιο πνευματικό θάνατο γεύθηκαν καί οἱ Πρωτόπλαστοι. Αὐτό κυρίως ὀνομάζουν θάνατο οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Συνέπεια τοῦ πνευματικοῦ θανάτου εἶναι καί ὁ βιολογικός, ὁ σωματικός θάνατος, πού ὅμως εἶναι προσωρινός, ἀφοῦ τά σώματά μας θά τά πάρουμε πίσω κατά τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου. Ὁ θάνατος λοιπόν δέν εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά εἶναι τραγικό ἀποτέλεσμα τῆς ἀνίερης συνεργασίας τοῦ ἀποστάτη διαβόλου μέ τόν ἄνθρωπο. Ὁ Θεός βεβαίως ἐπέτρεψε τόν σωματικό θάνατο ἀπό φιλανθρωπία, «ἵνα μή τό κακόν ἀθάνατον γένηται», καθώς λέγουμε στήν συγχωρητική εὐχή τῆς ἐξοδίου ἀκολουθίας. Δηλαδή, ἐπέτρεψε νά χωρισθεῖ τό σῶμα ἀπό τήν ψυχή γιά νά μήν γίνει ἀθάνατο τό κακό. Διότι, ἀφοῦ ἀποξενωθήκαμε ἀπό τόν Ζωοδότη Θεό, οἱ ἀσθένειες, ἡ δυστυχία, τό ἄγχος, ἡ ἀνασφάλεια, ἡ μοναξιά καί ὅλα τά συνακόλουθα τῆς ἁμαρτίας θά ἦταν αἰώνια. Τώρα ὅμως ὑπάρχει ἡμερομηνία λήξεως γιά ὅλα αὐτά. Ἡ ζωή μας, ὅσα χρόνια ὁ Θεός ἐπιτρέψει νά ζήσουμε ἐπί τῆς γῆς, εἶναι στάδιο ἀγωνιστικό καί ὅλα αὐτά μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ πλέον μποροῦν νά γίνουν αἰτίες καί ἀφορμές σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Βεβαίως ἐμεῖς δέν ἔχουμε καμία εὐθύνη γιά τήν ἁμαρτία πού ἐπιτέλεσαν ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα. Ὅμως γευόμαστε τά ἀποτελέσματα τῆς ἀποστασίας ἐκείνης, διότι ἡ θνητότητα, ἡ φθορά καί ὁ θάνατος εἰσῆλθαν ὡς μεταδοτική ἀσθένεια στήν ἀνθρώπινη φύση καί μεταδίδονται πλέον σέ κάθε ἄνθρωπο, ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει καί μέ τίς μεταδοτικές σωματικές ἀσθένειες. Μᾶς λέγει ὁ Μέγας τῶν ἐθνῶν Ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή του: 

«Δι’ ἑνός ἀνθρώπου ἡ ἁμαρτία εἰς τόν κόσμον εἰσῆλθε καί διά τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος καί οὕτως εἰς πάντας ἀνθρώπους ὁ θάνατος διῆλθεν, ἐφ’ ᾧ πάντες ἥμαρτον…» (Ρωμ.5, 12-13). Ἔτσι λοιπόν εἰσῆλθε στήν ζωή μας ὁ πνευματικός καί ὁ σωματικός θάνατος. Ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς λοιπόν εἶναι ἡ ἀνάσταση τῆς ψυχῆς ἀπό τόν πνευματικό θάνατο, πού εἶναι ἄρνηση τῆς κοινωνίας μέ τόν Ζωοδότη καί Δημιουργό Τριαδικό Θεό. 


τοῦ Ἀρχιμ. Ἱερεμίου Γεωργαλῆ

πηγή : H ΟΔΟΣ (ΤETΡAΜΗΝΙΑΙΟ ΦΥΛΛΑΔΙΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΙΔΑΧΗΣ
ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΡΟΔΟΥ)

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...