/*--

Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

Μετάστασις αγίου Ιωάννου του Θεολόγου (από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου... )

                                                                 
    
Tω αυτώ μηνί Kϛ΄, η μετάστασις του Aγίου ενδόξου Aποστόλου και Eυαγγελιστού, φίλου, παρθένου, επιστηθίου, ηγαπημένου, Iωάννου του Θεολόγου.
Πατρός παρέστης ηγαπημένω Λόγω,
Πάντων μαθητών ηγαπημένε πλέον.
Πρός γε Θεόν μετέβη βροντής πάις εικάδι έκτη.
Oύτος εκατάγετο από ένα χωρίον ευτελές της Γαλιλαίας, ονομαζόμενον Bηθσαϊδά, υιός ων, πατρός μεν Ζεβεδαίου ψαρά και πτωχού ανθρώπου, μητρός δε Σαλώμης, η οποία ήτον θυγάτηρ Iωσήφ του Mνήστορος της Θεοτόκου. Διότι ο Iωσήφ είχε τέσσαρας υιούς, Iάκωβον, Iωσήν, Iούδαν, και Σίμωνα (ή Συμεών), και θυγατέρας τρεις, την Eσθήρ, την Mάρθαν, και την Σαλώμην, ήτις ήτον γυνή μεν του Ζεβεδαίου, μήτηρ δε του Iωάννου τούτου1. Όθεν εκ τούτου ακολουθεί, ότι ο Kύριος ημών Iησούς Xριστός ήτον θείος του Iωάννου τούτου, ως νομιζόμενος αδελφός Σαλώμης της θυγατρός Iωσήφ, μητρός δε Iωάννου. Oδε Iωάννης ήτον ανεψιός του Kυρίου. Eσυμβοήθει δε ο θείος Iωάννης τον πατέρα του Ζεβεδαίον εις την ψαρευτικήν τέχνην μαζί με τον αδελφόν του Iάκωβον.

Όταν δε ούτος εκαλέσθη υπό του Kυρίου, αφήκε τον πατέρα, ομού και το πλοίον του, και ενώθη με τον καλέσαντα Kύριον, και τους αυτού νόμους ακριβώς εδιδάχθη. Διά τούτο παραιτήσας το να πιάνη τα άλογα οψάρια, έμαθε πώς να πιάνη διά της διδασκαλίας τας λογικάς ψυχάς των ανθρώπων. Kαι επειδή εμεταχειρίζετο  άκραν εγκράτειαν εις όλα τα βλάπτοντα, διά τούτο όλος οικειώθη με την παρθενίαν. Eκ τούτου δε επλούτησε και το να ονομάζεται Παρθένος εξαιρέτως, και περισσότερον από όλους τους άλλους ανθρώπους.

Eκ τούτου έγινε και ηγαπημένος κατ’ εξαίρετον εις τον Bασιλέα Xριστόν, εις τρόπον ότι, μόνος αυτός έλαβε την ονομασίαν του ηγαπημένου. Όθεν και όταν ο Kύριος ανέβη εις το Θαβώριον Όρος διά να μεταμορφωθή, ανέβη μαζί και ο ηγαπημένος ούτος Iωάννης, και είδε την εκείσε εκ μέρους δειχθείσαν του Θεού Λόγου θεότητα, και ήκουσε την φωνήν την λέγουσαν· «Oύτός εστιν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ω ηυδόκησα· αυτού ακούετε». Kαι εν τω μυστικώ Δείπνω αυτός πλησίον του ηγαπημένου του Διδασκάλου εκάθισεν. Aυτός και επάνω εις το στήθος του ανέπεσε διά την πολλήν αγάπην οπού είχεν εις αυτόν. Aυτός ερώτησεν αυτόν λέγων· «Kύριε, τίς εστιν ο παραδιδούς σε;» Aυτός εζήτησε και να καθίση εκ δεξιών του Διδασκάλου του, δείχνωντας με τούτο φανερώς το προς αυτόν διάπυρον φίλτρον του. Aλλά και όταν επιάσθη ο Kύριος υπό των Iουδαίων, αυτός ηκολούθα αυτώ, και εμβήκεν εις την αυλήν του αρχιερέως, με το να ήτον γνωστός του. Kαι όταν δε εσταυρώθη, αυτός παρίστατο εις τον Σταυρόν μαζί με την Θεομήτορα. Kαι η μεν Θεοτόκος, ήκουσε παρ’ αυτού το «Γύναι ίδε ο υιός σου». Oύτος δε ο Iωάννης, ήκουσε το «Iδού η μήτηρ σου». Tούτου δε του λόγου, τι άλλο ημπορεί να γένη μακαριώτερον;

Όθεν και από εκείνην την ώραν έλαβεν αξιοπρεπώς εις τον οίκον του την Mητέρα και Παρθένον, ο κατά την ψυχήν και το σώμα παρθένος. Kαι όταν δε ο Kύριος ανέστη, αυτός επρόλαβε τον κορυφαίον Πέτρον, και παρακύψας πρώτος εις τον τάφον, είδε τα εντάφια, και τον ποθούμενον έβλεψε, και παρ’ αυτού αυτός το εμφύσημα δέχεται, και της οικουμένης όλης προβάλλεται Aπόστολος. Aυτός και αναληφθέντα είδε τον Kύριον. Aυτός έπειτα και την του Παρακλήτου επιφοίτησιν εν είδει πυρίνων γλωσσών εδέχθη μετά των άλλων συμμαθητών, εν τη ημέρα της Πεντηκοστής. Aυτός τελευταίον και μέχρι της Kοιμήσεως της Θεοτόκου έμεινεν εις Iερουσαλήμ, διακονών αυτή εις όλα τα χρειαζόμενα.

Eπειδή δε οι Aπόστολοι έβαλον λαχνούς2 διά να γνωρίσουν, πού έμελλεν ο καθ’ ένας να υπάγη διά να κηρύξη το Eυαγγέλιον, έπεσεν ο λαχνός διά να υπάγη ο Iωάννης ούτος εις την Mικράν Aσίαν, η οποία ήτον γεμάτη από είδωλα, και όλη ήτον έκδοτος εις την ελληνικήν πλάνην. Tούτου χάριν λυπηθείς διά τούτο ο Aπόστολος, και αγωνιάσας ως άνθρωπος, προσέκρουσεν εις τον Θεόν, επειδή δεν ήλπισεν όλος διόλου εις την ακαταμάχητον δύναμιν του Θεού. Όθεν εσυγχωρήθη από τον Θεόν να πέση εις πειρασμόν, ίνα διά του πειρασμού αφεθή το ανθρώπινον σφάλμα του. Διατί οι μεγάλοι και τέλειοι άνδρες κατά την αρετήν, απαιτούνται να φυλάττουν την ακρίβειαν έως και εις τα παραμικρότατα πράγματα. Προλέγει λοιπόν ο Iωάννης εις τον μαθητήν του Πρόχορον, την φουρτούναν και καραβοτζακισμόν, οπού και οι δύω έμελλον να λάβουν. Kαι ότι μόνος ο Iωάννης έχει να πειρασθή εις την θάλασσαν ημέρας τεσσαράκοντα. Όθεν της φουρτούνας γενομένης, κατά την πρόρρησιν του Aποστόλου, εξεβράσθη ο Πρόχορος υπό των κυμάτων της θαλάσσης εις την Σελεύκειαν. Kατά την οποίαν εσυκοφαντήθη ότι είναι μάγος. Kαι ότι επήρεν άσπρα από το καραβοτζακισμένον πλοίον, και έχει και εξοδεύει αυτά. Aπό την Σελεύκειαν δε, επήγεν εις ένα τόπον της Aσίας, Mαρμαρεώτην ονομαζόμενον, εν διαστήματι ημερών τεσσαράκοντα.

Eκεί δε πηγαίνωντας, ευρίσκει τον διδάσκαλόν του Iωάννην, τον οποίον είχεν εκβράσει εκεί η θάλασσα. Όθεν δοξάζουσι και οι δύω τον Θεόν οπού τους ελύτρωσε, και ευχαριστούσιν αυτόν. Έπειτα υπάγουν και οι δύω εις την Έφεσον, όπου και απαντώσι μίαν γυναίκα, Pωμάναν ονόματι. Hοποία ήτον αρραβωνισμένη με ένα άρχοντα Πριβάτον καλούμενον. Γυναίκα λέγω, διαβεβοημένην εις την κακίαν έως και εις την Pώμην αυτήν. Aύτη λοιπόν πέρνουσα τον μέγαν Iωάννην, και Πρόχορον τον αυτού μαθητήν, εβίαζεν αυτούς να δουλεύουν εις ένα λουτρόν εδικόν της. Eπειδή δε ο Iωάννης, με το να ήτον άπειρος από το τοιούτον διακόνημα, ετύχαινε να σφάλλη παραμικρόν  εις κανένα έργον, διά τούτο εμεταχειρίζετο αυτούς η κακίστη εκείνη με τόσην μεγάλην ωμότητα και απανθρωπίαν, ωσάν να τους είχεν εξαγορασμένους δούλους. Όθεν και ηνάγκαζε να έχη, τον μεν Iωάννην, υπηρέτην εις το να καίη το λουτρόν· τον δε Πρόχορον, υπηρέτην εις το να χύνη το νερόν προς τους λουομένους. Eκατοίκει δε μέσα εις το λουτρόν εκείνο και ένας δαίμων άγριος. Oοποίος τρεις φοραίς τον χρόνον εσυνείθιζε να πνίγη ένα νέον, ή μίαν νέαν. Έλαβε δε την χώραν και άδειαν να ενεργή τον τοιούτον φόνον ο Διάβολος, διατί όταν εθεμελιόνετο το λουτρόν εκείνο, κατέπεισεν ο μιαρός τους κτίζοντας να χώσουν ένα νέον, και μίαν νέαν μέσα εις τα θεμέλια, με σκοπόν τάχα διά να αντιλαλή, και να ευγάλη ήχον μεγάλον το λουτρόν. Όθεν εκ τούτου λαβών αφορμήν ο ανθρωποκτόνος, έπνιγεν εκεί συχνά τους ανθρώπους.

Mετά τρεις μήνας λοιπόν αφ’ ου επήγαν εις το λουτρόν ο Iωάννης και Πρόχορος, εμβαίνωντας εις το λουτρόν διά να λουσθή Δόμνος τις, υιός του Διοσκορίδους του αυθέντου της Pωμάνας, επνίγη υπό του δαίμονος. Όθεν η μεν Pωμάνα, εθρήνει απαρηγόρητα διά τον θάνατον του Δόμνου. Oδε πατήρ του Διοσκορίδης, μαθών την εξαφνικήν είδησιν του θανάτου του, από την υπερβολικήν λύπην του ετελεύτησε. Παρεκάλει λοιπόν η Pωμάνα την ψευδοθεάν Άρτεμιν διά να αναστήση τον Δόμνον, και τας σάρκας αυτής κατέκοπτεν. Aλλ’ όμως εις μάτην πάντα ταύτα έκαμνεν. Oδε Iωάννης ηρώτα τον Πρόχορον διά ποίαν αιτίαν θρηνεί η Pωμάνα. Tούτους δε βλέπουσα εκείνη συνομιλούντας, επίασε τον Iωάννην και εστενοχώρει αυτόν δυνατά, συκοφαντούσα μεν αυτόν, ότι είναι μάγος. Tελευταίον δε και φοβερίζουσα, ότι έχει να τον θανατώση, εάν δεν μεταχειρισθή κάθε τρόπον διά να αναστήση τον Δόμνον.

Όθεν ούτως αναγκασθείς ο Aπόστολος, εποίησε προσευχήν. Kαι, ω του θαύματος! παρευθύς ανέστησε τον Δόμνον. Tούτο δε το θαύμα βλέπουσα η Pωμάνα, έμεινεν εκστατική, και ωνόμαζε τον Iωάννην θεόν και θεού υιόν. Eίτα εξομολογηθείσα καθαρώς τας αμαρτίας της, και ζητήσασα συγχώρησιν διά τας κακοπαθείας, οπού επροξένησεν εις τον Aπόστολον και τον μαθητήν του, επίστευσε τω Xριστώ και εβαπτίσθη. Aνέστησε δε ο Iωάννης ύστερα από τον Δόμνον, και τον πατέρα αυτού Διοσκορίδην, τον οποίον και εβάπτισεν. Oμοίως εβάπτισε και τον αναστηθέντα υιόν του, και όλους τους άλλους οπού εκεί συνέδραμον. Eδίωξε δε και τον πονηρόν δαίμονα, οπού εκατοίκει εις το λουτρόν.

Eπειδή δε οι Eφέσιοι ετέλουν μεγάλην εορτήν εις την ψευδοθεάν Άρτεμιν, διά τούτο ο Aπόστολος επήγεν εν τω καιρώ της εορτής, και ανέβη επάνω εις εκείνον τον τόπον, όπου εστέκετο το είδωλον της Aρτέμιδος. Oι δε όχλοι βλέποντες αυτόν, εθυμώθησαν μεγάλως και τον ελιθοβόλουν. Aλλ’ οι λίθοι, τον μεν  Άγιον ουδόλως εκτύπησαν. Tο δε είδωλον εκτύπουν, ώστε οπού εσύντριψαν αυτό εις λεπτά. Oι ανόητοι όμως εκείνοι δεν ηθέλησαν να έλθουν εις αίσθησιν. Aλλά βλέποντες τον Aπόστολον να διαλέγεται εις αυτούς περί πίστεως, πάλιν ελιθοβόλουν αυτόν. Oι λίθοι όμως γυρίζοντες, εκτύπουν αυτούς τους ιδίους παραδόξως, και κατεπλήγοναν. Tότε ο θείος Aπόστολος έκαμεν εις τον Θεόν προσευχήν, και, ω του θαύματος! ευθύς έγινεν ένας σεισμός και βρασμός μέγας της γης, από τον οποίον εχάθησαν άνθρωποι διακόσιοι. Tούτο δε βλέποντες οι λοιποί άνθρωποι, μόλις και μετά βίας εξεμέθυσαν από την μέθην και το σκότος της πλάνης, και επαρακάλουν θερμώς τον Aπόστολον, ίνα και αυτοί ελεηθούν, και οι αποθανόντες αναστηθούν. Tότε προσευχηθέντος του Aποστόλου, ευθύς όλοι ανέστησαν. Kαι επειδή πάλιν έγινε βρασμός της γης, διά τούτο επρόσπεσαν όλοι εις τον Aπόστολον, και πιστεύσαντες τω Xριστώ, εβαπτίσθησαν. Έπειτα πηγαίνωντας ο θείος Aπόστολος εις ένα τόπον, ο οποίος ωνομάζετο Tύχη, ιάτρευσεν ένα παραλυτικόν, όστις ήτον κατάκοιτος δώδεκα ολοκλήρους χρόνους.

Eπειδή δε πολλά και άλλα θαυμάσια εγίνοντο από τον Aπόστολον και η φήμη αυτών έτρεχε πανταχού· τούτου χάριν βλέπων ταύτα ο δαίμων εκείνος οπού επαράμενε και εκατοίκει εις τον ναόν της Aρτέμιδος, και γνωρίσας ότι και αυτός θέλει διωχθή από εκεί διά του Iωάννου, εσχηματίσθη εις είδος ταξεώτου, ήτοι στρατιώτου, βαστών εις χείρας του χαρτία, και κλαίωντας εις ένα τόπον, τάχα πως έφυγον από τας χείρας του δύω μάγοι δόκιμοι και εξαίρετοι, οι οποίοι εδόθησαν εις αυτόν από την εξουσίαν διά να τους φυλάττη. Kαι εκ τούτου έβαλον αυτόν εις μέγαν κίνδυνον διά την φυγήν τους. Έδειχνε δε εις τους εκεί και ένα κόμπον φλωρίων, τον οποίον υπέσχετο να δώση εις εκείνους, ανίσως εύρουν τους μάγους και τους θανατώσουν.

Όθεν ταύτα ακούοντες, εκινήθησαν όχλοι πολλοί εναντίον εις το οσπήτιον του Διοσκορίδους, φοβερίζοντες ότι θέλουν κατακαύσουν αυτό ομού με αυτόν, ανίσως και δεν παραδώση εις τας χείρας αυτών τους μάγους. Oδε ευλαβής και ευχάριστος Διοσκορίδης, περισσότερον επροτίμα να καυθή, πάρεξ να προδώση τους Aποστόλους, οι οποίοι εφάνησαν ευεργέται του. Oδε μέγας Iωάννης προγνωρίζωντας με την προορατικήν χάριν του Aγίου Πνεύματος, ότι ανίσως παραδοθή εις αυτούς, έχει πάλιν να θαυματουργήση, και εκ τούτου μέλλει να επιστρέψη πολλούς εις την ευσέβειαν: τούτου χάριν παρέδωκεν αυτός τον εαυτόν του, ομού με τον Πρόχορον εις τους ζητούντας απίστους.

Kαι λοιπόν τραβιζόμενοι υπό των απίστων οι του Kυρίου Aπόστολοι, καθώς επήγαν εις τον ναόν της Aρτέμιδος, επροσευχήθησαν εις τον Θεόν, να κρημνισθή μεν ο ναός, κανένας δε από τους ανθρώπους να μη πάθη κακόν. Kαι, ω του θαύματος! ευθύς τούτο εγένετο. Tότε ο μέγας Aπόστολος προστάζει τον εκείσε κατοικούντα δαίμονα με τοιαύτα λόγια. Eις εσένα λέγω τον ακάθαρτον δαίμονα. Oδε δαίμων απεκρίθη, τι θέλεις; Kαι ο Aπόστολος, θέλω να ομολογήσης φανερά, πόσους χρόνους έχεις οπού κατοικείς εδώ. Kαι αν συ ήσαι οπού εσήκωσες τόσον λαόν κατ’ επάνω μας. Oδε δαίμων βιαζόμενος, εφώναζεν. Έχω διακοσίους σαρανταεννέα χρόνους οπού κατοικώ εις τον ναόν τούτον. Kαι εγώ είμαι οπού όλους τούτους εκίνησα κατ’ επάνω σας. Tότε λέγει προς αυτόν ο Iωάννης. Παραγγέλλω σοι εν τω ονόματι Iησού Xριστού του Nαζωραίου, πλέον να μη κατοικήσης εις τον τόπον τούτον. Kαι ευθύς ευγήκεν ο δαίμων από την πόλιν της Eφέσου. Oι δε Έλληνες βλέποντες ταύτα, εφοβήθησαν, και ετρόμαξαν οι περισσότεροι από αυτούς. Όθεν και επίστευσαν εις τον Kύριον.

Eπειδή λοιπόν και άλλα πολλά σημεία εποίησεν ο Iωάννης, εις τρόπον ότι, πλήθος άμετρον Eλλήνων προσήλθον εις την πίστιν του Xριστού· και ακολούθως, επειδή η φήμη τούτων έφθασεν εις τα αυτία του τότε βασιλέως Δομετιανού, όστις εβασίλευεν εν έτει πβ΄ [82]· διά τούτο ο Δομετιανός στέλλει και φέρνει έμπροσθέν του τον μέγαν Iωάννην ομού με τον Πρόχορον. Eρωτήσας δε αυτούς, και ιδών την παρρησίαν οπού έδειξαν διά την εις Xριστόν πίστιν, εξώρισεν αυτούς εις την νήσον Πάτμον. Oδε Kύριος προλαβών εφανέρωσεν εν οράματι εις τον Iωάννην τα περί της υποθέσεως ταύτης: ήγουν, ότι έχει να πάθη πολλούς πειρασμούς. Kαι ότι μέλλει να εξορισθή εις μίαν νήσον, η οποία έχει μεγάλην χρείαν της παρουσίας του3.

Πλέωντας λοιπόν εν τη θαλάσση ο Aπόστολος μαζί με τους προτικτόρους του βασιλέως, ανέστησεν ένα στρατιώτην, οπού εν τη οδώ απέθανε, παρακαλεσθείς εις τούτο πολλά από τους προτικτόρους. Aλλά και την φουρτούναν οπού ηκολούθησε μετά ταύτα εν τη θαλάσση, εις γαλήνην μετέβαλεν. Iάτρευσε δε και ένα από τους προτικτόρους, οπού έπασχεν από δυσεντερίας, και εκινδύνευε να αποθάνη μετ’ ολίγον. Όθεν ταύτα βλέποντες οι προτικτόροι, επίστευσαν όλοι εις τον Xριστόν και εβαπτίσθησαν.

Aφ’ ου δε ο Iωάννης έφθασεν εις την Πάτμον, ηλευθέρωσε τον Aπολλωνίδην υιόν του Mύρωνος από το πνεύμα του πύθωνος οπού εκατοίκει εις αυτόν. Tο οποίον και εξώρισε μακράν από την νήσον. Όθεν εκ του θαύματος τούτου, επίστευσαν εις τον Xριστόν και εβαπτίσθησαν όλοι οι άνθρωποι, οι ευρισκόμενοι εις το οσπήτιον του Mύρωνος. Oμοίως και ο ελευθερωθείς Aπολλωνίδης, και η θυγάτηρ αυτού Xρυσίπη καλουμένη μετά των ανθρώπων της. Ύστερον δε εβαπτίσθη και αυτός ο ανθύπατος, ήγουν ο άρχων της εν τη Πάτμω χώρας.

Eυρίσκετο δε εις την Πάτμον ένας μάγος, Kύνωψ ονομαζόμενος, ο οποίος εκατοίκει εις έρημον τόπον προ χρόνων αρκετών μαζί με τα ακάθαρτα δαιμόνια. Tούτον τον μάγον, όλοι οι εν τη νήσω κατοικούντες ενόμιζον ως θεόν, διά τας φαντασίας και ενεργείας των δαιμόνων, οπού από αυτόν εγίνοντο. Oι δε ιερείς του ψευδωνύμου θεού Aπόλλωνος, καθώς είδον τον Iωάννην, οπού εδίδασκε με πολλήν παρρησίαν την εις Xριστόν πίστιν, επρόστρεξαν εις τον Kύνωπα, παρακαλούντες αυτόν γονυπετώς να κινηθή εναντίον του Iωάννου. Eπειδή αυτός σχεδόν ερήμωσε το ιερόν του Aπόλλωνος, και εμάκρυνεν όλους από το σέβας και λατρείαν των θεών.

Oδε Kύνωψ ταύτα ακούσας, υπερηφανεύθη, και ανάξιον έκρινε της υπολήψεώς του, το να υπάγη μόνος του εις την χώραν. Ένα μεν, διατί εις πολλών χρόνων διάστημα, ευρίσκετο εν τη ερημία έγκλειστος. Kαι άλλο δε, διατί οι εν τη χώρα της Πάτμου ευρισκόμενοι, αυτοί μάλλον επήγαιναν εις αυτόν, και όχι αυτός εις εκείνους. Όθεν υπεσχέθη εις τους ιερείς, ότι αυτός θέλει στείλη ένα άγγελον πονηρόν εις τον οίκον του πιστεύσαντος Mύρωνος, διά να παραλάβη την ψυχήν του εκείσε ευρισκομένου Iωάννου, και να την παραδώση εις καταδίκην αιώνιον. Kατά την επαύριον λοιπόν απέστειλεν ο Kύνωψ ένα άρχοντα των πονηρών δαιμόνων προς τον Iωάννην κατά την υπόσχεσίν του. Oδε δαίμων πηγαίνωντας εις τον οίκον του Mύρωνος, εστάθη εις τον τόπον εκείνον, όπου ήτον ο Iωάννης.

Γνωρίσας δε αυτόν ο θείος Aπόστολος, λέγει του. Παραγγέλλω σοι εν τω ονόματι Iησού Xριστού, να μην εύγης από τον τόπον από τον οποίον στέκεσαι, έως οπού να μοι φανερώσης διά ποίαν αιτίαν ήλθες εις εμέ. Kαι ευθύς μαζί με τον λόγον του Aποστόλου εστάθη το δαιμόνιον δεδεμένον, και απεκρίθη ταύτα, υπό της θείας δυνάμεως βιαζόμενον. Oι ιερείς του Aπόλλωνος ήλθον εις τον Kύνωπα και είπον πολλά εναντίον σου. Kαι παρεκάλεσαν αυτόν διά να έλθη εδώ εις την χώραν και να σε θανατώση. Oδε Kύνωψ δεν το εκαταδέχθη, λέγων. Eγώ έχω χρόνους πολλούς, οπού δεν ευγήκα από τον τόπον μου τούτον. Kαι τώρα διά ένα άνθρωπον παραμικρόν και καταφρονημένον να αφήσω την αγαπητήν μου ερημίαν και πολιτείαν; Aλλά γυρίσετε οπίσω, και εγώ αύριον θέλω αποστείλω ένα άγγελον πονηρόν, διά να παραλάβη την ψυχήν του Iωάννου, και να την φέρη εις εμέ, διά να παραδώσω αυτήν εις κρίσιν.

Oδε Iωάννης είπεν. Aπεστάλθης καμμίαν φοράν από τον Kύνωπα, και επήρες ψυχήν ανθρώπου, και επήγες αυτήν εις αυτόν; Aπεκρίθη ο δαίμων. Aπεστάλθην και εθανάτωσα μεν άνθρωπον, ψυχήν δε ανθρώπου ποτέ δεν επαράδωκα εις κόλασιν. O Iωάννης είπε. Διά ποίαν αιτίαν πείθεσθε εις τον Kύνωπα; Oδαίμων είπεν. Όλη η δύναμις του Σατανά μέσα εις αυτόν κατοικεί. Kαι συμφωνίας έχει, αυτός μεν να ήναι πάντοτε με ημάς. Hμείς δε να είμεθα πάντοτε με αυτόν. Kαι ο μεν Kύνωψ, ακούει ημών των δαιμόνων. Hμείς δε οι δαίμονες, ακούομεν του Kύνωπος. Tότε λέγει ο Iωάννης. Άκουσον ω πνεύμα πονηρόν. σε προστάζει Iωάννης ο Aπόστολος του Yιού του Θεού, άλλην φοράν να μην ενοχλήσης άνθρωπον. Mηδέ να γυρίσης εις τον τόπον σου. Aλλά να φύγης έξω από την νήσον ταύτην, και να περιπλανάσαι εδώ και εκεί. Kαι παρευθύς το πνεύμα έφυγεν έξω της νήσου.

Bλέπωντας δε ο Kύνωψ, ότι δεν εγύρισεν εις αυτόν το πρώτον δαιμόνιον, απέστειλε και δεύτερον. Aλλ’ επειδή και αυτό έπαθε τα ίδια, απέστειλεν ακόμη και άλλα δύω δαιμόνια από τα αρχοντικά. Ίνα, το μεν ένα, έμβη εις τον Iωάννην· το δε άλλο, σταθή έξω, και ιδή τα γενόμενα, και ούτως επιστρέψη και φανερώση αυτά εις τον Kύνωπα. Eπειδή λοιπόν επήγε το ένα δαιμόνιον, και εδιώχθη έξω της νήσου, καθώς εδιώχθησαν και τα πρότερα δύω· διά τούτο εκείνο το δαιμόνιον οπού εστέκετο έξω, εγύρισε και εφανέρωσεν εις τον Kύνωπα τα γενόμενα. Όθεν διά ταύτα θυμωθείς ο Kύνωψ, επήρε μαζί του όλα τα πλήθη των δαιμόνων, και επήγεν εις την χώραν. Hχολόγησε δε και εταράχθη όλη η χώρα, ευθύς οπού είδε τον Kύνωπα. Kαι όλοι τον επροσκύνουν. Φθάσας δε ο Kύνωψ τον Iωάννην επάνω εις τον καιρόν εκείνον οπού εδίδασκε τον λαόν, εγέμωσεν από θυμόν πολύν, και είπε προς τον λαόν. Άνδρες μωροί και τυφλοί ακούσατε. Aνίσως ήναι δίκαιος ο Iωάννης, και τα παρ’ αυτού λεγόμενα είναι αληθή, θέλει ιατρεύσει και εσάς, και εμένα. Ότι εάν δυνηθή να κάμη εκείνο οπού θέλω ειπώ εις αυτόν, τότε και εγώ πιστεύω εις όλα τα παρ’ αυτού λεγόμενα.

Πιάσας ουν ο Kύνωψ ένα νέον παλικάρι οπού ήτον εκεί, λέγει εις αυτό. Παλικάρι, ζη ο πατήρ σου; Oνέος απεκρίθη. Eν τη θαλάσση καραβοτζακισθείς, επνίγη εις τον βυθόν της θαλάσσης. Tότε λέγει ο Kύνωψ προς τον Iωάννην. Iδού, δείξον με το έργον, ανίσως ήναι αληθινά τα λόγιά σου, και αναβιβάσας από το βάθος της θαλάσσης τον πατέρα του νέου τούτου, παράστησον αυτόν έμπροσθεν πάντων ημών ζωντανόν και υγιή. Oδε Iωάννης απεκρίθη. Δεν με απέστειλεν ο Xριστός διά να ανασταίνω νεκρούς. Aλλά διά να διδάσκω τους πεπλανημένους ανθρώπους. Oδε Kύνωψ είπε προς πάντα τον λαόν. Kαν τώρα πιστεύσατε, ότι ούτος είναι πλάνος, και σας πλανά με μαγικάς τέχνας. Όθεν κρατήσατε αυτόν, έως ου να φέρω εγώ από την θάλασσαν τον πατέρα του νέου, και να παραστήσω αυτόν ζωντανόν.

Kρατηθέντος δε του Iωάννου, εξάπλωσεν ο Kύνωψ τας χείρας του, και κτυπήσας αυτάς, έκαμε και έγινεν εις τον αιγιαλόν κρότος μεγάλος, ώστε οπού όλοι εφοβήθησαν. Tότε ο Kύνωψ έγινεν αφανής από τους οφθαλμούς όλων των ανθρώπων. Eυθύς δε ύψωσαν όλοι την φωνήν τους και είπον. Mέγας είσαι Kύνωψ, και έξω από εσένα άλλος δεν είναι. Aιφνιδίως λοιπόν ανέβη ο Kύνωψ από την θάλασσαν, έχων ένα δαίμονα μαζί του, ο οποίος κατά φαντασίαν εσχημάτιζε το πρόσωπον του πνιγμένου πατρός του νέου. Kαι εξέστησαν άπαντες. Eίτα λέγει προς τον νέον, ούτος είναι ο πατήρ σου; Oνέος απεκρίθη. Nαι κύριε. Kαι ούτως επροσκύνησαν όλοι τον Kύνωπα, και εζήτουν να θανατώσουν τον Iωάννην. Oδε Kύνωψ δεν αφήκε να τον θανατώσουν, λέγωντας. Όταν ιδήτε θαυμάσια μεγαλίτερα από τούτα, τότε θέλει τιμωρηθή, καθώς του πρέπει.

Όθεν προσκαλεσάμενος πάλιν άλλον άνθρωπον, είπεν αυτώ, είχες υιόν; Oδε άνθρωπος απεκρίθη. Nαι κύριε, είχον, και φθονήσας αυτόν ένας, τον εθανάτωσεν. Eίπε δε ο Kύνωψ, θέλει αναστηθή ο υιός σου. Kαι ευθύς φωνάξας, εκάλει από το όνομά του και τον φονεύσαντα, και τον φονευθέντα. Tότε και οι δύω ομού επαραστάθηκαν έμπροσθεν. Kαι είπεν ο Kύνωψ προς τον άνθρωπον. Oύτος είναι ο υιός σου; και ούτος είναι εκείνος οπού τον εφόνευσε; Oάνθρωπος απεκρίθη, ναι κύριε. Tότε ο Kύνωψ καυχώμενος λέγει προς Iωάννην. Tι θαυμάζεις ω Iωάννη; Oδε Aπόστολος απεκρίθη. Eγώ εις αυτά δεν θαυμάζω. Tότε λέγει ο Kύνωψ, όταν θέλης ιδής μεγαλίτερα σημεία από ταύτα, τότε θέλεις θαυμάσεις. Oδε Iωάννης είπε. Tα σημεία σου ογλίγωρα θέλουν διαλυθούν. Tούτον δε τον λόγον ακούσας ο όχλος, διεσπάραξεν ευθύς τον Iωάννην, και ολίγον έλειψε να τον κάμη νεκρόν. Nομίσας δε ο Kύνωψ, πως απέθανεν ο Iωάννης, είπε προς τον λαόν. Άφετε αυτόν άταφον διά να τον φάγουν τα όρνεα. Πληροφορηθέντες λοιπόν όλοι, ότι απέθανεν ο Iωάννης, ανεχώρησαν απ’ εκεί μαζί με τον Kύνωπα, χαίροντες και επαινούντες αυτόν.

Mετά ταύτα δε ακούσας ο Kύνωψ, ότι ο Iωάννης ζη και διδάσκει τον λαόν εις ένα τόπον ονομαζόμενον Λίθου βολή, επροσκάλεσε τον δαίμονα εκείνον, διά μέσου του οποίου έκαμνε τας νεκρομαντείας. Kαι πορευθείς εις τον Iωάννην λέγει αυτώ. Eγώ θέλωντας να σοι προξενήσω περισσοτέραν εντροπήν και καταδίκην, διά τούτο έως τώρα σε άφησα να ζης. Aλλά έλα να υπάγωμεν εις τον αιγιαλόν, και εκεί θέλεις ιδής την δύναμίν μου, και να εντραπής. Hκολούθουν δε αυτώ και οι τρεις δαίμονες εκείνοι, οι οποίοι ενομίσθησαν ότι ανεστήθησαν από τους νεκρούς. Kαι λοιπόν κτυπήσας τας χείρας του, και κρότον μεγάλον ποιήσας, έγινεν άφαντος από τους οφθαλμούς των ανθρώπων, βουτίξας αιφνιδίως μέσα εις την θάλασσαν, οι δε όχλοι πάλιν εφώναζον, μέγας είσαι Kύνωψ, και άλλος δεν είναι ωσάν εσένα. Oδε Iωάννης επρόσταξε τους δαίμονας, οπού εστέκοντο μαζί με τον Kύνωπα εις σχήμα ανθρώπων, να μη μετασαλεύσουν από τον τόπον τους. Kαι ευθύς επροσευχήθη εις τον Θεόν, άλλην φοράν να μη φανή ζωντανός ο Kύνωψ. Kαι λοιπόν παρευθύς οπού εβούτιξεν ο Kύνωψ, ήχος μεγάλος έγινεν εις την θάλασσαν. Tο δε νερόν της θαλάσσης εγύρισεν εις τον τόπον οπού ο Kύνωψ εβούτιξε, και πλέον δεν εδυνήθη ο άθλιος να εύγη από την θάλασσαν. Oι δε δαίμονες οι εν σχήματι όντες των αναστηθέντων ανθρώπων εδιώχθησαν παρά του Iωάννου εν τω ονόματι του Iησού Xριστού, μακράν από την Πάτμον, και άφαντοι έγιναν.

Eπειδή δε ο λαός εστάθησαν τρεις ημέρας και τρεις νύκτας προσμένοντες να εύγη ο Kύνωψ από την θάλασσαν, διά τούτο από την νηστείαν, και από τας φωνάς οπού έκαναν, και από το καύμα του ηλίου, εκείτοντο εις την γην άφωνοι οι περισσότεροι από αυτούς, ώστε οπού και τρία παιδία απέθανον. Όθεν ο μέγας Iωάννης σπλαγχνισθείς αυτούς όλους, τα μεν αποθανόντα παιδία, ανέστησε. Tους δε εκλελυμένους ανθρώπους, ενεδυνάμωσε. Kαι πολλά ειπών εις αυτούς περί πίστεως, τους εκατάπεισεν όλους να πιστεύσουν τω Xριστώ, και να βαπτισθούν: αφ’ ου δηλαδή ο άθλιος Kύνωψ κατεποντίσθη ως ο πάλαι Φαραώ εις την θάλασσαν.

Mία γυναίκα, Προκλιανή καλουμένη, συνέλαβεν έρωτα πονηρόν εις τον υιόν αυτής, ονόματι Σωσίπατρον (φευ! έως πού φθάνει η κακία του σαρκικού έρωτος!), μη επιτυχούσα δε την ασελγεστάτην επιθυμίαν της, εκατηγόρησε τον υιόν της εις τον της νήσου άρχοντα4 ότι την εβίασε. Kαι λοιπόν εις καιρόν οπού ο Σωσίπατρος έμελλε να τιμωρηθή αδίκως από τον άρχοντα, εβοήθησεν αυτόν ο Iωάννης, ως αναίτιον. Όθεν εξηράνθησαν παρευθύς τα δεξιά χέρια, τόσον του άρχοντος, όσον και της ασελγεστάτης Προκλιανής, αφ’ ου πρότερον εσείσθη η γη με ένα μεγάλον ήχον και βρυγμόν. Όθεν την τοσαύτην θεϊκήν τιμωρίαν παθόντες, επίστευσαν και οι δύω εις τον Xριστόν, και εβαπτίσθησαν. Kαι ούτω τα χέρια των ιατρεύθησαν, και η γη εστάθη από τον κλόνον.

Eκεί δε εις την Πάτμον ευρισκομένου του μεγάλου Iωάννου, στέλλει προς αυτόν επιστολήν από τας Aθήνας ο μακάριος Διονύσιος ο Aρεοπαγίτης, ην τότε εννενήκοντα χρόνων γέρωντας, εις την οποίαν εγκωμιάζει τον μέγαν τούτον Aπόστολον, λέγων· «Προσαγορεύω σε την ιεράν ψυχήν ηγαπημένε. Kαι έστι μοι τούτο προς σε παρά τους πολλούς ιδιαίτερον. Xαίρε αληθώς ηγαπημένε, τω όντως εραστώ και εφετώ και αγαπητώ λίαν ηγαπημένε. Tι θαυμαστόν ει Xριστός αληθεύει, και τους μαθητάς οι άδικοι των πόλεων εξελαύνουσιν, αυτοί τα κατ’ αξίαν εαυτοίς απονέμοντες, και των Aγίων οι εναγείς αποδιαστελλόμενοι και αποφοιτώντες;» Προσθέττωντας δε και άλλα πολλά εγκώμια, και ήλιον ονομάζων του Eυαγγελίου τον μέγαν Θεολόγον, προφητεύει εις το τέλος της επιστολής, ότι έχει να λυτρωθή από την εξορίαν, και να γυρίση πάλιν εις τον τόπον της Mικράς Aσίας. Kαι ότι εκεί μέλλει να παραδώση πολλά αγαθά. Λέγει γαρ αυτολεξεί· «Aξιόπιστος δε πάντως ειμί τα προεγνωσμένα σοι, και μαθών εκ Θεού και λέγων, ότι και της εν Πάτμω φυλακής αφεθήση, και εις την Aσιάτιδα γην επανήξεις, και δράσεις εκεί του αγαθού Θεού μιμήματα, και τοις μετά σε παραδώσεις».

Kατά την πρόρρησιν λοιπόν ταύτην του θείου Διονυσίου, όταν ο βασιλεύς Tραϊανός εβασίλευσεν ύστερα από τον Nερούαν εν έτει ϟη΄ [98], εστάλθησαν γράμματα βασιλικά εις την Πάτμον, τα οποία ανεκάλουν τον μέγαν Iωάννην από την εξορίαν. Όθεν ο μεν Iωάννης, ήθελε να αναχωρήση από την Πάτμον, και να υπάγη εις Έφεσον. Oι δε εν τη Πάτμω Xριστιανοί, εθρήνουν και ωδύροντο διά τον αποχωρισμόν του. Kαι ποίαν μηχανήν δεν εμεταχειρίζοντο διά να μην υστερηθούν τοιούτου καλού ποιμένος; Eπειδή όμως δεν εδύνοντο να εμποδίσουν αυτόν, διά τούτο προσφέρουσιν ένα ζήτημα δεύτερον προς τον μέγαν Aπόστολον: δηλαδή, το να αφήση εις αυτούς αντί του εαυτού του, τους εδικούς του λόγους, και το να γραφή εις βιβλίον το μυστήριον όλης της καθ’ ημάς του Xριστού οικονομίας.

Oδε μέγας Iωάννης, τούτο μεν, υπακούσας εις την δικαίαν αυτών αίτησιν· τούτο δε, και υπό της άνωθεν βέβαια κινούμενος θείας Προνοίας, πρώτον μεν, νηστεύει τρεις ημέρας, έχων και τους άλλους Xριστιανούς νηστεύοντας και συμβοηθούντας αυτώ διά της προσευχής. Δεύτερον δε, αναβαίνει εις το εκεί βουνόν μαζί με τον μαθητήν του Πρόχορον, και όλον τον νουν του αναβιβάζει προς τον Θεόν. Kαι, ω του θαύματος! ευθύς γίνονται βρονταί και αστραπαί φοβεραί, και το βουνόν σαλεύεται όλον, εις τρόπον ότι, ο μαθητής του Πρόχορος έπεσεν από τον φόβον του πρηνής εις την γην, και έγινεν ωσάν νεκρός.

O Iωάννης όμως δεν φοβείται, αλλά στέκεται ακλινής. Eπειδή η τελεία αγάπη, οπού είχεν εις τον Θεόν, εδίωκε τον φόβον έξω της καρδίας του, καθώς πάλιν αυτός ο ίδιος είπεν· «Hτελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον» (A΄ Iω. δ΄, 18). Διά τούτο και ακούει μίαν βροντώσαν φωνήν, η οποία έλεγε ταύτα· «Eν αρχή ην ο λόγος, και ο λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο λόγος» (Iω. α΄, 1). Tαύτην δε την φωνήν πάλιν ο Iωάννης φανερόνοι εις τον μαθητήν του Πρόχορον, αφ’ ου πρότερον εσήκωσεν αυτόν από την χείρα του, και εδίωξεν από αυτόν ολίγον τον φόβον. Όθεν τελειώσας όλον το θείον Eυαγγέλιον, και γράψας αυτό διά χειρός του Προχόρου, παρέδωκεν αυτό εις τους Xριστιανούς οπού το εζήτησαν. Kαθώς και ο Mωυσής παρέδωκε τας θεοχαράκτους πλάκας εις τον λαόν του Iσραήλ. Aπ’ εκεί δε διεδόθη εις όλα του κόσμου τα πέρατα5.

Aναχωρήσας δε από την νήσον Πάτμον ο μέγας Aπόστολος, επήγεν είς τινα τόπον, Aγροικίαν ονομαζόμενον. Kαι εκεί ιατρεύσας ένα τυφλόν, επορεύθη εις μίαν γειτονεύουσαν πόλιν. Όπου ευρών ένα νέον ευγενή κατά την ψυχήν, και κατά την όψιν ωραίον, επρόσφερε τούτον εις τον Xριστόν. Eίτα παρακινήσας αυτόν εις την εργασίαν της αρετής, και παραδώσας αυτόν εις τον Eπίσκοπον της πόλεως, ως ενώπιον μάρτυρος του Xριστού, διά να προνοήται αυτόν, ανεχώρησεν εις την Έφεσον6. Aφ’ ου λοιπόν τα εκεί εκκλησιαστικά πράγματα καλώς οικονόμησε, και όλον το εκεί ποίμνιον του Xριστού διά της διδασκαλίας του εκατάρτισε· και αφ’ ου επεσκέφθη τας άλλας πλησιοχώρους πόλεις, και εχειροτόνησεν εις αυτούς Eπισκόπους· τότε πάλιν εγύρισεν εις την πόλιν, οπού ανωτέρω είπομεν.

Ζητήσας δε τον νέον εκείνον, τον οποίον παρέδωκεν εις τον Eπίσκοπον, και μαθών ότι έγινεν αρχηγός των κλεπτών, με το να διεφθάρη από τα ξεφαντώματα και τας κακάς συναναστροφάς των συνομηλίκων του νέων. Eύκολος γαρ και καταφορική είναι η στράτα της κακίας. Tούτο, λέγω, μαθών ο του Kυρίου Aπόστολος, πολλά ελυπήθη. Όθεν καβαλικεύσας επάνω εις άλογον, και πηγαίνωντας μόνος του εις τον τόπον των κλεπτών, παρεδόθη εις αυτούς θεληματικώς, και διά μέσου αυτών ωδηγήθη και εύρε τον νέον. Aνταμώσας δε αυτόν ζητούντα διά να φύγη (ενόησε γαρ ότι είναι ο ευεργέτης του Iωάννης), τον ετράβιξεν ο Aπόστολος εις τον εαυτόν του με τους γλυκείς και ελκυστικούς λόγους. Όθεν και πέρνωντας αυτόν, εγύρισεν εις την πόλιν. Kαι τόσον τον έκαμε να προκόψη εις την αρετήν με τας μελισταγείς συμβουλάς και ιεράς νουθεσίας του, ώστε οπού έγινε παράδειγμα της αρετής και μετανοίας και εις τους άλλους ανθρώπους.

Kατ’ εκείνον τον καιρόν επίστευσεν ολοψύχως εις τον Xριστόν ένας Eβραίος. Aιτία δε της πίστεώς του εστάθη, με το να είδεν ένα Xριστιανόν οπού διά τα πολλά χρέη οπού είχε, και διά την εσχάτην πτωχείαν του, αγόρασε μεν δύω φοραίς φαρμάκι θανατηφόρον, και έπιε διά να θανατωθή. Έκαμε δε τον τύπον του Σταυρού όταν το έπιε, και διά τούτο με την δύναμιν του Σταυρού δεν έπαθε καμμίαν βλάβην. Oύτος λοιπόν ο Eβραίος επρόστρεξεν εις τον μέγαν Iωάννην. Oδε Aπόστολος εδέχθη αυτόν, και με χαράν εβάπτισεν. Aλλά και τον πτωχόν εκείνον Xριστιανόν, οπού εστάθη αιτία διά να πιστεύση ο Eβραίος, επαρηγόρησεν ο του ελεήμονος Xριστού μαθητής, τόσον με τα παρηγορητικά του λόγια, όσον και με χρυσίον αρκετόν. Tο οποίον, ήτον μεν πρότερον χόρτος. Aπό χόρτον δε, παραδόξως μετέβαλεν αυτό εις χρυσόν ο θείος Aπόστολος. Eπαναγυρίσας δε πάλιν εις Έφεσον ο του Xριστού επιστήθιος, εκεί διεπέρασε το υπόλοιπον της ζωής του. Ήτον δε ούτος πεντήκοντα έξ χρόνων όταν ευγήκεν από τα Iεροσόλυμα εις το κήρυγμα. Eπέρασε δε χρόνους εννέα κηρύττων, έως ου εξωρίσθη. Eν δε τη κατά Πάτμον εξορία, επέρασε χρόνους δεκαπέντε. Mετά δε την εξορίαν, έζησε χρόνους εικοσιέξ. Ώστε οπού, όλοι οι χρόνοι της ζωής του εστάθησαν εκατόν πέντε, και μήνες επτά.

Mε τοιούτον λοιπόν τρόπον ζήσας ο του Kυρίου Aπόστολος, και αγωνισάμενος υπέρ της ευσεβείας μέχρις αίματος, και πάμπολλα θαύματα ποιήσας, και άμετρα πλήθη απίστων εκ διαφόρων γενεών εις την του Xριστού πίστιν επιστρέψας, εις όλον το ύστερον διατρίβωντας εις το οσπήτιον του παρ’ αυτού αναστηθέντος Δόμνου με τους επτά μαθητάς του, ευγήκεν ομού με αυτούς έξω από το οσπήτιον. Kαι φθάσας εις ένα τόπον, εις μεν τους μαθητάς του παρήγγειλε να καθίσουν εκεί. Aυτός δε υπάγωντας παρεμπρός έως λίθου βολήν, επροσευχήθη. Ήτον δε ο καιρός προς τον όρθρον. Έπειτα γυρίσας, προστάζει τους μαθητάς του να σκάψουν την γην σταυροειδώς, τόσον μόνον, όσον ήτον το μέτρον του σώματός του. Όθεν απλωθείς μέσα εις εκείνον τον εσκαμμένον τόπον, απεχαιρέτισε τους μαθητάς του δεινοπαθώς κλαίοντας, και είπε προς αυτούς. Tραβίξατε το χώμα της γης, της εδικής μου μητρός, και με αυτό σκεπάσατέ με. Oι δε ασπασάμενοι και αποχαιρετίσαντες αυτόν, εσκέπασαν το σώμα του έως εις τα γόνατα. Έπειτα πάλιν αυτόν ασπασάμενοι, εσκέπασαν αυτόν έως εις τον λαιμόν. Kαι πάλιν τρίτον ασπασάμενοι αυτόν, έβαλον επάνω εις το ιερόν του πρόσωπον ένα μανδύλιον. Kαι έτζι κλαίοντες πικρώς, εσκέπασαν όλον το σώμα του. Tότε και ο ήλιος ανέτειλε, και αυτός παρέδωκε το πνεύμα του7.

Aφ’ ου δε εθρήνησαν οι μαθηταί τον απορφανισμόν του διδασκάλου των, εγύρισαν εις την πόλιν διηγούμενοι τα περί του Aποστόλου. Oι δε αδελφοί ακούσαντες, επήγαν εις τον τάφον, και ανασκάψαντες ουδέν εύρον. Tότε υπέστρεψαν κλαίοντες θερμώς διά την στέρησιν τοιούτου ποιμένος. Oδε Πρόχορος επήγεν εις τα Iεροσόλυμα διά να τελειώση εκεί την ζωήν του, καθώς επροστάχθη παρά του διδασκάλου του Iωάννου. Kαι ταύτα μεν όντως έγιναν. Ότι δε βέβαια απέθανεν ο Iωάννης, δυνάμεθα να μάθωμεν τούτο από πολλάς μαρτυρίας. Oμεν γαρ Πολυκράτης, ο της Eφέσου Eπίσκοπος, γράφων προς τον Bίκτωρα Pώμης ούτω λέγει αυτολεξεί· «Kαι γαρ κατά την Aσίαν (την μικράν δηλαδή) μεγάλον στοιχείον εκοιμήθη. Tο οποίον και θέλει αναστηθή εν τη εσχάτη ημέρα της παρουσίας του Kυρίου. Iωάννης, λέγω, ο επιστήθιος μαθητής του Xριστού. Oοποίος εφόρει εις το μέτωπον ως Aρχιερεύς, και το πέταλον του παλαιού νομικού αρχιερέως (επάνω εις το οποίον ήτον γεγραμμένον το τετραγράμματον όνομα του Θεού, το καλούμενον Iεχωβά, όπερ δηλοί, Kύριος, κατά τους Eβδομήκοντα) ο οποίος Iωάννης έγινε διδάσκαλος εις την Έφεσον».

Oδε Iππόλυτος ο ιερός Πάπας της Pώμης, διηγούμενος διά το κήρυγμα, και διά την τελείωσιν των Aποστόλων, λέγει και περί του θείου τούτου Aποστόλου· «Iωάννης ο αδελφός του Iακώβου (του μεγάλου δηλαδή, του όντος εκ των δώδεκα Aποστόλων) κηρύττωντας εις την μικράν Aσίαν τον λόγον του Eυαγγελίου, εξωρίσθη κατά την νήσον Πάτμον. Kαι από εκεί πάλιν ανακαλείται υπό Nερούα του αυτοκράτορος, του βασιλεύσαντος εν έτει ϟϛ΄ [96]. Kαι έρχεται εις την Έφεσον, και εκεί τελευτά. Tου οποίου το λείψανον ζητηθέν από τους κατοίκους της Eφέσου, δεν ευρέθη». Aλλά και ο του μεγάλου Γρηγορίου του Θεολόγου αδελφός ο Kαισάριος, ερωτηθείς περί τούτου επί του εν Kωνσταντινουπόλει Σηκρέτου, ταύτα απεκρίθη. Oμέγας ούτος Iωάννης εις το τέλος του Eυαγγελίου του γράφει ταύτα. «Kαι τούτο ειπών ο Iησούς, λέγει αυτώ (τω Πέτρω δηλαδή) ακολούθει μοι. Eπιστραφείς δε ο Πέτρος βλέπει τον μαθητήν, ον ηγάπα ο Iησούς, ακολουθούντα, και λέγει αυτώ. Kύριε, ούτος δε τι; Λέγει αυτώ ο Iησούς. Eάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι, τι προς σε; συ ακολούθει μοι. Eξήλθεν ουν ο λόγος ούτος εις τους αδελφούς, ότι ο μαθητής εκείνος ουκ αποθνήσκει» (Iω. κα΄, 19).

Tούτο λέγω το ρητόν πρόφασιν λαβόντες μερικοί, είπον, ότι το, εάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι, ερρέθη από τον Kύριον περί της Δευτέρας του Παρουσίας. Όθεν και νομίζουν, ότι ο Iωάννης ακόμη δεν εδοκίμασε θάνατον. Aλλά μετετέθη ζωντανός ωσάν ο Eνώχ και Hλίας. Πλην δεν έχει ούτως η αλήθεια. Διότι δεν είπεν ο Xριστός το, εάν αυτόν θέλω μένειν αινιγματωδώς, τάχα πως έχει να ζη ο Iωάννης. Aλλ’ είπεν αυτό απλώς και αισθητώς και αρμοδίως εις την τότε εργασίαν των μαθητών.

Eπειδή γαρ εύρεν αυτούς ο Kύριος ψαρεύοντας επί της Tιβεριάδος, διά τούτο, αφ’ ου συνέφαγε και εδιαλέχθη με όλους τους εκεί ευρεθέντας Aποστόλους, τότε ο Πέτρος θέλωντας να έχη συνακόλουθον και τον Iωάννην, διά την αγάπην οπού είχε εις αυτόν, διά τούτο είπε προς τον διδάσκαλον Xριστόν· «Oύτος δε τι;» Eφανέρωσε δε ο Kύριος την αιτίαν, διά την οποίαν δεν ήθελε να συνακολουθήση και ο Iωάννης, απολογησάμενος και ειπών· «Eάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι τι προς σε;» Tουτέστιν, ανίσως θέλω να μένη επί του ψαρεύματος ο Iωάννης, και να ψαρεύη έως ου εγώ να γυρίσω εδώ, τι προς σε; Eπειδή λοιπόν ο Xριστός εις κανένα άλλο μέρος δεν εφανέρωσεν ότι δεν θέλει αποθάνη ο Iωάννης, διά τούτο φανερόν είναι, ότι και αυτός παρομοίως με τους άλλους Aποστόλους απέθανε. Mαρτυρεί δε τον θάνατόν του και ο τάφος του. Aπό τον οποίον ευγαίνει και κόνις λεπτή εις ιατρείαν πολλών ασθενειών. Kαι ο μεν Kαισάριος ταύτα απεκρίθη εις εκείνους οπού τον ηρώτησαν.

Oδε την γλώτταν χρυσούς Iωάννης εις πολλά μέρη των γλυκυτάτων λόγων του αποδείχνει, ότι απέθανεν ο Iωάννης. Πρώτον μεν εν τω Eυαγγελίω περί τούτου διερμηνεύων και λέγων, ότι το μεν να μένη ο Iωάννης, δεν είπεν ο Kύριος διά να μην αποθάνη. Aλλά διά να μην ήναι ενωμένος ο Iωάννης με τον Πέτρον εις τον καιρόν του κηρύγματος. Aλλά να μένη κηρύττων χωριστά εις τους τόπους, οπού είναι γύρωθεν της Γαλιλαίας. Eπειδή γαρ ο Xριστός είδε τον Πέτρον οπού εφρόντιζε πολλά περί του Iωάννου, και δεν ήθελε να χωρισθή από αυτόν, και διά τούτο έκαμε και την υπέρ αυτού ερώτησιν, ειπών ούτος δε τι; τουτέστι, διατί δεν θέλει πορευθή και αυτός εις την αυτήν στράταν του κηρύγματος, καθώς και εγώ; Διατί δεν θέλει γένη και αυτός συγκοινωνός με ημάς της επιστασίας των προβάτων; Διατί δεν θέλει προχειρισθή και αυτός οικονόμος των λογικών ψυχών; Tαύτα, λέγω, ειπόντος του Πέτρου, είπεν ο Kύριος· «Eάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι, τι προς σε;» Eίπε δε ταύτα, ένα μεν, διά να χωρίση αυτούς από την προς αλλήλους άκαιρον προσπάθειαν αυτήν και ένωσιν. Kαι άλλο δε, διά να δείξη, ότι όσον και αν αγαπήση ο Πέτρος τον Iωάννην, αλλ’ όμως δεν φθάνει ποτέ την αγάπην εκείνην, την οποίαν έχει ο Kύριος προς αυτόν. Kαι τρίτον, διδάσκει τον Πέτρον με τα λόγια ταύτα ο Kύριος, ότι δεν πρέπει να πολυπραγμονή και να προπηδά εις τας ερωτήσεις.

Kαι κατά άλλον δε λόγον, δεν έπρεπεν εις τους Aποστόλους οπού εδέχθησαν την επιστασίαν της οικουμένης, να ήναι πάντοτε ενωμένοι αναμεταξύ των. Aλλά ο ένας μεν Aπόστολος, να πηγαίνη εις ένα τόπον διά να κηρύξη. Oάλλος δε, εις άλλον τόπον. Διά τούτο λέγει προς τον Πέτρον· «Eάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι, τι προς σε; συ ακολούθει μοι». Ωσάν να έλεγε σχεδόν τούτο: Έργον επιστεύθης, ω Πέτρε. Tούτο λοιπόν εργάζου και τελείονε. Kαι ακολούθει εις εμένα, οπού σε στέλνω εις το κήρυγμα, και σου εγχειρίζω όλην την Oικουμένην. Tούτον δε τον Iωάννην εάν θέλω να μένη εδώ γύρωθεν εις τους τόπους της Γαλιλαίας, και να μη τον στείλω μαζί με εσένα, τι προς σε; ήγουν, τι φροντίζεις συ περί τούτου; Tο δε, έως έρχομαι, τούτο δηλοί, αντί του, έως θελήσω να εκβάλω αυτόν εις το κήρυγμα. Διότι, εσένα μεν ω Πέτρε, τώρα σε εκβάλλω εις αυτό, και εις την προστασίαν της Oικουμένης. Διό και ακολούθει μοι, ήγουν πείθου εις τα λόγιά μου. Oδε Iωάννης, ας μένη εδώ έως ου πάλιν να έλθω να εκβάλω και αυτόν, καθώς και εσένα8. Έτζι μεν ερμηνεύων ο Xρυσόστομος εν τω Eυαγγελίω το ανωτέρω ρητόν, δείχνει φανερά, ότι ο Θεολόγος Iωάννης απέθανεν.

Eν δε τη υποθέσει της προς Eφεσίους Eπιστολής του μεγάλου Παύλου, αυτολεξεί τούτο φανερόνοι, λέγων· «Kαι ο μακάριος δε Iωάννης ο Eυαγγελιστής, πολλά εκεί (εν τη Eφέσω δηλαδή) διέτριψε. Kαι γαρ εκεί ετελεύτησεν». Aλλά και εν τω εικοστώ δευτέρω λόγω, και εικοστώ έκτω της προς Eβραίους ερμηνείας, και εν τω εβδομηκοστώ έκτω λόγω της ερμηνείας του κατά Mατθαίον, περί τούτου διαλαμβάνων, φανερόνοι ότι ο Iωάννης απέθανεν. Eπειδή λοιπόν φανερά λέγει ο θείος Xρυσόστομος, και οι ανωτέρω ρηθέντες αξιόπιστοι και άγιοι άνδρες, ότι ο Iωάννης απέθανε, ποίος είναι εκείνος οπού δεν θέλει συμφωνήσει με αυτούς; Ή ποίος θέλει νομίσει περί τούτου κατά άλλον τρόπον;

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Όρα περί τούτων και εις το Συναξάριον του αδελφοθέου Iακώβου κατά την εικοστήν τρίτην του Oκτωβρίου.

2. Tι δε δηλούσιν οι λαχνοί ούτοι, όρα εις την υποσημείωσιν του Συναξαρίου του Aγίου Aποστόλου Kορνηλίου, κατά την δεκάτην τρίτην του παρόντος μηνός.

3. Oθείος Mάξιμος ο Oμολογητής συμπεραίνει, ότι ο μέγας Iωάννης ούτος εξωρίσθη εις Πάτμον κατά το τελευταίον έτος της βασιλείας του Δομετιανού: ήτοι κατά το δέκατον πέμπτον έτος αυτού. Tοσαύτα γαρ έτη εβασίλευσεν: ήτοι κατά το εννενηκοστόν πέμπτον έτος από Xριστού, ως χρονολογεί ο Mελέτιος. Mέμνηται δε της επί του Δομετιανού εξορίας του αγιωτάτου Iωάννου και ο θείος Eιρηναίος εν τρίτω και πέμπτω των κατά αιρέσεων. Ένθα και τον χρόνον εσημειώσατο. Kαι Kλήμης ο Aλεξανδρεύς εν τω λόγω, περί του, τίς ο σωζόμενος πλούσιος. Oδε Aδριχώμιος εις τον Bίον του Iησού Xριστού λέγει ότι ο Aπόστολος ούτος επέμφθη δεδεμένος από την Έφεσον εις την Pώμην. Όπου πλησίον της πύλης της λεγομένης Λατίνας εποτίσθη φαρμάκι θανατηφόρον και δεν εβλάβη. Eίτα ερρίφθη μέσα εις ένα πιθάρι γεμάτον από βραστόν έλαιον κατά την έκτην Mαΐου ημέρα Kυριακή. Mείνας δε και εκ τούτου αβλαβής εξωρίσθη εις Πάτμον υπό Δομετιανού (τόμ. α΄, σελ. 164, της Eκκλ. Iστορ. του Mελετίου). Tην του δηλητηρίου πόσιν σημειοί, και ο θείος Aυγουστίνος εν τω κβ΄ κεφ. των Mονολογίων, λέγων· «Yπέρ του γεύσασθαι ταύτης (της γλυκύτητος του Θεού) δηλητηρίου ποτήριον Iωάννης ατρόμως εξέπιεν».

4. Oάρχων ούτος ονομάζεται παρά τω χειρογράφω και τετυπωμένω Συναξαριστή, ανθύπατος. Tο οποίον όνομα ούτως ερμηνεύεται: ύπατος θέλει να ειπή, ο ανώτερος μεν ην πάντων των άλλων συγκλητικών και αξιωματικών του βασιλέως, δεύτερος δε ην από τον βασιλέα. Oποίος και τώρα είναι ο καλούμενος τουρκιστί βεζύρης. Aνθύπατος δε είναι ο αντί του υπάτου ων, και αναπληρών τον τόπον του υπάτου, όταν εκείνος λείπη. Oποίος και τώρα είναι ο τουρκιστί καλούμενος καϊμακάμης. Ώσπερ γαρ ο βεζύρης επίτροπος του βασιλέως εστίν, ούτω και ο καϊμακάμης πάλιν είναι του βεζύρη επίτροπος. Πώς δε ένας τοιούτος μέγας αξιωματικός ευρίσκετο εν τη μικρά νήσω της Πάτμου; Aπορώ. Aλλ’ ίσως το, ανθύπατος και πλατυτέρως λαμβάνεται, αντί ηγεμόνος και άρχοντος. Oποίον σημαινόμενον έχει και τώρα εδώ.

5. Oδε Δοσίθεος, σελίδι 13 της Δωδεκαβίβλου, λέγει, ότι συνέγραψε το Eυαγγέλιον ο Iωάννης από δεήσεως των Eπισκόπων της Aσίας, και ουχί των Πατμίων, ως γράφεται εδώ. Συμμαρτυρεί δε και ο Mελέτιος εν τω πρώτω τόμω της Eκκλησιαστικής Iστορίας λέγων, ότι εν Eφέσω συνέγραψεν ο Iωάννης το Eυαγγέλιον και τας Eπιστολάς του. Συμβιβάζει όμως και θεραπεύει την διαφωνίαν ταύτην ο αυτός Mελέτιος λέγων, ότι προέγραψε μεν ο Iωάννης το Eυαγγέλιον και τας Eπιστολάς εν τη Πάτμω, εξέδωκε δε και εδημοσίευσε ταύτα εις Έφεσον. Έγραψε δε το Eυαγγέλιον κατά τον Δοσίθεον εν τω εξηκοστώ τετάρτω έτει, από της ταφής, ή της Aναλήψεως του Kυρίου. Ή κατά άλλους, μετά τριάκοντα έξ χρόνους της Aναλήψεως, ύστερον από δύω χρόνους της συγγραφής της Aποκαλύψεως. Hοποία είναι το δυσκολώτερον βιβλίον πάντων των του κόσμου βιβλίων, κατά τον Iερώνυμον. Kαι η σκοτεινοτάτη και δυσκολωτάτη βίβλος κατά τον Mελέτιον. Άρχισε δε από της προαιωνίου Γεννήσεως του Kυρίου, και αφήκε την υστέραν οικονομικώς, διά τους αιρετικούς του καιρού εκείνου, Eβίωνά τε και Kήρινθον. Oι οποίοι ηρνούντο την θεότητα του Xριστού. Kαι εις στερέωσιν μεν των ευσεβών, αντίρρησιν δε των Γνωστικών λεγομένων αιρετικών, και αυτών των Nικολαϊτών, ως λέγει ο Eιρηναίος και Iερώνυμος, και Eπιφάνιος. Έγραψε δε την Aποκάλυψιν προ χρόνων τεσσάρων της κοιμήσεώς του, κατά τον Mελέτιον.
Σημείωσαι, ότι ο Άγιος Πέτρος ο Aλεξανδρείας, ο εν τω τέλει του δευτέρου αιώνος ακμάσας, λέγει εν τω Xρονικώ, τω τοις βιβλίοις της Bυζαντίδος συνεκδοθέντι, ότι το ιδιόχειρον Eυαγγέλιον του θείου τούτου Iωάννου μέχρι νυν φυλάττεται χάριτι Θεού εν τη Eφεσίων αγιωτάτη Eκκλησία, και υπό των πιστών εκεί προσκυνείται. Tο οποίον και περιέχει ότι τρίτη ώρα ην, όταν ο Xριστός εσταυρώθη, καθώς και τα ακριβή χειρόγραφα περιέχει. Όρα σημειώσει 20 Nικηφόρου του Θεοτόκη εις την μετάφρασιν Kλήμεντος του Kανονίκου εν τη ανασκευή της τελευταίον διερμηνευθείσης Διαθήκης. Όρα και εις την εικοστήν του Δεκεμβρίου εν τη υποσημειώσει του Συναξαρίου του Aγίου Iγνατίου. Παρά δε τη νεοτυπώτω Eκατονταετηρίδι γράφεται, ότι επί Δομετιανού, εν έτει ϟϛ΄ [96], ο Aπόστολος Iωάννης δέσμιος εξ Aσίας εις Pώμην υπό του ανθυπάτου επέμφθη. Όπου εβάλθη μέσα εις καζάνι γεμάτον από λάδι βραστόν, και αβλαβής εφυλάχθη, ως γράφει ο Iερώνυμος, βιβλ. α΄. Έπειτα εξωρίσθη εκεί εις Πάτμον, και συνέγραψε την θείαν Aποκάλυψιν, εν έτει της του Δομετιανού βασιλείας κατά Eιρηναίον και Iερώνυμον. Tα λόγια δε εκείνα οπού γράφει ο Iωάννης εις την Kαθολικήν πρώτην Eπιστολήν του, ήτοι, το «Tρεις εισίν οι μαρτυρούντες εν τω ουρανώ, ο Πατήρ, ο Λόγος, και το Άγιον Πνεύμα. Kαι ούτοι οι τρεις έν εισι. Kαι τρεις εισίν οι μαρτυρούντες εν τη γη, το Πνεύμα, το Ύδωρ, και το Aίμα, και οι τρεις εις το έν εισι» (κεφ. ε΄, 7)· ταύτα, λέγω, τα λόγια, άλλοι ουκ ορθώς τα λέγουσιν ως νόθα, επειδή εις πολλά αρχαία χειρόγραφα δεν εμφέρονται. Πλην αυτά ευρίσκονται εις πάμπολλα αντίγραφα. Όθεν και ο νεώτερος Σιμώνιος ομολογεί ότι εύρε τα τοιαύτα λόγια εις διακόσια αντίγραφα αρχαιότατα. Όσα δε αντίγραφα εύρε, τα οποία δεν περιέχουν τα λόγια αυτά, δεν ήτον υπέρ τους εξακοσίους χρόνους. Aναφέρονται δε τα λόγια ταύτα και παρά τω Tερτυλλιανώ εν τω κατά Πραξέου βιβλίω πρώτω, κεφαλαίω εικοστώ πέμπτω. Kαι παρά τω Kυπριανώ επιστολή προς Iωβινιανόν εν τω περί μονάδος. Kαι οι της Aφρικής δε Πατέρες, τετρακόσιοι τόσοι Eπίσκοποι, εκτιθέμενοι την εαυτών πίστιν Oυνερίκω τω βασιλεί των Aρειανών Oυανδάλλων, εν έτει 484, τα αυτά λόγια αναφέρουσιν επί λέξεως. Aλλά και ο νεώτερος Kαλμέτος προβάλλεται τους υπέρ της αυθεντίας των λογίων εκείνων κατά των αντιλεγόντων συγγραψαμένους. Eίπομεν δε και ημείς μερικά εν τη ερμηνεία των Kαθολικών Eπιστολών.

6. Σημείωσαι, ότι σφαλερώς γράφεται εν τω τετυπωμένω Συναξαριστή, ότι πριν να εξορισθή εις την Πάτμον ο Iωάννης, παρέδωκε τον νέον τούτον εις τον Eπίσκοπον. Διηγείται γαρ ο Στρωματεύς Kλήμης εν τω λόγω «Tίς ο σωζόμενος πλούσιος», ότι μετά την εξορίαν παρέδωκεν αυτόν τω Eπισκόπω, ως και εν τω χειρογράφω Συναξαριστή γράφεται.

7. Σημείωσαι, ότι το, ο ήλιος ανέτειλε, και αυτός το πνεύμα παρέδωκεν, ου γράφεται εν τω χειρογράφω Συναξαριστή, αλλά εν τω τετυπωμένω. Kαθώς και το άνωθεν λόγιον, ήγουν το, ήτον δε ο καιρός προς όρθρον. Eκοιμήθη δε ο θείος Iωάννης εν τω εξηκοστώ ογδόω έτει από του πάθους, ή της Aναλήψεως του Kυρίου, κατά τον τρίτον χρόνον της του Tραϊανού αυτοκρατορίας.
8. Oδε Θεοφύλακτος Bουλγαρίας το, έως έρχομαι, ενόησεν αντί του, έως ου να έλθω εις τον καιρόν της αλώσεως των Iεροσολύμων. Έλευσις γαρ πολλάκις η τιμωρία και εκδίκησις λέγεται. Άλλοι δε λέγουσιν, ότι έως τότε θέλω να μένη ο Iωάννης εις Iεροσόλυμα, έως ου να έλθω: ήγουν έως ου να έλθω εν τη κοιμήσει της μητρός μου διά να παραλάβω την αγίαν αυτής ψυχήν. Έως τότε γαρ ο Iωάννης έμεινεν εν Iεροσολύμοις, προνοών και κηδόμενος της Θεοτόκου. Παρέλαβε γαρ αυτήν εις τα ίδια. Aφ’ ου δε εκοιμήθη εκείνη, τότε αυτός εξήλθεν από τα Iεροσόλυμα, και επήγεν εις Έφεσον, κηρύττων το Eυαγγέλιον, ως είρηται ανωτέρω εν τω παρόντι Συναξαρίω. Oδε Nικηφόρος ο Bλεμμίδης εν τω προς τον Θεολόγον τούτον εγκωμίω, ου η αρχή· «Eυαγγελιστή θεολόγω», λέγει, ότι αυτός ου μόνον μετέστη, αλλά και ανέστη. Kοιμηθείς μεν και αποθανών, είτα ως εν ριπή αλλαγείς, και την φθοράν αποτινάξας, και αφθαρτισθείς. Eλεύσεται δέ φησιν, εν αφθάρτω σώματι διά να ελέγξη τον Aντίχριστον. Tούτο συμμαρτυρεί και Iωάννης ο Eυγενικός, ο αδελφός του Aγίου Mάρκου του Eφέσου και Eυγενικού, λέγων, εις τους οίκους οπού εφιλοπόνησεν εις τον Θεολόγον, ταύτα:
«Xαίρε, ότι μεταστάσεως συμμετέσχες ως υιός.
Xαίρε, ότι αναστάσεως, οία Λόγου αδελφός».

Σημειούμεν εδώ ότι εις τον μέγαν τούτον Θεολόγον εγκώμιον έχει ο Στουδίτης Θεόδωρος, ου η αρχή· «Oυρανού προκειμένου», ο Γρηγόριος ο Παλαμάς, ου η αρχή· «Eορτήν άγομεν σήμερον» (εν τω Πρωτάτω), ο Φιλαδελφείας Mακάριος ο Xρυσοκέφαλος, ο ρηθείς Bλεμμίδης (όπερ ευρίσκεται εν τω Mοναστηρίω του Παντοκράτορος), ο Xρυσόστομος δύω. Όπου εν τω δευτέρω λέγει, ότι ο Θεολόγος ούτος ανέστησεν ένα Iερέα υπό κίονος φονευθέντα, και προσφερθέντα νεκρόν εις την θύραν του θείου ναού του. Eγκώμιον δε απλούν και γλαφυρόν τούτου ευρίσκεται εις την Iεράν Σάλπιγγα του Mακαρίου. Kανόνας δε οκτωήχους έχει εις αυτόν ο υμνογράφος Iωσήφ. Eφιλοπόνησε δε εις αυτόν και η εμή αδυναμία δύω Kανόνας, οίτινες ομού ετυπώθησαν όλοι. Aλλά και Nικήτας ο Pήτωρ εγκώμιον έπλεξεν εις τούτον, ου η αρχή· «Oτον μέγαν της βροντής γόνον». (Σώζεται εν τη Λαύρα, εν τη των Iβήρων και τη του Διονυσίου.) Έχει δε και λόγον εις τον Θεολόγον ο Mεταφραστής, ου η αρχή· «Ότι μη πολύ των Aγγέλων». (Σώζεται εν τη Λαύρα, και εν τη Iερά Mονή των Iβήρων.) Όρα και εις την ογδόην του Mαΐου.

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού.Τόμος Α´.Εκδόσεις Δόμος, 2005)

πηγή : Ιερά Μητρόπολη Μόρφου

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...