/*--

Δευτέρα, 7 Απριλίου 2014

Το Πάθος του Χριστού και ο θρήνος της Θεοτόκου στη βυζαντινή παράδοση

        
1. Το Πάθος του Χριστού

Το Πάθος και η Ανάσταση του Κυρίου αποτελούν το κέντρο της σωτηριολογικής διδασκαλίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Στη βυζαντινή εκκλησιαστική παράδοση, το απολυτρωτικό Πάθος του Χριστού υπογραμμίζει την άπειρη αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο και προσδιορίζει το μέγεθος της οφειλόμενης αγάπης του ανθρώπου προς το Δημιουργό του. Πρόκειται γι’ αυτήν την ίδια τη σταύρωση και νέκρωση του σαρκικού φρονήματος του ανθρώπου, προκειμένου να ενωθεί με την πηγή της ζωής1. Ο Χριστός, ως τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, με τη σταυρική Του θυσία δεν αποκάλυψε μόνο την αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο, αλλά φανέρωσε την πίστη, την υπακοή και την αγάπη του ανθρώπου Ιησού προς το Θεό Πατέρα.

Ο Λόγος σαρκώθηκε, για να μπορέσει ως άνθρωπος να πάθει, να πεθάνει, αλλά και να νεκρώσει τα πάθη της σάρκας. Μέσα σ’ αυτήν την προοπτική, η σωτηριολογία της ανατολικής Εκκλησίας αποκτά έναν έντονο ασκητικό χαρακτήρα, ο οποίος παρουσιάζεται ήδη στους εκκλησιαστικούς συγγραφείς των πρώτων αιώνων, όπως για παράδειγμα στο Μελίτωνα Σάρδεων και τον Ωριγένη.2 Ειδικότερα, τα πασχάλια κείμενα του Μελίτωνα Σάρδεων άσκησαν σημαντική επίδραση στην υμνολογία των Παθών, όπου υμνείται η σωτηριολογική προοπτική του Πάθους του Θεανθρώπου3 Έτσι, ο θεανθρώπινος χαρακτήρας της σταυρικής θυσίας του Κυρίου όχι μόνο νοηματοδοτεί, αλλά και συνδέει τη σωτηριολογία με την ανθρωπολογική και εκκλησιολογική διδασκαλία4.

Μέχρι και τον τέταρτο αιώνα, οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς και Πατέρες επιμένουν στα κείμενά τους να τονίζουν την πραγματικότητα του Πάθους και του θανάτου του Κυρίου5. Ο απολογητικός χαρακτήρας των κειμένων τους υπογραμμίζει τη βεβαιωμένη πίστη της Εκκλησίας για το Θεάνθρωπο, κατοχυρώνει το σωτήριο Πάθος Του και αποστομώνει τους αιρετικούς Γνωστικούς, Δοκήτες, Υιοθετιστές και Αρειανούς, που αμφισβητούσαν την αλήθεια του Σταυρού και την πραγματικότητα του θανάτου του Κυρίου6. Έτσι, ο Σταυρός γίνεται το θεμέλιο της Εκκλησίας, η ελπίδα των Χριστιανών κι όλων των απελπισμένων, η δύναμη των αδυνάτων, το σύμβολο της νίκης κατά των δαιμόνων, ο ιατρός των αρρώστων και η ασφάλεια της οικουμένης7

Ο ζωοποιός Σταυρός αποκτά ένα βαθύ ασκητικό συμβολισμό και γίνεται όχι μόνο το μέσο για την ανύψωση του ανθρώπου και την αποκατάσταση των σχέσεών του με το Θεό, αλλά και το ουσιαστικό στοιχείο της μίμησης του Κυρίου8

Μέσα απ’ αυτήν την οπτική, στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, το μαρτύριο  θεωρήθηκε ως ο πλέον αυθεντικός τρόπος μίμησης του Πάθους του Κυρίου. Στα μεταγενέστερα χρόνια, η βυζαντινή ασκητική γραμματεία θα συνδέσει τον ασκητικό βίο με το Πάθος κι έτσι, η ζωή του μοναχού, θα αποκτήσει τη σταυρική  της διάσταση και θα αποτελέσει αυθεντικό στοιχείο μίμησης του Πάθους του Κυρίου. 

Οι μοναχοί, αποδεχόμενοι τη σωτήρια κλήση, αφήνουν την πολυκύμαντη θάλασσα των παθών και ακολουθούν το Σωτήρα Χριστό. Τον ακολουθούν στην ατίμωση και την οδύνη του Σταυρού, σταυρώνοντας τη σάρκα με τα πάθη και τις επιθυμίες της. Συνοδεύουν στον τάφο τον Κύριο, θάβοντας τις γήινες επιδιώξεις του παλαιού ανθρώπου και νεκρώνοντας το προσωπικό τους θέλημα στην υπακοή, σ’ εκείνη δηλαδή τη θεληματική δουλεία, που οδηγεί στην αληθινή ελευθερία. 

Μετέχουν στην Ανάσταση, ανασταίνοντας μέσα τους την εκπεσμένη θεία εικόνα και, μέσω της πνευματικής τελείωσης, ενδύονται τη δόξα του αρχέγονου κάλλους. Η αυτοπροαίρετη αγάπη του μοναχού προς το Νυμφίο των ψυχών, μιμητική της αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο, είναι το θεμέλιο της μοναχικής ζωής. Θυσία, μέσα από το θυσιαστήριο της καρδιάς, είναι η προσευχή του μοναχού, όπου θυσιάζεται το θέλημα, συντρίβεται το εγώ, καταπνίγονται τα πάθη, φονεύονται οι κακίες. 

Οι Πατέρες και οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς του Βυζαντίου, στις Ομιλίες ή στα ερμηνευτικά τους συγγράμματα ή και στους Ύμνους τους, όταν αναφέρονται στη σταυρική θυσία του Κυρίου, τονίζουν με έμφαση την ελεύθερη και εκούσια πορεία του Ιησού προς το Πάθος, το οποίο ερμηνεύεται δοξολογικά και σωτηριολογικά. Οι πειρασμοί, η αγωνία του Κυρίου, το πάθος και ο θάνατος, μολονότι παρουσιάζονται ως φυσικά στοιχεία της ανθρώπινης ύπαρξης, δεν κυριαρχούν καταθλιπτικά, αλλά εντάσσονται δοξολογικά στο χαρμόσυνο μήνυμα της Ανάστασης9. 

Η θυσία του Χριστού ήταν πράξη ελεύθερη της αγάπης του Θεού για τη σωτηρία του αμαρτωλού κόσμου. Ήταν πράξη αυτοπροαίρετη, η οποία δεν υπαγορευόταν από καμία ανάγκη και κανέναν εξαναγκασμό10. Ο Λόγος θέλησε ο Ίδιος να γίνει άνθρωπος και να θυσιαστεί για τον άνθρωπο, αφού και ο άνθρωπος με τη θέλησή του υποδουλώθηκε στο ζυγό της αμαρτίας. Ο Κύριος, μολονότι προγνώριζε αυτά που θα συνέβαιναν κατά το Πάθος Του, προσήλθε σ’ αυτό, για να διδάξει στον κόσμο ότι εκούσια έπαθε, με μοναδικό σκοπό την απελευθέρωση του ανθρώπου από τη δουλεία του σατανά11. 

Αποκλειστικό κίνητρο αυτής της πράξης Του ήταν η αγάπη προς τον άνθρωπο, αφού πάνω στο Σταυρό δε στάθηκε ως κριτής της οικουμένης, αλλά ως λυτρωτής των παλαιών μας οφειλών12. Ο Χριστός θυσιάστηκε, για να έχει ο κόσμος ζωή και να επανέρθει στο αρχαίον κάλλος13. Ο Θεός Πατέρας, που υπεραγαπά τον Υιό Του αλλά και τον άνθρωπο, δέχτηκε αυτήν την αγνή και ελεύθερη θυσία, συγχωρώντας τον αμαρτωλό και αποστατημένο κόσμο14. 

Αν θα σχολίαζε κανείς τις δύο θεολογικές τάσεις, που αναδύονται μέσα από την ανατολική θεολογική παράδοση σχετικά με τον αποδέκτη του λύτρου15, θα διαπίστωνε πως είτε στη μία τάση16 όπου το λύτρο θεωρείται ως θυσία και ως αποδέκτης εκλαμβάνεται ο Θεός Πατέρας ή δεν αναφέρεται καθόλου αποδέκτης, γιατί η απολύτρωση νοείται ως αποδέσμευση από την αμαρτία και επανασύνδεση του ανθρώπου με το Θεό - είτε στην άλλη τάση17 όπου αποδέκτης του λύτρου θεωρείται ο διάβολος, επειδή το κακό προσωποποιείται στην ύπαρξη αυτού – οι Πατέρες της Ανατολής είδαν στο προσφερόμενο λύτρο την αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο και μέσα από το Πάθος του Θεανθρώπου την ανατολή της Ανάστασης και της θέωσης του ανθρώπινου προσώπου18. Απ’ αυτήν τη φιλάνθρωπη σχέση, τη γεμάτη από το άπειρο έλεος του Θεού, δεν απορρέει καμία νομική θεώρηση του απολυτρωτικού έργου του Θεανθρώπου19. 

Ο θάνατος, ως εχθρός του παλαιού Αδάμ, νικιέται από το νέο Αδάμ. Πάνω στο Σταυρό, ο Χριστός δεν πέθανε τον εχθρό θάνατο, το θάνατο της αμαρτίας και της υποταγής στο κράτος του διαβόλου, αλλά πέθανε το φίλο και μακάριο θάνατο, αφού μ’ αυτόν θανατώθηκε η αμαρτία. Με το θάνατό Του ο Χριστός κατάργησε τον εχθρό θάνατο20. Το θάνατο, που ήρθε εξαιτίας της πτώσης του ανθρώπου και ο οποίος καταλύθηκε από την Ανάσταση.

Ο θάνατος καταργείται μ’ αυτόν τον ίδιο το θάνατο και ο διάβολος νικιέται με το ίδιο του το όπλο21. Έτσι, τα Πάθη τουΣωτήρα αναδεικνύουν την αγάπη του Θεού για το δημιούργημά Του και γίνονται χαρμόσυνο μήνυμα για την Εκκλησία, αφού καταδεικνύουν το μέγεθος και τη δύναμη της παρεχόμενης χάρης του Θεού22. Αυτής της χάρης, που έκανε τον άνθρωπο όχι μόνο μέτοχο του ένδοξου και σωτήριου θανάτου του Κυρίου, αλλά και μέτοχο της ανάστασής Του.23 Η Ανάσταση του Χριστού είναι η Ανάσταση του Χριστιανού. Ανήκει σε ολόκληρη την ανθρωπότητα και διατηρεί τον πιστό στη ζωή24 ως προσώπου εν Χριστώ. Η Ανάσταση είναι η μετοχή του ανθρώπου στην αιώνια και ακατάλυτη ζωή. Η Εκκλησία βιώνει το ήθος της Ανάστασης ως νέο ήθος, ως ήθος αληθινής αγάπης και αληθινής ελευθερίας. 

Η βυζαντινή υμνογραφία25 ύμνησε την ιστόρηση του Πάθους, του θανάτου,της ταφής, της καθόδου στον Άδη και της Ανάστασης του Σωτήρα. Η ιστορική πραγματικότητα και η δογματική αλήθεια έγινε το καθημερινό τραγούδι της Εκκλησίας, που υμνεί το θείο Πάθος, αγάλλεται για τη νίκη του Σταυρού και δοξολογεί το Θεό για την εκδήλωση της άπειρης φιλανθρωπίας Του προς τον άνθρωπο26. Στην υμνολογία της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδας σκιαγραφούνται με απαράμιλλη ψυχολογική βαθύτητα όλα τα ιστορικά πρόσωπα που έλαβαν μέρος στο θείο δράμα, ενώ παράλληλα δένεται με μοναδικό τρόπο ο συμβολισμός των σωτήριων γεγονότων με τη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας. Η δογματική αλήθεια της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου για την αδιαχώριστη ένωση των δύο φύσεων του Χριστού ψάλλεται με σύντομο, απλό και κατανοητό τρόπο, γεγονός που υπογραμμίζει πως η θεολογία της Εκκλησίας είναι για τα μέλη της βιωματική εμπειρία. 

Στα Τροπάρια του Όρθρου του Μεγάλου Σαββάτου ψάλλεται για το Χριστό: 

Ἀνῃρέθης, ἀλλ’ οὐ διῃρέθης, Λόγε, ἧς μετέσχες σαρκός· εἰ γάρ καί λέλυταί σου ὁ ναός ἐν τῷ καιρῷ τοῦ πάθους, ἀλλά καί οὕτω μία ἦν ὑπόστασις τῆς Θεότητος καί τῆς σαρκός σου· εν ἀμφοτέροις γάρ εἷς ὑπάρχεις Υἱός, Λόγος τοῦ Θεοῦ, Θεός καί ἄνθρωπος. Βροτοκτόνον, ἀλλ’ οὐ θεοκτόνον ἔφυ τό πταῖσμα τοῦ Ἀδάμ· εἰ γάρ καί πέπονθέ σου τῆς σαρκός ἡ χοϊκή οὐσία, ἀλλ’ ἡ Θεότης ἀπαθής διέμεινε· τό φθαρτόν δέ σου πρός ἀφθαρσίαν μετεστοιχειώσαςκαί ἀφθάρτου ζωῆς ἔδειξας πηγήν ἐξ ἀναστάσεως. Μία ὑπῆρχεν ἡ ἐν τῷ ᾅδῃ ἀχώριστος καί ἐν τάφῳ καί ἐν τῇ Ἐδέμ Θεότης Χριστοῦ  σύν Πατρί καί Πνεύματι εἰς σωτηρίαν ἡμῶν τῶν μελῳδούντων27

Στην ανθρώπινη φύση του Χριστού ανακεφαλαιώθηκε η εκπεσμένη φύση του ανθρώπου. Η ατίμωση, που υπέστη κάθε μέλος του Χριστού πάνω στο Σταυρό, έγινε για χάρη μας. Είχε όμως λυτρωτική δύναμη για τα μέλη της δικής μας φύσης, τα οποία είχαν παραδοθεί στην αμαρτία και το θάνατο28. Στη σταύρωση του Χριστού συμμετείχε κι έπασχε όλη η κτίση. Ο ήλιος έχανε το φως του και τα θε μέλια της γης συγκλονίζονταν29. Όλα συνέπασχαν μ’ Εκείνον, που τα έκτισε30. 

2. Ο θρήνος της Θεοτόκου

Στη σταύρωση, η Θεοτόκος ζει το προσωπικό της μαρτύριο και βιώνει την οδύνη από το Πάθος του γιου και Θεού της. Η βυζαντινή εκκλησιαστική παράδοση βλέπει την οδύνη της Θεοτόκου να προτυπώνεται στην προφητεία του Συμεών, ο οποίος, στην Υπαπαντή του Κυρίου, απευθυνόμενος προς αυτήν, είπε: καί σοῦ δέ αὐτῆς τήν ψυχήν διελεύσεται ῥομφαία31. Η Παρθένος βιώνει το Πάθος του Κυρίου ως Μητέρα, που παρακολουθεί τον άδικο και σκληρό θάνατο του παιδιού της, αλλά και ως πιστή δούλη του Θεού, που βλέπει το Σωτήρα του κόσμου να πάσχει στο Σταυρό32

Στο Πάθος του Θεανθρώπου, η Θεοτόκος δέχτηκε τη ρομφαία, που σύμφωνα με την ερμηνεία των Πατέρων σημαίνει το σάλο της ψυχής της και τον πρόσκαιρο σκανδαλισμό της μπροστά στο φρικτό γεγονός του θανάτου. Αυτός ο πρόσκαιρος πειρασμός ήταν φυσιολογικός και αναμενόμενος για την πάσχουσα Μάνα33. Γεννήθηκε, επειδή δε γνώριζε ακόμα τον ερχομό και τη δύναμη της Ανάστασης. Εξαλείφθηκε, όμως, με την Ανάσταση του Κυρίου. Τότε, αντί για τη ρομφαία, την ψυχή της Παρθένου Μαρίας κατάκλυσε η ευφροσύνη και η αγαλλίαση34. 

Στη βυζαντινή γραμματεία διακρίνουμε δύο τάσεις, που αφορούν στην περιγραφή του θρήνου της Παναγίας. Αυτές διαμορφώνονται από τα ίδια τα κείμενα γνωστών και άγνωστων συγγραφέων, σε πεζό ή ποιητικό λόγο, που επέδρασαν μάλιστα στη θεματολογία και την εξέλιξη της εικονογραφικής παράδοσης. Στην πρώτη τάση, ο θρήνος της Παρθένου παρουσιάζεται από τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς συγκρατημένος και χωρίς ακραίες θρηνητικές εκδηλώσεις. 

Οι σχετικές διηγήσεις, είτε του πεζού είτε του ποιητικού λόγου, δεν παρουσιάζονται αυτόνομα, αλλά πάντοτε σε σχέση με την κύρια αναφορά των συγγραφέων τους στο Πάθος του Κυρίου. Στην παράδοση αυτή απηχείται περισσότερο η θεολογική προσέγγιση του πένθους, το οποίο δεν πρέπει να κυριαρχεί και να φτάνει σε ακραίες εκδηλώσεις, επειδή υπάρχει η προσμονή της Ανάστασης. Τα μέλη της  Εκκλησίας οφείλουν να εκδηλώνουν μόνο την πρόσκαιρη οδύνη για τον επίγειο και πρόσκαιρο αποχωρισμό των αγαπημένων τους προσώπων. Γνωρίζουν ότι πρέπει να μεταβάλουν τη λύπη, το στεναγμό και το θρήνο του θανάτου σε αγαλλίαση και χαρά, γιατί αυτό που κυριαρχεί δεν είναι ο θάνατος, αλλά η σωτηριώδης Ανάσταση. Τη θεολογική προσέγγιση της χαρμολύπης τη συναντούμε ήδη από τον τέταρτο αιώνα σε κείμενα του Ιωάννη Χρυσόστομου35 και των Καππαδοκών θεολόγων36

Στη δεύτερη τάση, η οδύνη και ο θρήνος της Παρθένου Μαρίας, τόσο κατά τη σταύρωση όσο και κατά την αποκαθήλωση, κυριαρχείται από την υπερβολή. Σ’ αυτόν τον άμετρο σε πολλές περιπτώσεις θρήνο, τονίζεται κατεξοχήν η ανθρώπινη συντριβή για το πάθος του αθώου Αμνού της Εκκλησίας. Μεγάλο τμήμα της γραμματείας, που εκφράζει αυτήν την τάση, είναι σε λόγο ποιητικό. Χαρακτηριστική είναι η τραγωδία των 2.610 στίχων Χριστός Πάσχων, που αποδίδεται στο Γρηγόριο Θεολόγο, παρά τα υπάρχοντα προβλήματα για την πατρότητα της συγγραφής37. Επίσης, το Kοντάκιο του Ρωμανού Μελωδού Τη Μεγάλη Παρασκευή, Εις το πάθος του Κυρίου και εις τον θρήνον της Θεοτόκου38 καθώς και όλη ηυμνολογία των Ακολουθιών της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδας. 

Ανάλογες θρηνητικές διηγήσεις υπάρχουν και σε πεζό λόγο39. Σε όλα αυτά τα κείμενα, αν και επικρατεί η συγκινησιακή φόρτιση της Μάνας, δεν απουσιάζει ο υψηλός θεολογικός λόγος. Η συγκινησιακή φόρτιση που προκαλεί στον κάθε πιστό το Πάθος του Θεανθρώπου ώθησε αρκετούς εκκλησιαστικούς συγγραφείς να παρουσιάσουν αυτόνομο το θρήνο της Θεοτόκου σε πεζό ή ποιητικό λόγο40. Πολλά απ’ αυτά τα κείμενα, που παρουσιάζουν τον πόνο της Παρθένου με ακραίες θρηνητικές εκδηλώσεις, έχουν άμεσες επιδράσεις από την απόκρυφη γραμματεία41 καθώς και από την αρχαιοελληνική παράδοση, που επιβίωσε στη λαϊκή ευσέβεια42. 

Στη βυζαντινή εκκλησιαστική παράδοση, ο θρήνος της Μητέρας έχει πάντοτε ένα δοξολογικό χαρακτήρα, γιατί μέσα απ’ αυτόν προβάλλει η προοπτική της Ανάστασης, της αναγέννησης και της σωτηρίας του ανθρώπου. Μέσα σ’ αυτήν την προοπτική εντάσσεται ο θρήνος της Θεοτόκου τόσο στο Χριστό Πάσχοντα43 όσο και στις πλέον αντιπροσωπευτικές θρηνωδίες του Ρωμανού Μελωδού44 και του Συμεών του Μεταφραστή: Ὡς προσκυνῶ σου τά πάθη καί τό ὑπομεῖναν σῶμα προσπτύσσομαι. Αἴρω τό ὕδωρ τό ἐκ πλευρᾶς σου ῥυέν, δι’ οὗ μοι τό λουτρόν τῆς παλιγγενεσίας χαρακτηρίζεται. Ἐξαίρω καί τό αἷμα τό συρρυέν, δι’ οὗ τό διά μαρτυρίου εἰκονίζεται βάπτισμα, ὃ καί τόν εὐγνώμονα περιρραντίσαν λῃστήν καθηγία σε βαπτισθέντα καί αὐτόν τῷ ἐπί σοί συμβάντι βαπτίσματι45.Τα Κοντάκια του Ρωμανού για την Αγία και Μεγάλη Παρασκευή, με τον έντονο λυρισμό τους και την πρωτότυπη χρήση του διαλόγου ανάμεσα στη Θεοτόκο και τον πάσχοντα Κύριο, επέδρασαν καταλυτικά στη μεταγενέστερη θρηνητική εκκλησιαστική γραμματεία καθώς και στη δημώδη ποίηση. 

Τα δύο στοιχεία που μπορεί να διακρίνει κανείς σ’ αυτήν την επίδραση είναι απ’ τη μια πλευρά η δο ξολογική θεώρηση του θρήνου και η σωτηριολογική διάσταση του Πάθους46 και απ’ την άλλη ο έντονος λυρισμός στο θρήνο της Παρθένου. Ο δοξολογικός και σωτηριολογικός χαρακτήρας του θρήνου, που άλλωστε συνιστά τη θεολογική συμβολή του Ρωμανού, επέδρασε τόσο στην ποίηση του αυτοκράτορα Λέοντα ΣΤ΄ όσο και στους θρήνους σε πεζό λόγο του Συμεών Μεταφραστή και του Γεωργίου Νικομηδείας. Σε ό,τι αφορά στο λυρικό στοιχείο, αυτό παραμένει κοινός τόπος τόσο στη λόγια εκκλησιαστική γραμματεία όσο και στη δημώδη. Στη δεύτερη, όμως, διασώζονται σε μεγαλύτερο βαθμό λυρικά στοιχεία και θρηνητικές εκδηλώσεις από την πλούσια αρχαιοελληνική παράδοση. 

Στην καρδιά της Μαρίας είχε φυτευτεί το μυστήριο του Χριστού.Όταν Τον είδε νεκρό πάνω στο Σταυρό η καρδιά της τρυπήθηκε από τη ρομφαία, αλλά δε μετακινήθηκε από το θαύμα του χριστολογικού μυστηρίου. Βιώνοντάς το βαθιά μέσα στην καρδιά της ως πάσχουσα Μάνα, δέχεται για άλλη μια φορά το φωτισμό της θείας χάρης και ομολογεί: Εἰ καί σταυρόν ὑπομένεις, σύ ὑπάρχεις ὁ Υἱὸς καί Θεός μου47. Συναισθανόμενη πως ο Υιός και Θεός της έπρεπε να ολοκληρώσει την απόρρητη θεία οικονομία ξεπερνά την οδύνη της και αναφωνεί: πήγαινε πολυαγαπημένο μου παιδί, για να δοξαστείς με τη δόξα που Σου ταιριάζει. Εσύ που ξεπερνάς όλα τα όντα, αποχαιρέτησε τη μητέρα Σου, πες ένα γλυκό και ζωογόνο λόγο για να τον έχω παρηγοριά στα κατοπινά χρόνια, που θ’ ακουστεί ευχάριστα τώρα, αλλά θα ισχύει αναλλοίωτος στον αιώνα48. Και ο υμνωδός ψάλλει: Υἱέ μου, ποῦ τό κάλλος ἔδυ τῆς μορφῆς σου; Οὐ φέρω καθορᾶν σε ἀδίκως σταυρούμενον· σπεῦσον οὖν ἀνάστηθι, ὅπως ἴδω κἀγώ σοῦ τήν ἐκ νεκρῶν τριήμερον ἐξανάστασιν49

Η υμνολογία του Όρθρου της Μεγάλης Παρασκευής και η αντίστοιχη του Μεγάλου Σαββάτου παρουσιάζουν με απαράμιλλο τρόπο, παρά την κάποια θρηνητική υπερβολή, τη συγκλονιστική περιγραφή του ψυχικού πόνου της Μαρίας: Σήμερόν σε θεωροῦσαἡ ἄμεμπτος Παρθένος ἐν Σταυρῷ, Λόγε, ἀναρτώμενον, ὀδυρομένη μητρῷα σπλάγχνα ετέτρωτο τήν καρδίαν πικρῶς καί στενάζουσα ὀδυνηρῶς ἐκ βάθους ψυχῆς παρειάς σύν θριξί καταξαίνουσα κατετρύχετο. Διό καί τό στῆθος τύπτουσα ἀνέκραζε γοερῶς· οἴμοι, θεῖον τέκνον! Οἴμοι, τό φῶς τοῦ κόσμου! Τί ἔδυς ἐξ ὀφθαλμῶν μου, ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ50

Η Παρθένος Μαρία αποτελεί αυθεντικό πρότυπο μίμησης για κάθε πιστό μέλος της Εκκλησίας, αφού όλη η ζωή της φανερώνει το νέο εν Χριστώ ήθος. Η βυζαντινή θεολογία, παρά τις εξέχουσες αποδόσεις τιμών προς το πρόσωπό της, δεν παρουσίασε αυτόνομη διδασκαλία γι’ αυτήν. Η διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας για τη Θεοτόκο είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη Χριστολογία και τη Σωτηριολογία, αφού μόνο μέσα από το μυστήριο του Θεανθρώπου καταξιώνεται ως ανθρώπινο πρόσωπο, ως νέα και ευπειθής Εύα51. Η αλήθεια αυτή ψάλλεται τόσο στον Όρθρο της Μεγάλης Τετάρτης όσο και στον Εσπερινό του Μεγάλου Σαββάτου, όπου ο Κοσμάς ο Μελωδός και ο Ιωάννης Δαμασκηνός μας καλούν να δοξάσουμε την ακηλίδωτη και πάναγνη Μητέρα, το τραγούδι των αγγέλων, το κόσμημα των πιστών, την ουράνια πύλη, που έγινε ουρανός και ναός της Θεότητας, γιατί μέσω αυτής προσφέρουμε τιμή στον Κύριο, που γεννήθηκε απ’ αυτήν52.

 Η ίδια, άλλωστε, μοιάζει να ομολογεί μέσα από το κείμενο του Συμεών του Μεταφραστή: Ήρθα στο φως αυτής της ζωής κι έμεινα πολύ λίγο κοντά στους γονείς μου... τους αποχαιρέτησα και στράφηκα ολοκληρωτικά σε Σένα και αφιερώθηκα στο Ναό, για να γίνω για Σένα καθαρότατος ναός53. Το μυστήριο της Παρθένου υπάρχει μέσα στο μυστήριο του Χριστού και το μυστήριο της Εκκλησίας κατανοείται μόνο εν Χριστώ, για χάρη μας. Η φανέρωση της Εκκλησίας, ως νέας ζωής και ύπαρξης, παραλληλίζεται με την ύπαρξη της Θεοτόκου54. Ο αγιασμός της Παρθένου πραγματώνεται από τον Υιό και Θεό της. 

Γι’ αυτό, άλλωστε, η αγιότητα είναι το συνδετικό στοιχείο Θεοτόκου και Εκκλησίας. Η Παρθένος Μαρία προσωποποιεί αυτήν την αγιότητα και εικονίζει την Εκκλησία.55 Ο Χριστός ενώνεται με την ανθρωπότητα μέσω της Παναγίας κι αυτή ζει μέσα στο Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία. Ζει από τον ίδιο το Χριστό56. Μέσα απ’ αυτή τη λειτουργική και ευχαριστιακή σχέση βιώνει το μέλος της Εκκλησίας το μυστήριο της θείας οικονομίας και μαζί με τη Θεοτόκο αναφωνεί μπροστά στο ζωοποιό Σταυρό του Κυρίου: Μνήσθητι καί ἡμῶν, Σωτήρ, ἐν τῇ βασιλείᾳ σου57

ΦΩΤΙΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ 
Λέκτορας Τμ. Θεολογίας Α.Π.Θ.

Παραπομπές : 
1 Β. Ψευτογκάς, «Το πάθος του Κυρίου στη θεολογία του Ωριγένη», Επιστημονική Επετηρίδα Θεολογικής Σχολής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης 22(1977), 56-5
2 Μελίτων Σάρδεων, Περί Πάσχα, 66, 469-472 (O. Perler, SChr. 123)· Ωριγένης, Εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον ΣΤ΄, LIII (ΒΕΠΕΣ 12).
3 Π. Χρήστου, «Το έργον του Μελίτωνος Σάρδεων περί Πάσχα και η ακολουθία του πάθους», Κληρονομία 1(1969), 65-78· Β. Ψευτογκάς, Μελίτωνος Σάρδεων τα περί του Πάσχα δύο, Ανάλεκτα Βλατάδων 8, Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη 1971, 232-235· Chr. Hannick, «Exégèse, typologie et rhétorique dans l’ hymnographie byzantine », Dumbarton Oaks Papers 53(1999), 207-218 (βλ. σ. 208).
4 Μελίτων Σάρδεων, Περί Πάσχα, 59, 430-440· 69, 496-505 (O. Perler, SChr. 123).
5 Κύριλλος Ιεροσολύμων, Κατήχησις ΙΓ΄, 4 (ΒΕΠΕΣ 39)· Αμφιλόχιος Ικονίου, Λόγος Ε', Εις την ημέραν του αγίου Σαββάτου, PG 39, 89-93.
6 L. Padovese, Lo scandalo della Croce. La polemica anticristiana dei primi secoli, Roma 1988.
7 Ιωάννης Χρυσόστομος, Ομιλία εις το όνομα του κοιμητηρίου και εις τον σταυρόν του Κυρίου, PG 49, 396-397· Εφραίμ ο Σύρος, Λόγος εις τον Σταυρόν και περί Μετανοίας και της δευτέρας του Κυρίου Ιησού Χριστού ημών Παρουσίας, 3, 71-111, έκδ. Β. Ψευτογκάς, Αι περί Σταυρού και Πάθους του Κυρίου Ομιλίαι ανατολικών πατέρων και συγγραφέων από του 2ου μέχρι και του 4ου αιώνος, Ανάλεκτα Βλατάδων 53, Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη 1991², 206-207.
8 Νικόλαος Καβάσιλας, Περί της εν Χριστώ ζωής, 2, PG 150, 557· Νικόλαος Καβάσιλας, Ερμηνεία της θείας Λειτουργίας, 4, PG 150, 380.
9 Αθανάσιος Αλεξανδρείας, Εις το πάθος του Κυρίου και εις τον σταυρόν, 14, PG 28, 209. Αντώνιος Λαρίσσης, Λόγος ΣΤ’, Εις την τριήμερον Ανάστασιν του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, εν ῳ και προσφώνησις προς τον τίμιον και ζωοποιόν Σταυρόν και μερική ανάμνησις των θρήνων της υπεραγίας Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, 4, έκδ. Β. Ψευτογκάς, Αντωνίου Αρχιεπισκόπου Λαρίσσης, Λόγοι Θεομητορικοί - Δεσποτικοί - Αγιολογικοί, Θεσσαλονίκη 2002, 229-231.
10 Ιωάννης Χρυσόστομος, Ομιλία εις το ‘Πάτερ, ει δυνατόν απελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο’, 2, PG 51, 36· Κύριλλος Αλεξανδρείας, Ομιλία Πασχάλιος, 5, 7, PG 77, 493. Επίσης, βλ. τα Κοντάκια του Ρωμανού Μελωδού Τη Μεγάλη Παρασκευή, Εις το πάθος του Κυρίου και εις τον θρήνον της Θεοτόκου και Τη Μεγάλη Παρασκευή, Εις το πάθος, (J. Grosdidier de Matons, SChr.128). Βλ. και V. Battaglia, Gesù Crocifisso Figlio di Dio, Spicilegium Pontificii Athenaei Antoniani 30, Roma 1991, 55-58.
11 Βλ. Κάθισμα Γ΄ Αντιφώνου, Όρθρος Μ. Παρασκευής, έκδ. Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάς, περιέχουσα πάσας τας ιεράς Ακολουθίας από της Κυριακής των Βαΐων μέχρι της Κυριακής του Πάσχα, επιμ. Πρωτοπρ. Κ. Παπαγιάννης, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1990².
12 Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως, Εις την προσκύνησιν του Τιμίου Σταυρού, PG 98, 224.
13 Επιφάνιος Σαλαμίνος (;), Λόγος εις την θεόσωμον ταφήν του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, Εισαγωγή – Κείμενο – Μετάφραση, ΛΒ΄-ΛΔ΄, Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 2001, 76-83· Νικόλαος Καβάσιλας, Ομιλία εις το Σωτήριον Πάθος, 1, 13-22, έκδ. Β. Ψευτογκάς, «Νικολάου Καβάσιλα, Ομιλία εις το Σωτήριον Πάθος (Εισαγωγή - Κείμενο - Σχόλια)», Επιστημονική Επετηρίδα Θεολογικής Σχολής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης 26(1981), 348-349· Αντώνιος Λαρίσσης, Λόγος Θ’, Εις την παγκόσμιον Ύψωσιν του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού, 10, έκδ. Β. Ψευτογκάς, Αντωνίου Αρχιεπισκόπου Λαρίσσης, ό.π. , 269.
14 Α. Θεοδώρου, Προς το εκούσιον πάθος. Ερμηνευτικό σχόλιο στην υμνογραφία της Μεγάλης Εβδομάδος, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 1998, 16-17.
15 Mτ 20, 28. Πρβλ. Mκ 10,45· Α΄Κορ 6, 20· Eβρ 2, 14-15· Tιτ 2, 14· Α΄Πε 1, 18.
16 Γρηγόριος Θεολόγος, Λόγος Λ΄, Περί Υιού λόγος β΄, 5-6 (P. Gallay, SChr. 250)· Γρηγόριος Θεολόγος, Λόγος ΜΕ΄, Εις το άγιον Πάσχα, ΚΒ΄, PG 36, 653· Κύριλλος Αλεξανδρείας, Βίβλος των Θησαυρών περί της αγίας και ομοουσίου Τριάδος, Λόγος ΚΘ΄, PG 75, 436B-C· Ιωάννης Δαμασκηνός, Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως Γ΄, ΚΖ΄, PG 94, 1096C· Ευθύμιος Ζιγαβηνός, Υπόμνημα εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον ΜΓ΄, PG 129, 544-545A-B.
17 Ωριγένης, Εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον ΙΣΤ΄, 8 (ΒΕΠΕΣ 14)· Βασίλειος Καισαρείας, Ομιλία εις τον ΜΗ΄ Ψαλμόν, 3-4, PG 29, 437-441· Βασίλειος Καισαρείας, Ομιλία εις τον ΞΑ΄ Ψαλμόν, 3, PG 29, 473-476· Γρηγόριος Νύσσης, Λόγος Κατηχητικός ο Μέγας, ΚΓ΄, PG 45, 61- 64.
18 Δ. Τσάμης, Εισαγωγή στην πατερική σκέψη, Θεσσαλονίκη 1985, 450· Y. Spiteris, Salvezza e peccato nella tradizione orientale, Bologna 2000, 162 κεξ.
19 Βλ. Νικόλαος Καβάσιλας, Ομιλία εις το Σωτήριον Πάθος, 13, έκδ. Β. Ψευτογκάς, ό.π. , 356-357.
20 Ωριγένης, Εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον ΙΒ΄, 33· ΙΓ΄, 9 (ΒΕΠΕΣ 13).
21 Ιωάννης Χρυσόστομος, Εις τους Εβραίους, Ομιλία Δ΄, 4, PG 63, 41.
22 Αθανάσιος Αλεξανδρείας (;), Ομιλία εις την αγίαν Πέμπτην και εις την προδοσίαν του Ιούδα, PG 28, 1048-1053.
23 Συμεών ο Νέος Θεολόγος, Κατηχήσεις, 13, 56-64 (B. Krivochéine, SChr. 104)· Γρηγόριος Παλαμάς, Ομιλία ΚΑ΄, PG 151, 277.
24 Συμεών ο Νέος Θεολόγος, Κατηχήσεις, 34, 367 (B. Krivochéine, SChr. 104).
25 Βλ. σχετικά Β. Ψευτογκάς, «Αι ομιλίαι του Μ. Βασιλείου ως πηγή εις την υμνογραφίαν», Κληρονομία 6(1974), 261-276· Γ. Βεργωτής, «Ο Ιησούς στην υμνογραφία της Μικρής Οκταήχου», Πρακτικά Θεολογικού Συνεδρίου προς τιμήν του Παμβασιλέως Χριστού (14-17 Νοεμβρίου 1990), Ιερά Μητρόπολις Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1991, 135-205· Chr. Hannick, «Exégèse, typologie et rhétorique dans l’ hymnographie byzantine», ό.π., 215-216· Α. Θεοδώρου, Προς το εκούσιον πάθος, ό.π.
26 Ρωμανός Μελωδός, Τη Μεγάλη Παρασκευή, Εις το πάθος του Κυρίου και εις τον θρήνον
της Θεοτόκου και Τη Μεγάλη Παρασκευή, Εις το πάθος (J. Grosdidier de Matons, SChr.128).
27 Τροπάρια ΣΤ΄ Ωδής, Όρθρος Μ. Σαββάτου, έκδ. Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάς, ό.π.
28 Βλ. Στιχηρά ιδιόμελα των Αίνων, Όρθρος Μ. Παρασκευής, μετά την ανάγνωση του Θ΄ Ευαγγελίου, έκδ. Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάς, ό.π.
29 Mτ 27, 45· 27, 51· Λκ 23, 44-45.
30 Βλ. Απόστιχο ιδιόμελο, Όρθρος Μ. Παρασκευής, μετά την ανάγνωση του ΙΑ΄ Ευαγγελίου, έκδ. Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάς, ό.π.
31 Λκ 2, 35. Βλ. Ωριγένης, Εις το κατά Λουκάν Ευαγγέλιον, Ομιλία ΙΖ΄(ΒΕΠΕΣ 15)· Βασίλειος Καισαρείας, Επιστολή 260, Όπτιμω επισκόπω, 9, PG 32, 965.
32 Χρ. Σταμούλης, «Η Θεοτόκος και το μυστήριο του Σταυρού», Επιστημονική Επετηρίδα Θεολογικής Σχολής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Νέα Σειρά, Τμήμα Θεολογίας, Τιμητικό Αφιέρωμα στον Ομότιμο Καθηγητή Αλέξανδρο Γουσίδη 9(1999), 275-280· Δ. Τσάμης, Θεομητορικόν. Ανθολογία εκκλησιαστικών κειμένων και εικόνων προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου Μαρίας, τόμ. Δ΄, Θεσσαλονίκη 2003, 135. Βλ. επίσης S. De Fiores – G. Strangio – E. Vidau, Il mistero della Croce e Maria, Biblioteca di Theotokos, Roma 2001.
33 Κύριλλος Αλεξανδρείας, Ερμηνεία εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, 12, PG 74, 661.
34 Αμφιλόχιος Ικονίου, Εις τα Γενέθλια του Μεγάλου Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, Λόγος Β΄, 8, PG 39, 57· Κύριλλος Αλεξανδρείας, Ερμηνεία εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, 12, PG 74, 661-662.
35 Ιωάννης Χρυσόστομος, Εις Ιωάννην, Ομιλία ΞΒ΄, 4, PG 59, 347· Ιωάννης Χρυσόστομος, Εις Α΄ Κορινθίους, Ομιλία Γ΄, 5, PG 61, 29.
36 Γρηγόριος Θεολόγος, Λόγος ΙΕ΄, Εις τους Μακκαβαίους, 9, PG 35, 928· Βασίλειος Καισαρείας, Περί ευχαριστίας, 6, PG 31, 229κεξ.
37 A. Tuilier, Grégoire de Nazianze, La Passion du Christ. Tragédie. Introduction, texte critique, traduction, notes et index, SChr. 149, Paris 1969· M. Γ. Mάντζιου, «Συμβολή στη μελέτη της χριστιανικής τραγωδίας Χριστός Πάσχων», Δωδώνη 3(1974), 353-370· F. Trisoglio, «La Vergine ed il coro nel ‘Christus Patiens’», Rivista di Studi Classici 27(1979), 338-373. Ο H. Hunger, Βυζαντινή Λογοτεχνία. Η λόγια κοσμική γραμματεία των Βυζαντινών, τόμ. Β’, Αθήνα 2001³, 501-504 δεν υποστηρίζει τη συγγραφή του έργου από το Γρηγόριο Θεολόγο. Αρκετοί ερευνητές πρότειναν κατά καιρούς ως συγγραφέα της τραγωδίας τον Απολλινάριο, το Γρηγόριο Αντιοχείας, το Θεόδωρο Πρόδρομο, τον Κωνσταντίνο Μανασσή, τον Ιωάννη Τζέτζη ή κάποιον άγνωστο συγγραφέα του 11ου ή 12ου αιώνα.
38 J. Grosdidier de Matons, Romanos le Mélode, Hymnes, IV, Introduction, texte critique, traduction et notes, XXXV, SChr. 128, Paris 1967, 158-187· E. Catafygiotou Topping, «Mary at the Cross: St. Romanos’ Kontakion for Holy Friday», Byzantine Studies / Études Byzantines 4(1977), 18-37· Gr. Dobrov, «A Dialogue with Death: Ritual Lament and the θρήνος Θεοτόκου of Romanos Melodos», Greek, Roman and Byzantine Studies 35(1994), 385-405.
39 Γεώργιος Νικομηδείας, Λόγος Η΄, Εις το ‘ειστήκεισαν δε παρά τω Σταυρώ του Ιησού η μήτηρ Αυτού και η αδελφή της μητρός Αυτού’ και εις την θεόσωμον ταφήν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού τη Αγία και Μεγάλη Παρασκευή, PG 100, 1457-1489· Συμεών Μεταφραστής, Λόγος εις τον θρήνον της Υπεραγίας Θεοτόκου ότε περιεπλάκη το Τίμιον Σώμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, PG 114, 209-217· Ιωσήφ Βρυέννιος, Λόγος Α΄, ρηθείς τη Αγία και Μεγάλη Παρασκευή εν τω αυτώ παλατίω εις το ένατον Ευαγγέλιον των Αγίων Παθών, ήτοι εις το ‘ειστήκεσαν παρά τω Σταυρώ η μήτηρ Αυτού’ και τα εξής, έκδ. Ευγ. Βούλγαρης, Ιωσήφ μοναχού Βρυεννίου, Τα ευρεθέντα, τόμ. Β΄, Θεσσαλονίκη 1990², 62-81.
40 Ιωάννης Ευχαΐτων, Εις την Θεοτόκον δακρύουσαν, PG 120, 1130-1131. Βλ. σχετικά Δ. Τσάμης, Θεομητορικόν Δ΄, ό.π. , 138-139.
41 Ευαγγέλιον Νικοδήμου, 10 (C. Tischendorf, Evangelia Apocrypha, 281-285).
42 Βλ. H. Maguire, «The Depiction of Sorrow in Middle Byzantine Art», Dumbarton Oaks Papers 31(1977), 125-174· Μ. Αλεξίου, Ο τελετουργικός θρήνος στην ελληνική παράδοση, μετφρ. Δ. Γιατρομανωλάκης - Π. Ροΐλος, Αθήνα 2002, 125-151.
43 ῾ρίψω, μεθήσω σῶμ’, ἀπαλλαγήσομαι βίου θανοῦσα· χαίρετ’, οὐκέτ’ εἴμ’ ἐγώ (στίχ. 371). Τόν μέν γάρ ἡμῶν δυσμενῆ πεφυκότα ῾ρᾷον κτενεῖς σύ καί καταβαλεῖς μόρον, θᾶττόν τ’ ἀνιών τούς ἀλάστορας τίσεις· γυνή δέ θῆλυ κἀπί δακρύοις ἔφυ (στίχ. 745).
44 Ρωμανός Μελωδός, Τη Μεγάλη Παρασκευή, Εις το πάθος του Κυρίου και εις τον θρήνον της Θεοτόκου και Τη Μεγάλη Παρασκευή, Εις το πάθος, (J. Grosdidier de Matons, SChr.128).
45 Συμεών Μεταφραστής, Λόγος εις τον θρήνον της Υπεραγίας Θεοτόκου, ό. π. , 5.
46 Aλ. Κορακίδης, Η περί του Λόγου θεολογία των Κοντακίων Ρωμανού του Μελωδού, Θεσσαλονίκη 1973· Ι. Κουρεμπελές, Η Χριστολογία του Ρωμανού Μελωδού και η σωτηριολογική σημασία της, Θεσσαλονίκη 1998 (διδ. διατρ.).
47 Κοντάκιον Όρθρου Μ. Παρασκευής.
48 Γεώργιος Νικομηδείας, Λόγος Η΄, Εις το ‘ειστήκεισαν δε παρά τω Σταυρώ του Ιησού η μήτηρ Αυτού’, ό.π. , 10. Πρβλ. Αντώνιος Λαρίσσης, Λόγος ΣΤ’, ό.π , 5, έκδ. Β. Ψευτογκάς, ό.π. , 232.
49 Λέων ΣΤ΄ ο Σοφός, Απόστιχο ιδιόμελο, Όρθρος Μ. Παρασκευής, μετά την ανάγνωση του ΙΑ΄ Ευαγγελίου, έκδ. Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάς, ό.π.
50 Λέων ΣΤ΄ ο Σοφός, Απόστιχο ιδιόμελο, Όρθρος Μ. Παρασκευής, ό.π.
51 Ειρηναίος Λυώνος, Adversus haereses, 3, 13· 5, 19, (A. Rousseau - L. Doutreleau - Ch. Mercier, SChr. 211, 153). Πρβλ. Y. Spiteris, Salvezza e peccato, ό.π. , 199 κεξ. Για τον παραλληλισμό Εύα - Νέα Εύα και για την τυπολογία Εύα - Εκκλησία - Μαρία βλ. τη μελέτη τού C. Corsato, «La tipologia ‘Eva - Chiesa - Maria’ nella tradizione patristica prenicena», Theotokos 9(2001), 153-190.
52 Κοσμάς Μελωδός, Κανών, Ωδή θ΄, Ειρμός, Όρθρος Μ. Τετάρτης. Πρβλ. Ιωάννης Δαμασκηνός, Θεοτοκίον, Εσπερινός Μ. Σαββάτου.
53 Συμεών Μεταφραστής, Λόγος εις τον θρήνον της Υπεραγίας Θεοτόκου, ό. π. , 3.
54 Γ. Μαντζαρίδης, «Η Παρθένος Μαρία, μητέρα της καινής κτίσεως», Πρακτικά Θεολογικού Συνεδρίου εις τιμήν της υπεραγίας Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας (15-17 Νοεμβρίου 1989), Ιερά Μητρόπολις Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1991, 269-277.
55 Χαῖρε, ἁγία τῶν ἁγίων μείζων.

πηγή : Σελίδες Χρηστών Α.Π.Θ.

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...