/*--

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2013

Η ΣΥΜΒΟΛΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

    
1. Ἡ συμβολική γλώσσα τῆς Ἐκκλησίας

Ἡ γλώσσα τῆς Ἐκκλησίας ἔχει κατεξοχήν συμβολικό χαρακτήρα. Ὁ χαρακτήρας αὐτός φανερώνεται στά ἱερά κείμενά της, τίς ἱερές ἀκολουθίες καί κυρίως στις λειτουργικές τέχνες. Στά Ἀρεοπαγιτικά Συγγράμματα, λ.χ., ἀναφέρεται ὅτι οἱ ἱερές ὠδές τῶν λογίων καί τά ἀναγνώσματα τῆς θείας Λειτουργίας παραδίδουν τή διδασκαλία γιά ἀποκάθαρση τῆς φθορο-ποιοῦ κακίας, ἐνῶ «ἡ θειοτάτη τοῦ ἑνός καί ταὐτοῦ καί ἄρτου καί ποτηρίου κοινή καί εἰρηναία μετάδοσις ὁμοτροπίαν αὐτοῖς ἔνθεον ὡς ὁμοτρόφοις νομοθετεῖ, καί τοῦ θειοτάτου δείπνου καί ἀρχισυμβόλου τῶν τελουμένων εἰς μνήμην ἱεράν ἄγει». Ὡς ἀρχισύμβολο ἐννοεῖται ἐδῶ ὁ μυστικός δεῖπνος.

Σεβασμιώτατοι, σεβαστοί πατέρες καί ἀδελφοί, σεβαστοί Ὁμότιμοι καθηγητές, ἀγαπητοί συνάδελφοι πανεπιστημιακοί καθηγητές καί καθη-ήτριες, «οἱ ἀνθρώπινοι λόγοι δέν εἶναι παρά σημεῖα», γράφει ὁ π. Γ. Φλορόφσκυ, καί συνεχίζει, «ἡ μαρτυρία τοῦ Πνεύματος ἀναζωπυρεῖ τούς γρα-πτούς λόγους. Δέν ἐννοοῦμε τήν κατά καιρούς φώτισιν ὁρισμένων ἀτόμων ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα, ἀλλά πρωτίστως τήν μόνιμον βοήθειαν τοῦ Πνεύματος πρός τήν Ἐκκλησίαν. Αἱ Γραφαί ἀπαιτοῦν ἑρμηνείαν. Ὄχι ἡ φρασεολογία, ἀλλά τό μήνυμα ἀποτελεῖ τόν πυρήνα, ἡ δέ Ἐκκλησία εἶναι ὁ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐντεταλμένος καί μόνιμος μάρτυς τῆς ἀπολύτου ἀληθείας καί τῆς πλήρους ἐννοίας τοῦ μηνύματος τούτου… Ἡ Ἐκκλησία ἵσταται χάρις εἰς τήν μαρτυρίαν της, ἀλλά ἡ μαρτυρία αὐτή δέν ἀποτελεῖ ἁπλῶς ἀναφοράν εἰς τό παρελθόν, οὔτε μόνον ἀνάμνησιν, ἀλλά μᾶλλον συνεχῆ ἐκ νέου ἀνακάλυψιν τοῦ μηνύματος, τοῦ “ἅπαξ” ἀποκαλυφθέντος εἰς τούς ἁγίους». Ἑπομένως, ὅπως ἔχει ἐπισημανθεῖ, στή θεία Εὐχαριστία «τοποθετοῦμε τά γεγονότα καί τά πρόσωπα τοῦ παρελθόντος καί τοῦ παρόντος στό πλαίσιο τῆς Βασιλείας πού θά ἔλθει, καί τοῦτο μέ σκοπό νά δώσουμε σέ αὐτά ὑπόσταση, ὥστε νά ζήσουν αἰώνια».

2. Ὁ συμβολικός λόγος τοῦ Χριστοῦ

Ὁ Χριστός μιλοῦσε συχνά στό λαό μέ παραβολές, ἐνῶ ἄλλοτε ἔκανε χρήση τύπων καί συμβόλων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Τούς μαθητές ὅμως, τούς μυσταγωγοῦσε στά θεῖα μυστήρια. Ἀπευθυνόμενος πρός αὐτούς ἔλεγε: «Ὑμῖν δέδοται γνῶναι τά μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνοις δέ τοῖς ἔξω ἐν παραβολαῖς τά πάντα γίνεται, ἵνα βλέποντες βλέπωσι καί μή ἴδωσι, καί ἀκούοντες ἀκούωσι καί μή συνιῶσι». Οἱ παραβολές φανερώνουν, ἐνῶ ταυτόχρονα ἀποκρύπτουν τό ὑπέρ λόγον καί ἔννοιαν μυστήριο. Τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας συστέλλεται καί διαστέλλεται ἀνάλογα μέ τήν προαίρεση καί τήν πνευματική κατάσταση τῶν ἀνθρώπων.

Παράλληλα ὁ Χριστός ἐπικαλοῦνταν προτυπώσεις τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί εἰκόνες ἀπό τήν καθημερινή ζωή τῶν ἀνθρώπων, προκειμένου νά ὑποψιασθοῦν οἱ συνομιλητές του γιά τό εὖρος τῆς ἀλήθειας πού κόμιζε. Ὅταν οἱ Ἰουδαῖοι ἄρχοντες μετά τήν ἐκδίωξη τῶν ἐμπόρων ἀπό τό ναό ζήτησαν ἀπό Αὐτόν νά τούς ὑποδείξει κάποιο θαυμαστό γεγονός, πού νά φανερώνει ὅτι ἔχει αὐτό τό δικαίωμα, ἐκεῖνος ἀπάντησε: «Λύσατε τόν ναόν τοῦτον, καί ἐν τρισίν ἡμέραις ἐγερῶ αὐτόν». Ὁ Χριστός προμήνυε τήν τριήμερη Ἀνάστασή του, ἐνῶ ἐκεῖνοι κατανοῦσαν κυριολεκτικά τά λόγια του καί ἔκαναν λόγο γιά τό χειροποίητο ναό.Στό δρόμο πρός Ἐμμαούς ἑρμήνευε στούς φοβισμένους μαθητές καί ἄνοιγε τό νοῦ τους «τοῦ συνιέναι τάς Γραφάς» κι ἐκεῖνοι τόν ἀναγνώριζαν «ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου», δηλαδή στήν Εὐχαριστία.

Στά Εὐαγγέλια ὁ Χριστός παρομοιάζεται μέ σποριά καί μέ ἀμπέλι. Ἀμπελουργός εἶναι ὁ οὐράνιος Πατέρας. Λέει ὁ Χριστός: «Ἐγώ εἶμαι ἡ aμπελος, ἐσεῖς οἱ κληματόβεργες. Ὅποιος μένει ἑνωμένος μέ ἐμένα κι ἐγώ μ’ αὐτόν, αὐτός κάνει ἄφθονο καρπό· διαφορετικά, χωρισμένοι ἀπό μένα, δέν θά μπορέσετε νά κάμετε κανένα καρπό». Ἡ ἐκκλησιολογική διάσταση τοῦ συμβολισμοῦ εἶναι ἐμφανής.

3. Ὁ συμβολικός λόγος στήν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη

Μπορεῖ ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη νά μήν περιλαμβάνεται στά βιβλικά ἀναγνώσματα τῆς λατρείας, -ἄν καί οἱ ἔρευνες τοῦ Π. Σκαλτσῆ ἀποδεικνύουν ὅτι ὑπῆρχαν ἐποχές πού διαβαζόταν ἡ Ἀποκάλυψη στή λατρεία-, ἀλλά μέ τό συμβολικό της λόγο ἔχει ἐπηρεάσει σέ μεγάλο βαθμό τή λατρευτική ἀτμόσφαιρα καί τό διάκοσμο τῶν χριστιανικῶν ναῶν. Οἱ ἀναφορές στήν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς, στό αἷμα τοῦ Χριστοῦ, στό ἐσφαγμένο Ἀρνίο, στό θρόνο, στούς πρεσβυτέρους τούς «περιβεβλημενους ἐν ἱματίοις λευκοῖς», στό δεῖπνο, στό λευκασμό τῶν στολῶν τῶν ἁγίων, στούς χορούς τῶν ἀγγέλων, στούς λατρευτικούς συμβολισμούς καί τήν ἐσχατολογική προσδοκία, ἀπηχοῦν λειτουργικές σκηνές. Παράλληλα φανερώνουν τήν ἐπίδραση τοῦ ἀποκαλυπτικοῦ αὐτοῦ βιβλίου στή θεία λατρεία, ἀλλά καί τόν ἔντονα συμβολικό χαρακτήρα της.

4. Συμβολισμοί γιά τόν Χριστό

Στήν Παλαιά Διαθήκη ἡ Ἐκκλησία ἀναγνώρισε πολλές προτυπώσεις καί συμβολικές εἰκόνες γιά τό πρόσωπο τοῦ Σαρκωθέντος Υἱοῦκαί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἰδιαίτερα τά λειτουργικά κείμενα εἶναι ἐμπλουτισμένα μέ ἀνάλογους παλαιοδιαθηκικούς συμβολισμούς, οἱ ὁποῖοι συμπληρώνονται στή συνέχεια μέ εἰκόνες τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ἄς ἀναφερθεῖ ἕνα παράδειγμα ἀπό τήν Ἀκολουθία τῆς Προθέσεως: «Ὡς πρόβατον ἐπί σφαγήν ἤχθη. Καί ὡς Ἀμνός ἄμωμος, ἐναντίον τοῦ κείροντος αὐτόν ἄφωνος, οὕτως οὐκ ἀνοίγει τό στόμα αὐτοῦ. Ἐν τῇ ταπεινώσει αὐτοῦ ἡ κρίσις αὐτοῦ ἤρθη. Τήν δέ γενεάν αὐτοῦ τίς διηγήσεται; Ὅτι αἴρεται ἀπό τῆς γῆς ἡ ζωή αὐτοῦ. Θύεται ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καί σωτηρίας.

Τά λόγια αὐτά τοῦ Ἠσαΐα ἐπαναλαμβάνει ὁ λειτουργός ἱερεύς, ὅταν προετοιμάζει τά δῶρα γιά τή θεία Εὐχαριστία. Εἶναι ὅμως ἀμφίβολο, ἐάν συνειδητοποιεῖ τό εὖρος τοῦ συμβολισμοῦ γιά τό μυστήριο τῆς θείας συγκαταβάσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Μπορεῖ οἱ λέξεις νά εἶναι ἁπλές καί οἱ ἔννοιες ὑποτίθεται κατανοητές. Οἱ προεκτάσεις ὅμως τῶν προφητικῶν λόγων εἶναι ἀσύλληπτες γιά τόν πεπερασμένο ἀνθρώπινο νοῦ. Ὅσοι συνειδητοποιοῦν τό μέγεθος τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πρός τόν κόσμο καί ἀγωνίζονται γιά ἐμπειρική βίωση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας κε-νώσεως, ἴσως πιό εὔκολα μυοῦνται στή συμβολική τῶν κειμένων καί τό νοηματικό τους βάθος.

Ἀπό τήν ἄλλη, ὁ ἐν λόγω συμβολισμός δέν μπορεῖ νά κυριολεκτεῖται. Ὁ Χριστός εἶναι καί ἱστορικό πρόσωπο καί δέν εἶναι δυνατόν να ταυτιζεται μέ ὁποιδήποτε φυσικό ἤ φανταστικό σύμβολο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ὁ 82ος κανόνας τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύει νά εἰκονογραφεῖται ὁ Χριστός ὡς ἀμνός. Ἡ ἀπαγόρευση αὐτή αἰτιολογεῖται ὡς ἑξῆς: «Τούς οὖν παλαιούς τύπους, καί τάς σκιάς, ὡς τῆς ἀληθείας σύμβολά τε καί προχαράγματα, τῇ Ἐκκλησίᾳ παραδεδομένουςκατασπαζόμενοι, τήν χάριν προτιμῶμεν καί τήν ἀλήθειαν, ὡς πλήρωμα νόμου ταύτην ὑποδεξάμενοι».


Ἀλλά ἄς ἐπανέλθουμε στό λειτουργικό κείμενο. Ὁ λειτουργός συνεχίζει τήν Ἀκολουθία τῆς Προθέσεως μέ τά λόγια τοῦ εὐαγγελιστῆ Ἰωάννη: «Εἷς τῶν στρατιωτῶν λόγχῃ τήν πλευράν αὐτοῦ ἔνυξε, καί εὐθέως ἐξῆλθεν Αἷμα καί Ὕδωρ· καί ὁ ἑωρακώς μεμαρτύρηκε καί ἀληθινή ἐστιν ἡ μαρτυρία αὐτοῦ», ἐνῶ ταυτόχρονα ἐγχέει οἶνο καί ὕδωρ στό Ἁγιοπότηρο, πού μέ τή Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γίνεται Αἷμα Χριστοῦ.

Στή σύναξη τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν ἔλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κάθε σταγόνα καθαγιασμένου οἴνου γίνεται αἷμα Χριστοῦ. Ὅπως καί κάθε ἀπειροελάχιστο τεμάχιο τοῦ καθαγιασμένου ἄρτου καθίσταται Σῶμα Χριστοῦ. Σέ κάθε ἐπιμέρους μόριο τοῦ καθαγιασμένου ἄρτου καί οἴνου βρίσκεται ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος «μερίζεται ἀμμερίστως ἐν μεριστοῖς» καί παρέχεται πλουσιοπάροχα γιά νά τραφεῖ, νά ξεδιψάσει καί νά ζήσει πνευματικά ὁ κόσμος. Σέ ὅσους δωρήθηκε ἡ ἐνδιάθετη πίστη, καί δέν ἀποδέχονται ἐγκεφαλικά τίς θεῖες ἀλήθειες, ὅλα αὐτά δέν εἶναι ἁπλῶς συμβολικά, ἀλλά πραγματικά γεγονότα, μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ, διαρκές καί ἐπα-ναλαμβανόμενο θαῦμα.

5. Ψήγματα πατερικῶν ἀναφορῶν

Ἀλλά, ἐάν κάποιος θέλει νά ἐντρυφήσει στήν πατερική παράδοση καί νά μυηθεῖ εἰδικά στόν συμβολικό πλοῦτο τῆς θείας λατρείας, δέν ἔχει παρά νά ἀνατρέξει στά Ἀρεοπαγιτικά Συγγράμματα καί εἰδικότερα στό Περί ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας, στή Μυσταγωγία τοῦ ἁγίου Μαξίμου, στήν Ἐκκλησιαστική ἱστορία καί μυστική θεωρία τοῦ Γερμανοῦ Κωνσταντι-νουπόλεως, στούς Θεόδωρο Ἀνδίδων, Σωφρόνιο Ἱεροσολύμων, Νικόλαο Καβάσιλα, Συμεών Θεσσαλονίκης, Μάρκο Εὐγενικό καί ἄλλους.Ἐπιλέγω ἕνα χαρακτηριστικό ἀπόσπασμα ἀπό τό Γερμανό Κωνσταντινουπόλεως πού ἀναφέρεται στήν Ἐκκλησία: «Ἐκκλησία ἐστίν ἐπίγειος οὐρανός, ἐν ᾗ ὁ ἐπουράνιος Θεός ἐνοικεῖ καί ἐμπεριπατεῖ, ἀντιτυποῦσα τήν σταύρωσιν καί τήν ταφήν καί τήν ἀνάστασιν Χριστοῦ… ἐν Πατριάρχαις προτυπωθεῖσα,… ἐν προφήταις προκηρυχθεῖσα, .. οἶκος θεϊκός, ἔνθα ἡ μυστική ζωοθυσία γέγονε, καί ἔνδον τοῦ ἱερατείου, καί ἅγιον σπήλαιον. Ἔνθα ὁ τάφος καί ἡ τράπεζα ἡ ψυχοτρόφος καί ζωοποιός· καί οἱ ἐν αὐτῇ μαργαρῖται, τά θεῖα δόγματα τῆς διδασκαλίας τοῦ Κυρίου πρός τούς μαθητάς αὐτοῦ».

Γενικά ὁ ἑρμηνευτής τοῦ συμβόλου προσπαθεῖ νά ἐμβαθύνει στό κρυπτόμενο καί σημαινόμενο ἀπό τό σύμβολο νόημα καί δέν ἐνοχλεῖται ἀπό ἄλλους συμβολισμούς, συμπληρωματικούς ἤ καί ἀντίθετους. Μᾶλλον χαίρεται μέ τήν ἁρμονία τῆς ποικιλίας καί ψάχνει νά βρεῖ ὅλο καί περισ-σότερα σημαινόμενα. Αὐτό φαίνεται στήν ὑμνολογία καί γενικότερα στήν ἐκκλησιαστική τέχνη. Κάθε ἐποχή ἀναδεικνύει τά δικά της σύμβολα.

6. Ἡ γλώσσα τῆς καταφατικῆς καί ἀποφατικῆς θεολογίας

Τά περί Θεοῦ ὀνόματα καθώς καί ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, τῶν προφητῶν καί τῶν ἀποστόλων πού ἐνσωματώνονται στή λατρεία τῆς Ἐκκλησίας δέν ἀποβλέπουν στή λογική γνώση τῆς οὐσίας καί τῶν ἐνερ-γειῶν τοῦ Θεοῦ. Καί οἱ θεῖες ἐνέργειες δέν ἀνήκουν ὅπως ὑποστηρίζουν ὁρισμένοι στήν καταφατική θεολογία, διότι καί αὐτές δέν εἶναι εὔκολα κατανοητές καί προσιτές.Τά θεῖα ὀνόματα προετοιμάζουν πνευματικά τούς χριστιανούς γιά τήν κοινωνία μέ τό Θεό, ἡ ὁποία ὑπερβαίνει κάθε ἀνθρώπινη νόηση καί γνώση. Ἡ ἀποφατική θεολογία συμπληρώνεται ἀπό τήν καταφατική.

Ἔχει γραφεῖ, καί μᾶλλον αὐτό ἰσχύει, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐκεῖνος πού δημιούργησε τή γλώσσα μέ τήν ὁποία ἐπικοινωνεῖ μέ τό συνάνθρωπό του. Θεϊκή γλώσσα δέν ὑπάρχει. Ὁ Θεός δέν ἔχει τή δική του γλώσσα, πού ἔδωσε στόν ἄνθρωπο, οὔτε ὁ Θεός ἐπικοινωνεῖ μέ τόν ἄνθρωπο μέ κάποια ἰδιαίτερη γλώσσα, πού τή δίνει σέ ὅσους ἐπικοινωνεῖ μαζί τους. Ἡ γλώσσα εἶναι ἀποτέλεσμα ἀνθρωπίνων ἀναγκῶν. Οἱ αἱρετικοί πίστευαν ὅτι ὑπάρχει μία θεία γλώσσα, τήν ὁποία ὁ Θεός ἀποκάλυψε στούς προφῆτες καί ἔλεγαν ὅτι τά ὀνόματα τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἶναι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ καί φορεῖς νοημάτων, τά ὁποῖα ἀντιστοιχοῦν πρός τήν πραγματικότητα, πού εἶναι ὁ Θεός.

Ὅμως, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀπορρίπτοντας τήν ἀντίληψη αὐτή, χρησιμοποιοῦν ταυτόχρονα ἀντίθετες ἔννοιες, πού ἔρχονται σέ σύγκρουση μέ τήν κοινή λογική. Ὁ Συμεών Νέος Θεολόγος χαρακτηρίζει τό Θεό ὡς ἀνύπαρκτη ὕπαρξη, ἀγέννητη γέννηση, ἀνυπόστατη ὑπόσταση, καί ὑπερούσια οὐσίωση. Πρίν ἀπό αὐτόν ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, μιλώντας γιά τή γνώση τοῦ Θεοῦ, τονίζει ὅτι ὁ Θεός «ἐκ πάντων τῶν ὄντων κατονομάζεται, καί ἐκ τῶν ἐναντίων· οἷον φωτός καί σκότους, ὕδατος καί πυρός· ἵνα γνῶμεν, ὅτι οὐ ταῦτα κατ’ οὐσίαν ἐστίν· ἀλλ’ ἔστι μέν ὑπερούσιος καί ἀκατονόμαστος· ὡς δέ πάντων τῶν ὄντων αἴτιος, ἐκ πάντων τῶν αἰτιατῶν ὀνομάζεται».Οἱ καταφατικές ἐκφράσεις θυμίζουν ὅτι τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ ἀπο-καλύπτεται στήν κτίση καί τήν ἱστορία, ἐνῶ ὁ ἀποφατισμός τονίζοντας τή διαφορά μεταξύ κτιστοῦ καί ἀκτίστου, προτρέπει νά ἀποφύγουμε τούς μεταφυσικούς μετεωρισμούς τοῦ νοῦ γιά τήν ἀναγωγή στό Θεό, καί νά στραφοῦμε στίς θεοφάνειες, πού συντελοῦνται κι αὐτές στήν κτίση καί τήν ἱστορία, σ’ αὐτά τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας. Ὑπάρχει μία ἑνιαία ποικιλία τῶν μέσων προσπέλασης καί οἰκείωσης τῆς ἀλήθειας: ὅραση, λόγος, πράξη, εἰκόνες, τύποι καί σύμβολα λειτουργοῦν σέ μία πειθαρχημένη ἱεράρχηση καί ἀξιοποιοῦν ὅλες τίς δυνάμεις τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, τόν ὅλο ἄνθρωπο. Ἀλλά καί αὐτή ἡ προσπέλαση εἶναι μερική καί ἀποσπασματική.

7. Ὁ συμβολισμός στήν ἐκκλησιαστική τέχνη

Ἡ τέχνη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τέχνη λειτουργική. Εἰσάγει καί μυσταγωγεῖ τόν χριστιανό στίς θεῖες ἀλήθειες. Ἡ ναοδομία, ἡ ἁγιογραφία, ἡ μικροτεχνία, ἡ ξυλογλυπτική, τό κέντημα καί ἡ μουσική ὑπουργοῦν τό μυ-στήριο τῆς πίστεως. Ἡ τέχνη τῆς Ἐκκλησίας ἔχει συμβολικό καί ἀναγωγικό χαρακτήρα. Αὐτό δέ σημαίνει ὅτι πρωτίστως ἡ ἀνέγερση ἑνός ναοῦ δέν καλύπτει πρακτικές λειτουργικές ἀνάγκες. Ἀλλά ὁ τρόπος ἀνέγερσης, ὁ προσανατολισμός, ἡ διακόσμηση, ἡ ὀργάνωση τοῦ χώρου, ὁ φωτισμός, οἱ ἁγιογραφίες δέν μπορεῖ νά γίνονται αὐθαίρετα. Ὑπάρχουν κάποιες βασικές θεολογικές προϋποθέσεις πού ἰσορροποῦν ἀνάμεσα στίς πρακτικές ἀνάγκες καί τίς ἀναγωγές τῶν συμβόλων.

8. Συμβολική γλώσσα, θεία Εὐχαριστία καί ἀμηχανία στό παρόν

Καί μπορεῖ ὅλα αὐτά νά θεωροῦνται αὐτονόητα, ἀλλά ποιό νόημα καί ποιά δυναμική ἔχει ὁ συμβολισμός τοῦ Χριστοῦ ὡς ἀμνοῦ στή σύγχρονη κοινωνία; Τί σημαίνει γιά τούς νεοέλληνες, ὅταν ἀκοῦνε λ.χ. ὅτι ὁ Νίκου Ματσούκα, Ἱστορία τῆς βυζαντινῆς φιλοσοφίας, ἐκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 289-290. -Χριστός εἶναι ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ πού σηκώνει τίς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου; (Ἡ κυριαρχοῦσα εἰκόνα εἶναι, ὅταν παραμονές τῆς Μ. Ἑβδομάδας ἀκοῦνε γιά τίς τιμές τῶν ἀμνοεριφίων). Ἐάν ὑπῆρχε ἡ βιβλική ἀντίληψη τοῦ πασχάλιου ἀμνοῦ, δέ θά χρειαζόταν καμιά ἑρμηνεία.

Οἱ προσλαμβάνουσες παραστάσεις τῶν σύγχρονων ἀνθρώπων εἶναι ἐντελῶς διαφορετικές ἀπό ἐκεῖνες τοῦ πολιτιστικοῦ πλαισίου τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Τί σημαίνει λ.χ. σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ γιά ὅσους διαθέτουν μία ἐπιφανειακή καί ἐθιμική καί ὄχι ἐνδιάθετη πίστη; Ἤ τί σημαίνουν αὐτά γιά τά παιδιά μας πού βλέπουν ταινίες τρόμου;

Θά ἤθελα νά ἀναφέρω τό ἑξῆς περιστατικό, πού θεωρῶ ὅτι ἔχει ποιμαντικό ἐνδιαφέρον. Ἕνα κοριτσάκι τῶν τελευταίων τάξεων τοῦ Δημοτικοῦ (11-12 ἐτῶν) φέτος, παραμονές τοῦ Πάσχα, εἶχε πάει στήν ἐκ-κλησία μέ τό σχολεῖο. Μόλις βρέθηκε μπροστά στή θεία κοινωνία στή σειρά μέ τά ἄλλα παιδιά, ἄρχισε νά κλαίει. Ἀρνοῦνταν ἐπίμονα νά μεταλάβει, παρά τήν παράκληση τῆς δασκάλας καί τή διακριτική παραίνεση τοῦ λειτουργοῦ. Στήν ἐρώτηση τοῦ ἱερέα, γιατί κλαίει, ἐκεῖνο ὁλοφυρόμενο ἀπάντησε: Δέ θέλω νά πιῶ αἷμα! Ὁ ἱερέας συγκλονίσθηκε καί ἔμεινε ἀμήχανος. Τό γεγονός αὐτό πρώτη φορά τό ἄκουγε στά 30 χρόνια τῆς ἱερατικῆς του διακονίας. Συνειδητοποίησε ὅμως, ὅτι οἱ ἐντυπώσεις πού δημιουργοῦν πολλοί ἄνθρωποι γιά τά ἱερά καί ἅγια τῆς πίστης μας, ἔστω καί μέσω τῶν συμβόλων εἶναι στρεβλή καί ὅτι πολλά ἀπό αὐτά ἔχουν χάσει τό νόημα καί τή δυναμική πού εἶχαν σέ ἄλλες ἐποχές.

Καί τό ἐρώτημα πού προκύπτει εἶναι: Χρειαζόμαστε νέα σύμβολα; Ἴσως. Ἀρκεῖ ἡ ἀνανοηματοδότηση τῶν παλαιῶν; Ἄλλοι θά ποῦν: Μπορεῖ. Ἄλλοι, ὅτι εἶναι ἄκρως ἀπαραίτητη. Μήπως ὅμως ἡ προσπάθεια αὐτή εἶναι ἐκ τῶν πραγμάτων ἀτελέσφορη; Μήπως, δηλαδή, ὅταν τά σύμβολα χρειάζονται ἑρμηνεία καί ἐκ νέου νοηματοδότηση, ἔχουν χάσει τή δυναμική τους;Πῶς νοοῦνται σήμερα οἱ στίχοι τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου πού προσκομίζουν συμβολισμούς γιά τήν Παναγία, πού προέρχονται ἀπό τήν ἀγροποιμενική ζωή; Λ.χ. «Δάμαλις τόν μόσχον ἡ τεκοῦσα τόν ἄμωμον» ἤ «χαῖρε ἀμνάς κυήσασα, Θεοῦ ἀμνόν τόν αἴροντα τήν ἁμαρτίαν κλπ.». Ἤ πῶς νοεῖται ὅτι οἱ Ἀπόστολοι εἶναι ἵπποι καί τό ἔργο τους ἱππασία; Ἐάν δέν γνωρίζουμε ὅτι ἡ δ΄ ὠδή των κανόνων ἔχει τήν ἀρχή της στό βιβλίο τοῦ Ἀβακούμ20, ὅπου ὑπάρχουν ἀνάλογες ἐκφράσεις, ὁ συμβολισμός εἶναι ἀκατανόητος.

«Εἶναι γεγονός», γράφει ὁ μακαριστός Ἰ. Φουντούλης, «πώς πολλά σύμβολα, ἄλλοτε αὐτονόητα, σήμερα εἶναι προβληματικά ἤ τουλάχιστον ἔχασαν τή βαρύτητα καί τήν ἀμεσότητα πού εἶχαν στόν καιρό τῆς γενέσεως καί τῆς χρήσεώς τους. Παράδειγμα· σύμβολα καί εἰκόνες ἀπό τήν πολεμική τέχνη ἔχουν σήμερα ἀτονήσει ἤ καί λησμονηθεῖ, ὅπως τό τεῖχος, ἡ πύλη, ἡ ἔπαλξη, τό βέλος, τό πεπυρωμένο βέλος, ἡ ἀσπίδα, ὁ θώρακας, ἡ περικεφαλαία, ἔχουν χάσει τόν φορτισμό πού εἶχαν τότε. Εἶναι μουσειακά εἴδη, γνωστά ἔμμεσα ἀπό μελέτες καί ἱστορικές ἀναδιφήσεις… Ὁ ἄρτος δέν εἶναι πιά τό κεντρικό στοιχεῖο τῆς διατροφῆς, τό ἔλαιο δέν εἶναι πιά τό κύριο θεραπευτικό μέσο». Καί καταλήγει: «Παρόλα αὐτά καί τίς ὑπερβολές τοῦ συμβολισμοῦ … δέν εἶναι κἄν νοητό νά παρακάμπτεται ἤ τελείως νά ἀγνοεῖται ὡς τρόπος κατανοήσεως τῆς λατρείας καί ἀναγωγῆς ἐκ τῶν τύπων στήν ἀλήθεια, ἐκ τῶν ἱερῶν συμβόλων στά σημαινόμενα».

Ἐξάλλου, τίς δυσκολίες ἐσωτερικῆς καί πνευματικῆς κατανόησης τῶν Γραφῶν γνώριζαν οἱ συγγραφεῖς τῆς θείας Λειτουργίας, γι’ αὐτό καί πρίν τά Εὐαγγελικά ἀναγνώσματα προηγεῖται ἀνάλογη εὐχή πού ζητάει θεῖο φωτισμό, πνευματική ἑτοιμότητα καί συμφωνία πίστης καί ζωῆς, δόγματος καί ἤθους. «Καί φρονοῦντες καί πράττοντες», σημειώνεται σχετικάΔέ θά πρέπει να λησμονεῖται βέβαια, ὅτι σύμφωνα μέ τή βιβλική καί πατερική παράδοση ὑπάρχουν διάφορες τάξεις ἀνθρώπων πού ἀντιλαμβάνονται μέ διαφορετικό τρόπο τά ἱερά λόγια. Πρῶτον οἱ βλέποντες καί μή νοοῦντες, δεύτερον ἐκεῖνοι πού γνωρίζουν τά μυστήρια της βασιλείας τοῦ Θεοῦ, καί τρίτον ὅσοι ἔχουν ἄμεση ἐμπειρία διά τῆς κοινωνίας μέ τό Θεό.

Ἡ ἀποκάλυψη τῶν θείων μυστηρίων καί ἀληθειῶν εἶναι ἀνάλογη μέ τή δεκτική ἱκανότητα, τή διαύγεια τοῦ νοός καί τήν εὐδοκία τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό καί στό τέλος τῆς διδασκαλίας του ὁ Χριστός συχνά ἐπαναλάμβανε: «Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω».

8. Προτάσεις συμβολικῆς γλώσσας στούς νεότερους χρόνους

Χαρισματικοί Γέροντες τῶν καιρῶν μας, μέ τήν ποιμαντική εὐαισθησία πού τούς διέκρινε, χρησιμοποιοῦν ἄνετα νέα σύμβολα. Ὁ Γέρων Παΐσιος λ.χ. «ἐξομολογοῦσε τόν κῆπο του», «μιλοῦσε μέ ἀσύρματο στό Θεό» καί περιέγραφε τήν ὑπερηφάνεια ὡς τό «Γενικό ἐπιτελεῖο τῶν παθῶν». Ἐκεῖνο, ὅμως, πού ἐντυπωσιάζει εἶναι οἱ σκέψεις του γιά τά γλυκόηχα γυρίσματα τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς. Τά ὁποῖα θά συμπληρώναμε μοιάζουν μέ τούς κουμπέδες καί τούς στρογγυλούς θόλους τῶν ἐκκλησιῶν μας. Γράφει εὔστοχα: «Καί τί γλυκά “γυρίσματα” ἔχει ἡ βυζαντινή μουσική!... Ἄλλα λεπτά σάν τό ἀηδόνι, ἄλλα σάν ἁπαλό κυματάκι, ἄλλα δίνουν μία μεγαλοπρέπεια. Ὅλα ἀποδίδουν, τονίζουν τά θεῖα νοήματα. Ὅμως σπάνια νά ἀκούσης αὐτά τά ὄμορφα γυρίσματα. Οἱ περισσότεροι πού ψέλνουν τά λένε λειψά, κουτσουρεμένα, καλουπωμένα. Ἀφήνουν κενά, τρύπες! Καί τό κυριώτερο, τά λένε χωρίς τόνο. Ἀπορῶ· δέν ἔχουν ὀξεῖες τά βιβλία τους; … Ὅλα τά πάνε ἴσια, λές καί πέρασε ὁδοστρωτήρας καί τά ἰσοπέδωσε ὅλα! «πανηζω, πα-νηζω», πανίζουν-πανίζουν τό φοῦρνο καίψωμί δέ βγάζουν! Ἄλλοι πάλι τονίζουν χωρίς καρδιά καί τσιρίζουν. Ἄλλοι τά τονίζουν ὅλα δυνατά, τά λένε κι ὅλα ἴσια, ὅλα καρφωτά, καί νομίζεις ὅτι χτυποῦν καρφιά μέ τό σκεπάρνι».

Μέ ἀφορμή τά λόγια του χαρισματικοῦ Γέροντα στό σημεῖο αὐτό θά ἤθελα νά ἀναφέρω ὅτι, ἡ κοινωνική βία δέν ἔχει ἀφήσει ἀνέπαφη καμιά ἐκδήλωση τῆς κοινωνικῆς, ἀλλά, δυστυχῶς καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἀλήθεια, οἱ δυνατοί προβολεῖς πού ἀντικατέστησαν τό ἱλαρό φῶς τῶν καντηλιῶν στούς ναούς μας δέν ἔχουν βία; Τά ἐκκωφαντικά μεγάφωνα δέν ἔχουν βία; Ὁ κηρυγματικός μας λόγος μήπως εἶναι βίαιος κι ὄχι αὔρα λεπτή; Οἱ συγγραφές μας μήπως ἀναπαράγουν τή βία, ἀφοῦ συνήθως «ἀλλήλους δάκνωμεν καί κατεσθίωμεν» θέλοντας νά ἐπιβάλουμε τήν ἄποψή μας στούς ἄλλους;

Τελευταίο παράδειγμα ἀπό τόν Γ. Σωφρόνιο. Στήν ἀφελή ἐρώτηση ἑνός παιδιοῦ, πού ἔπαιζε μέ τά αὐτοκινητάκια του, ἄν ὑπάρχουν αὐτοκίνητα στόν οὐρανό, ἡ Ἀδελφή Μαγδαληνή ἀπάντησε ἀρνητικά καί ὅτι ὁ οὐρανός εἶναι γιά τίς ἀόρατες ψυχές, τό Θεό καί τούς ἀγγέλους. Παρότι ἡ ἀπάντηση εἶναι σωστή, ὁ τρόπος ἀπάντησης θεωρήθηκε ἀπό τό Γέροντα Σωφρόνιο «σοβαρό λάθος, ἐπειδή θά μποροῦσε νά ἐλαττώσει τή λαχτάρα τοῦ παιδιοῦ γιά τόν οὐρανό καί τόν Παράδεισο. Πρότεινε, πώς ἡ καταλληλότερη ἀπάντηση γιά μιά ὁμάδα μικρῶν ἀγοριῶν θά ἦταν νά εἰπωθεῖ μέ δέος: Δέν ἔχετε ἀκούσει γιά τό πύρινο ἅρμα τοῦ Ἠλία;» Ἡ ἀπάντηση τοῦ Γέροντος Σωφρονίου δέν περιεῖχε καμιά ψεύτικη ὑπόσχεση, ὁμολογεῖ ἡ Ἀδ. Μαγδαληνή, ἐνῶ ἡ δική της ἐπιφυλακτική ἀκριβολογία στήν πραγματικότητα παρουσίασε πολύ φτωχό τόν οὐρανό σ’ ἐκεῖνα τά παιδιά

Συμπερασματικά

Ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου ἀλλά καί οἱ σχέσεις τίς ὁποῖες δημιουργεῖ στηρίζονται σέ συμβολισμούς. Τά σύμβολα χρησιμοποιοῦνται σέ ὅλες τίς μορφές τῆς κοινωνικῆς, πολιτικῆς, πολιτιστικῆς, οἰκονομικῆς καί θρησκευτικῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ἀρχική ἔννοια τοῦ συμβόλου ἀνάγει στή σύνδεση δύο πραγμάτων, προκειμένου νά ἀναγνωρισθεῖ ἡ ἀλήθεια. Εἰδικότερα τά σύμβολα στή θεία λατρεία ἔχουν ἀναγωγικό, παιδαγωγικό καί μυσταγωγικό χαρακτήρα. Στήν ἐκκλησιαστική παράδοση ἀπαντᾶ μία ἄρρητη ἰσορροπία συμβολισμοῦ καί ρεαλισμοῦ, ἱστορίας καί ἐσχατολογί-ας, πράξεως καί θεωρίας. Ἡ ἰσορροπία αὐτή εἶναι ἀναγκαία σέ κάθε περίπτωση, διότι στήν προσπάθεια νά νοηματοδοτηθοῦν συμβολικά ὅσα τελοῦνται στή λατρεία λησμονεῖται ἡ ἀφετηρία τους, πού εἶναι χρηστική ἀλλά καί ποιμαντική.


Ἐάν πιστεύουμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι μουσειακός χῶρος γιά τή διαφύλαξη σπουδαίων καί ἀκριβῶν κειμηλίων, -ὅπως μᾶς θέλει ἡ πολιτική σκέψη τῆς νεωτερικότητας-, ἀλλά χῶρος φανερώσεως τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία τά πάντα καινίζει, τότε χρειάζεται νά ἀφήσουμε τό θέμα τῶν συμβολισμῶν ἀνοιχτό γιά τό παρόν καί τό μέλλον.

Πρωτ. Βασίλειος Ἰ. Καλλιακμάνης
Καθηγητής Τμήματος Θεολογίας Α.Π.Θ.


+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...