/*--

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

Σύνδεσμος καί ἑνότητα κλήρου καί λαοῦ στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας

     
Η῾ Ἐκκλησία ὡς «σῶμα Χριστοῦ»1, ὡς χαρισματικό σῶμα, ἀποτελούμενο ἀπό μέλη τά ὁποῖα ὅλα ἔχουν προικισθεῖ μέ ποικίλα χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος2, δέν μπορεῖ νά νο ηθεῖ χωρίς τήν ὕπαρξη καί τήν ὀρ γανική σύν δεση καί ἑνότητα κλήρου καί λαοῦ. Τό σῶμα αὐτό συν απαρτίζουν οἱ κληρικοί (οἱ ἐπί σκο ποι, οἱ πρεσβύτεροι καί οἱ διάκονοι), οἱ μοναχοί καί οἱ λαϊκοί.

Τό Ἅγιο Πνεῦμα «ὅλον συγκροτεῖ τόν θεσμόν τῆς Ἐκκλησίας»3, βρίσκεται στήν Ἐκκλησία καί ἐνεργεῖ σέ ὅλες τίς ἐκφάνσεις της. Εἶναι «τό ἕν καί τό αὐτό Πνεῦμα» τό ὁποῖο, «καθώς βούλεται»4, «ἐνεργεῖ» καί «διαιρεῖ» τά χαρίσματα «εκάστῳ», σέ κάθε μέλος τῆς κοινότητας κατ’ ἰδίαν, σύμφωνα μέ τή μυστική Του βουλή. Τό Ἅγιο Πνεῦμα «ἀναθέτει» σέ κάθε ἕναν ἀπό τούς βαπτισμένους διάφορα λειτουργήματα καί διακονήματα «πρός καταρτισμόν τῶν ἁγίων, εἰς ἔρ γον διακονίας, εἰς οἰκοδομήν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ»5.

Ἡ διανομή τῶν χαρισμάτων γίνεται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα μέ σκοπό τήν κοινή ὠφέλεια, «πρός τό συμφέρον», πού εἶναι ἡ οἰκοδομή καί αὔξηση τοῦ ἐκκλησιαστι κοῦ σώματος. Σέ κάθε βαπτιζόμενο δίδεται ἕνα ἰδιαίτερο χάρισμα, μέ τό ὁποῖο φανερώνεται ἡ ἁγιοπνευματική ἐνέργεια, γιά τήν ὠφέλεια ὅλων τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας􀀀«ἑκάστῳ δέ δίδοται ἡ φανέρωσις τοῦ Πνεύματος πρός τό συμφέρον»6. Ὅλα τά χαρίσματα, πού ἀποτελοῦν χαρισματικές δωρεές καί φανερώσεις τῆς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι κοινωνίας τῶν μελῶν τοῦ χαρισματικοῦ σώματος, ἐκ δηλώνονται καί ἐλεύθερα ἐνεργοποιοῦνται ἀπό τούς πιστούς μέσα στή ζωή του.

Ἡ ἀλληλοσυμπλήρωση τῶν χαρισμάτων, τά ὁποῖα ἔχουν λάβει τά μέλη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, ὁδηγεῖ στήν ἀλληλοσυμπλήρωση ὅλων τῶν μελῶν. Αὐτή γίνεται συγκεκριμένη πράξη καί νοηματίζεται πλήρως πρωτίστως καί κυρίως στήν εὐχαριστιακή ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας7. Ὅλα τά χαρίσματα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι λειτουργικά, καθώς συνδέονται μέ τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ἀλλά καί ἡ ἴδια ἡ δομή τῆς Ἐκκλησίας προέρχεται ἀπό τή θεία Εὐχαριστία καί αὐτό σημαίνει ὅτι τά χαρίσματα καί λειτουργήματα συνιστοῦν δομικά συστατικά τῆς Ἐκκλησίας. Τό γεγονός ὅτι ἡ Ἐκκλησία περιγράφεται ὡς χαρισματικό σῶμα μέ μοναδική καί ἀναντικατάστατη κεφαλή της τόν Χριστό δέν σημαίνει ὅτι δέν ὑφίσταται καί δέν διακρίνεται εὐκρινῶς καί σαφῶς ἡ μυστηριακή καί ἱεραρχική-θεσμική του διάσταση. Καί τοῦτο διότι ἡ Ἐκκλησία ὡς σῶμα Χριστοῦ δέν εἶναι μία ἄναρχη καί χαώδης κοινοτητα, χωρίς δομές, ὀργάνωση, ἱεραρχική διάρθρωση καί θεσμούς.

Ἀπεναντίας, ὅλα αὐτά τά «στοιχεῖα» δέν εἶναι ἀνεξάρτητα καί ἀπομονωμένα ἀπό τή ζωή τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας. Ἐντός αὐτῆς ὁ ἐπίσκοπος (ὡς προεστώς τῆς εὐχαριστιαακῆς σύναξης) ἐκφράζει καί ἐγγυᾶται τήν πίστη καί ζωή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Ἐξάλλου, καί ὁ ἴδιος δέν μπορεῖ νά εἶναι ἀσώματος κεφαλή, ὅπως καί ἡ κοινότητα δέν μπορεῖ νά νοηθεῖ ὡς ἄναρχο καί ἀκέφαλο σῶμα. Παρά ταῦτα δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει κανένα δίλημμα γιά τό ποιός εἶναι πιό ἀπαραίτητος στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ὁ κλῆρος ἤ ὁ λαός. Σημειώνουμε παρενθετικά ὅτι στή λειτουργική ὁρολογία «λαός» εἶναι ὅλοι οἱ μετέχοντες στά λειτουργικά δρώμενα τῆς θείας λατρείας, οἱ ἀποκαλούμενοι «περιεστῶτες», πού εἶναι καί συνιερουργοῦντες. Στήν ὀρθόδοξη παράδοση ὁ κλῆρος (ἤ ἄλλως τό ἱερατεῖο) δέν ἀποτελεῖ ξεχωριστό σῶμα ἔξω ἤ πάνω ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀλλά εἶναι ὀργανικά ἐνταγμένος στό ἕνα σῶ μα της. Κλῆρος καί λαός συναπαρτίζουν τό ἕνα καί κοινό σῶμα, τήν Ἐκκλησία. Ὁποιοδήποτε χάρισμα ἤ λειτούργημα κατέχουν τά μέλη της ἔχει λόγο ὕπαρξης μόνον ὅταν τά ὁδηγεῖ στήν ἑνότητά τους καί συμ βάλλει στήν οἰκοδόμηση τοῦ σώματος. 

Ὅπως στόν ἀνθρώπινο ὀργανισμό ὅλα τά μέλη συνεργάζονται γιά τήν ὕπαρξη, εὐεξία καί κανονική λειτουργία του, κατά τόν ἴδιο τρόπο καί οἱ λαϊκοί (ὁ λαός) στήν Ἐκκλησία ὀφείλουν, σύμφωνα μέ τόν ἱερό Χρυσόστομο, νά μή ρίχνουν «τό πᾶν ἐπί τούς ἱερέας, ἀλλά καί αὐ τοί» νά φρο ντίζουν γιά ὁλόκληρη τήν Ἐκκλησία μιά καί ἀμφότεροι συναποτελοῦν τό κοινό σῶμα («ὥσπερ κοινοῦ σώματος»)8. Στό ἕνα κοινό σῶμα κληρικοί καί λαϊκοί διακρίνονται μέ βάση τό γεγονός ὅτι ἔχουν ἀναλάβει διαφορετικά λειτουργήματα καί ἐξ αὐτοῦ δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει διάκριση σέ ἀνώτερα καί κατώτερα μέλη, παρά μόνον οὐσιαστική ἰσοτιμία ὅλων τῶν μελῶν τοῦ σώματος. Συνεπῶς, δέν ἔχουν ἔρεισμα οἱ ἀξιολογικές κρίσεις σέ κλῆρο πού θεωρεῖται ἀνώτερος καί σέ λαό πού ὑστερεῖ. Δέν ὑφί στα ται καμία τέτοιου εἴδους διάκριση. Ὑπάρχει ἁπλῶς ἰσότιμη καί ζωντανή κοινωνία ἱερέων καί λαοῦ, ἀρχόντων καί ἀρχομένων, ποιμένων καί ποιμαινομένων, καθώς ὅλοι συναποτελοῦν μέλη τοῦ κοινοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας. 

Σέ κάθε περίπτωση, κλῆρος καί λαός εἶναι ἰσότιμα μέλη τοῦ ἑνός καί τοῦ αὐτοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἀδιασπάστως ἑνωμένα μέσα σέ πνεῦμα σύμπνοιας καί ἀγάπης. Εἶναι πάντως εὐνόητο ὅτι χωρίς λαό δέν ἔχουμε ἱεραρχία ἀλλά καί χωρίς ἱεραρχική διάρθρωση καί δομή ὁδηγούμεθα σέ μία προτεσταντική, δηλαδή σέ μία ἀκραία πνευματοκρατική θεώρηση τῆς Ἐκ κλησίας. Οἱ Πατέρες ἐπιμένουν στήν ἐνσυνείδητη καί ὁλόψυχη συμμετοχή ὅλων στά λειτουργικά δρώμενα (ὡς ἔργον τοῦ λαοῦ), γιατί ὁ ἱερέας δέν προσφέρει μόνος του τή θεία Εὐχαριστία ἀλλά ὁλόκληρη ἡ ἐκκλησιαστική κοινότητα, ὅλος ὁ λαός τοῦ Θεοῦ. Οἱ λαϊκοί δέν παρευρίσκονται στή λατρευτική σύναξη ὡς ἁπλοί θεατές κάποιων τελουμένων, ἀλλά ὡς κύριοι συντελεστές καί μέτοχοι σ’ αὐτά. Γι’ αὐτό καί δέν ἐπιτρέπεται νά διακρίνονται (κατά τή σύγχρονη διατύπωση) οἱ “τελοῦντες” λειτουργοί τῆς θείας λατρείας ἀπό τούς παθητικά “παρακολουθοῦντες” λαϊκούς. Ἐξάλλου, δέν προ σεύχονται μόνον οἱ ἱερεῖς γιά τό λαό, ἀλλά καί οἱ λαϊκοί ὀφείλουν νά εὔχονται γιά τούς ἱερεῖς τους. 

Ἡ ἑνότητα τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας δέν νοεῖται ἄλλως παρά μόνον ἐν Χριστῷ καί εἶναι δυνατή μόνον ὡς χαρισματική ἐνέργεια ἐν Χριστῷ. Ἡ ἰσότιμη καί ζωντανή κοι νω νία ὅλων ἀδιακρίτως τῶν μελῶν, κληρικῶν καί λαϊκῶν, προεστώτων καί ἀρχομένων συναπαρτίζει ἕνα καί τό αὐτό σῶμα Χριστοῦ, στό ὁποῖο ὅλοι ἀνεξαιρέτως ἀπολαμβάνουν τήν ἴδια τιμή καί ὅπου ὅλοι ἔχουν κληθεῖ «εἰς διακονίαν» στήν Ἐκκλησία, ἀλλά ὁ κάθε ἕνας σέ διαφορετικό βαθμό, θέση καί διακόνημα. Στή χαρισματική ἑνότητα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος θεμελιώνεται καί ἡ σχέση κληρικῶν καί λαϊκῶν.

Ἀπό τούς Πατέρες κατ’ ἐξοχήν ὁ ἱερός Χρυσόστομος σέ ἀρκετές Ὁμιλίες του ἐπιχειρηματολογεῖ γιά τήν ἰσότιμη κοινωνία ἱερέων καί λαοῦ. Ἡ διαφορετικότητα καί διαβάθμιση τῶν διαφόρων λειτουργημάτων ἔχει ὡς στέρεη βάση τό γεγονός τῆς πραγματικῆς ὁμοτιμίας ὅλων τῶν μελῶν τοῦ σώματος καί αὐτό ἀκριβῶς συνιστᾶ δομικό, ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ, χαρακτηριστικό τῆς Ἐκκλησίας. Ἐφόσον ἡ σχέση κληρικῶν καί λαϊκῶν θεμελιώνεται στή χαρισματική ἑνότητα καί πληρότητα χαρισμάτων τῶν μελῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, εἶναι φυσικό καί οἱ δια φορετικές βαθμίδες τῆς ἱερωσύνης νά μήν ὑποδηλώνουν οὐσιαστικές, παρά μόνο λειτουργικές διακρίσεις ἀνάμεσα στούς κληρικούς τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι οἱ Πατέρες δέν θεωροῦν ὅτι ὑ πάρχει μεγάλη «ἀπόταση» μεταξύ τῶν διαφόρων λειτουργημάτων, ὅπως γιά παράδειγμα μεταξύ ἐπισκόπου καί πρεσβυτέρου.

Γι’ αὐτό ἀκριβῶς θεολογικά δέν μπορεῖ καί δέν ἐπιτρέπεται νά θεμελιωθεῖ μία διάκριση, σέ κυριαρχικά ἀνώ τερη καί κατώτερη ἱεραρχία, ὅπως ἐμφανίζεται λανθασμένα στήν κηρυγματική κυρίως πράξη ἐνίοτε δέ καί γραπτῶς. Εἶναι ἀπολύτως σαφές καί πλήρως τεκμηριωμένο στήν πατερική παράδοση, ὅτι ἡ ἱερωσύνη εἶ ναι ἑνιαία, ἀσκούμενη αὐθεντικῶς ἀπό τόν ἐπίσκοπο καί ἀπό τούς πρεσβυτέρους. Ἄλλωστε ἡ ἱεραρχία (οἱ ἐπίσκοποι) δέν ἀ ποτελεῖ κάποιο ἰδιαίτερο σύνολο ὑπερκείμενο τοῦ λοιποῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας. Γι’ αὐτό καί δέν ὑφίσταται καμία διάκριση μεταξύ «ποιμαίνουσας», «ἐπίσημης» ἤ «διδάσκουσας» Ἐκκλησίας, γιατί αὐτή εἶναι μία, ὅπως διακηρύσσεται στό Σύμβολο τῆς πίστεως: «Πιστεύω εἰς μίαν... Ἐκκλησίαν», καί ἀσφαλῶς τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἕνα καί ἀδιαίρετο

Ἀπό τά λειτουργήματα, ἡ ἱερωσύνη, δηλαδή ἡ διακονία τῶν «οἰκονόμων τῶν μυστηρίων τοῦΘεοῦ»9, εἶναι ἀπολύτως ἀπαραίτητη γιά τήν ὕπαρξη τῆς Ἐκκλησίας καί τό ἔργο, πού ἐπιτελοῦν ἐντός αὐτῆς, γιατί «εἰ μη δέν ἐνεργεῖ ὁ Θεός εἰ μή δι’ αὐτοῦ [τοῦ ἱερέως], οὔτε λουτρόν ἔχεις, οὔτε μυστηρίων μετέχεις, οὔτε εὐλογιῶν ἀπολαύεις. οὐκ ἄρα χριστιανός εἶ»10. Συνεπῶς, χωρίς τό λειτούρ γημα τοῦ ἱερέως δέν μπορεῖ τίποτε στήν κυριολεξία νά γίνει στήν Ἐκκλησία. Πολύ δέ περισσότερο, δέν μπορεῖ ἡ Ἐκκλησία νά ὑπάρχει χωρίς ἐπίσκοπο. Στήν ὀρθόδοξη παράδοση εἶναι σαφές ὅτι τό λειτούργημα τοῦ ἐπι σκό που δέν ὑφίσταται ἀπομονωμένο, περίκλειστο καί αὐτονομημένο, καθώς ἀσκεῖται πάντοτε μέ κέντρο ἑνότητας τή σύναξη τῆς κοινότητας καί τή μυστηριακή της ζωή. Ὁ ἐπίσκοπος ὑπάρχει καί ἐνεργεῖ «εἰς τόπον καί τύπον Χριστοῦ» μόνον ὅταν βρίσκεται σέ πλήρη κοι νωνία μέ τά μέλη τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ὅπου προΐσταται, καί σέ πλήρη κοινωνία μέ τήν καθόλου Ἐκκλησία11. 

Ὁ ἐπίσκοπος εἶναι τό ὁρατό σημεῖο ἑνότητας μέ τούς ἱερεῖς του καί τούς ἄλλους ἐπισκόπους. Στοιχεῖα ἑνότητας τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν εἶναι κυρίως τό κοινό ποτήριο, ἡ ἀνταλλαγή εἰρηνικῶν ἐπιστολῶν, ἡ μνημόνευση (τά γνωστά ὡς δίπτυχα) στίς ἱερές ἀκολουθίες. Εἶναι ἀπολύτως ἀπαραίτητο νά ἐπισημανθεῖ ἐμφατικά ὅτι στήν ὑπάρχουσα σαφή διάκριση λειτουργημάτων καί στή διάκριση μεταξύ βαπτισματικῆς (δυνάμει τοῦ μυστηρίου τοῦ βα πτίσματος), γενικῆς ἱερωσύνης (τοῦ βασιλείου ἱερατεύματος) καί μυστηριακῆς εἰδικῆς ἱερωσύνης, οἱ λαϊκοί δέν μποροῦν καί δέν τούς ἐπιτρέπεται νά τελοῦν ἱερά μυστήρια, ούτε βεβαίως ἐπιτρέπεται νά ἀλλάξουν τά λειτουργήματα, ἔτσι ὥστε ὁ λαός νά ὑποκαταστήσει τόν ἱερέα. Ὁ λαός στερεῖται τοῦ εἰδικοῦ χαρίσματος τῆς μυστηριακῆς ἱερωσύνης. 

Ἡ ἱερωσύνη πηγάζει ἀπό τήν ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ὡς κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ μόνος τελετάρχης καί ἀρχιιρέας της. Ἀπό τήν στιγμή κατά τήν ὁποία μόνον ὁ Χριστός εἶναι μεσίτης, τελετάρχης καί ἀρχιερέας δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει μεσιτική ἱερωσύνη, γεγονός πού σημαίνει ὅτι οἱ κληρικοί δέν εἶναι μεσίτες Θεοῦ καί κόσμου. Ὅ,τι ἐπιτελεῖ ὁ ἱερέας, τό πράττει ἀκριβῶς ἐπειδή μετέχει στήν ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ. Οἱ λαϊκοί δέν μποροῦν νά τελοῦν μυστήρια, ἀλλά καί οἱ ἱερεῖς δέν μποροῦν νά ἐνεργοποιήσουν τό χάρισμά τους μόνο γιά τόν ἑαυτό τους. Ἡ ἀλληλεξάρτηση τῶν ἐκκλησιαστικῶν λειτουργημάτων συνεπάγεται ὅτι οἱ ἱερεῖς, οἱ ποιμένες τῶν λογι κῶν προβάτων, ἔχουν ἀνάγκη ἀπό τήν ἐνερ γό παρου σία καί μετοχή τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Καί τοῦτο, διότι χωρίς τήν παρουσία καί μετοχή τοῦ λαοῦ εἶναι ἀδύνατο νά τελεστεῖ κάποιο μυστήριο. Σέ κάθε μυστηριακή σύναξη εἶναι ἀπαραίτητη ἡ ἐνεργός παρουσία τοῦ λαοῦ, ἔστω καί ἑνός ἐκ τῶν λαϊκῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, γιά νά «ἀπαντήσει» μέ τό λειτουργικό «ἀμήν»12, ὡς δηλωτικό ἐνεργητικῆς συγκατάνευσης καί κατάφασης, ἀλλά καί συνειδητῆς συμμετοχῆς του στά τελούμενα.

Ἔτσι μόνο θά μπορέσει νά γίνει μέτοχος τῶν δώρων τῆς εὐχαριστιακῆς τράπεζας. Οἱ ἱερεῖς τελοῦν τά μυστήρια στή σύναξη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος ὡς χαρισματικοί καί συνάμα θεσμικοί λειτουργοί. Ὁ δέ λαός τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι ἁπλῶς παρών, ἀλλά ἐνεργός καί μέτοχος σέ ὅλες τίς λειτουργικές συνάξεις καί «συνιερουργεῖ» μέ τόν ἱερέα. Μέσα στό ἐκκλησιαστικό σῶμα ὁρισμένοι μόνον ἔχουν ἀναλάβει τό λειτούργημα τοῦ ἱερέα, ὡστόσο, μέ τή μετοχή τους στά ἱερά μυστήρια, ὅλοι μποροῦν νά ὀνομασθοῦν «ἱερεῖς», ὄχι βεβαίως μέ τήν κυριολεκτική, ἀλλά μέ τή μεταφορική σημασία, ὡς ἱερεῖς τῆς ὕπαρξής τους, ἀποδίδοντας πνευματική λατρεία καί προσφέροντας τή ζωή τους ὡς ὑπηρεσία στόν Θεό. Οἱ λαϊκοί, ὡς ἐνεργά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι καί αὐτοί «χειροτονημένοι», ὑπό τήν ἔννοια ὅτι εἶναι ἐπιφορτισμένοι μέ τή διακονική προσφορά καί τήν παραδειγματική τους ζωή, γιά τήν οἰ κοδομή καί τή λειτουργία ὅλης τῆς κοινότητας, γιά τήν εὐεξία, προκοπή καί αὔξηση ὅλου τοῦ σώματος. Μέ βάση τά ἀνωτέρω, θά πρέπει οἱ λαϊκοί νά ἀντιληφθοῦν καλύτερα τή θέση τους στό ἐκκλησιαστικό σῶμα καί οἱ κληρικοί νά κατανοήσουν σαφέστερα τήν ἀποστολή τους μέσα σέ αὐτό. 

Ἔχοντας ὡς παράδειγμα τό ἀνθρώπινο σῶμα, στό ὁποῖο οἱ διάφορες λειτουργίες του συνδέονται εἰδικά μέ τά διάφορα μέλη τοῦ σώματος, κατά τόν ἴδιο τρόπο, καί στήν Ἐκκλησία τά διάφορα χαρίσματα καί λειτουργήματα θά πρέπει νά μένουν στά δικά τους ὅρια καί νά μήν περιφέρονται ἀπό τό ἕνα μέλος στό ἄλλο, χωρίς αὐτό νά σημαίνει ὅτι δέν ὑπάρχει κοινωνία καί ἀντίδοση χαρισμάτων χάριν τῆς ζωῆς, τῆς εὐεξίας καί τῆς αὔξησης ὅλου τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Ἀναμφιβόλως ἡ θεσμική βάση χρειάζεται καί ἀποτελεῖ τό τεκμήριο τῆς κατά Θεόν «ἀρχῆς» καί ὑπακοῆς, ἔτσι ὥστε τά χαρίσματα νά λειτουργοῦν ἐκκλησιαστικῶς καί ὄχι ἰδιωτικῶς καί ἀτομικῶς. Γι’ αὐτό ἄλλωστε καί οἱ ποικίλες χαρισμα ικές φανερώσεις ἐντάσσονται στήν ὑπακοή καί τήν τάξη, δηλαδή στούς θεσμούς τῆς Ἐκκλη σί ας. Στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας ἀκόμη καί ἡ ἀποκαλούμενη ἐ ξουσία τοῦ λειτουργήματος τῶν προεστώτων καί λοιπῶν θεσμικῶν φορέων της νοεῖται ὡς λειτούργημα. Αὐτό σημαίνει ὅτι δέν μπορεῖ παρά νά ἐκδηλώνεται ὡς χαρισματική διακονία χάριν τῆς κοινότητας καί τοῦ τρόπου ζωῆς τῶν μελῶν της. Ἡ αὐθεντία, ἐπί παραδείγματι, τῶν ἐπισκόπων γίνεται ἀντιληπτή ὡς χαρισματικό γεγονός τῆς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι κοινωνίας τους.

Ἡ συγκεκριμένη αὐθεντική ἐξουσία ὁρισμένων μελῶν τῆς Ἐκκλησίας ἔχει ἐσωτερική δική της δομή καί διάρθρωση στό ἐκκλησιαστικό σῶμα καί, τελικά, ὑπηρετεῖται ἀπό τήν ἴδια τή ζωή τοῦ σώματος. Λαμβάνοντας αὐτά ὑπόψη ἡ ἐκκλησιαστική ἐξουσία καί γενικά κάθε ἐκκλησιαστικός θεσμός πρέπει νά θεμελιώνονται πάνω στήν ἀσφαλέστατη βάση πού εἶναι ἡ ἔκ φραση καί ἡ ἐνεργοποίηση ὅλων τῶν ποικίλων χαρισμάτων καί λειτουργημάτων τῶν πιστῶν στό ἐκκλησιαστικό σῶμα. Στό σημεῖο αὐτό μία ἀκόμη θεμελιώδης ἐκκλησιολογική θέση χρήζει ἰδιαίτερης ἀναφορᾶς. Ὅλα τά ἐκκλησιαστικά λειτουργήματα καί διακονήματα ἀντλοῦν ἀπό τόν Χριστό τήν ὕπαρξη, τή θεσμική θέση, τήν ἐξουσία καί τήν αὐθεντία τους. Τίποτε ἀπό αὐτά δέ ὑφίσταται, χωρίς τήν ἄμεση ἀναφορά καί τήν ὀργανική σύνδεσή τους μέ τό πλαίσιο ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας καί τήν κεφαλή της, τόν Χριστό. Ὅλοι ἀνεξαιρέτως, κληρικοί καί λαϊκοί, ποιμένεςκαί ποιμαινόμενοι ποιμαίνονται ὑπό ἑνός ποιμένος, τοῦ ἀρχιποίμενος Χριστοῦ.

Ὡς ἐκ τού του, στήν Ἐκκλησία δέν νοεῖται νά ὑπάρχει ἀπόλυτος διαχωρισμός μεταξύ θεσμικῆς ἐξουσίας καί χαρισματικῆς λειτουργίας, καθώς ὅλα συνυ πάρχουν καί συλλειτουργοῦν μέσα στή ζωή τοῦ σώματος. Ἀπό τή στιγμή πού ἀκόμη καί αὐτή ἡ ἐξουσία καί ἡ αὐ θεντία νοοῦνται ὡς χαρισματικές ἐκφάνσεις τοῦ συ γκροτούμενου ὑπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος «θεσμοῦ τῆς Ἐκκλησίας», δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει καί νά ἀσκη θεῖ κάποια ἐξωτερική ἐξουσία καί κυριαρχική αὐθεντία ἤ ἀκόμη νά ἐνεργοποιηθεῖ ὁποιοσδήποτε θεσμός καί λειτούργημα ἔξω ἀπό τό πλαίσιο τῆς ζωῆς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Ἡ σημασία αὐτοῦ εἶναι τεράστια, καθώς δέν μπορεῖ νά ἐπιβεβαιωθεῖ ἡ ἐξουσία καί κυριαρχικότητα κάποιου μεμονωμένου προσώπου (ἀκόμη καί ἄν αὐ τός εἶναι ἐπίσκοπος, μητροπολίτης, πατριάρχης ἤ καί ὁ πάπας) ἤ κάποιας αὐτονομημένης «τάξης» εἰς βάρος τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Στό πνεῦμα αὐτό πρέπει νά ἑρμηνευθεῖ, ὡς ἐκκλησιαστικό διακόνημα, καί τό λειτούργημα τοῦ προϊσταμένου, τοῦ πρώτου, καί ὁ χαρακτήρας τοῦ πρωτείου, πού προσιδιάζει στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας13.

Στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει κάποια ἄλλη κεφαλή ὡς πρῶτος, ἐκτός ἀπό τή μία κεφαλή τοῦ σώματος, πού εἶναι ὁ Χριστός14. Στή συνάφεια αὐτή ὑπομιμνήσκεται ὅτι ἡ διδασκαλία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων ἔχει σαφέστατα χαρακτήρα ἀντιεξουσιαστικό. Ὅλοι τους παγίως ἀντιτίθενται καί στηλιτεύουν μέ δριμύτητα τήν ποικιλότροπη κατάχρηση, τήν ἀλαζονεία ἤ τήν εἰδωλοποίηση καί ἀπολυτοποίηση κάθε ἐγκόσμιας ἐξουσίας, ἡ ὁποία συνδέεται μέ τήν κυριαρχικότητα καί τήν καταδυνάστευση τῶν ἀρχόντων, ἀλλά γιά τήν Ἐκκλησία ἐπιβάλλεται νά ἔχει τά χαρακτηριστικά τῆς διακονίας, τοῦ λειτουργήματος καί τῆς προσφορᾶς γιά τούς ἄλλους, κατά τήν προτροπή καί τό πρότυπο διακονίας τοῦ Χριστοῦ15. Δι’ ὅλων ὅσων ἐξετέθησαν ὁδηγούμεθα στό συμπέρασμα ὅτι στή ζωή τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας εἶναι ἄρρηκτος ὁ σύνδεσμος καί ἡ ἑνότητα κλήρου καί λαοῦ, ἀκριβῶς γιατί ἡ ζωή της εἶναι διαρκής χαρισματική πραγματικότητα.

Τό ζήτημα τῶν χαρισμάτων καί λειτουργημάτων, στή βάση τῶν ὁποίων θεμελιώνεται πλήρως ἡ ἁρμονική συνύπαρξη, συναρμογή καί ἑνότητα κλήρου καί λαοῦ, δέν εἶναι μία πρόσφατη ἀνακάλυψη τῶν Προτεσταντῶν, ὅπως ἐπίσης δέν εἶναι προνόμιο τῆς ἀρχέγονης Ἐκκλησίας, ἀλλά ἐξακολουθεῖ νά εἶναι μία παροῦσα πραγματικότη τα στή ζωή της, ἀδιαλείπτως ἀπό τήν ἀποστολική περίοδο μέχρι καί τίς ἡμέρες μας. Ὡς ἐκ τούτου, ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι τίποτε λιγότερο παρά σῶμα μέ χαρισματικές λειτουργίες ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν μελῶν της. Ἀντιθέtως, ἡ ἄποψη ὅτι ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νά «ὁρισθεῖ» ὡς κάτι ἄλλο (ὡς καθίδρυμα) καί δέν εἶναι πρωτίστως χαρισματικό σῶμα ὄχι μόνο δέν συνάδει ἀλλά προδήλως διαστρεβλώνει τήν ὀρθόδοξη περί Ἐκ κλησίας διδασκαλία16

τοῦ Βασιλείου Ἀθ. Τσίγκου, Ἀναπλ. Καθηγητῆ Α.Π.Θ.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Βλ. Α΄ Κορ. 12, 27˙ Ἐφεσ. 1, 23˙ 4, 12˙ 5, 30˙ Κολοσ. 1, 24.
2. Βλ. σχετικά στή μελέτη μας, Θεσμική καί χαρισματική
διάσταση τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἑνότητα Χριστολογίας καί Πνευ-
ματολογίας στήν Ἐκκλησιολογία Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου,
ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2010, σ. 115 κ. ἑξ.
3. Στιχηρόν Ἑσπερινοῦ Πεντηκοστῆς.
4. Α΄ Κορ. 12, 11.
5. Ἐφεσ. 4, 12􀀀 Α΄ Κορ. 12, 4-12. Βλ. Εἰς τήν πρός Ἐφεσί-
ους 11, 3, PG 62, 83.
6. Α΄ Κορ. 12, 7.
7. Βλ. Ἰω άν νου Δ. ζηζιούλα, Ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλη σί ας ἐν
τῇ θείᾳ Εὐ χα ριστίᾳ καί τῷ ἐπισκόπῳ κατά τούς τρεῖς πρώτους
αἰῶνας, ἐκδ. Γρηγόρης, Ἀθῆναι 21990, σ. 44-45.
8. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς τήν Β΄ πρός Κορινθίους 18,
3, PG 61, 527.
9. Βλ. Α΄ Κορ. 4, 1.
10. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς τήν Β΄ πρός Τιμόθεον 2, 2,
PG 62, 610.
11. Γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας στήν εὐχαριστιακή σύ-
ναξη ὑπό τόν ἐπί σκοπο, βλ. Ἰω άν νου Δ. ζηζιούλα, Ἡ ἑνότης
τῆς Ἐκκλη σί ας ἐν τῇ θείᾳ Εὐ χα ριστίᾳ καί τῷ ἐπισκόπῳ κατά
τούς τρεῖς πρώτους αἰῶνας, 21990, σ. 63-148.
12. Γιά τή λειτουργική χρήση τοῦ “ἀμήν” στή λατρευτική
ζωή τῆς Ἐκκλησίας, βλ. Σταύρου Ε. Κα λα ντζάκη, «Βιβλική
χρήση τοῦ ὅρου ἀμήν», Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς 72, τχ. 727
(1989), σ. 188 κ.ἑξ. καί 200 κ.ἑξ.
13. Περί τοῦ «πρώτου» βλ. ἐνδεικτικά τόν λδ΄ ἀποστολικό
κανόνα. Γιά τό χα ρακτήρα τοῦ πρωτείου πού προσιδιάζει στήν
Ἐκ κλη σία, βλ. στή μελέτη μας, Ἐκ κλη σι ο λο γικές θέ σεις τοῦ
ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στου δί του. Αὐ θε ντία καί πρω τεῖο, ἐκδ.
Ὀρθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 1999, σ. 348-351.
14. Ὁ ἅγιος Θεόδωρος Στουδίτης στή θέση τοῦ μονοπρό-
σωπου πρωτείου τῆς ἐξουσίας τοῦ ἑνός, τό ὁποῖο ἀποτελεῖ χα-
ρακτηριστικό γνώρισμα τῶν κοσμικῶν ἀξιω μά των, ὁμιλεῖ γιά
τό «πεντακόρυφο ἐκκλη σιαστικό σῶμα», βλ. Ἐκ κλη σι ο λο γικές
θέ σεις τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στου δί του. Αὐ θε ντία καί πρω-
τεῖο, σ. 325.
15. Βλ. Ματθ. 20, 25-28: «Οἴδατε ὅτι οἱ ἄρχοντες τῶν
ἐθνῶν κατα κυριεύου σιν αὐτῶν καί οἱ μεγάλοι κατεξουσιάζου-
σιν αὐτῶν... ἔσται ὑμῶν διάκονος... ὥσπερ ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώ-
που οὐκ ἦλθεν διακονηθῆναι, ἀλλά διακονῆσαι».
16. Περισσότερα βλ. Θεσμική καί χαρισματική διάσταση
τῆς Ἐκκλησίας, σ. 150.

πηγή : Η ΟΔΟΣ (ΤETΡAΜΗΝΙΑΙΟ ΦΥΛΛΑΔΙΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΙΔΑΧΗΣ ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΡΟΔΟΥ)

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...