/*--

Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Η θεραπευτική της υπερηφανίας

   
Εξετάζοντας την κενοδοξία και την υπερηφανία, είδαμε ότι τα πάθη αυτά βρίσκονται τόσο κοντά μεταξύ τους, ώστε ορισμένοι Πατέρες δεν θεωρούν απαραίτητο να εξετάζονται χωριστά. Από την πλευρά μας, ακολουθώντας το παράδειγμα άλλων Πατέρων, θεωρήσαμε ότι θα ήταν χρήσιμο να τις διακρίνουμε και να παρουσιάσουμε τα ειδικά χαρακτηριστικά της καθεμιάς. Αυτό συνεπάγεται ότι θα εξετάσουμε επίσης χωριστά και τη θεραπευτική τους. Η εγγύτητά τους όμως θα καταστήσει αναπόφευκτες ορισμένες επικαλύψεις και συνεπώς κάποιες επαναλήψεις.

Η θεραπευτική της υπερηφανίας, όπως και αυτή της κενοδοξίας, έχει ως αναγκαία προϋπόθεση τη λεπτομερή γνώση του πάθους, μολονότι η υπερηφανία δεν είναι τόσο λεπτή, πολύμορφη και απατηλή όπως η κενοδοξία. Επίσης ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός, που θεωρεί τη νοσολογία ως ουσιαστικό στοιχείο της θεραπευτικής του πάθους, υπογραμμίζει ως προς την υπερηφανία ότι είναι σημαντικό επιπρόσθετο στοιχείο η γνώση της αιτιολογίας: θα μάθουμε πως ν' αποφεύγουμε το επίφοβο δηλητήριο της αρρώστιας τούτης αναζητώντας την αιτία και την αρχή της. Αν καταρχήν δεν αναζητήσουμε με λεπτομερή έρευνα τις αρχές και τις αιτίες των νόσων, ούτε αυτές θα μπορέσουν ποτέ να θεραπευτούν πραγματικά ούτε ν' ανακαλυφθούν τα φάρμακα για την αντιμετώπιση των διαταραχών της υγείας Η γενική γνώση της ασθένειας δίνει σε κάθε περίπτωση τη δυνατότητα στον άνθρωπο να εντοπίζει μέσα του το συγκεκριμένο πάθος όσο κι αν αυτό έχει την ικανότητα να περνά απαρατήρητο ή να λησμονείται. Ένας τέτοιος εντοπισμός αποτελεί σαφέστατα μία από τις προϋποθέσεις της θεραπευτικής, δεδομένου ότι όποιος δεν νιώθει άρρωστος δεν αναζητεί την θεραπεία. Ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης παρατηρεί τα εξής για όσους είναι τυφλωμένοι σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μη συνειδητοποιούν την υπερηφανία που τους κυριεύει: «Ίσως καν ούτως έσται τοις νοσούσι μικρά τις σωτηρίας ελπίς».

Νήψη και διάκριση επιτρέπουν την αναγνώριση της νόσου από τις πρώτες εκδηλώσεις της και την αποφυγή της εξάπλωσής της, ώστε να μη καταστεί σχεδόν ανίατη. Έτσι ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός γράφει: Θα μπορέσουμε να παραμείνουμε εντελώς αλώβητοι από τη θανάσιμη αυτή αρρώστια, αν δεν προσδοκούμε ότι στην επαγρύπνησή μας, έχουμε ήδη ενισχυθεί από τις φοβερές επιδρομές και επιθέσεις της— απαιτείται αντίθετα σοφή και συνετή διάκριση για να δρα προληπτικά, που θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε εμπροσθοφυλακή της νήψης. Όσο η νόσος συγκρατείται σε συγκεκριμένα όρια, η θεραπευτική του πάθους παραμένει προσιτή στις ανθρώπινες προσπάθειες, που οφείλουν επομένως ν' ασκούνται σε περισσότερες κατευθύνσεις. Ας γνωρίζουμε ότι εξ αιτίας της υπερηφανίας, όπως και της κενοδοξίας, όλες οι προσπάθειές μας, οι παρούσες και οι παρελθούσες, αποβαίνουν μάταιες και ότι οι αρετές που ενδεχομένως έχουμε, χάνουν όλη την αξία τους. Έτσι θα έχουμε συνείδηση της αυστηρότητας της θείας κρίσης για τους υπερήφανους, της στέρησης της χάρης, των θλίψεων και των πόνων που απορρέουν από το πάθος. Και η συνειδητοποίηση όλων αυτών των στοιχείων μπορεί να συμβάλλει στη νίκη εναντίον της υπερηφανίας . Γι’ αυτό το λόγο στο ερώτημα «πώς θεραπεύεται ο υπερήφανος;» ο Μέγας Βασίλειος (Όροι κατ' επιτομήν) απαντά: «Εάν πιστεύση τω κρίματι [Σ.τ.μ.: Στο λόγο, στο ρήμα] του ειπόντος: «Κύριος υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν» (Ιακ. 4, 6)», δηλαδή «αν τις φοβηθή το κρίμα της υπερηφανίας». Ο ίδιος ο Χριστός δίνει ιδιαίτερη σημασία στην επισήμανση των αρνητικών συνεπειών της υπερηφανίας του (πρβλ. Λουκ. 18, 9-14).

Όπως όμως παρατηρεί ο Μέγας Βασίλειος, ο φόβος του Θεού δεν είναι επαρκής για τη θεραπευτική αντιμετώπιση της νόσου. Καθώς υπερηφανία σημαίνει αυτοΰψωση και αυτοέπαρση ως προς τους συνανθρώπους και το Θεό, δεν θα μπορέσει κάποιος να θεραπευτεί από την αρρώστια παρά μόνο αν αφανίσει την έξη του πάθους— και αυτό μπορεί να το πετύχει με τη βαθμιαία αποκοπή από τη στάση και τη νοοτροπία που χαρακτηρίζει την υπερηφανία. Γεγονός που συνεπάγεται αφενός μεν την επίδειξη συνεχούς εσωτερικής νήψης αφετέρου δε την αποφυγή συναναστροφής με ανθρώπους που βρίσκονται φανερά υπό την κυριαρχία του συγκεκριμένου πάθους. Γι' αυτό το λόγο ο Μέγας Βασίλειος συμπληρώνει την απάντησή του (στο προηγούμενο ερώτημα) ως εξής: «Ου δύναται θεραπευθήναι το πάθος, εάν μη αναχωρήση των της υπεροχής επιτηδευμάτων απάντων— ως ου δύναται απομαθείν διάλεκτον ή οιανδήποτε τέχνην, μη τελείως αναχωρήσας ου μόνον του ποιείν, ή λαλείν τι κατ' εκείνην την τέχνην, αλλά και του ακούειν των λαλούντων, και βλέπειν τους ποιούντας».

Η θεώρηση της ματαιότητας και της μηδαμινής αξίας των πραγμάτων στις οποίες ο άνθρωπος θεμελιώνει την ανωτερότητά του, -μέσα από το πάθος του-, συμβάλλουν προς την κατεύθυνση αυτή: [Σ.τ.μ.: Της θεραπευτικής αντιμετώπισης του πάθους δια του αφανισμού της έξης]. Σ' αυτά τα πράγματα εντάσσονται η αστάθεια όλων των ανθρωπίνων, η παροδικότητα του πλούτου και της ισχύος, η αδυναμία και η ευπάθεια του ίδιου του ανθρώπου, ο οποίος στον κόσμο τούτο είναι επιρρεπής στην αρρώστια, τα γηρατειά και το θάνατο και χωρίς το Θεό είναι απλώς «γη και σποδός, σκιά και καπνός». Η υπερηφανία μεταφράζεται σε συγκεκριμένες συμπεριφορές καιστάσεις: την αλαζονεία, την αυταρέσκεια, τον κομπασμό, την παρρησία, [Σ.τ.μ.: Στην αρνητική εκδοχή της] τη δοκησισοφία, την εμπιστοσύνη στην κρίση του, τη βεβαιότητα ότι έχει δίκιο, τη μανία της αυτοδικαίωσης, το πνεύμα αντιλογίας, τη βούληση να διδάσκει και να διατάζει, την άρνηση της υπακοής. Αγωνιζόμενος ν' ακολουθήσει τις αντίθετες στάσεις, θα μπορέσει στο συγκεκριμένο επίπεδο ο άνθρωπος να πολεμήσει την υπερηφανία: Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται το μίσος του ιδίου θελήματος, ή μη εμπιστοσύνη στην κρίση του , η εγκατάλειψη της αυταρέσκειας, η αυτομεμψία , η άρνηση της αντιλογίας, η μη αποδοχή του «διδάσκειν και διατάσσειν». Οι συγκεκριμένες επιλογές συμπεριφοράς πραγματώνονται με την υπακοή στον πνευματικό Πατέρα και δίνουν στον άνθρωπο τη δυνατότητα, όπως λέγει ο Αγιος Δωρόθεος Γάζης (Διδασκαλία), «αναλαβέσθαι εαυτόν και επανελθείν εις το κατά φύσιν».

Η πρώτη μορφή της υπερηφανίας συνίσταται στη θεώρηση του ανθρώπου ως ανώτερου σε σχέση με όλους τους άλλους ή τουλάχιστον σε σχέση με ορισμένους από αυτούς, και στην περιφρόνησή τους. Για την αποφυγή της οφείλει να δώσει ιδιαίτερη σημασία πρωτίστως στην παρατήρηση των σημείων στα οποία οι συνάνθρωποί του υπερέχουν έναντι αυτού, στην άρνηση εντοπισμού των λαθών τους και στην αξιολόγηση της ποιότητας του χαρακτήρα τους  Κυρίως με αυτή τη σημασία μπορεί κάποιος να συνομολογήσει με τον Αγιο Μάξιμο (Αγάπης εκατοντάς) ότι «η αγάπη [...] ανατρέπει την οίησιν». Ο άνθρωπος έχει καθήκον να φθάσει μέχρι του σημείου να θεωρήσει τον εαυτό του κατώτερο όλων, όπως διδάσκει ο Αγιος Δωρόθεος Γάζης (Dιδασκαλία): «Το μεν γαρ είναι υποκάτω πάντων [...] αντίκειται τη πρώτη υπερηφανία. Πώς γαρ δύναται έχειν εαυτόν μείζονα του αδελφού αυτού ή επαρθήναι έν τινι ή μέμψασθαι ή εξουδενώσαί τινα, ο έχων εαυτόν υποκάτω πάντων;». Η μνήμη των παραπτωμάτων του συντελεί στην εξαφάνιση του αισθήματος ανωτερότητας που τον διακατέχει, καθώς του αποκαλύπτει την πνευματική του ένδεια [Η μνήμη των παραπτωμάτων είναι ένα από τα κύρια φάρμακα που εισηγείται ο Ευάγριος για την αντιμετώπιση της υπερηφανίας (πρβλ. Λόγος πρακτικός)]. Και η υπερηφανία του ελαττώνεται τόσο περισσότερο όσο η συνείδηση της αμαρτωλότητάς του συνοδεύεται από την κατάνυξη και την αυτομεμψία . Η αποδοχή και η συγκατάθεση, και μάλιστα η αναζήτηση των ταπεινώσεων σε διάφορες μορφές συμβάλλει εξίσου στη θεραπεία του πάθους.

Ο Αγιος Δωρόθεος Γάζης (Επιστολή) γράφει: «Πίστευε ότι φάρμακα εστιν ιατρικά της υπερηφανίας της ψυχής σου αι ατιμίαι και αι ύβρεις, και υπερεύχου των λοιδωρούντων σε ως ιατρών αληθινών».Το να ζει κάποιος αγνοημένος από τους ανθρώπους, τον βοηθά στην αντιμετώπιση της εξωτερικής μορφής της υπερηφανίας [Σ.τ.μ.: Αυτής που εκδηλώνεται και γίνεται αντιληπτή από τους άλλους], όπως υπογραμμίζει ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης (Κλίμαξ): «Υπερηφανίαν ορωμένην ιάσαντο σκυθρωπαί καταστάσεις». Στην καταπολέμηση της νόσου συνεισφέρει επίσης και ο έμπονος και ταπεινός τρόπος ζωής. Στο κεφάλαιο που πραγματευόταν τη σωματική άσκηση, είδαμε αληθινά ότι, σε κάποιο βαθμό, η ψυχή επηρεάζεται από τις ενέργειες ή την κατάσταση του σώματος— και γενικότερα, ότι οι συνθήκες της σωματικής υπόστασης του ανθρώπου έχουν ορισμένη επίπτωση στην εσωτερική κατάστασή του. Οι σωματικοί κόποι και οι διάφορες δοκιμασίες, στους οποίους ενδεχομένως ο άνθρωπος παραδίδει το σώμα του, τον καθαρίζουν από το πάθος στο μέτρο που τον οδηγούν στη διαπίστωση της αδυναμίας και της ευπάθειάς του— με τον τρόπο αυτό μειώνουν την πλάνη της αυτάρκειας που συνδέεται με την υπερηφανία.

Στο βαθμό που η υπερηφανία συνίσταται στην έπαρση για τα φυσικά προσόντα που διαθέτει, το φάρμακο είναι η αναγνώριση ότι κάθε αγαθό προέρχεται από το Θεό και όλες οι αρετές έχουν την πηγή τους στο 9ημιουργό της φύσης μας. Στο σημείο αυτό αρμόζει ν' αναλογιστούμε το λόγο του Αποστόλου Παύλου: «Τίς γαρ σε διακρίνει; τί δε έχεις ο ουκ έλαβες; ει δε και έλαβες, τί καυχάσαι ως μη λαβών;» (Α' Κορ. 4, 7). Στην προοπτική αυτή κινείται και ο Ευάγριος (Πνεύματα πονηρίας) που επισημαίνει για τον υπερήφανο: «Κτίσμα θεού ει, μη αθέτει [Σ.τ.μ.: Να μη απαρνείσαι, να μη απορρίπτεις, να μη αποκηρύσσεις] τον Κτίσαντα». Και ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης (Κλίμαξ) λέγει: «Τα μετά γέννησιν ο Θεός εχαρίσατο, ώσπερ και την γέννησιν». Ο ίδιος παρατηρεί: «Εάν μηκέτι ο λογισμός εν τοις φυσικοίς εναβρύνηται, [Σ.τ.μ.: Καυχώμαι, ευρίσκω ευχαρίστηση, καμαρώνω] αρχής υγείας τούτο τεκμήριον». Για τον πνευματικό άνθρωπο όμως, η υπερηφανία συνίσταται ιδιαίτερα στην έπαρση εξαιτίας των αρετών του. Στην περίπτωση αυτή φάρμακο αποτελεί η μνήμη των αμαρτιών του, που ήδη έχει γίνει για την πρώτη μορφή του πάθους. Και αν ακόμη υποθέσουμε ότι οι συγκεκριμένες αρετές είναι πραγματικές, όποιος φέρεται έτσι θ' αποκτήσει εύκολα συνείδηση της μετριότητάς του με αποτέλεσμα να περιορίσει το πάθος, ατενίζοντας την τελειότητα των αγίων . Σ' αυτό θα βοηθήσει η συχνή και προσεκτική ανάγνωση των Βίων των Πατέρων.

Ωστόσο, το ουσιαστικό φάρμακο συνιστά η παραδοχή και αναγνώριση ότι «πάσα δόσις αγαθή και παν δώρημα τέλειον άνωθέν εστι καταβαίνον από του Πατρός των φώτων» (Ιακ. 1, 17) και η απόδοση στο Θεό οποιουδήποτε καλού έργου, όλων των αρετών που ενδεχομένως διαθέτει κάποιος και του συνόλου των αγαθών πράξεων και λογισμών, που απορρέουν από αυτές . Στο σημείο αυτό αρμόζει να στοχαστούμε το λόγο του Αποστόλου που αναφέρθηκε προηγουμένως, όπως συμβουλεύει ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης (Κλίμαξ), παραφράζοντάς τον ελαφρώς: «Τί γαρ έχεις ο ουκ έλαβες δωρεάν ή εκ Θεού ή εξ ετέρων συνεργίας τε και ευχής;». Ο Ευάγριος (Πνεύματα πονηρίας) επισημαίνει παρόμοια: «Ουδέν έχεις, ο μη παρά Θεού έλαβες [...]. Επίγνωθι τον δεδωκότα και μη επαίρου πολύ [...]. Βοηθή παρά Θεού, μη αρνού τον ευεργέτην». Και ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός διδάσκει ότι θα μπορέσουμε ν' αποφύγουμε το δίχτυ τούτο που απλώνεται μπροστά μας, από το πνεύμα της πονηρίας με δόλιο τρόπο αν, για καθεμιά από τις αρετές που νομίζουμε ότι έχουμε προοδεύσει, επαναλάβουμε το λόγο του Αποστόλου: «Ουκ εγώ δε, αλλ' η χάρις του Θεού η συν εμοί» και: «Χάριτι Θεού ειμι ο ειμι» (Α' Κορ. 15, 10). Οι ίδιες οι δυνάμεις [Σ.τ.μ.: Ισοδύναμα: οι ικανότητες, τα χαρίσματα] με τις οποίες γίνεται μέσα μας η άσκηση και εφαρμόζονται οι εντολές, πρέπει ν' αποδίδονται στο Θεό. Και ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης (Κλίμαξ) γράφει ειρωνικά: «Όσας εκτός του νοός αρετάς κατώρθωκας, αύται και μόναι σαι τυγχάνουσι: τον γαρ νουν ο Θεός εδωρήσατο. Όσα εκτός του σώματος επεδείξω άθλα, εκ μόνης της σης σπουδής γεγόνασι— το γαρ σώμα ου σον, αλλά Θεού ποίημα». Και οι δυνάμεις με τις οποίες οι ικανότητές μας ενεργοποιούνται, το ίδιο κίνητρο όλων των ενεργειών μας, έχουν την πρώτη πηγή [Σ.τ.μ.: Και την αναφορά τους] τους στο Θεό σύμφωνα με τη διδασκαλία του Αποστόλου: «Ο Θεός γαρ εστιν ο ενεργών εν υμίν και το θέλειν και ενεργείν υπέρ της ευδοκίας» (Φιλιπ. 2, 13).

Το περιεχόμενο του φαρμάκου είναι το εξής: 

α) κάθε πνευματική πρόοδος που επιτεύχθηκε οφείλεται στο Θεό, 

β) η συναίσθηση ότι χωρίς τη βοήθεια του Θεού είμαστε ανάξιοι και ανίκανοι να πράξουμε οποιοδήποτε αγαθό και να διατηρήσουμε όσα πνευματικά αγαθά έχουμε ενδεχομένως αποκτήσει , 

γ) η πίστη ότι οι προσπάθειες και οι κόποι μας, αν είναι απαραίτητοι, δεν αρκούν με κανένα τρόπο για να λάβουμε οτιδήποτε, καθώς καθετί μας παρέχεται από το Θεό, χωρίς τη χάρη του Οποίου καταλήγουμε σε πλήρη αδυναμία,

δ) η διαρκής συνείδηση ότι τούτο «ου του θέλοντος ουδέ του τρέχοντος, αλλά του ελεούντος Θεού» (Ρωμ. 9, 16) και ότι «εάν μη Κύριος φυλάξη πόλιν, εις μάτην εκοπίασαν οι οικοδομούντες— εάν μη Κύριος φυλάξη πόλιν, εις μάτην ηγρύπνησεν ο φυλάσσων» (Ψαλμ. 126, 1). Ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός διδάσκει ότι για καθεμιά από τις πράξεις μας πρέπει όχι μόνο να αισθανόμαστε αλλά ν' αναγνωρίζουμε: «Ου δύναμαι εγώ ποιείν απ' εμαυτού ουδέν. [...]. Και ο Πατήρ ο εν εμοί μένων, αυτός ποιεί τα έργα» (Ιωάν. 5, 30— 14, 10).

ε) Η συνειδητοποίηση ότι χωρίς τη βοήθεια και την προστασία του Θεού θα διαλυθούμε από τις δυνάμεις του κακού και θα παραδοθούμε υπό το βάρος των επανειλημμένων επιθέσεων των πνευματικών εχθρών μας. Ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός συμβουλεύει: Ας μάθουμε, αισθανόμενοι την αδυναμία μας και τη βοήθειά Του σε κάθε ενέργειά μας, να διακηρύσσουμε καθημερινά: «Oσθείς ανετράπην του πεσείν, και ο Κύριος αντελάβετό μου— ισχύς μου και ύμνησίς μου ο Κύριος και εγένετό μοι εις σωτηρίαν» (Ψαλμ. 117, 13 14)».

Η προσευχή, και ειδικότερα η συνεχής προσευχή, συνιστά θεμελιώδους σημασίας φάρμακο έναντι της υπερηφανίας, στο βαθμό που ο άνθρωπος, όταν προσεύχεται, εκζητεί τη βοήθεια, τη συμπαράσταση και την προστασία του Θεού Συνεπώς έχει τη συνείδηση ότι, αυτό που λαμβάνει ως απάντηση στην προσευχή του, έρχεται ως δωρεά του Θεού— και άρα δεν πρέπει ν' αποδίδεται στις δικές του δυνάμεις ή τα τάλαντα. Η ευχαριστιακή προσευχή του παρέχει επίσης τη δυνατότητα, να νικήσει το πάθος, στο μέτρο που μ' αυτή ο άνθρωπος, αν την κάνει με «συντετριμμένην και τεταπεινωμένην καρδίαν» και όχι με φαρισαϊκό τρόπο, αναγνωρίζει αμέσως το Θεό και όχι τον εαυτό του ως αρχή και τέλος των αγαθών που έχει και δεν υψηλοφρονεί τότε ως ανάξιος διαχειριστής τους.

Αυτό ακριβώς επεξηγεί ο Αγιος Δωρόθεος Γάζης (Διδασκαλία): «Το εύχεσθαι δια παντός» [Σ.τ.μ.: Η αδιάλειπτη προσευχή] αντίκειται [Σ.τ.μ.: Καταπολεμεί] «τη δευτέρα υπερηφανία. [...] Και ο διαπαντός δεόμενος του Θεού, ει τι δ' αν αξιωθή κατορθώσαι, οίδε πόθεν κατώρθωσε, και ου δύναται επαρθήναι ουδέ επιγράψαι τη ιδία δυνάμει, αλλά τω Θεώ επιγράφει παν κατόρθωμα και αυτώ αεί ευχαριστεί και αυτόν αεί παρακαλεί, τρέμων μη εκπέση της τοιαύτης βοηθείας, και φανερωθεί η ασθένεια και η αδυναμία αυτού». Βεβαίως όμως, επιπρόσθετα η προσευχή τον παραπέμπει στη βοήθεια του Θεού για τη θεραπεία του ιδίου του πάθους της υπερηφανίας, το οποίο, περισσότερο από τα υπόλοιπα πάθη, είναι δυνατόν να ξεφύγει από τη θεραπευτική αγωγή των ανθρώπων, όπως πολύ συχνά αναφέρει ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης (Κλίμαξ): «Αόρατον [υπερηφανίαν] ο προ αιώνων Αόρατος [ιάσατο]»- «λάγνους [Σ.τ.μ.: Φιλήδονοι, ηδυπαθείς] μεν άνθρωποι, πονηρούς δε άγγελοι, υπερηφάνους δε Θεός ιάσασθαι δύναται». Η πλειονότητα των θεραπευτικών μεθόδων της υπερηφανίας που παρουσιάστηκαν παραπάνω, αποτελούν επίσης, όπως θα δούμε, και μεθόδους απόκτησης της ταπεινοφροσύνης. Γιατί, στην πραγματικότητα, αυτή συνιστά το φάρμακο αναφοράς για τη θεραπεία της υπερηφανίας: τόσο γιατί είναι αντίθετη προς το πάθος αρετή όσο και γιατί καλείται να το αντικαταστάσει. Ο Αγιος Γρηγόριος Νύσσης (Εις το Πάτερ ημών) επισημαίνει: «Η ταπεινοφροσύνη καταναλώσει τον τύφον, η μετριότης ιάσεται της υπερηφανίας την νόσον». Ο Αγιος Βαρσανούφιος (Επιστολή) γράφει: «Τας ιάσεις και τα μαλάγματα έδωκεν ημίν ο μέγας ημών και ουράνιος ιατρός [...]. Προ παντός έδωκεν ημίν την ταπείνωσιν, εξορίζουσαν πάσαν υπερηφανίαν».

Με την ίδια σημασία ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός σημειώνει ότι ο δημιουργός του παντός και ιατρός του, ο Θεός, γνωρίζοντας ότι η υπερηφανία είναι η αιτία των βαρύτερων νοσημάτων, μεριμνά και προνοεί για τη θεραπεία των αντιθέτων με τα αντίθετα, ώστε όποιος έπεσε με την υπερηφανία ν' ανασταίνεται με την ταπείνωση— και αλλού: Αν η φοβερή επιδημία προσβάλλει το λογιστικό μέρος (της ψυχής), γεννά εκεί την κενοδοξία, την υψηλοφροσύνη, την υπερηφανία, την οίηση [...]. Εφαρμόστε λοιπόν στο μέλος ή το τμήμα της ψυχής σας που είπαμε ότι είναι βαριά προσβεβλημένο, το φάρμακο της αληθινής ταπεινοφροσύνης. Ο Αγιος Δωρόθεος Γάζης (Διδασκαλία) εκφράζεται με παρόμοιους όρους: ο Χριστός «λοιπόν δεικνύει ημίν και την αιτίαν όθεν έρχεται τις εις καταφρόνησιν και παρακοήν και αυτών των εντολών του Θεού— και ούτως παρέχει ημίν και ταύτης την ιατρείαν, ίνα δυνηθώμεν υπακούσαι και σωθήναι. Τις ουν εστιν αύτη η ιατρεία και τις η αιτία της καταφρονήσεως; Ακούσατε τι λέγει αυτός ο Κύριος ημών: "Μάθετε απ' εμού ότι πράος ειμι και ταπεινός τη καρδία, και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών" (Ματθ. 11, 29). Ιδού ώδε εν συντόμω δι' ενός λόγου έδειξεν ημίν την ρίζαν και αιτίαν πάντων των κακών, και την ιατρείαν αυτής, την αιτίαν πάντων των αγαθών, έδειξεν ότι η έπαρσις κατέβαλεν ημάς και ότι αδύνατον εστιν άλλως ελεηθήναι, ει μη δια του εναντίου, όπερ εστίν η ταπεινοφροσύνη».

(Απόσπασμα από το βιβλίο «Η ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΝΟΣΗΜΑΤΩΝ:
Εισαγωγή στην ασκητική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας», JEAN CLAUDE LARCHET


 πηγή :  Καλωσήλθατε ::: Alopsis :::

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...