/*--

Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

. Ὁ σταυρὸς τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ

     
Καὶ προσκαλεσάμενος τὸν ὄχλον σὺν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ εἶπεν αὐτοῖς· ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοί. ὡς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὡς δ’ἂν ἀπολέση τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτήν. τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδίσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ; ὃς γὰρ ἐὰν ἐπαισχυνθῇ με καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους ἐν τῇ γενεᾷ ταύτῃ τῇ μοιχαλίδι καὶ ἁμαρτωλῷ, καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτὸν ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων τῶν ἁγίων. Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ἡμῖν ὅτι εἰσί τινες τῶν ὧδε ἐστηκότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει (Μκ. 8:34-9:1).

Ὁ λειτουργικὸς κύκλος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς προβάλλει τὸ σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν ἑορτὴ τῆς Σταυροπροσκυνήσεως. Ἡ προβολὴ τοῦ σταυροῦ τοῦ Κυρίου ἔχει διπλὴ ἔννοια καὶ σκοπό. Πρῶτον, ἀποτελεῖ προετοιμασία γιὰ τὴν ὑποδοχὴ τοῦ σταυρικοῦ πάθους τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου θὰ γίνουμε μάρτυρες καὶ συμμέτοχοι κατὰ τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα. Δεύτερον, μᾶς ὑπενθυμίζει τὴν ἀπαίτηση τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τοὺς μαθητὲς καὶ ἀκόλουθούς του νὰ σηκώσουν τὸ δικό τους σταυρὸ γιὰ νὰ ἀποδείξουν τὴν ταυτότητά τους ὡς μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ.Ὁ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ, πάντοτε συνδυασμένος μὲ τὴν ἀνάσταση, ἀποτελεῖ τὸ ἐπίκεντρο τῆς εὐαγγελικῆς διδασκαλίας καὶ τὴν εἰδοποιὸ διαφορὰ τοῦ Χριστιανισμοῦ ἔναντι τῶν ἄλλων κη-ρυγμάτων καὶ διδασκαλιῶν τοῦ κόσμου. Ἤδη ἀπὸ τὴν πρώτη περίοδο τῆς ἐπὶ γῆς δημόσιας δράσεώς του ὁ Χριστὸς ἔθεσε τὶς προϋποθέσεις γιὰ τοὺς μαθητές του καὶ γιὰ ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ τὸν ἀκολουθήσουν. Δὲν ἐξαναγκάζει κανένα ὁ Χριστός, γι’ αὐτὸ καὶ διατύπωσε καὶ τὴν ἀνεπανάληπτη εὐαγγελικὴ ἀρχὴ καὶ κανόνα: «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν». Αὐτὸς ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ φανερώνει τὴ συμπεριφορὰ τοῦ Θεοῦ ἀπέντι στὸν ἄνθρωπο. Ὁ Θεὸς σέβεται τὴν ἀπόλυτη ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ σχέση του μὲ τὸν Θεὸ εἶναι πράξη προσωπικῆς καὶ ἐλεύθερης ἐπιλογῆς.

Ἐκεῖνος, ὅμως, ὁ ὁποῖος θὰ δεχθεῖ νὰ ὑπαχθεῖ στὶς συνθῆκες τοῦ μαθητῆ, ὅπως τὶς προδιαγράφει ὁ Χριστός, τίθεται κάτω ἀπὸ δύο προϋποθέσεις: καλεῖται, πρῶτον, νὰ ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του καί, δεύτερον, νὰ δεχθεῖ νὰ σηκώσει τὸν προσωπικό του σταυρό. Οἱ προϋποθέσεις αὐτὲς ἐξυπακούουν τὸ σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, τοῦ διδασκάλου, ὁ ὁποῖος θὰ ὑποστεῖ τὸ σταυρικὸ θάνατο, προσφέροντας ἔτσι τὸν ἑαυτὸ τοῦ θυσία γιὰ τὴ σωτηρία ὅλων. Τὸ τί σημαίνουν οἱ προϋποθέσεις αὐτὲς γιὰ τὸ μαθητὴ θὰ διαφανεῖ στὴσυνέχεια.Ὁ Χριστός, μετὰ τὴν ἔναρξη τοῦ σωτήριου ἔργου του, εἶναι προφανὲς ὅτι, μὲ τὴ διδασκαλία καὶ τὸ ἔργο του, εἶχε ἀσκήσει μεγάλη ἐπιρροὴ στοὺς ἁπλοὺς ἀνθρώπους, στὰ τέκνα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖοι πήγαιναν νὰ ἀκούσουν τὴ διδασκαλία του καὶ νὰ θεραπευθοῦν ἀπὸ τὶς ἀσθένειές τους. Γνώριζε, ἐν τούτοις, ποῖοι ἦσαν οἱ ἀντίπαλοί του, οἱ ὁποῖοι ἀντιδροῦσαν στὸ ἔργο του. Γιὰ παράδειγμα, ὅταν ὁ Χριστὸς εἶπε στὸν παράλυτό της Καπερναούμ, «τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου» (Μκ. 1:5), τότε ἀντέδρασαν οἱ παρόντες Γραμματεῖς, γιατί δὲν ἀνεγνώριζαν τὴ μεισσιανικότητα τοῦ Χριστοῦ καὶ δὲν πίστευαν στὴ θεϊκὴ δύναμη καὶ ἐξουσία του. Οἱ Γραμματεῖς, οἱ Φαρισαῖοι καὶ οἱ Ρωμαϊκὲς ἀρχὲς ἤθελαν νὰ φιμώσουν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος δημιουργοῦσε τὴν ἐλπίδα στοὺς κοινωνικὰ ἀποριμμέννους. Ἔτσι, ὁ Χριστὸς προ-αναγγέλλει τὸ τέλος ποὺ θὰ εἶχε τὸ σωτήριο ἔργο του, δηλαδὴ τὸ σταυρικό του θάνατο. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο ταυτίζει τὸν ἑαυτό του, τόσο μὲ τὸν υἱὸ τοῦ ἀνθρώπου τοῦ προφήτη Δανιὴλ καὶ τοῦ Ἐνώχ,ὅσο καὶ μὲ τὸν πάσχοντα δοῦλο τοῦ προφήτηἨσαΐα (κεφ. 53).

Οἱ μαθητὲς καὶ ὅσοι θέλουν νὰ ἀκολουθήσουν τὸν Χριστὸ πρέπει νὰ γνωρίζουν ὅτι θὰ ἀντιμετωπίσουν τὴν ἴδια συμπεριφορὰ ἐκ μέρους τοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος ἀντιστρατεύεται τὸ θέλημα καὶ τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, καὶ οἱ ἴδιοι θὰ σηκώσουν τὸ δικό τους σταυρό.Τὸ ἐρώτημα τὸ ὁποῖο τίθεται εἶναι, γιατί ὅσοι ἀκολουθοῦν τὸν Χριστὸ πρέπει νὰ σηκώσουν τὸ σταυρό τους ἔναντι τοῦ κόσμου; Ἡ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα ἔχει πολλὲς πτυχές. Ὁ Χριστὸς προσφέρει στὸν ἄνθρωπο τὴν πραγματικὴ ζωή,τὴ ζωὴ σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἡ ζωὴ τοῦ κόσμου, ποὺ ἀντιστρατεύεται τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, εἶναι αὐτὴ ποὺ ἀνατρέπει τὴν τάξη τῆς ζωῆς σύμφωνα μὲ τὸ θεῖο θέλημα. Οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ δὲν ἀγωνίζονται γιὰ μία ἰδεολογία,οὔτε μιμοῦνται τοὺς μαθητὲς τῶν ραββίνων γιὰ τὴν ἐφαρμογὴ ἁπλῶς τῆς διδασκαλίας τοῦ νόμου, εἴτε ἄλλων ἀνθρώπων μὲ ἰδιοτελῆ κριτήρια,ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀγωνίζονται γιὰ τὴν ἐφαρμογὴ τῆς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου, ἡ ὁποία ταυτίζεται μὲ τὸ ἴδιο τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.

Πράγματι, ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ἀπευθυνόμενος πρὸς τοὺς πρεσβυτέρους τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἐφέσου, τοὺς εἶπε: «Ἀλλ’ οὐδενὸς λόγον ποιοῦμαι οὐδὲ ἔχω τὴν ψυχήν μου τιμίαν ἐμαυτῷ, ὡς τελειῶσαι τὸν δρόμον μου μετὰ χαρᾶς καὶ τὴν διακονίαν ἣν ἔλαβον παρὰ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, διαμαρτύρασθαι τὸ εὐαγγέλιον τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. 20:24). Οἱ λόγοι αὐτοὶ τοῦ Ἀποστόλου ἀποτελοῦν ἀπόηχο τῆς κλήσεως τοῦ Χριστοῦ πρὸς τοὺς μαθητὲς καὶ ἀκόλουθούς του νὰ προσφέρουν τὴ ζωή τους «ἕνεκεν τοῦ ἰδίου καὶ τοῦ Εὐαγγελίου του». Ἡ κλήση αὐτὴ τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ, θὰ λέγαμε,τὴν ὕψιστη ἀπαίτηση ἀπὸ τοὺς μαθητές του νὰ θεωρήσουν τὴν προσωπική τους ζωὴ χωρὶς ἀξία, ἢ καὶ ἀνύπαρκτη, ἐνώπιόν της ἀνεκτίμητης ἀξίας τῆς ζωῆς, τὴν ὁποία προσφέρει ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς καὶ τὸ Εὐαγγέλιό του. Θὰ πρέπει νὰ διευκρινισθεῖ ὅτι αὐτὴ ἡ στάση ἔναντι τῆς ἀνθρώ-πινης ζωῆς δὲν σημαίνει καθόλου ὑποτίμηση ἢ ὑποβιβασμὸ τῆς ἀξίας τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου,ἀλλὰ τὸ δρόμο μέσα ἀπὸ τὸν ὁποῖο θὰ ἀνακτήσει τὴν πραγματική της ἀξία μὲ τὴν ἀπόλυτη σχέση της μὲ τὸν Θεό.

Ὁ ἀγώνας τῶν μαθητῶν στρέφεται πρὸς δύο κατευθύνσεις. Πρῶτα, πρὸς τὶς ἐξωτερικὲς ἐκεῖνες δυνάμεις, οἱ ὁποῖες θέλουν νὰ φιμώσουν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Γιὰ τὸν Χριστὸ ἦσαν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν οἱ θρησκευτικοὶ ἄρχοντες τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, οἱ Γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ πολιτικὴ ἐξουσία τῶν Ρωμαϊκῶν ἀρχῶν.Σὲ κάθε ἐποχὴ ὑπάρχουν αὐτὲς οἱ δυνάμεις, οἱ ὁποῖες ἀντιστρατεύονται τὸ Εὐαγγέλιο τῆς σωτηρίας καὶ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό, γιατί φοβοῦνται τὴν ἀνατροπή τους.Δεύτερη, ὅμως, ἀντιτιθέμενη δύναμη γιὰ τὸ μαθητὴ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός του. Ὁ Χριστὸς θέτει ἐνώπιον τοῦ κάθε μαθητῆ προτάσεις ἐπιλογῆς καὶ ἀξιολογήσεως. Ἢ θὰ προτιμήσει τὴ ζωὴ σὲ σχέση μὲ τὸν κόσμο, ἢ τὴ ζωὴ σὲ σχέση μὲ τὸν Χριστὸ καὶ τὸ Εὐαγγέλιο. «Τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδίσῃ τὸν κόσμον ὅλον καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ»(Μκ. 8:36); Ἡ ἐπιλογὴ δὲν εἶναι εὔκολη, γιατί ὁ κόσμος προτείνει δελεαστικὰ ἕνα ἁπτὸ τρόπο ζωῆς, ἐνῶ αὐτὸ ποὺ προτείνει ὁ Χριστὸς δὲν βρίσκεται μέσα στὸν παρόντα κόσμο οὔτε εἶναι κάτι χειροπιαστὸ καὶ ὑλικὸ καὶ γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ χρειάζεται γενναία θέληση καὶ ἀπόφαση νὰ ἀκολουθήσει ὁ μαθητὴς τὸν Χριστὸ καὶ τὸ Εὐαγγέλιό του.

Ὁ Χριστὸς προτείνει τὴν αἰώνια βασιλεία τοῦ Θεοῦ,ἀντιπαραβάλλοντάς την μὲ τὴν προσκαιρότητα τοῦ ὑλικοῦ κόσμου καὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐπίγειας__ζωῆς. Εἶναι, πράγματι, πολλοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶχαν δειλιάσει καὶ πιθανὸν νὰ συνεχίζουν νὰ δειλιοῦν σ’ αὐτὴ τὴν ἀπάρνηση τοῦ ἐαυτοῦ τους καὶ τοῦ κοσμικοῦ φρονήματος, εἶναι ὅμως καὶ πολυάριθμοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶχαν προσφέρει τὴ ζωή τους στὸ μαρτύριο γιὰ νὰ ἔχουν τὴ ζωὴ στὸν οὐρανὸ μαζὶ μὲ τὸν Χριστό, τὴ ζωὴτῆς αἰώνιας βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Πρῶτοι οἱ ἴδιοι οἱ Ἀπόστολοι εἶχαν ἐκμηδενίσει τὴ δική τους ζωὴ καὶ τὴν εἶχαν ἀντικαταστήσει μὲ τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου.Ἔτσι, ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ λέγει:«Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» (Γαλ. 2:19).η

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...