/*--

Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

Εἰς τὴν πα­ρα­βο­λὴν τοῦ ἐμ­πε­σόν­τος εἰς τοὺς λῃ­στάς. Ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης Χρυ­σό­στο­μος

        
Ἀ­κού­σα­με, ἀ­δελ­φοί μου, στό Εὐ­αγ­γέ­λιο τόν Κύ­ριό μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στὸ νὰ μᾶς λέ­ει: Ἄν­θρω­πός τις κα­τέ­βαι­νεν ἀ­πὸ Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ εἰς Ἱ­ε­ρι­χὼ, καὶ λῃ­σταῖς πε­ρι­έ­πε­σεν· οἳ καὶ ἐκ­δύ­σαν­τες αὐ­τὸν, καὶ πλη­γὰς ἐ­πι­θέν­τες κα­τέ­λι­πον ἡ­μι­θα­νῆ τυγ­χά­νον­τα.
Ἱ­ε­ρεὺς δὲ καὶ Λευ­ΐ­της δι­ερ­χό­με­νοι διὰ τῆς ὁ­δοῦ ἐ­κεί­νης, καὶ ἰ­δόν­τες αὐ­τὸν, ἀν­τι­πα­ρῆλ­θον. Σα­μα­ρεί­της δέ τις ἐλ­θὼν ἐ­πὶ τὸν τό­πον, καὶ ἰ­δὼν αὐ­τὸν, ἐ­σπλαγ­χνί­σθη ἐ­π' αὐ­τὸν, καὶ σὺν ἐ­λαί­ῳ οἶ­νον βα­λὼν καὶ ἀ­να­μί­ξας ἐ­πέ­χε­εν αὐ­τῷ, καὶ κα­τέ­δη­σε τὰ τραύ­μα­τα αὐ­τοῦ, καὶ ἀ­να­λα­βὼν αὐ­τὸν ἐ­πὶ τὸ ἴ­διον κτῆ­νος, ἤ­γα­γεν εἰς παν­δο­χεῖ­ον, καὶ ἔ­δω­κε τῷ παν­δο­χεῖ δύ­ο δη­νά­ρια, εἰ­πών· Ἐ­πι­με­λή­θη­τι τοῦ ἀν­θρώ­που τού­του, καὶ εἴ τι προσ­δα­πα­νή­σῃς, ἐ­γὼ ἐν τῷ ἐ­πα­νέρ­χε­σθαί με ἀ­πο­δώ­σω σοι.
Ἄς δοῦ­με λοι­πὸν τὸ νό­η­μα τῆς πα­ρα­βο­λῆς καὶ μὲ γνω­στι­κὴ ψυ­χὴ κα­τα­νο­ῶν­τας το, ἄς γνω­ρί­σουμε τὰ μυ­στή­ρια τοῦ Θε­οῦ. Ἄν­θρω­πος εἶ­ναι ὁ Ἀ­δάμ, Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ ἡ πο­λι­τεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν καὶ ἡ σύ­νε­ση, Ἰ­ε­ρι­χώ ὁ κό­σμος. Ὅ­σο λοι­πόν ὁ Ἀ­δάμ, πρὶν ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­κο­ή, εἶ­χε φρό­νη­μα τῶν οὐ­ρα­νῶν καὶ ἀγ­γε­λι­κὴ ζω­ή, εἶ­χε ἀ­νεμ­πό­δι­στη εἴ­σο­δο στὴν ἐ­που­ρά­νια πό­λη Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ.
Κα­τοι­κῶν­τας, ζῶν­τας μέ­σα στὶς ἐν­το­λὲς τοῦ Θε­οῦ τί­πο­τα δὲν τὸν νι­κοῦ­σε οὔ­τε τὸν τραυ­μά­τι­ζε. Ὅ­ταν ὅ­μως πα­ρά­κου­σε τὸν Θε­ὸ καὶ δὲν φύ­λα­ξε τὶς ἐν­το­λὲς του, ἀλ­λὰ πα­ρα­σύρ­θη­κε ἀ­πὸ τό φί­δι, τό­τε κα­τέ­βη­κε στὴν Ἱ­ε­ρι­χὼ δη­λα­δή στὴν γῆ, κι’ ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὰ ἔρ­γα τῆς γῆς.

Για­τὶ Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ ση­μαί­νει ἀ­νά­βα­ση, ἐ­νῶ Ἱ­ε­ρι­χὼ κα­τα­κλυ­σμός. Κα­τέ­βη­κε λοι­πόν ἀ­πό τὴν Ἰ­ε­ρου­σα­λήμ στὴν Ἱ­ε­ρι­χὼ, ἀ­πό τὴν ζω­ὴ δη­λα­δὴ τῶν οὐ­ρα­νῶν στὴν ζω­ὴ ὅ­που ἐ­πι­κρα­τεῖ ἡ ἀ­πά­τη τοῦ δι­α­βό­λου. Ὅ­ταν κά­ποι­ος τη­ρῆ τὶς ἐν­το­λὲς τοῦ Θε­οῦ, τό­τε ζῆ στοὺς οὐ­ρα­νοὺς, ὅ­πως λέ­ει ὁ Ἀ­πό­στο­λος· Ἡ δι­κή μα­ς πο­λι­τεί­α εἶ­ναι στὸν οὐ­ρα­νό. Κα­τέ­βη­κε ἀ­πὸ τήν δό­ξα στὴν ἀ­δο­ξί­α, ἀ­πὸ τὸν πα­ρά­δει­σο τῆς ἀ­πο­λαύ­σε­ως στὴ γῆ μὲ τ’ ἀγ­κά­θια, ἀ­πὸ τὴν ζω­ή στό θά­να­το. Ὅ­ταν φᾶ­τε, λέ­ει, ἀ­πὸ τὸ δέν­δρο, θὰ σᾶς κυ­ρι­αρ­χή­ση ὁ θά­να­τος, δη­λα­δὴ ἡ ἁ­μαρ­τί­α. Για­τὶ ἡ ἁ­μαρ­τί­α, ἡ πα­ρα­κο­ή στὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι θά­να­τος ψυ­χῆς. 
Κα­τέ­βη­κε ἀ­πὸ τὴν δι­και­ο­σύ­νη τοῦ Πα­ρα­δεί­σου, ἀ­πὸ τὴν ἁ­γι­ω­σύ­νη τοῦ οὐ­ρα­νοῦ καὶ ἦρ­θε στὴν Ἱ­ε­ρι­χὼ δη­λα­δὴ στὸ βά­ρα­θρο τῆς πα­ρα­κο­ῆς, στὸ θά­να­το τῆς ἁ­μαρ­τί­ας. Καὶ πέ­φτει στὰ χέ­ρια τῶν λη­στῶν, δη­λα­δή τοῦ δι­α­βό­λου καὶ τῶν δυ­νά­με­ών του. Δρό­μος, εἶ­ναι ἡ ζω­ὴ αὐ­τὴ ὅ­που βά­δι­σε ὁ Ἀ­δάμ κι’ ἔ­πε­σε στὰ χέ­ρια τῶν λη­στῶν καὶ τὸν ἀ­πο­γύ­μνω­σαν. Καὶ ποι­ὰ στο­λὴ τοῦ ἔ­βγα­λαν; Τὴν στο­λὴ τῆς ὑ­πα­κο­ῆς, τὴν φι­λί­α μὲ τοὺς ἀγ­γέ­λους, τὴν ἀ­θά­να­τη δό­ξα, τὴν συ­να­να­στρο­φὴ μὲ τὸ Χρι­στὸ, τὴν πα­ρα­δει­σέ­νια χα­ρά, τὴν οὐ­ρά­νια ζω­ή. Αὐ­τὴ τὴν στο­λὴ τοῦ ἔ­βγα­λαν. Καὶ τοῦ προ­ξέ­νη­σαν πλη­γές, δη­λα­δή ἁ­μαρ­τί­ες, πορ­νεῖ­ες, μοι­χεῖ­ες, εἰ­δω­λο­λα­τρεῖ­ες, φαρ­μα­κώ­μα­τα, δο­λο­φο­νί­ες, φι­λο­νι­κί­ες, θυ­μὸ κι ὅ­λη τὴν ὑ­πό­λοι­πη σει­ρὰ τῶν κα­κῶν. 

Αὐ­τὰ τὰ ἔρ­γα πλη­γώ­νουν τὸν ἄν­θρω­πο, αὐ­τὰ προ­ξε­νοῦν τὴν δυ­σω­δί­α καὶ τὴν φθο­ρά. Κι ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς αὐ­τό, κα­τα­νο­ῆ­στε το ἀ­πὸ τὸν Δα­βίδ, πῶς ἀ­πει­κο­νί­ζον­τας στὸν ἑ­αυ­τό του τὶς πλη­γὲς τοῦ Ἀ­δάμ τὶς ἀ­πο­κα­λεῖ μώ­λω­πες καὶ λέ­ει ὀρ­θά· "Ἐ­βρώ­μη­σαν καὶ σά­πι­σαν τὰ χτυ­πή­μα­τά του ἐξ αἰ­τί­ας τῆς ἀ­πι­στί­ας μου. Κά­θε ἁ­μαρ­τί­α προ­κα­λεῖ μώ­λω­πα καὶ τραῦ­μα. Λα­βώ­θη­κε λοι­πὸν ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­κο­ή, χτυ­πή­θη­κε γιὰ τὶς ἀ­νο­μί­ες, ὅ­πως λέ­ει ὁ προ­φή­της· Χτυ­πή­θη­κα σὰν τὸ χόρ­το καὶ ἡ καρ­διά μου ξη­ρά­θη­κε, για­τὶ λη­σμό­νη­σα νὰ φά­ω τὸ ψω­μί μου"(ψαλμ.37)· νὰ φυ­λά­ξω δη­λα­δὴ τὴν ἐν­το­λὴ τοῦ Θε­οῦ. Τὸν ἄ­φη­σαν, λέ­ει, μι­σο­πε­θα­μέ­νο, ὄ­χι για­τὶ δέν ἤ­θε­λαν νὰ τὸν σκο­τώ­σουν, ἀλ­λὰ δὲν ἄ­φη­σε ὁ Θε­ός. Δὲν θέ­λω, λέ­γει, τὸν θά­να­το τοῦ ἁ­μαρ­τω­λοῦ, ὅ­σο τὴν με­τά­νοι­ά του. 
Καὶ ποῦ τὸ­ν ἀ­φή­νουν; Στὸ δρό­μο, δη­λα­δὴ στὴν ζω­ὴ αὐ­τή· δρό­μος λέ­γε­ται τού­τη ἡ ζω­ή, ἐ­πει­δὴ ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι πε­ρνοῦν ἀ­π’ αὐ­τήν. Κι ὅ­ταν ἔ­φτα­σε στὸν δρό­μο ὁ ἱ­ε­ρεύς καὶ τὸν εἶ­δε, τὸν προ­σπέ­ρα­σε. Ἱ­ε­ρέ­α ὀ­νο­μά­ζει τόν μα­κά­ριο Μω­ϋ­σῆ καὶ Ἀ­α­ρών. Σ’ αὐ­τὸ μαρ­τυ­ρεῖ κι ὁ Δα­βὶδ λέ­γον­τας ὅ­τι ὁ Μω­ϋ­σῆς κι ὁ Ἀ­α­ρὼν εἶ­ναι ἀ­πὸ τοὺς ἱ­ε­ρεῖς του κι ὁ Σα­μου­ήλ ἀ­π’ αὐ­τοὺς ποὺ ἐ­πι­κα­λοῦν­ται τ’ ὄ­νο­μά του. Εἶ­ναι τοῦ­τος λοι­πὸν ὁ ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στος Μω­ϋ­σῆς ποὺ δο­ξά­στη­κε, ποὺ μὲ τὴ δε­κα­πλῆ μά­στι­γά του χτύ­πη­σε τοὺς Αἰ­γυ­πτί­ους· αὐ­τὸς ποὺ ἔ­σχι­σε καὶ ξή­ρα­νε τὴν Ἐ­ρυ­θρὰ καὶ πέ­ρα­σε ἀ­π’ αὐ­τήν τὸν λα­ό, αὐ­τὸς ποὺ γλύ­κα­νε τὸ νε­ρὸ στὸ Μαρ­ρᾶ καὶ πί­σω ἀ­πὸ τὸ σύν­νε­φο μί­λη­σε μὲ τὸν Θε­ό· αὐ­τὸς ποὺ ἔ­κα­με πολ­λὰ ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στα· αὐ­τὸς βα­δί­ζον­τας τὸν δρό­μο τῆς ζω­ῆς καὶ ἀ­φοῦ εἶ­δε τὸν ἄν­θρω­πο πλη­γω­μέ­νο στὴν γῆ, τὸν προ­σπέ­ρα­σε, χω­ρὶς νὰ τὸν ση­κώ­ση.

Ὅ­μοι­α κι ὁ Λευ­ΐ­της, ἡ τά­ξη τῶν προ­φη­τῶν. Για­τὶ αὐ­τοί, ποὺ ἦρ­θαν ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὸν Μω­ϋ­σῆ, ἀ­φοῦ ­βά­δι­σαν τὸν ἴ­διο δρό­μο καὶ συ­νάν­τη­σαν πλη­γω­μέ­νο τὸν ἄν­θρω­πο, δὲν τὸν σή­κω­σαν. Οὔ­τε ὁ Μω­ϋ­σῆς μὲ τὰ θαύ­μα­τά του, οὔ­τε οἱ προ­φῆ­τες μὲ τὰ­ ­ση­μεῖ­α τους, κα­νέ­νας δὲν τὸν ­λύ­τρω­σε ἀ­πὸ τὸν θά­να­το, κα­νέ­νας δὲν ἔ­κλει­σε τὸ­ τραῦ­μα τῆ­ς ­ἁ­μαρ­τί­ας. Για­τὶ οἱ ἴ­διοι ἦ­σαν τῆς ἁ­μαρ­τί­ας δε­σμῶ­τες. Μ’ ὅ­λο ποὺ μὲ τὴν σε­μνὴ ζω­ή τους ἔ­γι­ναν φί­λοι τοῦ Θε­οῦ, ἐ­πει­δὴ ἦ­σαν ὁ­μό­σαρ­κοι μὲ τὸν Ἀ­δὰμ καὶ προ­έρ­χον­ταν ἀ­πὸ τὴν νε­κρὴ ρί­ζα, δὲν μπο­ροῦ­σαν, κλα­διὰ αὐ­τοὶ, νὰ ἀ­πο­σπά­σουν τὴν ρί­ζα τῆς ἁ­μαρ­τί­ας. 

Κά­ποι­ος ὅ­μως Σα­μα­ρεί­της μὲ ἔρ­γα ὄ­χι τυ­χαῖ­α, προ­αί­ρε­ση σπλα­χνι­κή, φί­λο­ς τῶν ὁ­μο­δού­λων του, ὅ­ταν ἤρ­θε στὸ μέ­ρος αὐ­τὸ καὶ τὸν εἶ­δε πλη­γω­μέ­νο, τὸν λυ­πή­θη­κε, τοῦ ἔ­βα­λε λά­δι καὶ κρα­σὶ καὶ ἔ­δε­σε τὶς πλη­γὲς τους, τὶς ἁ­μαρ­τί­ε­ς του. Τό πρό­σω­πο καὶ τὴ­ν ­μορ­φὴ τοῦ Σα­μα­ρεί­τη παίρ­νει ὁ Κύ­ριός μας Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός. Ἀλ­λὰ­ ­θὰ πῆ κά­ποι­ος ἀ­πὸ τοὺς ἀ­κρο­α­τές· Για­τί ἀ­πο­κα­λεῖς τὸν Κύ­ριο Σα­μα­ρεί­τη; Ναί, Σα­μα­ρεί­τη τόν λέ­γω ὄ­χι γιὰ τὴν φύ­ση τῆς θε­ό­τη­τός του ἀλ­λὰ γιὰ τὸν σπλα­χνι­κό τρό­πο του. Ὁ Σα­μα­ρεί­της μὲ τὴν φύ­ση τοῦ σώ­μα­τός τους, ἦ­ταν ὅ­μοι­ος μὲ τοὺς ἄλ­λους, κα­τὰ τὴν σπλα­χνι­κὴ προ­αί­ρε­σή του ὅ­μως δὲν ἦ­ταν ὅ­μοι­ος· φά­νη­κε ἀ­νώ­τε­ρός τους. 
Ἔ­τσι κι ὁ Κύ­ριος πα­ρου­σι­ά­στη­κε σὰν ἄν­θρω­πος μὲ τὴν σω­μα­τι­κή του μορ­φή, ὅ­μοι­ος μὲ τούς προ­φῆ­τες καὶ τοὺς πα­τριά­ρχες κα­τὰ τὴν ἀν­θρω­πί­νη φύ­ση ποὺ ἔ­λα­βε ἀ­πὸ τὴν Μα­ρί­α. Μὲ τὴν δύ­να­μη τῆς θε­ό­τη­τός του ὅ­μως στά­θη­κε ἀ­π’ ὅ­λους ἀ­νώ­τε­ρος. Ἴ­σος μ’ αὐ­τοὺς στὸ ἀν­θρώ­πι­νο σχῆ­μα, ὄ­χι ἴ­σος στὴν ὑ­περ­κό­σμια δό­ξα. Ἐ­κεῖ­νοι ἀ­πὸ ἀ­δι­α­φο­ρί­α καὶ σκλη­ρό­τη­τα προ­σπέ­ρα­σαν ἄ­σπλα­χνα τὸν πλη­γω­μέ­νο. Ὁ Σα­μα­ρεί­της ὅ­μως φά­νη­κε πιὸ σπλα­χνι­κὸς καὶ πιὸ εὐ­σε­βὴς καὶ ἐ­λε­η­τι­κός. Ὅ­μοι­α κι ὁ Χρι­στός.

Οἱ πα­τριά­ρχες κι οἱ προ­φῆ­τες ἀ­δι­α­φό­ρη­σαν γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο, ποὺ ξέ­πε­σε μὲ τὴν πα­ρα­κο­ή του. Ἐ­κεῖ­νος μό­νο ἀ­πο­δεί­χθη­κε σπλα­χνι­κὸς κι ἐ­λε­η­τι­κός, κα­τὰ τὸ λό­γο τοῦ προ­φή­τη· Σπλα­χνι­κὸς καὶ ἐ­λε­η­τι­κὸς εἶ­ναι ὁ Κύ­ριος, μα­κρό­θυ­μος καὶ πο­λυ­έ­λαι­ος· καὶ πά­λι· Για­τὶ σύ, Κύ­ρι­ε, εἶ­σαι σπλα­χνι­κός. Κι ὅ­πως ὁ Σα­μα­ρεί­της δὲν ἦ­ταν ἀ­πὸ τὸ Ἰσ­ρα­η­λι­τι­κὸ ἔ­θνος ἀλ­λὰ προ­ερ­χό­ταν ἀ­πὸ ἄλ­λη χώ­ρα, ἔ­τσι κι ὁ Χρι­στὸς δὲν ἦ­ταν ἀ­πὸ τὴν γῆ ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νό. Ἦ­ρθε στὴν γῆ· ἦ­ταν Θε­ὸς κι ἔ­γι­νε ἄν­θρω­πος γιὰ χά­ρη μας. Ἦ­ταν Κύ­ριος καὶ ντύ­θη­κε τὴν μορ­φὴ τοῦ δού­λου. Ἔ­νι­ω­σε συμ­πά­θεια γιὰ μᾶς ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νὸ κα­τέ­βη­κε στὴν γῆ, εἶ­δε τὸν ἄν­θρω­πο ριγ­μέ­νο, λη­στευ­μέ­νο, λα­βω­μέ­νο ἀ­πὸ τὶς πορ­νεῖ­ες, τὶς εἰ­δω­λο­λα­τρεῖ­ες, τὶς μοι­χεῖ­ες, τοὺς φό­νους· εἶ­δε καὶ σπλα­χνί­σθη­κε τὸ πλά­σμα του καὶ τοῦ ἔ­βα­λε κρα­σὶ καὶ λά­δι, ἀ­φοῦ δη­λα­δὴ ἀ­νά­μει­ξε τὰ δύ­ο ἔ­κα­με ἀ­λοι­φὴ καὶ τὰ ἔ­βα­λε στὸν ἄν­θρω­πο. 
Τὶ ση­μαί­νει ἀ­φοῦ ἀ­νέ­μει­ξε κρα­σὶ καὶ λά­δι; Ἀ­φοῦ συν­δύ­α­σε τὴν θεί­α φύ­ση μὲ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη, ἀ­φοῦ συν­ταί­ρια­σε τὴν εὐ­σπλα­χνί­α μὲ τὴν σω­τη­ρί­α ἔ­σω­σε τὸν ἄν­θρω­πο. Ἀ­φοῦ ἀ­νέ­μει­ξε κρα­σὶ καὶ λά­δι, ἀ­φοῦ ἕ­νω­σε τὸ ἅ­γιο Πνεῦ­μα μὲ τὸ αἷ­μα του, ἔ­δω­σε στὸν ἄν­θρω­πο ζω­ή. Για­τὶ μό­λις ἔ­στα­ξε τὸ αἷ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου μας ἀ­πὸ τὴν πλευ­ρὰ του ξε­πλύ­θη­καν ἀ­πὸ τὸ χαρ­τὶ οἱ ἁ­μαρ­τί­ες μας. Τί ση­μαί­νει τώ­ρα· Ἔ­δε­σε τὶς πλη­γὲς του; Τοῦ­το· ἔ­δε­σε τὸ δι­ά­βο­λο κι ἐ­λευ­θέ­ρω­σε τὸν ἄν­θρω­πο. Ἔ­δε­σε τὸ σκά­φος κι­ ­ἐ­ζω­ο­ποί­η­σε τούς ναυα­γούς, ἐ­δέ­σμευ­σε καὶ ὑ­πό­τα­ξε τὶς δυ­νά­μεις τοῦ πο­νη­ροῦ. Κι ἐ­λευ­θέ­ρω­σε τὸν ἄν­θρω­πο.

Ἄν θέ­λης νὰ τὸ σκε­φτῆς καὶ δι­α­φο­ρε­τι­κά, ἄ­κου. Σὰν λά­δι προ­σκο­μί­ζει τὸν λό­γο τῆς πα­ρα­κλή­σε­ως, καὶ προ­σθέ­τει σὰν στυ­πτι­κό κρα­σὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α, ποὺ μα­ζεύ­ει τὴν σκορ­πι­σμέ­νη σκέ­ψη, κα­τὰ τὸν λό­γο τοῦ Ἀ­πο­στό­λου· Ἔ­λεγ­ξε, ἐ­πι­τή­μη­σε, πρα­κά­λε­σε. Καὶ τὸν ἀ­νέ­βα­σε στὸ ἴ­διο του τὸ ζῶ­ο, πῆ­ρε δη­λα­δὴ ὁ Χρι­στὸς τὴν σάρ­κα πά­νω στοὺς ὤ­μους τῆς θε­ό­τη­τός του καὶ τὴν ἀ­νέ­βα­σε ἀ­πὸ τὴν γῆ στὸν οὐ­ρα­νό, οὔ­τε χρυ­σό, ἤ ἄρ­γυ­ρο, ἤ πο­λύ­τι­μους λί­θους ἀ­νέ­βα­σε ἀλ­λά τό­ν κα­τ’ εἰ­κό­να ἄν­θρω­πο ἀ­νέ­βα­σε ἀ­πό τους οὐ­ρα­νούς, στὸ με­γά­λο καὶ θαυ­μα­στὸ καὶ ἁ­πλό­χω­ρο παν­δο­χεῖ­ο, σ’ αὐ­τὴν τὴν κα­θο­λι­κὴ Ἐκ­κλη­σί­α. 
Καὶ τὴν πα­ρά­δω­σε στὸν παν­δο­χέ­α, στὸν μα­κά­ριο Παῦ­λο, στὸν στῦ­λο τῶν Χρι­στια­νῶν, τὸ γνή­σιο παν­δο­χέ­α, δι­δον­τάς του δυ­ὸ δη­νά­ρια καὶ διὰ μέ­σου τοῦ Παύ­λου σὲ κά­θε μιᾶς Ἐκ­κλη­σί­ας τοῦς ἀρ­χι­ε­ρεῖς καὶ τοὺς δα­σκά­λους καὶ τοὺς λει­τουρ­γούς. Δυ­ὸ δη­νά­ρια, τὴν Πα­λαι­ὰ καὶ τὴν Και­νὴ Δι­α­θή­κη, λέ­γον­τας· πε­ρι­ποι­ή­σου τοῦ­τον τὸν ἄν­θρω­πο, κι ἄν ξο­δέ­ψης κά­τι ἀ­κό­μα, ἐ­γὼ θά ἐ­πι­στρέ­ψω καὶ θὰ σοῦ τὸ δώ­σω. Ἐν­νο­εῖ τοῦ­το· Φρόν­τι­σε γιὰ τὸν λα­ὸ ποὺ προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὰ ἔ­θνη καὶ τὸ­ν ἐμ­πι­στεύ­τη­κα σὲ σέ­να μέ­σα στὴν Ἐκ­κλη­σί­α.

Ἐ­πει­δὴ εἶ­ναι ἄρ­ρω­στοι οἱ ἄν­θρω­ποι, τραυ­μα­τι­σμέ­νοι ἀ­πὸ τίς ἁ­μαρ­τί­ες, θε­ρά­πευ­σέ τους, θέ­τον­τας ἐ­πά­νω σὰν σι­να­πι­σμὸ τοὺς προ­φη­τι­κοὺς λό­γους καὶ τὰ εὐ­αγ­γε­λι­κὰ δι­δάγ­μα­τα ἀ­πο­κα­θι­στών­τας τὴν ὑ­γεί­α τους μὲ τὶς νου­θε­σί­ες καὶ τὶς πα­ρα­κλή­σεις τῆς Πα­λαι­ᾶς καὶ τῆς Και­νῆς Δι­α­θή­κης καὶ πει­θον­τάς τους νὰ στέ­κον­ται μα­κρυ­ὰ ἀ­πὸ τὴν ἁ­μαρ­τί­α καὶ νὰ ἀ­φή­σουν τὴν πλά­νη τῆς ἁ­μαρ­τί­ας. 
Ἄν ὅ­μως κι ἔ­τσι μεί­νουν ἀ­δι­όρ­θω­τοι, λύ­γι­σέ τους μὲ τοὺς αὐ­στη­ροὺς λό­γους σου. Γί­νε τὸ πρό­τυ­πο καὶ τὸ­ ­πα­ρά­δειγ­μά τους, μὲ τοὺ­ς λό­γους, μὲ τὰ ἔρ­γα σου, τὴν συμ­πε­ρι­φο­ρὰ, τὴν πί­στη, τὴν ἀ­γά­πη, τὴν σε­μνό­τη­τα, γιὰ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σουν τὰ ἴ­χνη σου καὶ νὰ μι­μη­θοῦ­ν ­τὴν ἐ­νά­ρε­τη ζω­ή σου. Κι ἄν κά­μης τοῦ­το, ἄν ἀ­πὸ λό­γου σου κά­μης κά­ποι­α προ­σθή­κη λό­γων ἤ ἔρ­γων, ἄν δα­πα­νή­σης κά­τι ἀ­κό­μα, θὰ σοῦ τὸ δώ­σω στὴν ἐ­πι­στρο­φὴ δη­λα­δὴ στὴ δευ­τέ­ρα πα­ρου­σί­α μου, τὴν ἀν­τα­πο­δο­τι­κή· θὰ σοῦ δώ­σω μι­σθὸ τῶν κό­πων σου ἄ­ξιο. 

Γι’ αὐ­τὸ κι ὁ Παῦ­λος μὲ τὸ θάρ­ρος τῶν ὑ­πο­σχέ­σων αὐ­τῶν λέ­ει· Μὲ πολ­λὴ χα­ρὰ θὰ ξο­δέ­ψω γιὰ χά­ρη τοῦ Χρι­στοῦ καὶ θὰ ἀ­να­λω­θῶ γιὰ τὶς ψυ­χὲς σας, ἐν­νο­ῶν­τας τὴ δι­δα­σκα­λί­α του πρὸς τοὺς ἐ­θνι­κοὺς καὶ τὴν κη­ρυ­κτι­κή του δι­α­κο­νί­α. Για­τὶ αὐ­τὸ εἶ­ναι ποὺ οἰ­κο­δο­μεῖ καὶ στη­ρί­ζει τὶς Ἐκ­κλη­σί­ες τοῦ Θε­οῦ καὶ μὲ τὶς πνευ­μα­τι­κὲς ὑ­πο­δεί­ξεις του θε­ρα­πεύ­ει ὅ­λους τοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ μοι­ρά­ζον­τας τὸ ὠ­φέ­λι­μο στὸν κα­θέ­να, ὁ­δη­γεῖ τὶς ψυ­χὲς στὴν αἰ­ώ­νια ζω­ή. 
Στοὺς πάν­τες ἔ­γι­να, λέ­ει, τὰ πάν­τα, γιὰ νὰ σώ­σω τοὺς πάν­τες. Αὐ­τὸς εἶ­ναι τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ὁ κα­λὸς παν­δο­χέ­ας, ὅ­λους τοὺς δέ­χε­ται κι ὅ­λους τοὺς φρον­τί­ζει· δὲν ἀ­πο­μα­κρύ­νει τὸν πόρ­νο, δὲν ἀ­πε­χθά­νε­ται τὸν εἰ­δω­λο­λά­τρη, κα­νέ­να ἄλ­λον ἀ­σε­βῆ κι ἀ­κά­θαρ­το δὲν ἀ­πο­δι­ώ­χνει, τοὺς δέ­χε­ται ὅ­λους. Σὰν για­τρὸς πλύ­νει τὶς πλη­γές, τὶς κα­θα­ρί­ζει καὶ τὶς σφογ­γί­ζει μὲ λου­τρὸ ξα­να­γεν­νη­μοῦ. Προ­σφέ­ρει τούς στυ­φτι­κούς λό­γους, ὅ­πως τὸ κρα­σί, γιὰ νὰ μήν πα­ρα­συ­ρώ­μα­στε ἀ­πὸ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες τῆς ἅ­γνοι­άς μας ἤ τὶς κα­κί­ες μας. Καὶ πά­λι μᾶς θε­ρα­πεύ­ει διά τῆς πα­ρα­κλή­σεως, σὰν μὲ λά­δι ἀ­λεί­φον­τας τὶς ψυ­χές μας. Μᾶς λέ­ει ὁ Παῦ­λος· Σᾶς πα­ρα­κα­λοῦ­με, ἀ­δελ­φοί μου, μὲ τὴν εὐ­σπλα­χνί­α τοῦ Θε­οῦ νὰ προ­σφέ­ρε­τε τὰ σώ­μα­τά σας θυ­σί­α ζων­τα­νή, ἁ­γί­α, ἀ­ρε­στή, ὅ­πως πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἡ λο­γι­κή σας λα­τρεί­α.

Ὅ­σοι λοι­πὸν τυ­χαί­νει νὰ εἴ­μα­στε μα­θη­ταὶ τῶν λό­γων τοῦ Παύ­λου, ἄς φυ­λά­ξουμε τὶς ἐν­το­λὲς τοῦ Χρι­στοῦ, γιὰ νὰ μὴν ξε­πέ­σουμε ἀ­πὸ τὴν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ τῶν οὐ­ρα­νῶν, τὴν πό­λη τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ Θε­οῦ. Καὶ μα­κά­ρι, μὲ θε­ρα­πευ­μέ­να τὰ τραύ­μα­τα τῆς ψυ­χῆς καὶ τοῦ σώ­μα­τός μας, ὑ­γι­εῖς καὶ τέ­λει­οι στὴν πί­στη νὰ πα­ρου­σι­α­στοῦ­με στὸ Χρι­στό, σῶ­οι καὶ θαρ­ρα­λέ­οι, χω­ρὶς νὰ μει­ο­νε­χτοῦ­με σὲ κα­νέ­να κα­λὸ ἔρ­γο καὶ ν’ ἀ­πο­λαύ­σω­με τὴν ἀ­γα­θὴ ὑ­πό­σχε­ση στοὺς οὐ­ρα­νοὺς μὲ τὴ χά­ρη καὶ τὴν φι­λαν­θρω­πί­α τοῦ Κυ­ρί­ου μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Μα­ζὶ μ’ Ἐ­κεῖ­νον, στὸν Πα­τέ­ρα καὶ τὸ Πα­νά­γιο Πνεῦ­μα ἄς εἶ­ναι δό­ξα τώ­ρα καὶ πάν­το­τε καὶ στοὺς αἰ­ῶ­νες. Ἀ­μήν.

Ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης Χρυ­σό­στο­μος

πηγή : ΑΡΧΑΓΓΕΛΩΝ ΤΟΠΟΣ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...