/*--

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΤΗΣ ΛΑΤΡΕΙΑΣ

      
Θυσίες καὶ Θυσία
Οἱ θυσίες τῆς παλαιᾶς οἰκονομίας (Π.Δ.) συγκρινόμενες μὲ τὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ παρουσιάζουν διαφορὲς καὶ διακρίσεις, ὅπως π.χ. τὶς ἑξῆς:

• Ἡ θυσία τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἑκούσια (=θεληματικὴ) καὶ ὄχι ἀναγκαστική, προερχόμενη ἀπὸ νομικὴ ὑποχρέωση.

• Ἦταν μοναδική, καὶ ὄχι ἐπαναλαμβανόμενη. Προσφέρθηκε «νῦν δὲ ἅπαξ ἐπὶ συντελείᾳ τῶν αἰώνων εἰς ἀθέτησιν ἁμαρτίας διὰ τῆς θυσίας αὐτοῦ…». (Ἑβρ. Θ΄ 26). Δηλαδὴ ἡ θυσία τοῦ Χριστοῦ προσ φέρθηκε «εἰς τὸ ἀθετῆσαι καὶ σβέσαι τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου». (Οἰκουμένιος).

• Ἦταν ἑκούσια θυσία ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ στὸν ἄνθρωπο, γιὰ τὸν ὁποῖο προσφέρθηκε ὁ ἴδιος ὡς θῦμα. Ἐνῶ ἡ θυσία ζώων ἢ ἄλλων πραγμάτων γινόταν κατ᾽ ἐντολὴν τοῦ νόμου.

• Ἦταν θυσία λογική, διότι τὸ θῦμα, ὁ Χριστός, γνώριζε τὸ σκοπὸ τῆς θυσίας του, σὲ ἀντίθεση μὲ τὰ θύματα τῆς Π.Δ., τὰ ὁποῖα δὲν εἶχαν συναίσθηση τοῦ σκοποῦ γιὰ τὸν ὁποῖο θυσιάζονταν. Ὁ σταυρικὸς θάνατος τοῦ Κυρίου ἀποκατέστησε τὴν κοινωνία μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου. Ὁ Χριστὸς πρόσφερε τὴ δυνατότητα τῆς ἀπολυτρώσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Ἔτσι δὲν ὑπάρχει πλέον κανένα, ἀπολύτως, κώλυμα στὴν ἀνόρθωση τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ δρόμος πρὸς τὴν σωτηρία καὶ τὴν αἰώνιο ζωὴ εἶναι ἀνοικτός. Γιὰ τὴν ἐπιτυχία τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ εἶναι, ἀπολύτως, ἀναγκαία ἡ προσωπικὴ προσπάθεια καὶ συνεργασία τοῦ ἀνθρώπου .Γιὰ νὰ ἰδιοποιηθεῖ, δηλαδὴ νὰ κάμει προσωπικό του κτῆ μα τοὺς καρποὺς καὶ τὰ ἀγαθά, ποὺ ἀπέρρευσαν ἀπʼ τὸν Σταυρὸ τοῦ Κυρίου, εἶναι ἀπαραίτητη προϋπόθεση νὰ ἁπλώσει μὲν ὁ Θεὸς τὸ χέρι Του πρὸς τὸν «πεπτωκότα» ἄνθρωπο, ἀλλὰ καὶ ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀνταποκριθεῖ, στὴν προσφορὰ καὶ τὸ κάλεσμα τοῦ Θεοῦ, ἁπλώνοντας καὶ τὸ δικό του χέρι. Ὀφείλει νὰ συμβάλλει προσωπικὰ καὶ νὰ ἑνωθεῖ στὸ πάθος στὴ σταυρικὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ. Ἡ δυνατότητα αὐτὴ τῆς νέας θυσίας καὶ προσφορᾶς μας στὸ Θεό, τὸ μέσο πραγματοποίησής της, μᾶς τὸ ἔδωσε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Κι αὐτὸ εἶναι ἡ θεία Λειτουργία. Τὴ μεγάλη καὶ μοναδικὴ αὐτὴ θυσία, ποὺ ὁ Χριστός, ὡς μέγας Ἀρχιερέας, πρόσφερε στὸ Γολγοθᾶ γιὰ τὴ σωτηρία ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας, αὐτὴ τὴν ἴδια πρόσφερε καὶ στοὺς μαθητές Του τὸ βράδυ τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου, λέγοντας: «Τοῦτο ἐστὶ τὸ σῶμα μου» καὶ « Τοῦτο ἐστὶ τὸ αἷμα μου…». Ἡ ἴδια αὐτὴ θυσία ἀνανεώνεται ἀληθινὰ καὶ πραγματικά, κάθε φορὰ ποὺ τελεῖται ἡ θεία Λειτουργία.

 Ἑπομένως ἡ θεία Λειτουργία δὲν εἶναι μόνο ἕνα ἐνθύμιο, μία ἀνάμνηση ἐκείνου τοῦ δείπνου τοῦ Κυρίου μὲ τοὺς μαθητές του, ἀλλὰ εἶναι ἡ πραγματικὴ ἀνανέωση, συμβολικὴ ἐπανάληψη, τῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ. Δὲν εἶναι ἁπλὴ ἀνάμνηση τοῦ πάθους καὶ τοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ τὸ ἀληθινὸ Αἷμα Του, ποὺ χύνεται στὸν μυστικὸ Γολγοθᾶ. Ὁ Χριστὸς ὡς τὴ συντέλεια τῶν αἰώνων θὰ εἶναι ὁ διαρκῶς «προσφέρων καὶ προσφερόμενος». Θὰ συνεχίσει νὰ προσφέρει τὴν λυτρωτική Του θυσία ὡς τὸ τέλος τοῦ κόσμου. Ὑπὸ τὸ πνεῦμα αὐτό, ἡ θεία Εὐχαριστία εἶναι ἡ θυσία ἐκείνη τοῦ Σταυροῦ καὶ ὁ μεταλαμβάνων λαμβάνει τοὺς καρποὺς τῆς θυσίας. «Ἡ θυσία αὐτὴ δὲν εἶναι εἰκόνα καὶ τύπος θυσίας, ἀλλὰ θυσία ἀληθινή. Ἡ τελετὴ δὲν εἶναι τύπος θυσίας, ἀλλὰ θυσία πραγματική» (Ν. Καβάσιλας). Ἡ θεία Εὐχαριστία εἶναι πραγματικὴ θυσία, ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς θυσιάζεται καὶ προσφέρεται στοὺς πιστοὺς σφαγιασμένος: «Θυσία προσέρχη φρικτὴ καὶ ἁγία, ἐσφαγμένος πρόκειται Χριστός». «Τὴν αὐτὴν θυσίαν (τοῦ Γολγοθᾶ) ἀεὶ ποιοῦμεν, τὸν αὐτὸν (ἀμνὸν) ἀεὶ προσφέρομεν…οὐκ ἄλλην θυσίαν… ἀλλὰ τὴν αὐτήν… (ἱ. Χρυσόστομος). Ἡ θεία Λειτουργία εἶναι ἡ ἀληθινὴ θυσία τῶν χριστιανῶν καὶ ἡ ἐξοχωτέρα πράξη λατρείας, ποὺ γίνεται στὴ γῆ. Ὅταν παρευρισκόμεθα στὴν τέλεσή της, εἴμαστε παρόντες στὴ σταύρωση τοῦ Ἰησοῦ. Εἶναι ἀκόμη ἡ μυστηριακὴ ἐπέκταση τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου. «Σὲ τίποτα δὲν διαφέρει ἐκεῖνο τὸ Δεῖπνο (τὸ μυστικὸ) ἀπὸ τοῦτο (τὸ μυστήριο). Γιατί δὲν τὸ κάνει αὐτὸ ἄνθρωπος, κι ἐκεῖνο ὁ Χριστός». Ἀφοῦ: «Ὁ τότε ταῦτα ποιήσας ἐν ἐκείνῳ τῷ Δείπνῳ, οὗτος καὶ νῦν αὐτὰ ἐργάζεται… οὐ γὰρ ἐκείνην τὴν (τράπεζαν) μὲν ὁ Χριστός, ταύτην δὲ ἄνθρωπος δημιουργεῖ, ἀλλὰ καὶ ταύτην αὐτός» (ἱ. Χρυσόστομος). 

Θεία Λειτουργία= Δεῖπνο ψυχῆς 
Ὁ Κύριος ἔχει ἐπιλέξει τοὺς μαθητές Του. Κηρύττει στὰ πλήθη, ποὺ συρρέουν κοντά Του καὶ θαυματουργεῖ καταδεικνύοντας τὴν Θεότητά Του. Ὅταν ἡ δημοσία δράση Του εὑρίσκεται σὲ πλήρη ἀνάπτυξη, ἀποφασίζει νὰ εἰσαγάγει τοὺς συνεργάτες Του στὰ ἱερώτερα, τὰ βαθύτερα νοήματα τῆς βασιλείας Του. Τότε τοὺς ὑπόσχεται «τὸν ἄρτο ἐκ τοῦ οὐρανοῦ τὸν ἀληθινό», κάτω ἀπὸ τὶς ἀκόλουθες συνθῆκες: Ὁ Κύριος βρίσκεται στὴν ἔρημο. Πλῆθος ἀνθρώπων τὸν ἀκολουθεῖ γοητευμένο ἀπ᾽ τὸ κήρυγμά Του, γιὰ τὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν καὶ ἔκπληκτο ἀπ᾽ τὰ θαύματα, ποὺ ἐπιτελοῦσε. Κοντεύει νὰ βραδιάσει καὶ οἱ ἄνθρωποι χρειάζονται τροφή. Ὁ Ἀνδρέας τὸν πληροφορεῖ ὅτι: «ἔστι παιδάριον ὧδε, ὃς ἔχει πέντε ἄρτους κριθίνους καὶ δύο ὀψάρια…». (Ἰωάν, ΣΤ,

Ὁ Ἰησοῦς ἔλαβε τὰ διαθέσιμα τρόφιμα, ὕψωσε τὰ βλέμματά Του στὸν οὐρανό, τὰ εὐλόγησε καὶ τὰ ἔδωσε στοὺς μαθητές Του νὰ τὰ μοιράσουν στὸ πεινασμένο πλῆ θος. Αὐτὸ ἔγινε: «ἐνεπλήσθησαν ἅπαντες καὶ συνήγαγον τὰ περισεύσαντα κλάσματα, δώδεκα κοφίνους..» (Ἰωάν. ΣΤ, 10–14). Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα ὁ Κύριος εὑρίσκεται στὴν Καπερναούμ. Τὰ πλήθη τὸν ἀναζητοῦν, ὄχι γιατί εἶδαν τὰ θαύματα καὶ πείστηκαν γιὰ τὴ θεία προέλευση καὶ ἀποστολή Του, ἀλλὰ ἔφαγαν ἄκοπα, ἀνέξοδα ἀπʼ τοὺς «ἄρτους», χόρτασαν καὶ ζητοῦσαν νὰ τοὺς δώσει ὑλικὰ ἀγαθά. Τότε ὁ Κύριος ἄρχισε νὰ τοὺς διδάσκει λόγια παράξενα καὶ πρωτάκουστα. Τοὺς ὁμιλεῖ γιὰ ἄρτο τοῦ Θεοῦ, ποὺ κατεβαίνει «ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ζωὴν διδοὺς τῷ κόσμῳ». Ἐκεῖνοι δὲν κατανοοῦν. Στὸ αἴτημά τους: «Κύριε, πάντοτε δὸς ἡμῖν τὸν ἄρτον τοῦτον», ἀπαντᾶ μὲ σαφήνεια καὶ κατηγορηματικά: «Ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος ὁ ζῶν ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ἐάν τις φάγῃ ἐκ τούτου τοῦ ἄρτου ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα. Καὶ ὁ ἄρτος ὃν ἐγὼ δώσω ἡ σάρξ μού ἐστιν, ἣν ἐγὼ δώσω ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς» (Ἰω. ΣΤ, 51). Οἱ σκληροτράχηλοι ἀκροατές Του ἀδυνατοῦν νὰ κατανοήσουν τὰ λεγόμενα. Γι᾽ αὐτὸ «ἐμάχοντο πρὸς ἀλλήλους οἱ Ἰουδαῖοι λέγοντες, πῶς δύναται οὗτος ἡμῖν δοῦ ναι τὴν σάρκα φαγεῖν»; Φιλονικοῦσαν σχετικὰ μὲ τὴν ἀξιοπιστία τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ. Τὰ ἀποκήρυτταν θεωρώντας τα παράλογα καὶ ἐξωπραγματικά. «Ἐταράττοντο μὴ δυνάμενοι πιστεύειν τῷ λόγῳ, διὰ τὸ δοκεῖν ἀδύνατον». (Ζιγαβινός). Παρὰ ταῦτα, ὁ Κύριος ἐπιμένει τονίζοντας μὲ ἔμφαση: «Ἀμήν, ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πίετε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς. Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον… Ἡ γὰρ σάρξ μου ἀληθῶς ἐστι βρῶσις καὶ τὸ αἷμα μου ἀληθῶς ἐστι πόσις. Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει κἀγὼ ἐν αὐτῷ». Καὶ καταλήγει: «Ὁ τρώγων τοῦτον τὸν ἄρτον ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα..» (Ἰωάν. ΣΤ, 54–57). Ἔκπληκτοι ἀπʼ ὅσα ἀκοῦν οἱ Ἰουδαῖοι ἐρωτοῦν περὶ τοῦ δυνατοῦ «βρώσεως τῆς σαρκός» Του. Ὁ Κύριος ἀδιαφορεῖ γιὰ τοὺς δισταγμούς, τὶς σκέψεις καὶ τὰ λόγια τους. Ἐξακολουθεῖ νὰ τοὺς δείχνει τὴν σπουδαιότητα καὶ τὴν ἀναγκαιότητα τοῦ πράγματος. Αὐτὸ εἶναι, λέει, τὸ φάρμακο τῆς σωτηρίας σας. Χωρὶς αὐτὸ εἶναι ἀδύνατο νὰ ἰαθεῖτε. Κι αὐτὸ λέγεται μὲ ὅλη τὴν ἐπισημότητα καὶ τὸ θεϊκό του κῦρος. «Ἀμήν, ἀμήν, λέγω ὑμῖν…». Ἡ αἰώνιος ζωὴ γιὰ τὴν ὁποία τοὺς ὁμιλεῖ ὁ Κύριος εἶναι ἡ ζωὴ τῆς χάριτος, τῆς θείας υἱοθεσίας, τῆς συμμετοχῆς στὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, γιὰ τὴν ἀτέρμονη μακαριότητα. Τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς «βρώσεως» τῆς σαρκὸς εἶναι ζωὴ τόσο ἐδῶ, ὅσο καὶ «εἰς τὸν αἰῶνα». Διότι «ἡ ἐσθιομένη σὰρξ οὐκ ἔστιν ψιλοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ Θεοῦ καὶ θεοποιεῖν δυναμένη ὡς ἀνακρασθεῖσα Θεότητι» (Θεοφύλακτος). Ὅποιος δὲν τρώγει ἀπʼ τὸν «οὐράνιο ἄρτο» δὲν θὰ ἀπολαύσει αὐτὴ τὴ ζωή. Ὁ λόγος τοῦ Κυρίου εἶναι σαφής. Δὲν ἐπιδέχεται παρερ μηνεῖες. Οἱ ἀκροατές του ὅμως, τὸν παρεξηγοῦν. Αὐτά, ποὺ ἀκοῦν, τοὺς φαίνονται παράξενα, πρωτάκουστα, ἀδύνατα καὶ γι᾽ αὐτὸ τὸν ἐγκαταλείπουν. Κάποιοι ἀπʼαὐτοὺς εἶπαν: «σκληρός ἐστιν ὁ λόγος οὗτος, τὶς δύναται αὐτοῦ ἀκούειν»; Ἔφυγαν γιατί νόμισαν ὅτι ὁ Χριστὸς τοὺς καλοῦσε «εἰς ὠμότητα τινὰ θηριοπρεπῆ… ὡς σαρκοφαγεῖν μὲν ἀπανθρώπως» καὶ τοὺς διέταζε νὰ πιοῦν Αἷμα. Ὁ Κύριος βλέπει τὴν παρανόηση καὶ διαστροφὴ τῶν λόγων του ἀπʼ τοὺς ἀποχωροῦντες. Δὲν τοὺς σταματᾶ. Δὲν σπεύδει νὰ ἐξηγήσει μὲ πιὸ ἁπλὰ λόγια καὶ νὰ διευκρινίσει τί ἐννοεῖ. Δὲν τοὺς καλεῖ, γιὰ νὰ τοὺς πεῖ: «πόσο ἀνόητοι εἶστε. Εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ τεμαχίσω τὸ Σῶμα μου καὶ νὰ σᾶς τὸ δώσω νὰ τὸ φᾶτε, νὰ γίνετε ἀνθρωποφάγοι; Ἄλλο θέλω νὰ σᾶς πῶ…».Ὁ Χριστὸς δὲν κάνει τίποτα ἀπʼ αὐτά. Καμία κίνηση καὶ νέα ἐξήγηση–διευκρίνιση. Ἐπιμένει σʼ αὐτά, ποὺ εἶπε. Δὲν παίρνει πίσω οὔτε μία λέξη. Τοὺς ἀφήνει νὰ φύγουν, χωρὶς νὰ δώσει ἄλλο νόημα καὶ σημασία στὰ λόγια Του. Ἡ ὑπόσχεσή Του εἶναι σαφής: «ὁ ἄρτος ὃν ἐγὼ δώσω ὑμῖν, ἡ σάρξ μού ἐστιν». Αὐτὸς ὁ ἄρτος θὰ μᾶς διατηρεῖ στὴ ζωὴ τῆς χάριτος. Ὅποιος τὸν τρώγει, αὐτὸς «ζήσεται εἰς τὸ αἰῶνα». Αὐτὸς ὁ ἄρτος θὰ μᾶς διατηρεῖ ἑνωμένους μαζί Του. Αὐτὴ ἡ μοναδικὴ προσφορά Του ἔγινε ἐφʼ ἅπαξ τὸ βράδυ ἐκεῖνο τοῦ τελευταίου δείπνου μὲ τοὺς μαθητές Του.

Ἡ θεία Λειτουργία, ποὺ τελεῖται σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολή Του: «τοῦτο ποιεῖτε..» δὲν εἶναι τίποτε λιγότερο, τίποτε περισσότερο, παρὰ ἡ ἐπανάληψη αὐτοῦ τοῦ τελευταίου μυστικοῦ δείπνου, καὶ ἡ ἐκπλήρωση τῆς ἐντολῆς Του, μέχρι τὸ τέλος τοῦ κόσμου. Σ᾽ αὐτὴ ἐπαληθεύεται καὶ ἐκτελεῖται αὐτό, ποὺ ὁ Κύριος ὑποσχέθηκε στοὺς μαθητές Του. Εἶναι τὸ μυστικὸ συμπόσιο, στὸ ὁποῖο μετέχοντας γινόμαστε «σύσσωμοι καὶ ὅμαιμοι Χριστῷ», ἑνωμένοι μεταξύ μας καὶ μὲ τὸν Κύριο, στὸ συγκροτούμενο Σῶμα του, κάθε εὐχαριστιακῆς συνάξεως. «Μὲ τὴ θεία Λειτουργία ὁ Θεὸς προσφέρει στὸν ἄνθρωπο τὴ ζωή του. Ἐπειδὴ ὅμως θέλει νὰ μὴ πραγματοποιεῖται γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἡ θεία δωρεὰ μόνο σὰν χάρις, δέχεται μία ἀνάλογη προσφορὰ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Ὁ Θεὸς στὴ θεία Λειτουργία δέχεται τὴν προσφορὰ τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε ἡ χάρις νὰ φανεῖ σὰν ἀμοιβὴ καὶ τὸ ἀμέτρητο ἔλεός Του νὰ ἔχει κάτι ἀπὸ δικαιοσύνη». (Ν. Καβάσιλας). Ἔτσι ἡ θεία Λειτουργία εἶναι ἡ προσφορὰ τοῦ ἀνθρώπου στὸ Θεὸ καὶ ἡ προσφορὰ τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο. 

Οἱ καρποὶ τῆς θείας Λειτουργίας
 Ἡ θεία Λειτουργία εἶναι μία πορεία, τῆς ὁποίας ὁ σκοπὸς καὶ τὸ τέλος εἶναι ἡ συνάντηση καὶ ἡ ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό. Αὐτὸς ὁ σκοπὸς δὲν ἐπιτυγχάνεται καὶ ἡ πορεία δὲν φθάνει στὸ τέλος, μὲ τὴν ἁπλὴ παρουσία–παρακολούθηση τῆς θείας Λειτουργίας. Ἡ μυστηριακὴ αὐτὴ θεοσύστατη τελετὴ δὲν εἶναι εἶδος θεατρικῆς παράστασης, στὴν ὁποία οἱ πιστοὶ μετέχουν ὡς ἁπλοὶ θεατές, ἀλλὰ κλῆρος καὶ λαὸς τοῦ Θεοῦ τὴν συντελοῦν ἀπὸ κοινοῦ καὶ τὴν συνπροσφέρουν στὸν κοινὸ πατέρα. Μὲ τὴν τέλεσή της γινόμαστε πνευματικὰ πλούσιοι. Ἡ ἐπικοινωνία καὶ ἡ ἕνωση, ποὺ ἐπιτυγχάνεται μὲ τὸν Θεὸ πλουτίζει τὸν πιστὸ «ἐν παντί». Ὁ ἄνθρωπος ἑνώνεται μὲ τὸν Χριστὸ καὶ τοὺς ἐν Χριστῷ ἀδελφούς Του. Οἱ πιστοὶ γίνονται «Χριστοφόροι» καὶ Θεοφόροι», για τί μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ζωοποιοῦνται καὶ συσσωματοῦνται μὲ τὸν Χριστὸ «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ ζωὴν αἰώνιον». Στὴ θεία Εὐχαριστία φανερώνεται ἡ Ἐκκλησία. «Ἀγκαλιάζεις τὸν Κύριο, ἀναμειγνύεσαι μὲ τὸ ἅγιο Σῶμα Του, ἀναφύρεσαι μὲ τὸ Σῶμα, ποὺ βρίσκεται στὸν οὐρανό». Δὲν ὑπάρχει χάρις, ποὺ νὰ μὴ μπορεῖ νὰ δοθεῖ διὰ τῆς θείας Λειτουργίας. Κατέχοντες τὸ θησαυρό της κατέχουμε κάθε πνευματικὸ δῶρο.

• Ὁ βασιλιὰς τῆς Γαλλίας Κάρολος ὁ 9ος εἶχε ἕνα πολύτιμο μαργαριτάρι, πάνω στὸ ὁποῖο εἶχε χαράξει τὴ φράση: « ὅποιος μὲ κατέχει δὲν εἶναι φτωχός». Ὁ Κύριος καὶ Θεὸς μᾶς ἄφησε τὴν Ἐκκλησία Του, στὰ μέλη τοῦ Σώματός Του, στοὺς πιστοὺς τὸν ἀνεκτίμητο θησαυρὸ τῆς θείας Λειτουργίας. Μὲ ἕνα τόσο πολύτιμο θησαυρό, καθημερινῶς, διαθέσιμο ποιὸς μπορεῖ νὰ ἰσχυρισθεῖ στὰ σοβαρὰ ὅτι εἶναι πνευματικὰ φτωχός;

τοῦ κ. Ἰωάννη. Β. Κωστάκη, Θεολόγου

ΟΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...