/*--

Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2013

Μή φοβᾶσαι !


   
Ὁ φόβος καταλαμβάνει συχνά τίς καρδιές μας. Εἶναι μέρος τῆς ζωῆς μας. Ἕνα φυσιολογικό συναίσθημα μέ πολλές διαβαθμίσεις. Ἀνασφάλεια, δισταγμός, δειλία, τρόμος. Μπορεῖ νά φτάσει καί στόν πανικό. Ταλαιπωρούμαστε οἱ ἄνθρωποι ἀπό ποικίλους φόβους, ἰδιαίτερα αὐτό τόν καιρό πού κάποιες καταστάσεις ἔδωσαν ἀφορμές νά συνειδητοποιήσουμε πόσο ἐχθρικός εἶναι ὁ κόσμος, πόσο σκοτάδι κρύβεται στίς σκέψεις καί ἀποφάσεις τῶν ἰσχυρῶν, πόσο ἀδύνατοι καί ἄοπλοι εἴμαστε ἐμεῖς…

Πότε ὁ φόβος μπῆκε στή ζωή τῶν ἀνθρώπων; Ποιός φοβήθηκε πρώτη φορά καί γιατί; «Περπατᾶ» ὁ Θεός στόν ὡραιότατο κῆπο, πού ἔφτιαξε γιά τούς πρώτους ἀνθρώπους, καί ἀναζητᾶ τόν Ἀδάμ, πού μέχρι τώρα ἔνιωθε τόν Θεό ὡς φίλο καί μιλοῦσε μαζί Του. «Ἀδάμ, ποῦ εἶ;». Ποῦ εἶσαι, ρωτᾶ ὁ Θεός. Πρώτη φορά ὁ Ἀδάμ, ἀντί νά σπεύσει νά ἐπικοινωνήσει μέ τόν Δημιουργό του, κρύβεται. «Τῆς φωνῆς σου ἤκουσα καί ἐφοβήθην». Φοβήθηκα καί κρύφτηκα μόλις ἄκουσα τή φωνή Σου, ἀπαντᾶ ὁ Ἀδάμ. Σέ Ποιόν; Αὐτόν πού τόν δημιούργησε ξεχωριστά ἀπό κάθε ἄλλο δημιούργημα καί τοῦ ἔδωσε τή δική Του εἰκόνα. Αὐτόν τόν Θεό καί πατέρα του φοβήθηκε ὁ Ἀδάμ, γιατί τραυμάτισε μέσα του τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἁμαρτία, μέ τήν ἀπόσταση πού δημιούργησε ἀνάμεσα στόν Θεό καί τόν ἄνθρωπο, γέννησε τόν φόβο. Κι ἀπό τότε οἱ ἄνθρωποι φοβούμαστε γιά ἕνα πλῆθος ὑπαρκτές καί ἀνύπαρκτες αἰτίες.

Δηλαδή, οἱ Ἅγιοι δέν φοβοῦνται; Ναί, φοβοῦνται καί οἱ Ἅγιοι. Καί ἡ λέξη «φόβος» δέν σημαίνει πάντα κάτι κακό.Ἄλλος ὁ φόβος τοῦ Ἁγίου, ἤ ἅγιος φόβος, ὅπως τό δέος πού αἰσθάνθηκε ἡ Παναγία στή θέα τοῦ Ἀγγέλου, ἄλλος ὁ φόβος τοῦ ὀλιγόπιστου κι ἄλλος ὁ φόβος τοῦ ἁμαρτωλοῦ, πού θεληματικά μένει μακριά ἀπό τόν Θεό. Ὁ φόβος τοῦ ἀνθρώπου, πού αὐτονομήθηκε καί ἀποφάσισε ὅτι μόνος του ἐξουσιάζει τή ζωή του, πού ἐπιμένει στήν ἁμαρτία καί δέν ἀναγνωρίζει ὅτι ὑπάρχει καί ὁ Νόμος τοῦ Θεοῦ, γιά νά ρυθμίζει τίς συμπεριφορές τῶν ἀνθρώπων, εἶναι ὁ μόνος δικαιολογημένος καί ὄντως βασανιστικός φόβος. Ὁ Κάιν ἀσέβησε στόν Θεό, ἀλλά δέν τό συναισθάνθηκε. Φθόνησε ἄδικα τόν ἀδελφό του Ἄβελ καί δέν μετάνοιωσε. Τόν σκότωσε, γιά νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τήν ταραχή πού τοῦ προκαλοῦσε ἡ παρουσία του. Κι ὅταν ὁ Θεός τόν ρωτᾶ, γιά νά τόν συνεφέρει, «ποῦ εἶναι ὁ ἀδελφός σου;», μέ αὐθάδεια ἀπαντᾶ, «μήπως εἶμαι φύλακας τοῦ ἀδελφοῦ μου;». Καμιά ἔνδειξη μετάνοιας. Δικαιολογημένα, ἔζησε «στένων καί τρέμων».

Πρῶτος του φόβος, ὅτι τό ἴδιο θά πάθαινε καί ὁ ἴδιος ἀργότερα. Κίνδυνος μεγάλος γιά ὅποιον ἐπιλέγει νά μένει ἔξω ἀπό τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, νά μή Τόν ἀναγνωρίζει κύριο καί βασιλιά τῆς ζωῆς του, ἀλλά νά ἀντιμετωπίζει μέ δικές του ἀποφάσεις ὅ,τι τοῦ τύχει, νά βρίσκει λύσεις ἁμαρτωλές στά προβλήματά του. Πόσες φορές οἱ ἄνθρωποι μπροστά στόν φόβο νά σηκώσουν ἕνα σταυρό, προτιμοῦν νά τόν ἀποτινάξουν γιά νά μήν ἔχουν, ὅπως νομίζουν, προβλήματα. Κι ὅμως οἱ φόβοι πού ἀκολουθοῦν, τά προβλήματα πού γεννιοῦνται ἀπό τίς ἀνθρώπινες καί ἀντίθετες μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ λύσεις, εἶναι πολύ περισσότερες καί ἄλυτες. Σήμερα κινδυνεύουμε περισσότερο νά κλονιστοῦμε, νά δοκιμάσουμε ἄλλους δρόμους κι ἄλλους τρόπους, γιά νά ἀντιμετωπίσουμε αὐτό τό φόβητρο πού μᾶς τό ὀνόμασαν «Κρίση» καί μᾶς τό παρουσιάζουν σάν πολυκέφαλο θηρίο. Προσοχή, γιατί πάλι διάφοροι ἀναλαμβάνουν νά μᾶς λύσουν τό πρόβλημα, νά μᾶς χειραγωγήσουν, νά μᾶς μάθουν νά σκεφτόμαστε μέ τρόπους μέ τούς ὁποίους θά ὑπερβοῦμε τούς φόβους μας.

Προσοχή σέ ὅ,τι δέν εἶναι στά πλαίσια τῆς πίστης μας. Μήπως οἱ ποικίλοι φόβοι καί ἀνασφάλειες δέν ἔχουν ἤδη ὁδηγήσει νέους καί μεγάλους στό ποτό, στά ναρκωτικά, σέ ἀποκρυφιστικές θρησκεῖες καί αἱρέσεις; Ποτέ δέν πρέπει νά καταταχτοῦμε σ’ αὐτή τήν κατηγορία ἀνθρώπων. Ἁμαρτωλοί εἴμαστε. Ἀδύνατοι, φορτωμένοι μέ ὅλες τίς ἀδυναμίες καί τίς ἀπολέμητες κακίες μας. Ἀλλά μέσα στήν ἀδυναμία μας, ζητοῦμε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί δέν ἀναζητοῦμε λύσεις ἔξω ἀπό τό θέλημά Του. Μόνο τήν ἀμετανοησία νά φοβηθοῦμε καί τήν κυριαρχία τῆς ἁμαρτίας. Ὅσο μποροῦμε, νά ψελλίζουμε στόν Κύριο «ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν σου», ἔχοντας τήν ἐλπίδα ὅτι θά Τόν βρίσκουμε πάντοτε εὔσπλαχνο Πατέρα μέ ἀνοιχτές τίς ἀγκάλες, ἕτοιμο νά γιορτάσει γιά τήν ἐπιστροφή ἑνός ἀκόμα ἄσωτου παιδιοῦ Του. Ὑπάρχει καί ὁ φόβος τῶν ὀλιγόπιστων πού ἡ πίστη τους εἶναι δέντρο ἀδύνατο καί δέν ἀντέχει σέ πολλά μποφόρ. Ἕνας δυνατός ἄνεμος δοκιμασίας κλονίζει καί ρίχνει τό δέντρο. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ὑπάρχει περίπτωση νά ὀλιγοπιστήσουν κάποια στιγμή, μπροστά σέ ἕναν πειρασμό ἀπρόσμενο, μεγάλο. Οἱ ἴδιοι οἱ Ἀπόστολοι πρίν δεχτοῦν τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἔδειξαν ὀλιγοπιστία, πού τώρα φαίνεται λίγο παράξενη. Ψαράδες ἦταν κάποιοι ἀπό αὐτούς, ἀλλά ὅλοι ἤξεραν ἀπό θάλασσα, ἀφοῦ ἀπό τήν περιοχή τῆς Γαλιλαίας προέρχονταν. Κι ὅμως, ὅταν βρέθηκαν νύχτα μέσα στή φουρτουνιασμένη Τιβεριάδα, γέμισαν φόβο. Ὁ Χριστός κουρασμένος ἀπό τή διαρκῆ ὁδοιπορία καί τά ἔργα ὅλης τῆς μέρας, κοιμόταν σέ μία ἄκρη. Ντρέπονται, διστάζουν νά Τόν ξυπνήσουν. Κάποια στιγμή ὁ φόβος ὑπερισχύει σέ κάθε ἄλλη σκέψη καί συναίσθημα. «Κύριε, δέν σέ νοιάζει πού χανόμαστε;», Τοῦ φωνάζουν στήν ἀπελπισία τους. Δέν σέ νοιάζει, θά ρωτούσαμε κι ἐμεῖς κάποτε, πού φαίνεται νά κοιμᾶται καί νά μήν ἀκούει τίς προσευχές μας ὁ Κύριος. Ὅμως, Ἐκεῖνος γνωρίζει πώς ἔχουμε ἀκόμα περιθώρια. Θά σηκωθεῖ κάποια στιγμή, γιά νά δώσει τήν παντοδύναμη προσταγή στή φουρτουνιασμένη μας ζωή καί στά κύματα τῶν θλίψεων. «Σιώπα, πεφίμωσο». Καί γίνεται, ὅπως τότε, «γαλήνη μεγάλη».

Ἡ ὀλιγοπιστία εἶναι ἡ πάλη πίστης καί ἀμφιβολίας, ἐλπίδας καί φόβου. Ἡ δική μας πίστη εἶναι ἀρκετή, γιά νά ἀκοῦμε τή φωνή τοῦ Κυρίου, «μή φοβοῦ, μόνον πίστευε»; Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ὁ πιστός ἤ καί ὁ Ἅγιος δέν θά πάθουν στή ζωή τους τίποτε. Αὐτό θά ἐρχόταν σέ ἀντίφαση μέ τή βεβαίωση ὅτι, «διά πολλῶν θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ». Τό θαῦμα εἶναι καθημερινή πραγματικότητα στή ζωή τῶν Χριστιανῶν. Μήν περιμένουμε νά δοῦμε ἐντυπωσιακές ἐπεμβάσεις τοῦ Θεοῦ καί ἀλλαγές πού καταπλήττουν. Ποιός ὅμως, δέν ἔνιωσε ποτέ τήν ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ σέ καταστάσεις δύσκολες, ποιός δέν εἶπε ποτέ «σώθηκα ὡς ἐκ θαύματος»; Τό δέντρο τῆς πίστης πρέπει νά λιπαίνεται, γιά νά δυναμώνει καί νά καρποφορεῖ. Προσευχόμαστε ἀρκετά; Πιστέψαμε πραγματικά στήν ὑπόσχεση πού ἔδωσε ὁ Χριστός πρίν φύγει ἀπό τόν κόσμο, «μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τά ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος»; Ὅσο ὑπάρχουν ἄνθρωποι, ὅσο ὑπάρχει κάποιος πού πιστεύει, ὁ Κύριος ὑπόσχεται νά εἶναι μαζί του κάθε στιγμή. Πρέπει νά ἐμπιστευθοῦμε τόν Θεό. Νά πιστέψουμε ὄχι μόνο στή δύναμή Του, ἀλλά καί στήν ἀγάπη καί τήν πρόνοιά Του. Πῶς ἡ μάνα, ὁ πατέρας, στέκονται προστατευτικά πίσω ἀπό τό μικρό τους, πού προσπαθεῖ νά σταθεῖ στά ποδαράκια του, πού δοκιμάζει νά κάνει τό πρῶτο του βῆμα καί, ὄχι μόνο δέν βαριοῦνται, ἀλλά ὁλόχαροι περιμένουν νά τό δοῦν νά περπατᾶ καί τό ἐνθαρρύνουν, «μή φοβᾶσαι, ἐγώ εἶμαι ἐδῶ». Ἄν κατανοούσαμε, πόσο ἰσχυρό Πατέρα ἔχουμε πίσω μας! Μέ πόση ἀγάπη μᾶς κοιτᾶ καί περιμένει τό κάθε βῆμα πού μᾶς ὁδηγεῖ πιό κοντά στή Βασιλεία Του!

Χρειάζεται ἀκόμα, νά ἔχουμε σοφία καί καθαρό βλέμμα, γιά νά βλέπουμε τήν «ἀξία τῶν ὄντων». Νά ἀξιολογήσουμε τό σημαντικό καί τό ἀσήμαντο. Τό πραγματικά ἀναγκαῖο καί τό περιττό. Στή δική μας κοινωνία ἐπικράτησε ἡ ὑπερβολή, ἡ ἐπίδειξη, ἡ πλεονεξία. Δημιουργήσαμε ἀνάγκες πού μᾶς ἐπιβλήθηκαν σάν πραγματικές. Κι ὅμως ἐμεῖς οἱ ἴδιοι δέν ζήσαμε παλιότερα καί πολύ ἁπλούστερα; Ἴσως, κάποτε χάνουμε τήν ἱκανότητα διάκρισης ἀνάμεσα στό προσωρινό καί τό αἰώνιο; Εἶναι μπροστά μας ἡ εὐκαιρία νά δώσουμε στό φθαρτό καί προσωρινό τήν ἀξία πού ἔχει, γιά νά ἐκτιμήσουμε ὅσο ἀξίζει ὅ,τι εἶναι ἄφθαρτο καί αἰώνιο. Ἄν ὁ θησαυρός μας εἶναι στόν οὐρανό, εἶναι ἀπόλυτα ἀσφαλισμένος. Μποροῦν νά μᾶς πάρουν τά πάντα οἱ ἄνθρωποι καί οἱ καταστάσεις. Γιά τά οὐράνια θησαυροφυλάκια δέν ὑπάρχουν ἀντικλείδια, δέν γίνονται διαρρήξεις. Τήν ἡμέρα πού γίνονταν οἱ πρῶτες κινήσεις γιά τά οἰκονομικά μέτρα πού θά μᾶς ἐπιβάλλονταν, στήν Ἐκκλησία ἀκούσαμε στό Εὐαγγέλιο: «Μή θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυρούς ἐπί τῆς γῆς… θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυρούς ἐν οὐρανῷ». Ἦταν τυχαῖο τό γεγονός; Τήν ψυχή μας καί τήν κληρονομιά πού μᾶς ἑτοίμασε ὁ Χριστός μας, δέν μποροῦν νά τά ἀγγίξουν.

Ὁ M. Βασίλειος ἔζησε τήν ἐποχή τῆς μεγάλης ταραχῆς, πού προκάλεσε ἡ αἵρεση τοῦ Ἀρείου. Πολλοί Χριστιανοί καί κληρικοί παρασύρθηκαν, ἤ ἀπό φόβο προσχώρησαν, στήν αἵρεση, γιατί καί ὁ αὐτοκράτορας ἤθελε νά τήν ἐπιβάλει. Ὁ Βασίλειος σταθερός στήν Ὀρθόδοξη Πίστη κρατᾶ ἀντίσταση, γι’ αὐτό καί ὁ Μόδεστος ἔρχεται ἐκ μέρους τοῦ αὐτοκράτορα νά τόν ἐξαναγκάσει νά ἀλλάξει στάση, τουλάχιστον νά σιωπήσει. Ἀφοῦ δέν τόν πείθει, τόν φοβερίζει, μέ ὅλα αὐτά πού φοβούμαστε οἱ ἄνθρωποι. Θά τοῦ δημεύσει τήν περιουσία του, ἀπειλεῖ ὁ Μόδεστος, ἀλλά ὁ Βασίλειος διερωτᾶται ποιά περιουσία, ἀφοῦ τό μόνο πού κράτησε γιά τόν ἑαυτό του ἦταν τά τριμμένα του ράσα καί τά βιβλία του. Νά τόν ἐξορίσει ἀπειλεῖ ὁ Μόδεστος, ἀλλά ὁ Ἅγιος δέν φοβᾶται νά πάει ὁπουδήποτε, ἀφοῦ ὅπου καί νά πάει αἰσθάνεται πώς ἔχει μαζί του τόν Θεό. Τελευταία καί φοβερότερη ἀπειλή, ὁ θάνατος. Οὔτε κι αὐτός φοβίζει τόν Ἅγιο. Ἔχει ἀγαπήσει τόσο τόν Χριστό, πού γι’ αὐτόν ὁ θάνατος σημαίνει μετάβαση στόν ἀγαπημένο Κύριό του. Ἕνας ἄλλος ἄνθρωπος ταλαιπωρημένος καί ἀδικημένος ὅσο δέν ἔπαιρνε ἄλλο, μᾶς δίνει μία ὡραία ἀπάντηση γιά ὅσα καί σήμερα μᾶς ταλαιπωροῦν. Εἶχε θέση σπουδαία καί ἐξουσία μεγάλη. Ἕνα πολύ μεγάλο ποσόν πού τοῦ περίσσεψε, παρά τίς πολλές του ἐλεημοσύνες, τό εἶχε κατατεθειμένο. Μέσα σέ ἐλάχιστο χρονικό διάστημα, διώχτηκε ἀπό τή θέση του. Ἡ περιουσία, ἀκόμα καί τό σπίτι του, δημεύτηκαν, στίς καταθέσεις του δέν εἶχε πρόσβαση καί τό ἀκόμα χειρότερο, τυφλώθηκε. Ὅλα αὐτά, ἐνῶ ἦταν ἕνας ἄνθρωπος ἐνάρετος πού ἔκανε ὅ,τι μποροῦσε γιά νά βοηθᾶ ὅλους. Τό μοναδικό του παιδί δέν ἔχει νά περιμένει τίποτε ἀπό τόν πατέρα του. Δέν εἶναι μία σύγχρονη ἱστορία, δέν συμβαίνουν σήμερα μέ τήν «Κρίση» αὐτά τά γεγονότα; Πρόκειται γιά τόν Τωβίτ, ἕναν ἀπό τοῦ Ἑβραίους πού ἔζησαν αἰχμάλωτοι στή Βαβυλώνα, τόν 6ο αἰώνα π.Χ. Κι ὅμως, αὐτός ὁ πιστός ἄνθρωπος καί μέσα στήν τύφλωσή του, ἔβλεπε τόσο καθαρά τί εἶχε πραγματική ἀξία γιά τόν ἴδιο καί γιά τό παιδί του, τόν Τωβία, καί τοῦ μιλᾶ: «Μή φοβᾶσαι, παιδί μου, ἐπειδή πτωχεύσαμε. Ἔχεις πραγματικά μεγάλη περιουσία, ἄν φοβᾶσαι τόν Θεό καί μένεις μακριά ἀπό κάθε ἁμαρτία καί κάνεις στή ζωή σου τό θέλημα τοῦ Θεοῦ» (Τωβίτ δ΄, 21). Πόσο μακριά καί καθαρά ἔβλεπε ὁ τυφλός Τωβίτ! Καί ὁ Θεός τόν ἀξίωσε νά ζήσει καί νά δεῖ θε- ραπευμένος πιά ἀπό τήν τύφλωση- τό παιδί του εὐτυχισμένο καί μέ τά ὑλικά ἀγαθά, πού τοῦ ἀνῆκαν, μετά ἀπό τίς θαυμαστές ἐπεμβάσεις τοῦ Θεοῦ.

Σέ παλιά σπίτια συναντοῦμε ἀκόμα κάποια χειροποίητα κάδρα μέ κουκούλι ἤ μέ σταυροβελονιά, πάνω ἀπό τήν πόρτα τοῦ ἡλιακοῦ συνήθως, μέ τήν ἐπιγραφή, «Ἔχει ὁ Θεός». Ἦταν οἱ καιροί πού οἱ ἄνθρωποι δέν εἶχαν. Δούλευαν μέ μεροκάματο, ἀγόραζαν μέ τόν μισθό τῆς ἡμέρας ἕνα ψωμί ἤ κάτι ἄλλο ἀνάλογα μέ πόσα πῆραν. Ἔτρωγαν οἱ οἰκογένειες τό φτωχικό φαΐ, ἔκαναν τόν σταυρό τους καί πίστευαν ἁπλά ὅτι γιά τήν ἑπόμενη μέρα «ἔχει ὁ Θεός». Αὐτή ἡ ἁπλή πίστη στόν πλοῦτο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, εἰρηνεύει τόν ἄνθρωπο, γλυκαίνει τή ζωή. Γλυκαίνει τό ψωμί πού τρῶμε, μέ εἰρήνη στήν καρδιά. Πόσες φορές τό πλούσιο ἤ ἔστω πολύ ἱκανοποιητικό φαΐ μας τό τρῶμε μέ ταραχή καί ἄγχος καί τό στομάχι χορταίνει, ἀλλά οἱ καρδιές πεινοῦν γιά λίγη εἰρήνη! Πιστεύουμε ὅτι ὁ Θεός ἑτοίμασε γιά μᾶς τή Βασιλεία Του; Ἄν οἱ καρδιές μας εἶναι προσηλωμένες ἐκεῖ, μποροῦν νά χαίρονται ἀπό τώρα γιά ὅ,τι μᾶς περιμένει. «Νύξ οὐκ ἔσται ἔτι, καί οὐ χρεία λύχνου καί φωτός ἡλίου, ὅτι Κύριος ὁ Θεός φω- τιεῖ αὐτούς… Καί οἱ πυλῶνες αὐτῆς οὐ μή κλεισθῶσιν ἡμέρας. Νύξ γάρ οὐκ ἔσται ἐκεῖ… Καί ἐξαλείψει ἀπ’ αὐτῶν πᾶν δάκρυον ἀπό τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν καί ὁ θάνατος οὐκ ἔσται ἔτι, οὔτε πένθος οὔτε κραυγή οὔτε πόνος οὐκ ἔσται ἔτι. Ὅτι τά πρῶτα ἀπῆλθον» (Ἀποκ. κα΄- κβ΄). Στήν οὐράνια «πόλη» δέν θά ὑπάρχει ποτέ σκοτάδι καί θά φωτίζεται πάντα ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό. Ὅλα τά λυπηρά πού τώρα μᾶς ταλαιπωροῦν καί ὁ θάνατος δέν θά ὑπάρχουν. Ὁ Θεός θά σκουπίσει τά δάκρυά μας καί μόνο χαρά καί ἀσφάλεια θά ἐπικρατεῖ.

Δέν περπατοῦμε στό σκοτάδι τῆς ἀπιστίας. Ἴσως, εἴμαστε στή σκιά τῆς ὀλιγοπιστίας. Ἄς περάσουμε στό δυνατό φῶς τῆς πίστης. Ἐκεῖ πού μοναδικός φόβος εἶναι ὁ ἅγιος φόβος τοῦ Θεοῦ, πού συγκρατεῖ ἀπό τήν ἁμαρτία καί ρίχνει τόν πιστό στίς πατρικές ἀγκάλες τοῦ Θεοῦ, ὅπου βρίσκει ἀσφάλεια καί παρηγοριά.

Νίκης Τρακοσιῆ
Φιλολόγου
πηγή : ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ( ΟΡΘΟΔΟΞΟ
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΕΝΤΥΠΟ ΙΕΡΑΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗΣ ΚΥΠΡΟΥ )

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...