/*--

Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΠΑΤΡΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

   
1. Εἰσαγωγικά

Στίς μέρες μας ὅταν γίνεται λόγος γιά πνευματικό πατέρα ἐννοεῖται ὁ ἐξομολόγος κληρικός. Ὅμως, στήν ἐκκλησιαστική παράδοση ἡ ἔννοια τῆς πνευματικῆς πατρότητας εἶναι πολύ εὐρύτερη. Πατέρας εἶναι μόνο ὁ Θεός.Ὁ Χριστός ἐπίσης, πού εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ἀποκαλύπτεται καί ὡς πατέρας τῶν ἀνθρώπων φανερώνοντας στό κόσμο τήν ἀγάπη τοῦ Πατρός.Ἡ πατρική ἰδιότητα τοῦ Χριστοῦ γίνεται ἐντονότερα αἰσθητή κατά τήν Ἀνάληψή του. Οἱ μαθητές προαισθάνονται τήν πνευματική ὀρφάνια καί διακατέχονται ἀπό ἀπερίγραπτη ὀδύνη. Ὁ Κύριος δέν τούς ἀφήνει ὀρφανούς. Ἀπο-στέλλει τό Ἅγιο Πνεῦμα πού τούς ὁδηγεῖ εἰς «πᾶσαν τήν ἀλήθειαν».

Οἱ ἀπόστολοι διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γεννοῦν πνευ-ματικά τέκνα καί μεταδίδουν τό χάρισμα στούς ἐπισκόπους, κι αὐτοί στούς διαδόχους τους. Πολλοί ἀπό αὐτούς ἀναγνωρίσθηκαν ὡς Πατέρες. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἀποστολική, ἀλλά καί Ἐκκλησία τῶν Πατέρων. Στούς νεώτερους χρόνους ἡ λέξη «πνευματικός» ἀποτελεῖ συντόμευση τῆς φράσης «πνευματικός πατέρας». Ὅμως, εἶναι ἀμφίβολο ἐάν μέ τόν ὅρο «πνευματικός» νοεῖται ἐκεῖνος πού φωτιζόμενος ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα συμβάλλει στήν καλλιέργεια τῆς χάριτος καί θεμελιώνει τήν πνευματική ζωή τῶν χριστιανῶν στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Συνήθως «πνευματικός» θεωρεῖται ὁ καθοδηγητής τῆς ἐξωτερικῆς συμπεριφορᾶς, ὁ σύμβουλος, ὁ «ψυχολόγος τῆς θρησκείας», ὁ φύλακας νόμων καί κανόνων ἤ ἁπλῶς ὁ ἐξομολόγος καί χορηγός τῆς ἄφεσης τῶν ἁμαρτιῶν.

2. Πνευματική πατρότητα

Ἄς ἀναζητήσουμε ὅμως τό βαθύτερο νόημα τῆς πνευματικῆς πατρότητας στήν βιβλική καί ἐκκλησιαστική παράδοση. Γράφει ὁ Ἀπ. Παῦλος: «Ἐάν γάρ μυρίους παιδαγωγούς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλὀὐ πολλούς πατέρας˙ ἐν γάρ Χριστῷ Ἰησοῦ διά τοῦ εὐαγγελίου ἐγώ ὑμᾶς ἐγέννησα». Σέ ἄλλο σημεῖο τονίζει: «Τεκνία μου...πάλιν ὠδίνω, ἄχρις οὗ μορ-φωθεῖ Χριστός ἐν ὑμῖν». Ὁ Ἀπ. Παῦλος γεννᾶ διά τοῦ εὐαγγελίου τέκνα καί ὀδυνᾶται νά μορφωθεὶ ὁ Χριστός στό ἀνθρώπινο εἶναι.
Στίς Διαταγές τῶν Ἀποστόλων (4ος αἰ.) ἀναφέρεται ὅτι ὁ Θεός διά τῶν ἐπισκόπων χαρίζει τή θεία υἱοθεσία. Γιἀὐτό ὡς πνευματικούς γονεῖς «τιμᾶν αὐτούς καί στέργειν», «τούς δι[ὕδατος ἀναγεννήσαντας, (βάπτισμα), τούς τῷ ἁγίῳ πνεύματι πληρώσαντας, (χρίσμα-ἐπίθεση χειρῶν), τούς τῷ λόγῳ γαλα-κτοτροφήσαντας, τούς ἐν τῇ διδασκαλίᾳ ἀναθρεψαμένους, (κήρυγμα) τούς ἐν ταῖς νουθεσίαις στηρίξαντας, (κατἰδίαν διδαχή) τούς τοῦ σωτηρίου σώματος καί τοῦ τιμίου αἵματος ἀξιώσαντας, τούς τῶν ἁμαρτιῶν λύσαντας (μετάνοια- ἄφεση) καί τῆς ἁγίας καί ἱερᾶς εὐχαριστίας μετόχους ποιήσαντας (κοινωνία)».

Ἀνάλογες θέσεις ἀπαντοῦν καί στά κείμενα τοῦ Ἰγνατίου Ἀντιοχείας.Ἔτσι τόσο τά ἀποστολικά, ὅσο καί τά μεταποστολικά κείμενα προσδίδουν στήν πνευματική πατρότητα ἐκκλη-σιολογικό χαρακτήρα.Ὁ ἐπίσκοπος ὡς «τύπος τοῦ πατρός» δέν εἶναι ὑπεύθυνος μόνο τοῦ «δεσμεῖν καί λύειν» τίς ἁμαρτίες, ἀλλά ἀναγεννᾶ μέ τό βάπτισμα, τρέφει μέ τή διδασκαλία καί τίς νουθεσίες καί παρέχει τό μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας. Ἡ μετάνοια κατά τούς χρόνους αὐτούς εἶναι κυρίως προβαπτι-σματική.
Μέ τήν ἄνθιση τοῦ μοναχικοῦ βίου παρατηρεῖται καί ἐκεῖ ἀνάλογη ἀνάπτυξη τῆς πνευματικῆς πατρότητας. Ἡ λέξη ἀββᾶς, πού προέρχεται ἀπό τά σασκρητικά καί ἐκφράζει τή νέα σχέση τῶν Χριστιανῶν μέ τόν Θεό, χρησιμοποιήθηκε παράλληλα μέ τήν λέξη Γέρων κυρίως γιά τούς χαρισματούχους ἀσκητές καί μοναχούς. Πατέρας στή μοναχική παράδοση εἶναι ὁ διακριτικός μοναχός, ὁ θεοδίδακτος, ὁ γέρων, ὁ ἀββᾶς, ὁ στάρετς. Ἐκεῖνος πού μέσω τῆς κάθαρσης ἀξιώθηκε τοῦ θείου φωτισμοῦ καί τῆς θέωσης. Ἡ πατρότητα αὐτή δέν πηγάζει ἀπό κάποιο ἱερατικό λειτούργημα, εἶναι χαρισματική καί συνήθως ἔχει προσωπικό χαρακτήρα. Τό χάρισμα ὅμως ἀναπτύσσεται ἐντός τῆς ἐκκλησίας. Συχνά οἱ ἐπίσκοποι ἀπευθύνονται σέ αὐτούς, γιά νά ζητήσουν τή συμβουλή καί τή βοήθειά τους. Ἀντίστοιχα γιά τίς γυναῖκες, μητέρες τῆς ἐρήμου, πού διακρίθη-καν γιά τά πνευματικά τους χαρίσματα καί βοήθησαν καί ἄλλους στήν κατά Χριστόν ζωή, ἀπαντᾶ ὁ ὅρος «ἀμμᾶς-ἀμμᾶδες».

Κατά τόν 4ο αἰώνα ὑπῆρχαν ὁρισμένοι οἱ ὁποῖοι θεωροῦσαν ὅτι ὁ ἐπίσκοπος καί ὁ πρεσβύτερος ἦσαν ἴσοι ὡς πρός τήν πνευματική πατρότητα. Ἀπαντώντας καί ἐλέγχοντας τήν πλάνη αὐτή ὁ Ἐπιφάνιος Κύπρου γράφει ὅτι, ἡ «τάξις» τοῦ ἐπισκόπου εἶναι « τάξις πατέρων γεννητική». Ὁ ἐπίσκοπος μέ τή χειροτονία «πατέρας γάρ γεννᾶ τῇ Ἐκκλησίᾳ», ἐνῶ ἡ «τάξις» τοῦ πρεσβυτέρου ἐπειδή δέν μπορεῖ νά γεννήσει πατέρες, «διά τῆς τοῦ λουτροῦ παλλιγγενεσίας τέκνα γεννᾷ τῇ Ἐκκλησίᾳ». Βαπτίζει δηλαδή τούς χριστιανούς καί τούς καθιστᾶ παιδιά τοῦ Θεοῦ. Σέ ἔκτακτες περιπτώσεις, ὅπως συνέβη μετά τό διωγμό τοῦ Δεκίου, οἱ ἐπίσκοποι εἰσάγουν τό θεσμό τοῦ «ἐπί τῆς μετανοίας πρεσβυτέρου», ὁ ὁποῖος στή συνέχεια ἀτόνησε.

Ὁ Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος (956-1036) ἀναφέρει ὅτι, ἡ πνευματική ἐξουσία τοῦ «δεσμεῖν καί λύειν» δόθηκε ἀρχικά ἀπό τούς ἁγίους ἀποστόλους στούς ἀρχιερεῖς. Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου ἀπό τούς ἀρχιερεῖς μεταβιβάσθηκε στούς ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι διακρίνονταν γιά τήν ἁγιότητα τοῦ βίου τους καί ἐν συνεχεία στούς μοναχούς. Δύο ἦταν οἱ σημαντικότεροι λόγοι πού συνέβαλαν στήν ἐξέλιξη τῆς μετάδοσης τοῦ χαρίσματος στούς μοναχούς. Πρῶτον ἡ ραγδαία διάδοση τοῦ χριστιανισμοῦ καί ἡ αὔξηση τῶν χριστιανῶν καί δεύτερον ἡ ἀλλοτρίωση καί σχετικοποίηση τῆς χριστιανικῆς ζωῆς τῶν ἀρχιερέων καί ἱερέων. Ἡ ἴδια ἀσθένεια ὅμως προσέβαλε καί τούς μοναχούς, ὑποστηρίζει ὁ Συμεών, καί ἔγιναν καί αὐτοί «μοναχοί πάμπαν ἀμόναχοι». Ἡ αὐστηρή κριτική τοῦ Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, καθώς καί τοῦ κύκλου τῶν μαθητῶν του δέ σημαίνει ἀμφισβήτηση ἤ ὑποτίμηση τῆς θεσμικῆς διάστασης τῆς Ἐκκλησίας. Ἀποσκοπεῖ στήν ἀναγέννηση τῆς μοναχικῆς καί εὐρύτερα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καί τήν καλλιέργεια τοῦ ἁγιοπνευματικοῦ χαρίσματος τῆς πνευματικῆς πατρότητας.

Οἱ θέσεις αὐτές τοῦ Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου γιά τήν ἱκανότητα τῶν μοναχῶν νά ἀσκοῦν τό διακόνημα τῆς πνευματικῆς πατρότητας ἀμφισβητήθηκαν ἔντονα, κυρίως ὡς πρός τό «δεσμεῖν καί λύειν». Ἔτσι ὁ Βαλσαμών ἕναν αἰώνα ἀργότερα διακρίνει σαφέστατα τή διακονία νά ἀναδέχονται οἱ μοναχοί τούς λογισμούς καί νά δίδουν συμβουλές, ἀπό τήν ἐξουσίαν «τοῦ ἀφιέναι ἁμαρτίας», πού δίδεται ἀπό τούς ἐπισκόπους μόνο στούς ἐξουσιοδοτημένους πρεσβυτέρους. Πιό κατηγορηματικός εἶναι ὁ Συμεών Θεσσαλονίκης (1429). «Ἐπίσης καί τό λειτούργημα τῆς πνευματικῆς πατρότητος δέν πρέπει νά παραχωρεῖται σέ ἁπλούς μοναχούς, πού δέν ἔχουν χειροτονία. Καί τοῦτο γιατί εἶναι τόσο ἱερό αὐτό, ὥστε εἶναι ἔργο μόνο τῶν ἐπισκόπων καί ὄχι τῶν ἱερέων, ὅπως ὁρίζουν οἱ κανόνες. Οἱ πρεσβύτεροι τό ἀσκοῦν μόνο κατ ἀνάγκην καί ὅταν δέν εἶναι παρών ὁ ἐπίσκοπος, ἀλλά ἀπών. Τά δέ μεγαλύτερα ἀπό τά ἐγκλήματα, δηλαδή ἡ ἄρνηση τῆς πίστεως, ἡ ἁμαρτία τοῦ φόνου καί τά παραπτώματα τῶν ἱερέων, πρέπει νά ἀναφέρονται στόν ἐπίσκοπο, καθώς ἐπίσης καί ὅσα διαφεύγουν τήν γνώση τοῦ πνευματικοῦ. Ὅλα δέ νά γίνονται μέ γνώμη τοῦ ἐπισκόπου, γιατί ἡ μετάνοια εἶναι δικό του ἔργο, τοῦ ἐπισκόπου. Καί τοῦτο γίνεται φανερό ἀπό τήν χορήγηση προτρεπτικοῦ γράμματος».

Παρόλα αὐτά σέ νομοκανονικές συλλογές τῆς τουρκοκρατίας, λόγω τῆς ἔλλειψης ἱκανῶν ἱερέων,προτρέπονται οἱ ἀρχιερεῖς νά δίδουν ἐνταλτήριο γράμμα, ὥστε νά ἀσκοῦν τό διακόνημα τῆς πνευματικῆς πατρότητας καί μοναχοί. Ὁ ὅσιος Νικόδημος Ἁγιορείτης διαφωνεῖ μέ τήν παραπάνω ἄποψη. Ἔτσι ἐπικαλούμενος τήν προγενέστερη ἐκκλησιαστική παράδοση γράφει ὅτι: «Ἀνίεροι δέ καί μοναχοί δέν πρέπει νά ἐξομολογοῦν, οὔτε μοναχαί, παρά κανόνας γάρ τοῦτο». Ἐπίσης στό Ἐξομολογητάριον ἀναφέρεται διεξοδικά στό ἔργο τοῦ πνευματικοῦ πατρός καί στήν ἐφαρμογή καί συμφωνία τῶν ἱερῶν κανόνων. Τήν πνευματική πατρότητα πρέπει νά ἀναλαμβάνουν καί νά ἀσκοῦν, μόνον ἐκεῖνοι πού ἔφθασαν μέ τήν ἄσκηση στήν ἀπάθεια. Αὐτή εἶναι ἡ ἀκρίβεια τῆς Ἐκκλησίας. Ταυτόχρονα ὅμως, ἐπειδή γνωρίζει τίς ἀνάγκες καί τίς ἐλλείψεις τῆς ἐποχῆς του, συνιστᾶ στούς ἀρχιερεῖς νά ἐπιλέγουν τουλάχιστον τούς ἐμπειροτέρους καί γεροντοτέρους «καί τούτους νά καθιστῶσι Πνευματικούς˙ ἐπειδή αὐτοί διά τήν ἡλικίαν, εἶναι καί ἐμπειρότεροι εἰς τήν γνῶσιν, καί τά πάθη ἔχουν ὁπωσοῦν καταδαμασμένα». Δέν ἀποκλείει καί τούς νεωτέρους, ἄν αὐτοί διαθέτουν ἀρετή καί φρόνηση γεροντική. Υἱοθετεῖ ἀκόμη τήν ἄποψη νά γίνονται πνευματικοί «οἱ ἐν γάμῳ ἱερεῖς ὄντες, δηλ. καί κατά τά ἄλλα ἄξιοι, πάρεξ οἱ παρθένοι καί ἄγαμοι ἱερομόναχοι».

3. Οἱ ποιμαντικές ἀρχές καί ἡ διάκριση

Ὁ κληρικός στήν ὀρθόδοξη χριστιανική παράδοση δέν νοεῖται ὡς ἁπλός θρησκευτικός λειτουργός, ὅπως ἀπαντᾶ σέ νομικά κείμενα ἀλλά καί σέ ἄλλες θρησκεῖες. Στίς πηγές ὑπάρχει ποικιλία ὅρων μέ τούς ὁποίους ἐκφράζεται τό ἔργο τοῦ ποιμένα, πού ἀρχίζει ἀπό τήν ἱερουργία τῶν μυστηρίων. Εἶναι ἱερεύς καθώς ἐπίσης καί προεστώς ἤ προϊστάμενος, πρόεδρος, ἡγούμενος, διδάσκαλος, μυσταγωγός, ἰατρός τῶν ψυχῶν, οἰκονόμος τῶν μυστηρίων. Στούς ἕλληνες Πατέρες καί ἰδιαίτερα στόν ἅγιο Γρηγόριο τό Θεολόγο ἐκτός τῶν ἄλλων ὁ κληρικός εἶναι θεραπευτής, ὑπηρέτης καί συνεργός στήν πορεία πρός τή θέωση.

Ὑπάρχουν κάποιες θεμελιώδεις ἀρχές, μέ βάση τίς ὁποῖες ἡ Ἐκκλησία μέσα στήν ἱστορία ποιμαίνει τό λαό τοῦ Θεοῦ. Ἐάν ὁ πνευματικός τίς ἀγνοεῖ, διατρέχει τόν κίνδυνο τῆς αὐθαιρεσίας. Οἱ γενικές ποιμαντικές ἀρχές εἶναι ἡ ἀκρίβεια καί ἡ οἰκονομία. Ὡς ἀκρίβεια ὁρίζεται ἡ ἀπαρέγκλιτη τήρηση τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν καί τῶν ἱερῶν κανόνων ἐνῶ ὡς οἰκονομία ἡ πρόσκαιρη παρέκκλιση ἀπό αὐτή . Εἰδικότερες ποιμαντικές ἀρχές εἶναι ἡ ἀναλογία (μέ διπλή ἔννοια), ἡ ἱστορικότητα καί ἡ προσαρμογή στίς κοινωνικές συνθῆκες καθώς καί ἡ ἰδιαιτερότητα τοῦ προσώπου. Γιά τήν ἐφαρμογή τῆς οἰκονομίας ἡ Ἐκκλησία ἐν Συνόδῳ, ὁ ἐπίσκοπος ἤ ὁ πνευματικός ἀνάλογα μέ τή βαρύτητα τοῦ θέματος λαμβάνουν ὑπόψη τίς παραπάνω ἀρχές. Θεμέλιο ὅλων αὐτῶν εἶναι ἡ εὐαγγελική ἀλήθεια, οἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί ἡ συμφωνία τῶν Πατέρων, τό consensus patrum. Ἄν ἀγνοοῦμε τή θεολογία καί τήν πράξη τῆς ἐκκλησίας, ἡ ποιμαντική κινδυνεύει νά μείνει μετέωρη, ἤ νά προσλάβει κανονιστικό καί ἀφιλάνθρωπο χαρακτήρα. Χρειάζεται ὅμως οἱ πνευματικοί πατέρες ὡς ὑπεύθυνοι ποιμένες νά γνωρίζουν τήν ἐκκλησιαστική ἀκρίβεια, γιά νά μποροῦν νά ἐφαρμόζουν τήν οἰκονομία, διότι δέν εἶναι σπάνιο τό φαινόμενο περιπτωτικές καί γιά λόγους οἰκονομίας ἀποφάσεις τῆς Ἐκκλησίας νά ἐκλαμβάνονται ὡς ἀκρίβεια. Καί τά ἐπιτίμια ἔχουν θεραπευτικό, ἐκκλησιολογικό, παιδαγωγικό καί φιλάνθρωπο χαρακτήρα. Δέν εἶναι ποινές ἐξιλέωσης, ὅπως στή δυτική θεολογία.

Ἡ πνευματική ἀνακαίνιση, πού εἶναι καρπός τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, τῆς ποιμαντικῆς του φροντίδας τοῦ πνευματικοῦ πατέρα καί τῆς ἐλεύθερης βούλησης τῶν ἀνθρώπων, προϋπο-θέτει ὠδίνες καί κόπους. Οἱ δυσκολίες καί οἱ πνευματικοί πόνοι ἀπορρέουν ἀπό τίς ἀδυναμίες, τίς πτώσεις, τήν ἀμετανοησία, τή σκληροκαρδία, τούς πειρασμούς καί τίς ἐγκαταλείψεις τῆς πατρικῆς ἑστίας ἐκ μέρους τῶν πνευματικῶν τέκνων. Κοπιώδης ὅμως προσπάθεια καί ἄσκηση χρειάζεται προκειμένου νά ἀνακαλύπτει καί ὁ ποιμένας σέ κάθε περίπτωση « τί τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τό ἀγαθόν, τό εὐάρεστον καί τέλειον». Διότι, ἄν ἀκολουθεῖ τή δική του γνώμη, ἑπόμενο εἶναι νά γίνονται λάθη καί σφάλματα. «Πᾶσαι αἱ συμφοραί ἐπέρχονται εἰς ἡμᾶς, διότι δέν ἐρωτῶμεν τούς πνευματικούς πατέρας οἵτινες ἐτέθησαν, ἵνα καθοδηγοῦν ἡμᾶς˙ οἱ δέ ἱεράρχαι καί πνευματικοί, διότι δέν ἐρωτοῦν τό Κύριον πῶς πρέπει νά ἐνεργήσουν», διδάσκει ὁ ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης.

Ἡ ὀρθή ποιμαντική χειραγώγηση διασφαλίζεται, ὅταν ὁ πνευματικός πατέρας ἔχει τήν ἱκανότητα νά διακρίνει τίς θεῖες ἀπό τίς δαιμονικές ἐνέργειες. Ἡ διάκριση θεωρεῖται στή νηπτική παράδοση ἀπό τίς σπουδαιότερες ἀρετές. Ὁ ἅγιος Κασσιανός ὁ Ρωμαῖος διηγεῖται ὅτι, στή σκήτη τῆς Θηβαΐδας εἶχαν συγκεντρωθεῖ πολλοί γέροντες καί συζητοῦσαν γιά τήν τελειότητα τῆς ἀρετῆς καί πῶς μπορεῖ νά φυλαχθεῖ ὁ μοναχός ἀπό τίς παγίδες τοῦ πονηροῦ, γιά νά προσεγγίσει τόν Θεό. Ὁ καθένας κατέθετε τή δική του γνώμη δίδοντας τήν πρώτη θέση σέ κάποια ἀρετή. Ἄλλοι πρόβαλαν τή νηστεία καί τήν ἀγρυπνία, ἄλλοι τήν ἁγνότητα, τήν ἀκτημοσύνη καί τήν καταφρόνηση τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, ἐνῶ ἄλλοι τήν ἐλεημοσύνη καί διάφορες ἄλλες ἀρετές. Ὅταν πέρασε τό μεγαλύτερο μέρος τῆς νύχτας μέ τή συζήτηση, τελευταῖος μίλησε ὁ Ἀββᾶς Ἀντώνιος. Ὅλες οἱ ἀρετές εἶναι ἀπαραίτητες εἶπε, ἀλλά δέν ἐπιτρέπεται νά δώσουμε σέ αὐτές τά πρωτεῖα, διότι πάντα ὑπάρχει ὁ κίνδυνος τῆς πλάνης, εἴτε ἀπό τήν ὑπερβολή εἴτε ἀπό τήν ἔλλειψη. Ἡ διάκριση ὡς «ὀφθαλμός τῆς ψυχῆς», «πάσας τάς ἐνθυμήσεις καί τάς πράξεις τοῦ ἀνθρώπου διερευνῶσα, διαστέλλει καί διαχωρίζει πᾶν φαῦλον καί ἀπαρέσκον Θεῷ πρᾶγμα καί μακράν αὐτοῦ ποιεῖ τήν πλάνην». Χωρίς τό χάρισμα τῆς διακρίσεως καμιά ἀρετή δέν μπορεῖ νά εἶναι ἀσφαλής μέχρι τέλους. Ἔτσι ἡ διάκριση «πασῶν τῶν ἀρετῶν γεννήτρια καί φύλαξ ὑπάρχει». Μέ τή γνώμη τοῦ ὁσίου Ἀντωνίου συμφώνησαν καί οἱ ὑπόλοιποι πατέρες. Ἡ ἀρετή τῆς διάκρισης πρέπει νά κοσμεῖ ἰδιαίτερα τόν πνευματικό πατέρα.

5. Συμπερασματικά

Ὁ πνευματικός μέ βάση τίς γενικές καί εἰδικές ποιμαντικές ἀρχές ἀλλά καί τή διάκριση πρέπει νά κάνει σωστή διάγνωση τῆς πνευματικῆς κατάστασης τοῦ μετανοοῦντος. Ἔτσι θά μπορέσει νά βοηθήσει μέ κάθε τρόπο στήν πνευματική καρποφορία ἀξιοποιώντας τό χάρισμα τοῦ καθενός. Σκοπός τῆς ποιμαντικῆς χειραγώγησης δέν εἶναι ὁ πειθαναγκασμός τοῦ πιστοῦ σέ ὁποιδήποτε σκοπιμότητα, ἀλλά ἡ καθοδήγησή του στήν ἐν Χριστῶ ἐλευθερία. Γιά νά γίνει αὐτό, πρέπει ἡ πνευματική πατρότητα καί ἡ πνευματική υἱότητα νά καλλιεργοῦνται μέσα στό πνεῦμα τῆς ἐν Χριστῶ ἐλευθερίας, τῆς κοινῆς ἀναφορᾶς καί τῆς ὑπακοῆς στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Μόνο ὅταν διασφαλίζεται ἡ ἐλευθερία τῶν ἀνθρώπων γεννιοῦνται ὑγιή πνευματικά τέκνα, ὁλοκληρωμένα πρόσωπα.Ὁ πνευματικός δέν εἶναι κανονοφύλακας, ἀλλά χαρισματικός νομοθέτης καί μυσταγωγός στή ζωή τοῦ Πνεύματος.
Καί ἡ ὑπακοή εἶναι ἄθλημα πνευματικό, πού βοηθᾶ στήν ὡρίμανση καί τή χειραφέτηση. Σέ ἀντίθετη περίπτωση πίσω ἀπό τό μυστήριο τῆς μετανοίας καί τό πρόσχημα τῆς ὑπακοῆς, μπορεῖ νά κρύπτονται δικανικές ἀντιλήψεις, αὐτοδικαιωτικές νοοτροπίες, ψυχοπαθολογικές ἐξαρτήσεις, πού ἀφοροῦν κατά κύριο λόγο τούς πνευματικούς πατέρες ἀλλά καί τά πνευματικά τέκνα. 

Πρωτ. Βασίλειος Ἰ. Καλλιακμάνης
Καθηγητής Τμήματος Θεολογίας Α.Π.Θ.

πηγή : H ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ



+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...