/*--

Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

Ἡ πορεία τῆς τελειώσεως τοῦ ἀνϑρώπου κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ

    
H προσέγγίση τῆς ὀρϑόδοξης χριστιανικῆς ἀλήϑειας γιά τόν ἄνϑρωπο προϋποϑέτει μεγάλο σεβασμό ἀπέναντί του. Ἀντιϑέτως οἱ ϑεωρίες πού προβλήϑηκαν κατά τούς νεώτερους χρόνους γιά τήν προέλευση καί τή φύση τοῦ ἀνϑρώπου, ὅπως καί οἱ πρακτικές πού ἐφαρμόσϑηκαν καί ἐφαρμόζονται ἀπέναντί του ὄχι μόνο κατά τήν περίοδο τῶν δύο παγκοσμίων πολέμων ἀλλά καί ἐφεξῆς μέχρι σήμερα, φανερώνουν φοβερή ὑποτίμηση καί περιφρόνηση τοῦ προσώπου του.

Παράλληλα οἱ μεγαλόστομες διακηρύξεις γιά τήν ἀξία καί τά δικαιώματα τοῦ ἀνϑρώπου, ὅπως καί οἱ γιγάντιες προσπάϑειες πού καταβάλλονται γιά τήν αὐτοϑέωσή του, ὄχι μόνο δέν δικαιώνουν τήν ὕπαρξή του, ἀλλά τόν ὁδηγοῦν σέ ἀδιέξοδο καί αὐτοκαταστροφή. Γι᾿ αὐτό ἡ ἀνϑρωπολογία τῆς Ὀρϑόδοξης Ἐκκλησίας εἶναι ἰδιαίτερα ἐπίκαιρη καί ἀφυπνιστική στήν ἐποχή μας. Ὁ ὅσιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης, σύγχρονος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί εἰσηγητής τοῦ ἡσυχαστικοῦ κινήματος στήν Βουλγαρία, γράφει: «᾿Εάν μή γνῶμεν οἵους ἡμᾶς ἐποίησεν ὁ Θεός, οὐκ ἐπιγνωσόμεϑα οἵους ἐποίησεν ἡ ἁμαρτία». Ἄν δηλαδή δέν μάϑουμε, πόσο σπουδαίους μᾶς ἔπλασε ὁ Θεός, δέν ϑά καταλάβουμε σέ ποιό κατάντημα μᾶς ὁδήγησε ἡ ἁμαρτία. Καί γιά νά μάϑουμε πόσο σπουδαίους μᾶς ἔπλασε ὁ Θεός, πρέπει νά γνωρίσουμε αὐτά πού ἐκεῖνος ἀποκάλυψε γιά τόν ἄνϑρωπο. Προπαντός ὅμως πρέπει νά γνωρίσουμε τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, πού ἀποκαλύπτει τόν τέλειο ἄνϑρωπο.

Ὁ ἄνϑρωπος πού ζεῖ ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀλλά καί ὁ σύγχρονος ἐκκοσμικευμένος χριστιανός ἀκόμα, συμβιβάζεται συνήϑως μέ τήν ἐμπειρική κατάστασήτου. Τήν ϑεωρεῖ φυσική καί ἀγνοεῖ τήν ἀλλοτρίωσή του. Ἡ ὑποταγή του στόν νόμο τῆς ἁμαρτίας, πού εἶναι νόμος φϑορᾶς καί ϑανάτου, τόν ἀπονεκρώνει πνευματικά, τόν ἐγκλωβίζει στήν ἀτομικότητά του καί καϑιστᾶ ἀδύνατη τή διάνοιξή του στήν ἀνιδιοτελή ἀγάπη, πού τόν καϑιστᾶ ἀληϑινό πρόσωπο. Βέβαια ἡ ἀγάπη εἶναι ἔμφυτη στόν ἄνϑρωπο. Ἀλλά ἡ ἔμφυτη αὐτή ἀγάπη βρίσκεται ἐγκλωβισμένη στήν φιλαυτία του. Γι’ αὐτό ὁ Θεός ἔδωσε ὡς πρωταρχική ἐντολή στόν ἄνϑρωπο τήν ἀγάπη: ἀγάπη πρός τόν Θεό καί ἀγάπη πρός τόν πλησίον. Χωρίς τήν διάνοιξη πρός τόν Θεό καί τόν πλησίον, πού πραγματοποιεῖται μέ τήν τήρηση τῆς πρωταρχικῆς αὐτῆς ἐντολῆς, ὁ ἄνϑρωπος ἀδυνατεῖ νά καταξιωϑεῖ καί νά τελειωϑεῖ ὡς πρόσωπο.

Οἱ ἐντολές τοῦ Θεοῦ δέν ἐπιβάλλουν στόν ἄνϑρωπο πράγματα ξένα πρός τήν φύση του. Ἀλλά καί ἀπό τήν ἄλλη πλευρά οἱ ϑεῖες ἐντολές δέν εἶναι δυνατό νά τηρηϑοῦν μόνο μέ τίς ἀνϑρώπινες δυνάμεις. Ἡ ἀποσκίρτηση τοῦ ἀνϑρώπου ἀπό τήν πηγή τῆς ζωῆς καί ἡ ὑποταγή του στόν νόμο τῆς φϑορᾶς καί τοῦ ϑανάτου τόν ἐξέτρεψαν ἀπό τήν κατά φύση ζωή καί τόν κατέστησαν φίλαυτο καί ἐγωκεντρικό. Γι’ αὐτό ἀδυνατεῖ νά τηρήσει τίς ἐντολές, σύφωνα μέ τίς ὁποῖες ϑά λειτουργοῦσε ἡ αὐϑεντική φύση του, ὅπως αὐτή δημιουργήϑηκε ἀπό τά χέρια τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀπελευϑέρωση τοῦ ἀνϑρώπου ἀπό τόν νόμο τῆς φϑορᾶς καί τοῦ ϑανάτου προϋποϑέτει τήν ἀνακαίνισή του. Ἡ ἀνακαίνιση αὐτή δέν εἶναι ἔργο τοῦ ἀνϑρώπου, ἀλλά πραγματοποιεῖται ἀπό τόν Θεό καί γίνεται προσιτή στόν ἄνϑρωπο μέ τήν μετάνοια καί τήν τήρηση τῶν ϑείων ἐντολῶν. Γι’ αὐτό χρειάζονται τά δύο αὐτά πράγματα. Μέ τήν μετάνοια ἐπιστρέφει ὁ ἄνϑρωπος στήν πηγή τῆς ἀληϑινῆς ζωῆς ἀπό τήν ὁποία ἀποσκίρτησε, καί μέ τήν τήρηση τῶν ϑείων ἐντολῶν ἐπανατοποϑετεῖται στήν κατά φύση πορεία τῆς ζωῆς του.

Σέ αὐτήν τήν πορεία ζωῆς καλεῖ ὁ Θεός τόν ἄνϑρωπο μέ τό ἔργο τῆς ϑείας οἰκονομίας, πού κορυφώνεται μέ τήν ἐν Χριστῷ ἐνανϑρώπησή του. Ὁλόκληρο τό ἔργο τῆς ἐν Χριστῷ οἰκονομίας, ὅπως καί κάϑε ἐπιμέρους πτυχή του, σημειώνει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀναφέρεται στόν ἄνϑρωπο. Ἔτσι ὁλόκληρη ἡ Χριστολογία γίνεται καί ἀνϑρωπολογία, γιατί παρουσιάζει τόν αὐϑεντικό ἄνϑρωπο καί διανοίγει τήν προοπτική τῆς τελειώσεώς του. Γίνεται ἡ ἀνϑρωπολογία τοῦ αὐϑεντικοῦ ἀνϑρώπου καί ὁ δείκτης τῆς ἀσύλληπης τελειώσεώς του, πού ταυτίζεται μέ τήν ϑέωσή του. Τό διπλό ὁμοούσιο τοῦ Χριστοῦ, ὡς Θεοῦ μέ τήν Θεότητα καί ὡς ἀνϑρώπου μέ τήν ἀνϑρωπότητα, προσφέρει τήν βάση καί τήν προοπτική τῆς αὐϑεντικῆς ζωῆς τοῦ ἀνϑρώπου μέσα στόν πνευματικό χῶρο τῆς τελειώσεως καί τῆς ϑεώσεώς του, πού εἶναι τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἐκκλησία. Αὐτή, ὡς «κοινωνία ϑεώσεως», εἶναι ὁ μοναδικός χῶρος γιά τήν ἀληϑινή ζωή τοῦ ἀνϑρώπου.

Εἶναι ὁ μοναδικός χῶρος, μέσα στόν ὁποῖο κερδίζει ὁ ἄνϑρωπος τήν τέλεια καί ἀκατάλυτη ὑπόστασή του. Ἀνακεφαλαιώνοντας ὁ Χριστός στό σῶμα του ὁλόκληρη τήν ἀνϑρώπινη φύση καί καϑιστώντας τούς πιστούς μέλη τοῦ σώματός του, τῆς Ἐκκλησίας, ἀποκαϑιστᾶ τήν ὁμοουσιότητα τῆς ἀνϑρωπότητας, τήν ὁποία καί καλοῦνται νά φανερώσουν οἱπιστοί ἔμπρακτα στή ζωή τους μέ τήν ἄσκηση τῆς ἀγάπης. Γι’ αὐτό μπορεῖ νά λεχϑεῖ ὅτι, ὅπως ἡ ἄρνηση τῆς ἀποδοχῆς τοῦ ὁμοουσίου τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ δογματική αἵρεση, ἔτσι καί ἡ ἄρνηση τῆς ἀποδοχῆς καί βιώσεως τοῦ ὁμοουσίου τῆς ἀνϑρωπότητας ἀποτελεῖ ἠϑική αἵρεση. Ἡ ἀγάπη πού διαιρεῖ τήν ἀνϑρώπινη φύση καί δέν συμπεριλαμβάνει ὅλους τούς ἀνϑρώπους μαζί μέ τούς ἐχϑρούς δέν εἶναι ὀρϑόδοξη.

Ἡ Ὀρϑόδοξη Ἐκκλησία πρεσβεύει τήν καϑολική ἀλήϑεια ὄχι μόνο στόν χῶρο τῆς δογματικῆς ἀλλά καί στόν χῶρο τῆς ἠϑικῆς, διασφαλίζοντας ἔτσι καί τήν καϑολική καταξίωση καί τελείωση τοῦ ἀνϑρώπου ὡς προσώπου. Ὁ Χριστιανισμός καλεῖ τόν ἄνϑρωπο στήν ζωή τοῦ Χριστοῦ. Τόν καλεῖ νά γίνει συνοδοιπόρος καί μιμητής τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστιανισμός δέν ἀποτελεῖ κάποια ἠϑική ἤ κοινωνική διδασκαλία. Οὔτε πάλι εἶναι ἁπλῶς κάποια ϑρησκεία, ἀλλά συνδέεται ἄρρηκτα καί συνυφαίνεται μέ τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ· εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ καί κατά Χριστόν ζωή.

Ὁ χριστιανός βαπτίζεται, γιά νά ἐνταχϑεῖ στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, καί συμπορευϑεῖ μαζί του· γιά νά γίνει μέτοχος τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ καί νά ζήσει ὡς μιμητής του. «Ὡς οὖν ἐκεῖνος ἐβίω καί ἀπεβίω, καί ἀνέστη καί ἀνελήφϑη, οὕτω καί ἡμεῖς ζῶμεν καί ἀποϑνήσκομεν καί ἀναστησόμεϑα πάντες· τῆς δέ ἀναλήψεως οὐ πάντες τευξόμεϑα, ἀλλ’ ὅσοις τό ζῇν Χριστός ἐστι, καί τό δι’ αὐτόν ἀποϑανεῖν κέρδος, ὅσοι πρό τοῦ ϑανάτου τήν ἁμαρτίαν διά μετανοίας καί τῆς εὐαγγελικῆς πολιτείας ἐσταύρωσαν». Ἀξίζει ἰδιαίτερα νά σημειωϑεῖ ὅτι κατά τήν ὀρϑόδοξη διδασκαλία, ὅπως ἀναφέρεται καί στόν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ, ἡ συμπόρευση μέ τόν Χριστό δέν φϑάνει μόνο ὡς τόν σταυρό ἤ τήν ἀνάσταση, ἀλλά ἐπεκτείνεται καί στήν ἀνάληψη, πού ἀνυψώνει τόν ἄνϑρωπο στήν αἰώνια δόξα καί Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Ἐκεῖ ἄλλωστε πραγματοποιεῖται καί ἡ τελείωση τοῦ ἀνϑρώπου ὡς προσώπου «καϑ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ». Ἐκεῖ πραγματοποιεῖται καί ἡ κοινωνία «πάσης τῆς ϑεοειδοῦς ζωῆς». Ἡ εἴσοδος τοῦ ἀνϑρώπου στήν ὁδό τῆς τελειώσεως καί τῆς ϑεώσεώς του ἀρχίζει μέ τό βάπτισμα καί τήν εἴσοδό του στήν Ἐκκλησία. Ἡ συμβατικοποίηση ὅμως τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, πού συνδέεται καί μέ τήν ἀνεύϑυνη ἀντιμετώπιση τοῦ νηπιοβαπτισμοῦ ἀπό τούς ἀναδόχους, μεταϑέτει τήν ἐνεργοποίηση τῆς εἰσόδου τοῦ ἀνϑρώπου στήν ὁδό τῆς τελειώσεως σέ ὡριμότερη φάση τῆς ζωῆς του ἤ καί στήν πλήρη ἐγκατάλειψή της.

Αὐτό ἰσχύει ἰδιαίτερα στήν ἐποχή μας, ὅπου τό κοινωνικό περιβάλλον ἔχει χαλαρή συνήϑως σχέση μέ τήν Ἐκκλησία καί οἱ χριστιανικές ἀρχές δέν ἰσχύουν ὡς κοινωνικά αὐτονόητα. Σήμερα εἶναι ἔντονος ὁ ἀποπροσανατολισμός τοῦ ἀνϑρώπου καί σπάνια ἡ ἀποδοχή καί βίωση τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Τά ἐνδιαφέροντα τῆς σύγχρονης κοινωνίας εἶναι ὑλιστικά καί εὐδαιμονιστικά. Ὁ Θεός καί οἱ ἐντολές του παραμερίζονται ἤ καί εὐτελίζονται. Ἡ σαρκική ζωή καί τά ἰδιοτελή συμφέροντα ἀπολυτοποιοῦνται. Ὁ νοῦς τοῦ ἀνϑρώπου διασκορπίζεται στόν ἐξωτερικό κόσμο, προσκολλᾶται στά πράγματα καί παραλύει. Ἔτσι ὁ ἄνϑρωπος παραμένει ἐσωτερικά ἀκυβέρνητος καί περιέρχεται σέ νοσηρή πνευματική κατάσταση, πού χρειάζεται ριζική ϑεραπείαΓιά τή ϑεραπεία αὐτή χρειάζεται νά αὐτοσυγκεντρωϑεῖ ὁ νοῦς τοῦ ἀνϑρώπου καί νά ἐπιστρέψει ἐκεῖ, ἀπό ὅπου ἀποσπάστηκε. Νά ἐπιστρέψει στήν καρδιά του, δηλαδή στό κέντρο τῆς ψυχοσωματικῆς ὑπάρξεώς του. Ὁ Χριστιανισμός δέν περιφρονεῖ τό σῶμα.

Δέν τό ἀποστρέφεται, ἀλλά τό σέβεται καί τό τιμᾶ. Δέν ἀκοῦς, ἀδελφέ μου, γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος, τόν ἀπόστολο πού λέει ὅτι «τά σώματα ἡμῶν ναός τοῦ ἐν ἡμῖν Ἁγίου Πνεύματός ἐστι», καί ὅτι «οἶκος Θεοῦ ἡμεῖς ἐσμεν», καί ὅτι λέει ὁ Θεός «ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καί ἐμπεριπατήσω καί ἔσομαι αὐτῶν Θεός»; Ἡ συνάντηση τοῦ ἀνϑρώπου μέ τόν Θεό ἔχει ὑπαρξιακό χαρακτήρα. Πραγματοποιεῖται μέσα στόν ἄνϑρωπο, στό κέντρο τῆς ὑπάρξεώς του, στήν βαϑιά καρδιά του, πού τήν χαρακτηρίζει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὡς ϑρόνο τῆς χάριτος. Ἄλλωστε ὁ ἴδιος ὁ Θεός ἔδωσε στόν ἄνϑρωπο αὐτή τήν καρδιά γιά νά τόν γνωρίσει καί νά τόν προσεγγίσει. Μιά σοβαρή πλάνη, πού καυτηρίασε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στίς ἀντιλήψεις τῶν ἀντιπάλων του, ἀλλά καί πού ἐξακολουϑεῖ νά διαδίδεται σήμερα μέ τίς δοξασίες τῶν ἀνατολικῶν ϑρησκειῶν, εἶναι ὅτι ὁ νοῦς τοῦ ἀνϑρώπου πρέπει νά βγεῖ ἀπό τό σῶμα καί νά ὑψωϑεῖ πρός κάποιο ὑπερβατικό ἀπόλυτο.

Μιά πλάνη, πού παρασύρει καί ὁρισμένους ἀπληροφόρητους Χριστιανούς σέ ἀντιλήψεις καί πρακτικές ἀνατολικῶν ϑρησκειῶν. Πολλοί αἱρετικοί καί ἀλλόϑρησκοι ϑεωροῦν τό σῶμα κακό. Ἡ ὀρϑόδοξη ὅμως Ἐκκλησία ϑεωρεῖ κακή μόνο τήν προσήλωση τοῦ νοῦ στό σωματικό φρόνημα. Αὐτή ἀλλοτριώνει τόν νοῦ καί καϑιστᾶ τόν ἄνϑρωπο πνευματικά παράλυτο. Ἀντίϑετα τό σῶμα εἶναι καλό καί δεκτικό τῆς ἀνακαινιστικῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ὅπως στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, γράφει ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἡ Θεότητα ἦταν κοινή στό σῶμα καί τήν ψυχή, ἔτσι καί στό πρόσωπο κάϑε πνευματικοῦ ἀνϑρώπου ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ εἶναι κοινή στόν ὅλο ἄνϑρωπο καί ϑεουργεῖ ὄχι μόνο τήν ψυχή ἀλλά καί τό σῶμα του. Χαρακτηριστικό μάλιστα ἐδῶ εἶναι ὅτι γίνεται λόγος καί γιά ἐπιστροφή τοῦ σώματος στόν ἑαυτό του μέ τήν ἀπαλλαγή του ἀπό τά πάϑη καί τόν ἐξαγιασμό πού παρέχει ἡ χάρη τοῦ Θεού..

Ἀναλύοντας ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τήν παραβολή τοῦ Ἀσώτου, σημειώνει ὅτι ἡ περιουσία πού πῆρε ἀπό τόν Πατέρα καί ξόδεψε ὁ νεώτερος γιός εἶναι πρό πάντων ὁ νοῦς. Ὅσο ὁ νοῦς ὑπακούει στίς ἐντολές καί τίς συμβουλές τοῦ Πατέρα, παραμένει συγκεντρωμένος καί ἔχει τόν πλοῦτο τῆς φρονήσεως καί τῆς διακρίσεως τῶν πραγμάτων. Ὅταν ὅμως ἀφηνιάσει καί ἀπομακρυνϑεῖ ἀπό τόν Θεό, τότε σκορπίζεται στίς ποικιλόμορφες ὀρέξεις καί ἐπιϑυμίες τῶν παϑῶν. Μήπως αὐτό δένχαρακτηρίζει σήμερα τή ζωή τοῦ κόσμου, ἀλλά καί τή ζωή τοῦ ἐκκοσμικευμένου Χριστιανοῦ; Ἡ γενικευμένη ἐξωστρέφεια τῆς ἐποχῆς μας, ἡ στροφή δηλαδή πρός τόν ἔξω κόσμο καί ἡ προσήλωση σέ αὐτόν, ὄχι μόνο δέν ἀποδοκιμάζεται, ἀλλά καί ϑεωρεῖται σπουδαία ἀρετή. Ἀντίϑετα ἡ ἐσωστρέφεια, ἡ στροφή δηλαδή πρός τόν ἔσω κόσμο, πρός τόν ἔσω ἄνϑρωπο, ἀντιμετωπίζεται ὡς νοσηρότητα καί ὀπισϑοδρόμηση. Ἰδιαίτερα μάλιστα στή δημόσια ζωή ἀκοῦμε κάϑε τόσο νά ἐξορκίζεται ἡ ἐσωστρέφεια ὡς ἀρνητικό καί νοσηρό φαινόμενο πού πρέπει νά ἐξαλειφϑεῖ καί νά δώσει τήν ϑέση της στήν ἐξωστρέφεια.

Ἀλλά καί γενικότερα ὁλόκληρος ὁ πολιτισμός καί ἡ νοοτροπία μας, ἡ ἐπιστήμη καί ἡ τεχνολογία μας, κατευϑύνουν τόν ἄνϑρωπο πρός τά ἔξω· τόν ἐξωϑοῦν πρός τόν κόσμο, τά πράγματα, τά χρήματα, τήν κατανάλωση, τήν ἱκανοποίηση τῶν αἰσϑήσεων. Μερικά ἀπό τά νέα συνϑήματα, πού προβλήϑηκαν σέ μεγάλα ἐμπορικά καταστήματα τῆς Εὐρώπης εἶναι: «Ἀγοράζω, ἄρα ὑπάρχω». «Ἀγόρασέ με, ϑά ἀλλάξω τή ζωή σου». «Ἀγόρασέ με καί πάρε ζωή». Ἔτσι προωϑεῖται ἡ πλήρης ὑποταγή τοῦ νοῦ στίς αἰσϑήσεις καί ἐμπεδώνεται ἡ προσκόλλησή του στά πράγματα. Ἐξαφανίζεται ἡ ἡγεμονική ϑέση του στήν ψυχή τοῦ ἀνϑρώπου καί φαλκιδεύεται κάϑε πνευματική ἀνάταση γιά τήν τελείωση τοῦ προσώπου. Γι᾽ αὐτό τό πρῶτο πού χρειάζεται ὁ ἄνϑρωπος, ἰδιαίτερα σήμερα, εἶναι ἡ ἐπανεύρεση τοῦ ἐσωτερικοῦ του κόσμου καί ἡ συγκέντρωση τοῦ νοῦ μέσα στήν καρδιά του. Εἶναι αὐτό πού ἔκανε ὁ Ἄσωτος, ὅταν ἔφτασε στήν ἀπόγνωση: Ἦλϑεν «εἰς ἑαυτόν». Ἐπισκέφϑηκε τόν ἑαυτό του. Συνῆλϑε καί συνειδητοποίησε τήν πραγματική κατάστασή του. Διαπίστωσε τό κατάντημά του. Πόνεσε γι᾽ αὐτό, καί πῆρε τόν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς.

Ἡ ἐπιστροφή τοῦ ἀϑρώπου στόν Θεό προϋποϑέτει τήν ἐπιστροφή τοῦ νοῦ του στήν καρδιά του. Νοῦς, σημειώνει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, λέγεται καί ἡ ἐνέργεια τοῦ νοῦ, πού συνίσταται σέ λογισμούς καί νοήματα, ἀλλά «καί ἡ ἐνεργοῦσα ταῦτα δύναμις, ἥτις καί καρδία καλεῖται παρά τῆς Γραφῆς». Ὁ νοῦς τοῦ ἀνϑρώπου, προσέχοντας τόν ἑαυτό του καί παραμένοντας ἔξω ἀπό κάϑε περισπασμό, ἀναζητεῖ καί ἀνυψώνεται μέ τήν προσευχή στόν Θεό. Ἔτσι ὁ ἑνιαῖος νοῦς γίνεται τρισσός, χωρίς νά παύει νά εἶναι ἑνιαῖος, καί συνάπτεται μέ τόν Τριαδικό Θεό πού εἰκονίζει. Καί ὅσο περισσότερο ἐπιστρέφει καί συγκεντρώνεται ὁ νοῦς τοῦ ἀνϑρώπου στήν καρδιά του, τόσο εὐκολότερη καί τελειότερη γίνεται ἡ ἀνύψωση καί ἡ σύναψή του μέ τόν Θεό. «Σχολάσατε καί γνῶτε ὅτι ἐγώ εἰμι ὁ Θεός», λέει ὁ Ψαλμωδός.

Γιά νά γνωρίσει δηλαδή ὁ ἄνϑρωπος τόν Θεό, πρέπει νά ἐπιδοϑεῖ στήν ἱερή αὐτή σχόλη. Ἄν δέν φροντίσει νά ἀφιερώσει κάποιον χρόνο γιά νά συγκεντρώσει τόν διασκορπισμένο νοῦ του, ἄν δέν ἀποσπασϑεῖ ἀπό τίς πολλαπλές μέριμνες καί φροντίδεςτῆς καϑημερινῆς ζωῆς, ἄν δέν ἡσυχάσει καί δέν αὐτοσυγκεντρωϑεῖ, δέν μπορεῖ νά γνωρίσει τόν Θεό ἀλλά οὔτε καί τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του. Στήν πόρτα τῆς καρδιᾶς μας στέκεται καί κτυπάει ὁ Χριστός, περιμένοντας νά τόν ἀκούσουμε. Γιά νά ἀκούσουμε ὅμως τό ἀρχοντικό κτύπημά του, χρειαζόμαστε ἡσυχία καί προσοχή. Χρειαζόμαστε αὐτά, πού μέ τόση φροντίδα καί δύναμη καλλιεργοῦσε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὅπως καί ὅλος ὁ ὀρϑόδοξος ἡσυχασμός. Ἄν ληφϑεῖ ὑπόψη ὅτι πρωταρχικός σκοπός τῆς ζωῆς τοῦ Χριστιανοῦ εἶναι ἡ ἀπόκτηση τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ, κατανοεῖ καί τόν δυσερμήνευτο λόγο τοῦ ὁσίου Ἰσαάκ τοῦ Σύρου: «Ἀγάπησον τήν ἀργίαν τῆς ἡσυχίας, ὑπέρ τό ἐμπλῆσαι πεινῶντας ἐν κόσμῳ καί ἐπιστρέψαι πολλά ἔϑνη εἰς προσκύνησιν τοῦ Θεοῦ».

Ὁ ἡσυχασμός δέν ἀποτελεῖ κάποια περιϑωριακή ἤ καιρική ἐκδήλωση τοῦ ὀρϑόδοξου μοναχισμοῦ, ἀλλά βασική καί διαχρονική ἐπιδίωξή του. Καί ἡ ἡσυχία δέν ἔχει καμία οὐσιαστική σχέση μέ τήν ἀδράνεια ἤ τήν ἀργία. Ἡ σχέση της μέ τίς καταστάσεις αὐτές εἶναι καϑαρῶς ἐξωτερική, γιατί συνδέεται ὥς ἕνα βαϑμό μέ τήν κατάπαυση τῶν σωματικῶν ἔργων. Ὁ ἡσυχασμός ὅμως ἀποτελεῖ κατεξοχήν ἐνεργητική κατάσταση, πού γίνεται μέ κόπο καί σπουδή στό ἐσωτεριό τοῦ ἀνϑρώπου· ἀποτελεῖ τήν προϋπόϑεση γιά τήν ἀπερίσπαστη τήρηση τῆς πρώτης καί μεγάλης ἐντολῆς, τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ «ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ καί ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ καί ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ».

Αὐτό σημαίνει ὅτι καί κάϑε Χριστιανός πού ϑέλει νά τηρήσει κατά τόν πληρέστερο τρόπο τήν ἐντολή αὐτή, πού ἀποτελεῖ τό ἐφαλτήριο γιά τήν τήρηση ὅλων τῶν ἄλλων ἐντολῶν, πρέπει νά λαμβάνει ὑπόψη του τήν παράμετρο αὐτή. Μέ τήν περισυλλογή τοῦ νοῦ καί τήν ἐξέταση τοῦ ἐσωτερικοῦ του κόσμου ἀρχίζει ὁ ἄνϑρωπος νά διαπιστώνει τήν ὕπαρξη ἑνός ἀποκρουστικοῦ προσωπείου, πού δημιουργεῖται μέ τήν παρουσία τῶν παϑῶν καί τῆς ἁμαρτίας καί τόν ἀπομακρύνει ἀπό τόν Θεό. Ἡ διαπίστωση αὐτή ϑλίβει τόν ἄνϑρωπο καί τόν παρακινεῖ στήν ἀπόρριψη τοῦ προσωπείου: «Ὁπηνίκα δ᾿ ἄν ὁ νοῦς αἰσϑητοῦ παντός ἀπαναστῇ καί τοῦ κατακλυσμοῦ τῆς περί ταῦτα τύρβης ἀνακύψῃ καί κατοπτεύσῃ τόν ἐντός ἄνϑρωπον, πρῶτον μέν ἐνιδών τό προσγεγενημένον εἰδεχϑές προσωπεῖον ἐκ τῆς κάτω περιπλανήσεως, τοῦτο διά πένϑους ἀπονίψασϑε σπεύδει».

Ἡ ἀπόρριψη τοῦ ἀποκρουστικοῦ προσωπείου εἶναι ἐπίπονο ἔργο καί δέν κατορϑώνεται χωρίς τήν χάρη τοῦ Θεοῦ.῞Οπως τά φυτά, παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, πρέπει νά ὑποστοῦν τίς ταλαιπωρίες τῶν καιρικῶν μεταβολῶν, γιά νά ἀναπτυχϑοῦν καί νά καρποφορήσουν, ἔτσι καί ὁ πιστός πρέπει νά ὑπομείνει πολλές ἑκούσιες καί ἀκούσιες δοκιμασίες, γιά νά φϑάσει στήν τελειότητα. Ἐπισημαίνει μάλιστα ὅτι χωρίς τήν ὑπομονή τῶν ἀκούσιων πόνων δέν καρποφοροῦν οἱ ἑκούσιοι. Γι᾿ αὐτό χρειάζεται νά προγυμνάζεται ὁ πιστός μέ ἑκούσιους πόνους, ὥστε νά συνηϑίσει νά ἀδιαφορεῖ γιά τήν ἡδονή καί τή δόξα, καί νά ὑποφέρει εὔκολατίς ἀκούσιες προσβολές. Ὁ ταπεινός μάλιστα ἄνϑρωπος, πού ἔχει τήν πτωχεία τοῦ πνεύματος, βλέπει ὅτι τοῦ χρειάζονται τά ἰσχυρότερα φάρμακα γιά τήν μετανοία. Γι᾿ αὐτό ὄχι μόνο δέχεται πρόϑυμα κάϑε ϑλίψη καί πειρασμό, ἀλλά καί χαίρεται γι’ αὐτά, γιατί τά βλέπει ὡς φάρμακα πού ϑεραπεύουν τήν ψυχή καί καϑαρίζουν τό εἰδεχϑές προσωπεῖο του.

῞Οταν ἀποβληϑεῖ τό προσωπεῖο αὐτό, ἀποδεσμεύεται ὁ νοῦς τοῦ ἀνϑρώπου, συγκεντρώνεται ὅλος στήν καρδιά του καί ἀνυψώνεται στόν Θεό. Ἡ καϑολική αὐτή ἀναφορά τοῦ ἀνϑρώπου στόν Θεό προϋποϑέτει μακροχρόνια ἄσκηση, προσοχή καί προσευχή. Εἶναι σέ ὅλους γνωστό, πόσο γρήγορα σκορπίζει ὁ νοῦς τοῦ ἀνϑρώπου κατά τή διάρκεια τῆς προσευχῆς σέ πλεῖστα ὅσα ἄσχετα πράγματα. Εἶναι γνωστό, πόσο εὔκολα μοιράζεται ἡ καρδιά του καί στρέφονται οἱ φροντίδες καί τά ἐνδιαφέροντά του σέ ἀντικείμενα ξένα ἤ καί ἀντίϑετα πρός τόν Θεό καί τό ϑέλημά του. Καί ὅταν κάποιος εἶναι τόσο μοιρασμένος καί προσκολλημένος στόν κόσμο καί τά πράγματα τοῦ κόσμου, δέν μπορεῖ νά τηρήσει πραγματικά τήν πρώτη καί μεγάλη ἐντολή. Ἡ τήρηση τῆς ἐντολῆς αὐτῆς ἀποτελοῦσε ἐξαρχῆς τόν κύριο στόχο τοῦ μοναχισμοῦ, πού μέ τόν ἡσυχαστικό χαρακτήρα του ἐκφράζει τό πνεῦμα τῆς Ὀρϑόδοξης Ἐκκλησίας.

Ἀλλά ἡ ἐπιδίωξη αὐτή γίνεται ἰδιαίτερα προβληματική μέ τό πνεῦμα πού ἐπικρατεῖ μέσα στήν σύγχρονη κοινωνία. Ἡ ἡσυχία ὄχι μόνο ὡς ἐσωτερική ἀλλά καί ὡς ἐξωτερική ἀκόμη κατάσταση φαίνεται στήν ἐποχή μας ἀπρόσιτη. Ὁλόκληρος ὁ κόσμος ζεῖ μέσα σέ μιά γενικότερη σύγχυση, διάσπαση καί ταραχή. Ἡ ἡσυχία πού ἐπαγγέλλεται ἡ Ὀρϑόδοξη Ἐκκλησία προβάλλει στόν σύγχρονο ἄνϑρωπο περισσότερο ὡς κάποια ρομαντική οὐτοπία. Ὁ πολιτισμός τῆς ἐποχῆς μας καί τό πνεῦμα ἀπό τό ὁποῖο αὐτή κατευϑύνεται βρίσκονται σέ διαμετρικά ἀντίϑετη κατεύϑυνση. Ἡ ταπείνωση, ἡ ἄσκηση, ἡ ἑκούσια φτώχεια, τό πνευματικό πένϑος εἶναι πράγματα σχεδόν ἄγνωστα. Ἀντιϑέτως ἡ ἔπαρση, ἡ ἄνεση, ἡ κατανάλωση, ἡ ἐξωστρέφεια καί ἡ διασκέδαση προβάλλονται ὡς ὕψιστοι στόχοι. Καί αὐτά ἰσχύουν ὄχι μόνο γιά τόν ϑρησκευτικά ἀδιάφορο κόσμο, ἀλλά καί γιά τά ἴδια τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Κυριαρχεῖ ὁ κόσμος καί ἡ ἐκκοσμίκευση, ἐνῶ ἐγκαταλείπεται ὁ Θεός καί ἡ φωνή τῆς Ἐκκλησίας.

Μέ τά δεδομένα αὐτά γίνεται κατανοητή καί ἡ σημαντική ἕλξη πού ἀσκοῦν στόν δυτικό κόσμο τά ἀνατολικά ϑρησκεύματα μέ τήν ἀσκητική καί μυστικιστική τους διάσταση. Ἐδῶ ὀφείλουμε, νομίζω, νά ἐπισημάνουμε τήν ἰδιαίτερη σπουδαιότητα ἀλλά καί τήν ἐπικαιρότητα πού ἔχει γιά τόν σύγχρονο κόσμο τό πνεῦμα τοῦ ὀρϑόδοξου ἡσυχασμοῦ. Ὅταν ὁ ἄνϑρωπος γνωρίσει τό πνεῦμα αὐτό καί προσεγγίσει τήν εἰρήνη καί τήν ἐσωτερική πληρότητα πού προσφέρει, δέν εἶναι λογικό νά αἰσϑανϑεῖ τήν ἀνάγκη γιά κάτι διαφορετικό. Ἡ σωτηρία τοῦ ἀνϑρώπου εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνϑρωπος δέν εἶναι σέ ϑέση νά σώσει τόν ἑαυτό του. Καί δέν εἶναι σέ ϑέση νά σώσει τόν ἑαυτό του, γιατί δέν μπορεῖ νά δημιουργήσει ἀκατάλυτη ζωή. Παραταῦτα ἡ προσπάϑεια τοῦ ἀνϑρώπου εἶναι ἀπαραίτητη, γιά νά φανερωϑεῖ ἡ ἐλεύϑερη συγκατάϑεσή του.

Καί ἡ συμβολή του εἶναι μόνο τόση, πού ἁπλῶς ἐπιτρέπει στόν Θεό νά προσφέρει τή χάρη του καίνά τόν σώσει. Ὁ Ἄσωτος, ὅπως σημειώνεται στή σχετική παραβολή, γύρισε στόν Πατέρα, ἀλλά βρισκόταν ἀκόμα μαριά του, πρίν ἐκεῖνος βγεῖ γιά νά τόν συναντήσει. Ἔτσι καί ὁ ἄνϑρωπος πού μετανοεῖ, ἐνῶ ἐπιστρέφει στόν Θεό, βρίσκεται ἀκόμα μακριά του, πρίν ὁ Θεός συγκαταβεῖ γιά νά τόν συναντήσει. Ὁ ἄνϑρωπος καλεῖται νά ἐλέγχει τόν ἑαυτό του καί νά τόν κρίνει ἔχοντας ἐνώπιόν του τό πρότυπο τοῦ Χριστοῦ καί τά αἰτήματα τῶν ἐντολῶν του, ὥστε νά συναισϑάνεται τήν κατάστασή του, νά πενϑεῖ γιά τίς ἁμαρτίες του καί νά ταπεινώνεται. Χωρίς τήν αὐτογνωσία, τήν αὐτομεμψία καί τό πένϑος γιά τήν ἁμαρτία δέν ὑπάρχει ἡ παράκληση τῆς σωτηρίας. Τό πένϑος, μέ τό ὁποῖο ἀπομακρύνεται τό ἁμαρτωλό προσωπεῖο, συνδέεται καί συνυπάρχει πάντοτε μέ τήν πνευματική πτωχεία. Γι᾿ αὐτό καί ὁ Χριστός συνδέει στενά στούς Μακαρισμούς τά δύο αὐτά πράγματα. Τό πένϑος καί ἡ πνευματική πτωχεία δέν ἔχουν μόνο τήν ἐπώδυνη πλευρά τους πού ϑλίβει τόν ἄνϑρωπο.

Αὐτά τά ἴδια γίνονται παράγοντες ἐσωτερικῆς εἰρήνης καί χαρᾶς. Καί ὅσο περισσότερο αὐξάνει τό μακάριο αὐτό πένϑος καί ἡ πνευματική πτωχεία τοῦ πιστοῦ, τόσο περισσότερο αὐξάνει καί ἑδραιώνεται μέσα του ἡ εἰρήνη καί ἡ χαρά. Ὁ συνδυασμός στή χριστιανική ζωή τοῦ πένϑους καί τῆς πνευματικῆς πτωχείας μέ τή μακαριότητα εἶναι παράδοξος, ἀλλά καί δέν κατορϑώνεται συχνά στήν πράξη. Ἐνῶ ὅμως τό παράδοξο τοῦ συνδυασμοῦ αὐτοῦ ϑά μποροῦσε νά ϑεωρηϑεῖ καταρχήν κατανοητό, ἀφοῦ καί στό σύνολό της ἡ χριστιανική ζωή εἶναι παράδοξη γιά τόν κοσμικά σκεπτόμενο ἄνϑρωπο, στήν πράξη δημιουργεῖται πολλές φορές καί κάποιο σοβαρό λάϑος, πού ἔχει ὡς συνέπεια νά προκαλοῦνται στούς πιστούς ἀπορίες ἤ καί δημιουργοῦνται νοσηρές καταστάσεις. Κάποιος ὑπέβαλε στόν μεγάλο ἀσκητή καί μαϑητή τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου Μάρκο τόν Ἐρημίτη τήν ἀκόλουϑη ἐρώτηση:

Πῶς μπορεῖ ἕνας πού κλείσϑηκε σέ κελλί καί καϑημερινά νηστεύει, ἐγκρατεύεται, πτωχεύει, ξενιτεύεται, προσεύχεται καί ὑποφέρει πολλές ἄλλες παρόμοιες ϑλίψεις, νά φιληδονεῖ ἀπό ἀπιστία ἤ νά ἔχει πονηρούς λογισμούς; Καί ὁ ὅσιος Μάρκος ἀπήντησε: Σωστά εἶπες ὅτι κάνοντας αὐτά ὑποφέρει πολλές ϑλίψεις. Γιατί, ἄν κάναμε τίς φανερές ἀρετές πού ἀναφέραμε χωρίς ϑλίψη καί μέ χαρά, δέν ϑά ἤμασταν φιλήδονοι στόν νοῦ. Καί πρόσϑεσε: Εἶναι ἀδύνατο αὐτός πού ὑποφέρει μέ τούς σωματικούς ἀγῶνες νά μήν ἀσχολεῖται ἀνάλογα μέ τίς προσβολές τῶν πονηρῶν λογισμῶν, ὥστε νά παρηγορεῖται ἀπό τή δυσαρέσκεια πού τοῦ προκαλοῦν οἱ ἀγῶνες του. Μέ ἄλλα λόγια οἱ λογισμοί αὐτοί ἔρχονται νά ὑποκαταστήσουν τό ἔλλειμμα χαρᾶς πού δημιουργεῖται μέσα του. Ποιό εἶναι λοιπόν τό λάϑος πού γίνεται ἐδῶ;

Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἁπλή. Πραγματοποιεῖται χριστιανική ἄσκηση χωρίς τό πνεῦμα τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι πνεῦμα χαρᾶς καί ἐλευϑερίας. Μέ αὐτόν τόν τρόπο παρεμηνεύεται τό πραγματικό νόημα τῆς ἀσκήσεως καί δημιουργεῖται στόν πιστό ἕνα σοβαρό πνευματικό ἔλλειμμα χαρᾶς. Ἡ χριστιανική ἄσκηση δέν εἶναι ποτέ αὐτοσκοπός. Εἶναι πορεία πρός τόν Χριστό καί τήν ἐν Χριστῷ ἐλευϑερία, πού δέν δημιουργεῖ ϑλίψη ἤ πικρία, ἀλλά εὐτυχία καί χαρά. Ὅταν ὁ ἄνϑρωπος ἀγωνίζεται γιά τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν καί τήν ἀποφυγή ἀπό τήν ἁμαρτία, τότε καί ὁ Θεός προσφέρει τή χάρη του καί τόν ἐνισχύει. Ἔτσι ἀπομακρύνονται τά πάϑη, ἀποκαϑίσταται ἡ εἰρήνη τῶν λογισμῶν καί καλλιεργεῖται ἡ ταπείνωση, ἀπό τήν ὁποία γεννιέται καί μέ τήν ὁποία διατηρεῖται κάϑε ἀρετή. Ἡ ταπείνωση καί ἡ εἰρήνη τῶν λογισμῶν ἀποτελοῦν κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ τόν νοητό χῶρο, μέσα στόν ὁποῖο ἀναπτύσσονται τά διάφορα εἴδη τῆς ἀληϑινῆς ἀρετῆς. Στό κέντρο ὑψώνεται τό βασίλειο τῆς ἀγάπης, πού ἔχει στά πρόϑυρά του «τό προοίμιον τοῦ μέλλοντος αἰῶνος», τήν ἀνεκλάλητη καί ἀναφαίρετη χαρά.

Ἡ ὕπαρξη ἐλλείμματος χαρᾶς στή χριστιανική ζωή μαρτυρεῖ ἐκκοσμίκευση καί παραποίησή της. Ἀποκαλύπτει παραϑεώρηση τῆς χαρισματικῆς διαστάσεως πού καλλιεργεῖται μέ τήν τήρηση τῆς πρώτης καί μεγάλης ἐντολῆς, τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό. Χωρίς τήν ἀγάπη αὐτήν, πού ἀποτελεῖ πηγή χαρᾶς καί ἐμπνεύσεως γιά τόν πιστό, οἱ ἀσκητικοἰ ἀγῶνες γίνονται δύσκολοι καί μαρτυρικοί. Ἀντίϑετα, ὅταν προτάσσεται ἡ ἀγάπη αὐτή, τότε καί οἱ ἐκ τῶν πραγμάτων δύσκολοι ἤ καί μαρτυρικοί ἀκόμα ἀγῶνες μποροῦν νά γίνονται ἀφορμές χαρᾶς. Αὐτό διδάσκει ἡ ἱστορία τῶν ἁγίων καί τῶν μαρτύρων τῆς Ἐκκλησίας

Μέ τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό «ἐξ ὅλης τῆς καρδίας καί ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας καί ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος» διανοίγεται ὁ ἄνϑρωπος στήν ϑεία ἀπειρότητα. Ἑνώνεται μέ τόν Τριαδικό Θεό, γίνεται Χριστός κατά χάρη καί ἀγκαλιάζει ὁλόκληρη τήν ἀνϑρωπότητα, ὅπως καί ὁ Χριστός. Βέβαια αὐτό κατορϑώνεται καί βιώνεται μόνο προκαταρκτικά στόν παρόντα κόσμο, γιά νά τελειωϑεῖ στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ ὅλοι οἱ πιστοί ϑά γίνουν ἕνα κατά τό πρότυπο τῆς Ἁγίας Τριάδος καί ϑά εἰσέλϑουν σέ ἀτελεύτητη τελειότητα. Κάϑε δώρημα τοῦ Θεοῦ, λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἔχει δυναμικό χαρακτήρα. Εἶναι τέλειο ἀλλά ὄχι τελειότατο. Καί δέν εἶναι τελειότατο, γιά νά αὐξάνει ἐπ’ ἄπειρο. Ἡ ἔφεση τοῦ ἀνϑρώπου εἶναι νά προκόβει ἀδιάκοπα. Καί ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ πού παρέχεται στόν ἄνϑρωπο τόν δυναμώνει καί τόν καϑιστᾶ διαρκῶς δεκτικότερο μεγαλύτερης χάριτος. Ἀλλά καί ὁ Θεός πού προσφέρει τόν ἑαυτό του στόν ἄνϑρωπο εἶναι ἄπειρος καί παρέχει «δαψιλῶς καί ἀφϑόνως» τήν χάρη του. Τί ἀπομένει λοιπόν, λέει ὁ Παλαμᾶς, γιά νά μήν προκόβουν ἐπ’ ἄπειρο στήν μετοχή τῆς χάριτος οἱ «υἱοί τοῦ μέλλοντος αἰῶνος»; 

Γεώργιος Ἰ. Μαντζαρίδης
Ἀριστοτελείο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεολογική Σχολή, Θεσσαλονίκη

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...