/*--

Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

Γιά τόν θάνατο πού ἔρχεται. Γιά τόν θάνατο πού ἦλθε

   
Α.Ὁ θάνατος πού ἔρχεται ἀπό μία σοβαρή ἀρρώστια κάνει τόν ἄνθρωπο μελλοθάνατο. Θεωρητικά τό ἤξερε πάντα, ἀλλά τώρα τό βλέπει νά πλησιάζει. Καί τότε ὅλα παίρνουν ἄλλους χρωματισμούς καί ἄλλο νόημα.

Ἔχει περιγραφεῖ τό φαινόμενο τοῦ προπαρασκευαστικοῦ θρήνου, ὡς προετοιμασίας γιά τό ἐπικείμενο τέλος. Ὁ ἄρρωστος, ἀλλά καί οἱ κοντινοί του ἄνθρωποι, μέ αὐτόν θρηνοῦν γιά ὅσα δέν θά γίνουν, γιά τά ὄνειρα πού ματαιώθηκαν, γιά μία καθημερινότητα, πού θά εἶναι στό ἑξῆς διαφορετική. Θρηνοῦν γιά τήν στέρηση καί τήν ἀπουσία, ‘προπονοῦν’ δηλαδή τόν ἑαυτό τους γιά μετά, πού ὅλα θά εἶναι διαφορετικά. Συνήθως αὐτό παρατηρεῖται ἐπί ὑποτροπῆς τῆς νόσου, ὄχι στήν ἀρχική φάση, ὅπου ἀκόμη ἐπικρατεῖ ἡ ἐλπίδα. Πρόκειται γιά φυσιολογική καί ἀπαραίτητη διαδικασία. 

Μερικοί ἄνθρωποι, ὅμως, δέν ἀντέχουν νά κάνουν τόν προπαρασκευαστικό θρῆνο εὐθέως, δηλαδή μέ λόγια καί συναισθήματα. Ἤ ἁπλά νομίζουν, φοβοῦνται ὅτι δέν θά τόν ἀντέξουν. Ἔτσι, εἴτε ὡς ἄρρωστοι εἴτε ὡς συγγενεῖς, καταφεύγουν (ἀσυνείδητα, βέβαια) σέ ἄλλες λύσεις: ἀποφυγή τῆς ἀλήθειας (δέν θέλουν νά ξέρουν), ἐπιθετικότητα πρός τούς οἰκείους ἤ πρός τό προσωπικό, ἐθιστικές τάσεις (κάπνισμα, ἀλκοόλ, τηλεόραση, διαδίκτυο), ξεσπάσματα καί ἀχαλίνωτη συμπεριφορά ὡς καταφύγιο γιά τήν ἁπάλυνση τοῦ ψυχικοῦ πόνου. Στήν οἰκογένεια τοῦ μελλοθάνατου ἐπικρατεῖ, φυσικά, θλίψη, ἡ ὁποία ἐνίοτε μετατρέπεται σέ κατάθλιψη. Τό κλίμα γίνεται βαρύ καί οἱ προηγούμενες ἰσορροπίες ἀνατρέπονται. 

Τότε οἱ ἄνθρωποι αἰσθάνονται τήν ἀμφιταλάντευση νά θέλουν καί νά μή θέλουν νά προσεγγίσουν τόν ἄρρωστο. Ἐνοχές ἔρχονται στήν ἐπιφάνεια γιά ὅσα δέν πρόσφεραν μέχρι τώρα ὡς γονεῖς, παιδιά, σύζυγοι. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι αὐτή ἡ πορεία πρός τό τέλος ἀπορροφᾶ τήν ἐνέργεια τῶν οἰκείων, ἔτσι ὥστε πολλές ἀλλαγές δέν γίνονται ὁρατές τή στιγμή ἐκείνη. Μόνο ἐκ τῶν ὑστέρων ὁμολογεῖ κανείς «αὐτή ἡ ἀρρώστια του/της ... μέ ἄλλαξε». Ἀπό τίς πλέον συνήθεις παρενέργειες τῆς χρόνιας καταληκτικῆς ἀρρώστιας καί τῆς φροντίδας πού αὐτή ἀπαιτεῖ εἶναι ἡ παραμέληση τῶν παιδιῶν. 

Ἐνδέχεται νά περάσουν χρόνια ἐξέλιξης τῶν παιδιῶν καί τῶν ἐφήβων καί οἱ γονεῖς τους νά μήν ἔχουν ἀντιληφθεῖ τίς ἀλλαγές τους, ἤ τί βιώνουν μέσα τους, ἐπειδή ἀπορροφήθηκαν ἀπό τήν φροντίδα τοῦ ἄρρωστου (συζύγου, παπποῦ, γιαγιᾶς, θείου, θείας). Ἤ ἀπό τήν φροντίδα τοῦ ἄλλου (ἄρρωστου) παιδιοῦ κάποτε... Ἀκόμη μπορεῖ νά ἐμφανιστοῦν συγκρούσεις μεταξύ τῶν γονέων μέ ἀφορμή τήν βαρειά ἀρρώστια τοῦ παιδιοῦ τους, ἐπειδή χάνεται ἡ ἰσορροπία τοῦ ζευγαριοῦ. Μετά τόν θάνατο τοῦ παιδιοῦ, ἐπίσης, ἔχουν παρατηρηθεῖ χωρισμοί, ἀφοῦ ἐξέλιπε ἐκεῖνο πού τούς ἕνωνε. Ἀλλά καί συγκρούσεις μεταξύἀδελφῶν ἔχουν συμβεῖ, καθώς φροντίζουν τόν σοβαρά ἄρρωστο γονέα, στή βάση ἑνός ἀνεπίγνωστου ἀνταγωνισμοῦ, μέ ρίζες στήν παιδική ἡλικία, ποιό παιδί θά ἀποδειχθεῖ ‘καλύτερο’ ὥστε νά ἀποσπάσει τήν εὔνοια τοῦ πατέρα ἤ τῆς μητέρας. Οἱ ἐνοχές ὁδηγοῦν σέ ὑπερβολές κατά τή φροντίδα τοῦ ἀσθενῆ. Αὐτά ὅλα, ὅμως, στό τέλος ἀπομακρύνουν τούς ἐμπλεκομένους ἀπό τό νά συμπαρασταθοῦν στίς πραγματικές ἀνάγκες τοῦ ἀσθενῆ. Στίς δυσκολίες αὐτές τίς ὁποῖες προκαλοῦν τό ἄγχος καί ἡ ἀμηχανία ἐντάσσεται καί τό πολιτισμικό χαρακτηριστικό τῆς κοινωνίας μας νά ἀποκρύβεται ἡ ἀλήθεια ἀπό τόν ἀσθενῆ. Πρόκειται γιά μία τακτική πού ὑποτιμᾶ τή νοημοσύνη τῶν ἀνθρώπων καί τούς ἐμποδίζει ἀπό τό νά προετοιμαστοῦν κατάλληλα γιά τό ἐπερχόμενο τέλος. Στήν πραγματικότητα δικές μας ἀνασφάλειες τακτοποιοῦμε ἔτσι, δέν τό κάνουμε γιά τό καλό του ἀρρώστου (ἐκτός ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων). Τό παιδί, καθώς μέ τό παιγνίδι παρουσιάζει στιγμές χαρᾶς, εἶναι πιθανό νά ξεγελάσει τούς μεγάλους ὅτι ὅλα πᾶνε καλά. Ἐν τῷ μεταξύ, ὅμως, ‘ρουφᾶ’ τήν ἀτμόσφαιρα τῆς οἰκογένειας καί ἐπηρεάζεται ἀντίστοιχα. Εἶναι σημαντικό νά ὑπάρχει ἀνοικτή ἐπικοινωνία τῶν γονέων μέ τό παιδί, ὅπως ἐπίσης καί νά ἀκούσει τή διαβεβαίωση ὅτι θά εἶναι δίπλα τους κάποιος μεγάλος ὅ,τι καί ἄν συμβεῖ. Ὁ ἔφηβος, ἀπό τήν ἄλλη, κρύβει συχνά τά συναισθήματά του, ὥστε νά μή φανεῖ ἀδύναμος ἤ ἀνώριμος, περιοριζόμενος ἔτσι νά ἐκφράζεται μέ ἔμμεσα συμπτώματα (συνήθως παραβατικότητα ἤ ψυχοσωματικά). Σέ περιπτώσεις ὅπου ἡ βαρειά ἀρρώστια τοῦ συγγενοῦς κράτησε πολλά χρόνια, ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού ἔχασαν ἐξαιτίας της τήν παιδική ἤ τήν ἐφηβική τους ἡλικία. Μεγάλες ὑπηρεσίες προσφέρουν ἐκεῖνοι οἱ συγγενεῖς, πού θά ἀναλάβουν νά στηρίξουν τό παιδί, νά παίξουν μαζί του, νά τό ἀκούσουν, καθώς θά τούς λέει τά νέα του καί τούς προβληματισμούς του καί νά τοῦ ἐξασφαλίσουν μία φυσιολογική ροή καθημερινότητας. Ὁ ἄρρωστος πού βαίνει πρός τό τέλος δέν ἔχει μόνο νά ἀντιμετωπίσει τόν κόσμο πού χάνει. Ἔχει νά ἔλθει κατά πρόσωπο μέ ἐκεῖνο στό ὁποῖο πορεύεται, πού εἶναι ἄγνωστο γιά ὅλους. Μέ ἕναν κόσμο γιά τόν ὁποῖο δέν ξέρει τίποτε, γιά τόν ὁποῖο μόνο ἡ πίστη μπορεῖ νά τόν πληροφορήσει. Μία πίστη ὅτι θά παραδοθεῖ σέ Κάποιον τόν Ὁποῖο ἀγαπᾶ καί ὁ Ὁποῖος τόν ἀγαπᾶ. Ἔτσι ἐξηγεῖται ἡ διαφορά πού συχνά παρατηρεῖται ὡς πρός τούς πιστούς καί ἡ ἠρεμία μέ τήν ὁποία βαδίζουν πρός τό τέλος. (Ἄν καί δέν εἶναι ἀρκετή ὁποιαδήποτε πίστη γιά νά ἐξασφαλίσει ἠρεμία, ἐξαρτᾶται πόσο βαθιά ἔχει ἐσωτερικευθεῖ ἡ πίστη, πόσο γνήσια προσωπική σχέση ἔχει ἐγκατασταθεῖ μέ τόν Χριστό). Γιά ἀρκετούς συνανθρώπους μας ἡ θανατηφόρος ἀρρώστια ἔκανε τή διαφορά ἀνάμεσα στό ‘γνωρίζω γιά τόν Χριστό’ καί ‘γνώρισα τόν Χριστό’... 

Ἀνεξάρτητα ἀπό τήν ὑπαρξιακή καί θεολογική διάσταση, ἡ κατάσταση τοῦ μελλοθάνατου ἐνδέχεται νά ὁδηγήσει σέ μία νέα ὅραση τοῦ κόσμου. Πολλοί ἄρρωστοι μέ βαρειές παθήσεις πού ἀπειλοῦν τή ζωή δηλώνουν ὅτι δι’ αὐτῶν ἀνακάλυψαν τή ζωή ἀπό τήν ἀρχή. Καί ἐδῶ παρατηρεῖται τό παράδοξο νά ἐκτιμᾶ κάποιος τήν ἁπλή καθημερινότητα καί τά κοντινά του πρόσωπα καί τήν ὀμορφιά τῆς φύσης, μόνο τή στιγμή πού συνειδητοποιεῖ ὅτι σύντομα θά τά χάσει. Σάν κάτι νά τόν ἐμπόδιζε τόσο καιρό. 

Μᾶλλον ἦταν ἡ μανιώδης καθήλωση τῆς ματιᾶς στό ἑπόμενο, στό προσδοκώμενο πού δῆθεν ‘θά εἶναι καλύτερο’... Ἀλλά καί πόσες συμφιλιώσεις δέν ἔχουν συμβῆ τίς ὧρες πού ὁ θάνατος εἶναι κοντά! Πόσα προσωπεῖα σκληρότητας ἤ σπουδαιοφάνειας δέν ἔχουν πέσει ὥστε οἱ καρδιές νά μαλακώσουν καί νά πλησιάσουν μεταξύ τους μέ ἀγάπη! Ἡ συμφιλίωση ἀνοίγει τή δυνατότητα νά διορθωθοῦν λάθη καί παραλείψεις τοῦ παρελθόντος. Τό σπουδαιότερο, ἀνοίγεται ὁ δρόμος πρός τή μετάνοια, δηλαδή τή συμφιλίωση μέ τόν Θεό. Ἡ συνειδητοποίηση ὅτι ἔχουμε ὅρια μᾶς κάνει ταπεινότερους. Τελικά ἡ θανατηφόρος νόσος πάντοτε δοκιμάζει καί τόν ἀσθενῆ καί τούς οἰκείους του, ὄχι μόνο λόγω τοῦ πόνου καί τῶν ματαιώσεων πού φέρνει, ἀλλά ἐπειδή μᾶς θυμίζει ὅτι δέν ἐλέγχουμε πλήρως τή ζωή μας. Σέ παλαιότερες ἐποχές, πού οἱ ἄνθρωποι δέν εἶχαν τήν ἀπαίτηση νά ἀσκοῦν τόσο ἔλεγχο στή ζωή τους, ἡ ἀντιμετώπιση τῆς ἀρρώστιας ἦταν πιό φυσική. Σήμερα, μέ τήν ἐμμονή στήν αὐταπάτη τοῦ ἐλέγχου, ἡ θανατηφόρα ἀρρώστια γιά πολλούς ἀποτελεῖ ἀνυπέρβλητο σκάνδαλο, ταυτόχρονα ὅμως καί λυδία λίθο πάνω στήν ὁποία δοκιμάζεται ἡ ἀνθρωπιά μας

.B.Ὁ θάνατος πού ἤδη ἦλθε φέρνει τόν ἄνθρωπο, πού ἔμεινε πίσω, στήν πραγματικότητα, πού λέγεται πένθος. Καί εἶναι μέν εὔλογος ὁ θάνατος ὡς κοινός προορισμός, ἀλλά ταυτόχρονα καί ἀταίριαστος ὡς πρός αὐτό γιά τό ὁποῖο πλάστηκε ὁ ἄνθρωπος. Ἔτσι δημιουργεῖ ἕνα τραῦμα ὑπαρξιακό καί ψυχολογικό τό ὁποῖο ζητᾶ ἐπούλωση. Ἡ πλήρης ἴασή του βέβαια θά γίνει μέ τήν βίωση τῆς Ἀνάστασης. Ἡ βοήθεια πρός τόν πενθοῦντα πρέπει νά ἔχει ἦθος τέτοιο πού νά μαρτυρεῖ γιά τήν Ἀνάσταση, ὅμως καλεῖται νά συμπαρασταθεῖ καί στήν ἐπούλωση τοῦ ψυχικοῦ τραύματος ἐδῶ καί τώρα. Τί δυσκολεύει τήν ἐπούλωση; Οἱ κακές σχέσεις τοῦ πενθοῦντος μέ τόν ἐκλιπόντα, ἰδίως ἄν δέν συμφιλιώθηκαν. Δέν ἀποκλείεται νά ἐμφανιστοῦν τύψεις ὅτι συνετέλεσε στόν θάνατο μέ κάποια κακή συμπεριφορά του, κάτι συνηθισμένο περισσότερο στά παιδιά. Ἀλλά καί τό ἀντίθετο ἐπίσης, οἱ παθολογικά στενές (ἐξαρτητικές) σχέσεις μέ τόν ἐκλιπόντα, ἀφοῦ ὁ πενθῶν δέν ἔχει μπορέσει νά ἀναπτύξει αὐτοδυναμία καί τώρα κινδυνεύει νά καταρρεύσει. Ὅταν δέν μπορεῖ νά ἐπουλωθεῖ τό τραῦμα, γίνεται προβληματικό τό πένθος. Αὐτό ἐνδέχεται νά ὁδηγήσει σέ κατάθλιψη ἤ (τό ἀντίθετο) σέ ἄμυνες. Εἶναι ἀκριβῶς τά δυό ἄκρα πού χρειάζεται νά ἀποφύγει ἡ πενθοῦσα οἰκογένεια: εἴτε ἡ σκιά τοῦ νεκροῦ πέφτει πάνω σέ ὅλους καί τό σπίτι γίνεται σάν μαυσωλεῖο καί οἱ ἐπιζῶντες νοιώθουν ἐνοχές, ἄν πάρουν κάποια χαρά πλέον στή ζωή τους, εἴτε μέ ψεύτικο τρόπο παριστάνουν σάν νά μή συνέβη ὁ θάνατος καί δέν μιλοῦν ποτέ γι’ αὐτόν πού ἔχασαν. Φανερά παθολογικό εἶναι καί τό πένθος ὅσων δηλώνουν ὅτι δέν θέλουν νά σταματήσουν νά πονοῦν, καί τοῦτο ἐπειδή νομίζουν ὅτι ἔτσι μόνο θά κρατήσουν στή μνήμη τούς τόν νεκρό ἀλλιῶς θά
τόν ξεχάσουν. Στή φάση αὐτή τοῦ πένθους χρειάζεται νά προσεχθεῖ καί ἡ συμπεριφορά τῶν συγγενῶν. Ἔχουν τή δύναμη νά στηρίξουν καθοριστικά, ἀλλά ἐνδέχεται μέ ἀκατάλληλες παρεμβάσεις νά ὁδηγήσουν σέ κατάλυση τῶν ὁρίων τῆς οἰκογένειας. Ἀντίθετα τώρα, ποιοί παράγοντες συμβάλλουν στήν ἐπούλωση; 

Ἡ δυνατότητα τῆς ἔκφρασης, δηλαδή νά ἐπιτρέπεται οἱ ἄνθρωποι νά μιλήσουν γι’ αὐτό πού νοιώθουν, ἀφοῦ καί μόνο νά ἐκφρασθεῖ κανείς λειτουργεῖ θεραπευτικά. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ ἀπελευθέρωση ἀπό τήν ὑποχρέωση νά κρύβεις τά συναισθήματά σου ‘γιά νά μή στενοχωρήσεις’ κάποιους. Τό νά κλάψει κανείς γιά ἐκεῖνον πού ἔφυγε εἶναι φυσιολογικό καί ἀπαραίτητο. Ἀκόμη, βοηθᾶ τό νά ὑπάρχουν κατάλληλα πρόσωπα γιά συμπαράσταση. Τέλος, ἡ βαθειά πίστη καί ἡ συμμετοχή στά Μυστήρια (καί ὄχι ἡ παράλογη καί ἀντιχριστιανική τακτική νά ἀπέχει ὁ πενθῶν ἀπό τήν ἐκκλησία). Κάποιοι κίνδυνοι πού πρέπει νά ἐπισημανθοῦν ἐδῶ εἶναι ὅτι ἐνδέχεται νά ἀπομακρυνθοῦν ἀπό τήν πενθοῦσα οἰκογένεια ὁρισμένοι συγγενεῖς καί φίλοι πού δέν ἀντέχουν τό πένθος γιά δικούς τους λόγους, ὁπότε νά τήν ἀφήσουν ἀβοήθητη. Ἀκόμη, τό ἀντίθετο: νά συχνάζει κανείς στούς πενθοῦντες ἀλλά φλυαρώντας, μέ στόχο νά κατασιγάσει τό δικό του ἄγχος, ὁπότε γίνεται κουραστικός. Εἶναι πολύ σημαντικό νά μάθουμε νά ἀκοῦμε χωρίς νά δίνουμε πάντα κάποια λύση ἤ συμβουλή. Ὡς πρός τά παιδιά πού στερήθηκαν κάποιο γονέα ἤ ἀδελφάκι, εἶναι σημαντικό νά σεβαστοῦμε τίς δυνάμεις τοῦ παιδιοῦ καί νά μήν περάσουμε σέ ὑπερπροστασία. Τό παιδί δέν πρέπει νά ἀχρηστευθεῖ ἀλλά νά βοηθηθεῖ νά ἀνακαλύψει τίς δυνατότητές του. Ὅταν τά παιδιά ρωτοῦν ποῦ πῆγε ὁ νεκρός, τούς ἐξηγοῦμε ὅτι τό σῶμα του μπῆκε στόν τάφο καί ἡ ψυχή του βρίσκεται κοντά στόν Θεό, μαζί μέ τούς ἁγίους, καί ὅτι κάποτε θά συναντηθοῦμε, ὅταν θά ἀναστηθοῦν ὅλοι. Ποτέ δέν λέμε στά παιδιά ὅτι ὁ Θεός πῆρε κάποιον, ἀφοῦ καί θεολογικά δέν εὐσταθεῖ. Τά παρακινοῦμε ἐπίσης νά προσεύχονται γιά τόν νεκρό δικό τους ἄνθρωπο.

τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Βασιλείου Θερμοῦ

πηγή : H ΟΔΟΣ 

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...