/*--

Τρίτη, 8 Οκτωβρίου 2013

Ὁ λόγος τοῦ ἱερέα μέσα στό θόρυβο τοῦ σύγχρονου κόσμου

                             
Ο τίτλος τῆς εἰσήγησης «Ὁ λόγος τοῦ ἱερέα μέσα στό θόρυβο τοῦ σύγχρονου κόσμου», θέλει νά δηλώσει ἐξαρχῆς τίς δυσκολίες πού ἀντιμετωπίζει σήμερα ὁ ἐκκλησιαστικός λόγος, μέσα σ’ ἕνα κόσμο θορύβου, πολυπραγμοσύνης, σύγχυσης, ἐξωστρέφειας, ἀντιπνευματικότητας, ἕναν κόσμο ὅπου θριαμβεύει τό βασίλειο τοῦ Καίσαρος ἐπί τοῦ βασιλείου τοῦ Πνεύματος, ἕναν κόσμο πού μοιάζει νά ἀκολουθεῖ τό παράδειγμα τοῦ ἄφρονος πλουσίου καί ὄχι τοῦ συνετοῦ οἰκονόμου.

Τό θέμα εἶναι μεγάλο, μέ ποικίλες παραμέτρους καί ἐξακτινώσεις και για το λόγο αυτό θα προσπαθήσω νά ξεδιπλώσω (μέ τή βοήθεια καί τή χάρη τοῦ Θεοῦ) μερικές μόνο πτυχές του, περισσότερο ὡς ἕνα ταπεινό προσωπικό προβληματισμό, τόν ὁποῖο θά ἐκθέσω, κυρίως ὡς ἀφορμή γιά περαιτέρω σκέψεις. Στήν ἀρχή θά παρουσιάσω μέ πολλή συντομία κάποια ἱστορικά στοιχεῖα, γιά νά ἔλθω στή συνέχεια στή σύγχρονη πραγματικότητα καί νά ἐξετάσω πῶς ἀκούγεται στ’ αὐτιά καί σέ ποιό βαθμό λειτουργεῖ ὁ ἐκκλησιαστικός λόγος στήν καρδιά καί στό νοῦ τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου, γιά νά καταλήξω σέ κάποιες σκέψεις γιά τό τί χρειάζεται νά γίνει σήμερα ἀπό τόν ἱερέα καί τό θεολόγο. Ὁ ἀείμνηστος Μητροπολίτης Κοζάνης Διονύσιος εἶχε γράψει: «Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι παρά αὐτά τά δύο, ὁ ἄμβωνας καί ἡ ἁγία τράπεζα, ἡ ἱερουργία τοῦ λόγου καί ἡ Λειτουργία τῶν Θείων Μυστηρίων». Καί στή χειροτονία τοῦ ἱερέα ζητεῖται ἀπό τό Θεό νά γίνει ὁ ἱερέας ἄξιος «ἱερουργεῖν τόν λόγον τῆς ἀληθείας». Σύμφωνα μέ τά παραπάνω, τό κήρυγμα τοῦ θείου λόγου καί ὁ εὐαγγελισμός τοῦ λαοῦ εἶναι μιά «ἱερουργία» ἀνάμεσα στίς ἄλλες πού ἐπιφορτίζεται ὁ πρεσβύτερος. Αὐτή ἡ σχέση διδαχῆς καί Θ. Λειτουργίας ἴσχυε ἀπό τήν πρωτοχριστιανική ἤδη λατρεία. Ὑπάρχουν ἀρκετές ἀναφορές στά πρωτοχριστιανικά κείμενα ἀπό τίς ὁποῖες καταδεικνύεται αὐτή ἡ σχέση κηρύγματος-λατρείας, τό ὁποῖο μάλιστα ἦταν μιά ἀπό τίς βασικές πτυχές τῆς ἀρχιερατικῆς διακονίας, πάνω στήν ὁποία θεμελιωνόταν ἡ ἐκκλησιαστική ἑνότητα, ὡς ἑνότητα δηλαδή λατρευτική-εὐχαριστιακή καί ἑνότητα ἀληθείας καί πίστεως, ἡ ὁποία ἀποκαλύπτεται στό κήρυγμα, ὅπως σημειώνει ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος: «Τοῦτο τό κήρυγμα παρειληφυία καί ταύτην τήν πίστιν…ἡ Ἐκκλησία, καίπερ ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ διεσπαρμένη, ἐπιμελῶς φυλάσσει, ὡς ἕνα οἶκον οἰκοῦσα. Καί ὁμοίως πιστεύει τούτοις, ὡς μίαν ψυχήν καί τήν αὐτήν ἔχουσα καρδίαν, καί συμφώνως ταῦτα κηρύσσει, καί διδάσκει καί παραδίδωσιν, ὡς ἕνα στόμα κεκτημένη». Τονίζω ἰδιαίτερα αὐτή τή σχέση τοῦ κηρύγματος μέ τή Θ. Λειτουργία, διότι ἡ τελευταία ἀποτελεῖ τό κέντρο τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας καί χωρίς αὐτήν ἤ ἔξω ἀπό αὐτήν κάθε ἄλλο ἔργο τῆς Ἐκκλησίας ἐκκοσμικεύεται καί χάνει τό ἀμιγῶς ἐκκλησιαστικό του νόημα. Αὐτή ἡ παράδοση διατηρήθηκε καί στή συνέχεια καί μάλιστα ἐπικυρώθηκε καί ἀπό τό 19ο κανόνα τῆς Στ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, σύμφωνα μέ τόν ὁποῖο: «Δεῖ τούς τῶν Ἐκκλησιῶν προεστῶτας ἐν πάσαις ταῖς ἡμέραις, ἐξαιρέτως δέ ταῖς Κυριακαῖς, πάντα τόν κλῆρον καί τόν λαόν ἐκδιδάσκειν τούς τῆς εὐσεβείας λόγους». Τό κήρυγμα δέν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό τή «χειραγώγηση πρός τό μυστήριο τῆς ἡ χειραγώγηση αὐτή εἶναι ἔννοια ταυτόσημη μέ τή «μυσταγωγία». Μάλιστα τά μυσταγωγικά αὐτά κηρύγματα τῶν Πατέρων «συνιστοῦσαν τή μεταβαπτισματική κατήχηση καί εἰσῆγαν τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας στήν Εὐχαριστία». Τό κήρυγμα, δηλαδή ἡ διδαχή τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, συνδέθηκε ἔτσι μέ τήν κατήχηση καί τό φωτισμό τοῦ λαοῦ πάνω στά θέματα τῆς πίστης καί τῆς κατά Χριστόν ζωῆς καθώς καί μέ τή διάδοσή τους στούς λαούς πού δέν εἶχαν γνωρίσει ἀκόμη τό Εὐαγγέλιο, δηλαδή μέ αὐτό πού σήμερα ὀνο-μάζουμε «ἱεραποστολή», ἀφοῦ τό θέλημα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης εἶναι ἡ σωτηρία ὅλων των ἀνθρώπων, μέ τελικό σκοπό νά γίνει ὁ Θεός «τά πάντα ἐν πᾶσι».Τήν ἔννοια τῆς ἱεραποστολῆς τήν ἔχουμε συνδέσει στή συνείδησή μας κυρίως μέ τή διάδοση τοῦ  Ε ὐ α γ γ ε λ ί ο υ  στούς μή χριστιανικούς λαούς καί γι’ αὐτό μιλᾶμε γιά «ἐξωτερική ἱεραποστολή». Ὡστόσο, πέραν αὐτῆς, ὑπάρχει, ὅπως εἶναι γνωστό, καί ἡ ἐσωτερική ἱεραποστολή, μέ τήν ὁποία ἐννοοῦμε τό κηρυκτικό ἔργο καί τήν ὅλη συναφῆ δραστηριότητα τῆς Ἐκκλησίας πρός τούς βαπτισμένους μέν ἀλλά εὑρισκομένους σέ χαλαρή σχέση μέ τήν Ἐκκλησία ἤ αὐτούς πού ἔχουν παντελῶς ἀποκοπεῖ ἀπό αὐτήν. Ἡ ἐσωτερική ἱεραποστολή δέν ἔχει σαφῶς περιγεγραμμένο ἀντικείμενο, ἀφοῦ συχνά συγχέεται μέ τό κατηχητικό καί τό ποιμαντικό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας. Πιστεύω, ὡστόσο, ὅτι καταρχήν τό γεγονός αὐτό δέν συνιστᾶ μειονέκτημα, ἀφοῦ δείχνει τήν ἑνότητα τοῦ ἔργου πού ἔχει νά ἐπιτελέσει ὁ ἱερέας, καί ὅτι ὁ χωρισμός σέ τομεῖς καί «εἰδικότητες» μπορεῖ νά ταιριάζει στίς κοσμικές ἐργασίες γιά τήν αὔξηση τῆς παραγωγικότητας, δέν ἰσχύει ὅμως τό ἴδιο καί στή διακονία τοῦ ἔργου τῆς σωτηρίας, πού ὑπηρετεῖ τόν ἄνθρωπο, τόν ὁποῖο ἀντιμετωπίζει ὡς ψυχοσωματική καί πνευματική ὁλότητα. Θά πρέπει, ὡστόσο, νά ποῦμε ὅτι πάντοτε ἡ προσπάθεια τῆς Ἐκκλησίας νά προσεγγίσει τόν ἄνθρωπο, νά τόν διδάξει, νά τόν φωτίσει, νά τόν κατευθύνει πρός τήν «κατ’ἀλήθειαν» ζωή, νά τόν ὁδηγήσει στούς κόλπους της καί νά τόν ἑνώσει μέ τό Χριστό καί τούς ἀδελφούς του διά τοῦ κοινοῦ Ποτηρίου λάμβανε διάφορες μορφές, δέν ἦταν κάτι τό στατικό. Ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, «οὐ μήν ὁ τῆς διδασκαλίας λόγος ἐπί πάντων ἁρμόσει τῶν προσιόντων τῷ λόγῳ ...κατά γάρ τό εἶδος τῆς νόσου καί τόν τρόπον τῆς θεραπείας προσαρμοστέον». Ὅλα τά παραπάνω ἔδωσαν, νομίζω,λίγα ἀπαραίτητα στοιχεῖα, ὥστε νά θυμηθοῦμε ὅτι τό διδακτικό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας εἶναι θεμελιωμένο πάνω στήν Κ. Διαθήκη καί στήν ἀποστολική παράδοση καί ὅτι αὐτῆς τῆς παράδοσης συνεχιστές εἶναι κυρίως οἱ ἱερεῖς. Ἔγινε ἐπίσης ἀντιληπτό ὅτι τό κίνητρο γιά τήν ἀποστολή αὐτή τοῦ εὐαγγελισμοῦ τοῦ λαοῦ εἶναι ἡ ἀγάπη, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο, ἡ φιλανθρωπία Του, τῆς ὁποίας μιμητές εἶναι (ἤ πρέπει νά εἶναι) ὅλοι ὅσοι διακονοῦν τό ἐκκλησιαστικό ἔργο, δηλαδή τό ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Πρόκειται γιά τήν πρώτη καί κύρια ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας, γιά τό βασικό της σκοπό. Ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἀποστόλων, εἶναι Ἐκκλησία ἀποστολική, ὅπως ὁμολογοῦμε στό Σύμβολο τῆς Πίστεως. Τοῦτο δέν σημαίνει μόνο ὅτι εἶναι θεμελιωμένη στήν γνήσια ἀποστολική διδασκαλία καί συνεχίζει ἀδιάσπαστα τήν ἀποστολική παράδοση, ἀλλ’ ὅτι εἶναι μιά Ἐκκλησία σέ ἀποστολή, εἶναι μιά ἀπεσταλμένη Ἐκκλησία, ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀποστολή καί αὐτή «ἡ ἀποστολή ἀποτελεῖ τήν ἴδια τήν οὐσία της καί τήν ἴδια τή ζωή της». Καί τί σημαίνει αὐτό; 

Σημαίνει ὅτι εἶναι μιά Ἐκκλησία πού ὑπάρχει, γιά νά φέρνει καθημερινά σέ πέρας τό ἔργο πού τῆς ἔχει ἀνατεθεῖ ἀπό τόν ἱδρυτή της, τόν Ἰησοῦ Χριστό. Εἶναι μιά Ἐκκλησία πού διαρκῶς ἐφημερεύει, πού βρίσκεται δηλαδή σέ ἐγρήγορση, πού μοιάζει στίς φρόνιμες παρθένες τῆς παραβολῆς καί κρατᾶ ἀναμμένη τή λαμπάδα τῆς πίστης καί τῆς ἀγάπης, τοῦ καινοῦ μηνύματος ὅτι ὁ Θεός σαρκώθηκε, σταυρώθηκε καί ἀναστήθηκε νικώντας τό θάνατο, τόν ὁποῖο μπορεῖ πλέον νά νικήσει καί ὁ ἄνθρωπος ἐντασσόμενος στούς κόλπους της, ἐκεῖ ὅπου τελεῖται ὁ γάμος τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης μέ τό Νυμφίο Χριστό καί ἡ ἕνωση μέ τό ἅγιο Σῶμα Του, σύμφωνα μέ τή ὡραία καί θεολογικότατη εἰκόνα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Εἶναι, τέλος, μιά Ἐκκλησία «ἐν πορείᾳ», μιά πορευόμενη Ἐκκλησία, δηλαδή μιά Ἐκκλησία δυναμική πού ἀνοίγει δρόμους στήν ἱστορία μέ τό κήρυγμα τῆς ἀγάπης, τῆς ἀνεκτικότητας καί τῆς συναδέλφωσης τῶν ἀνθρώπων, μιᾶς Ἐκκλησίας πού πορεύεται πρός τόν κόσμο καί τοῦ ἀπευθύνει τήν πρόσκληση τῆς σωτηρίας καί πού, συγχρόνως, βλέπει τόν κόσμο στήν προοπτική τῶν ἐσχάτων, τῆς αἰωνιότητας, ἡ ὁποία εἶναι καί τό ἔσχατο «τέλος» της. Εἶναι ἡ ἐρχόμενη καί ἤδη παροῦσα Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποία ἀποκαλύπτει μέ τή ζωή τῶν μελῶν της καί πρός τήν ὁποία πορεύεται ὡς ἐσχατολογική κοινότητα. Ἡ Ἐκκλησία, ὅμως, δέν εἶναι ἀφηρημένη ἔννοια οὔτε ἁπλῶς ἕνας θεσμός ἀπρόσωπος. Ἡ Ἐκκλησία (ἐννοῶ τή στρατευόμενη) εἶναι τά πρόσωπα πού τήν ἀποτελοῦν, κληρικοί καί λαϊκοί, ὅλοι ὅσοι ἔχουμε βαπτιστεῖ στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καί συμμετέχουμε στή ζωή καί στά μυστήριά της. Ἄρα ὅλοι ἐμεῖς εἴμαστε ἀπεσταλμένοι, εἴμαστε ἀπόστολοι, λόγῳ καί τῆς γενικῆς ἱερωσύνης. Ὡστόσο, ἐκεῖνοι πού κατεξοχήν ἔχουν ἐπιφορτιστεῖ μέ αὐτή τήν ἀποστολή εἶναι οἱ κληρικοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀναλάβει τό χρέος ἐνώπιον Θεοῦ καί ἀνθρώπων νά γρηγοροῦν, ἀποκαλύπτοντας διαρκῶς «ἔργῳ καί λόγῳ» τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, νά ἐφημερεύουν καί νά ξαγρυπνοῦν στή διακονία τοῦ ἔργου στό ὁποῖο ἔχουν ταχθεῖ, νά κρατοῦν ἀναμμένο τό φῶς τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας, γιά νά μήν ἀφήσουν τόν κόσμο νά βυθιστεῖ στό σκότος τῆς ἄγνοιας τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ πνευματικοῦ θανάτου, γιά νά μή σβήσει τό κερί ἐκεῖνο πού ἄναψε τόν πολιτισμό ἀπό τό μολυσμένο ἀέρα τοῦ φλύαρου καί ἐφήμερου πολιτισμοῦ μας. Ἄν αὐτό εἶναι τό χρέος καί ἡ ἀποστολή τοῦ ἱερέα στόν κόσμο, τώρα πρέπει νά δοῦμε σέ ποιούς ἀνθρώπους ἀπευθύνει τό λόγο τοῦ Εὐαγγελίου σήμερα, ποιοί εἶναι οἱ σημερινοί δέκτες τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου. Γιατί, ὅπως ἤδη εἴπαμε, ποτέ ἡ Ἐκκλησία δέν προσέγγιζε τούς ἀνθρώπους μέ τρόπο ἰσοπεδωτικό, ἀλλά πάντα λάμβανε ὑπόψη τίς ἐπιμέρους διαφορές καί ἀνάλογα προσάρμοζε καί προσέφερε τό κήρυγμά της, χωρίς αὐτό νά σημαίνει ὅτι ἄλλαζε τήν οὐσία του. Ἁπλῶς ἄλλαζε τόν τρόπο καί τά μέσα γιά τήν προσέγγιση τοῦ ἀνθρώπου καί τή μετάδοση πρός αὐτόν τῶν ἀληθειῶν τῆς πίστεως. Σήμερα, λοιπόν, ἄν δέν συνειδητοποιήσουμε καί δέν λάβουμε ὑπόψη τίς μεγάλες, δραματικές θά ἔλεγα, διαφοροποιήσεις καί ἀλλαγές πού ἔχουν συντελεστεῖ στόν κόσμο, στόν τρόπο σκέψης καί ζωῆς τῶν ἀνθρώπων, στήν ἰδεολογία καί βιοθεωρία τους, τότε ὁ λόγος τοῦ Εὐαγγελίου πού σπέρνουμε δέν θά καρπίσει εὔκολα στήν ψυχή τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου, ἀλλά θά μείνει ἀνενεργός, δέν θά γονιμοποιήσει δηλαδή τή ζωή του. Καί ἐπειδή ἡ εἰσήγησή μου ἀπευθύνεται σέ κληρικούς πού διακονοῦν τό ἐκκλησιαστικό ἔργο στήν ἐπαρχία καί ὄχι σέ κάποιο ἀστικό κέντρο, εἶναι ὀρθό νά προβῶ σέ μιά σύντομη παρουσίαση τῆς κατάστασης πού ἐπικρατεῖ στήν ἑλληνική ἐπαρχία σήμερα, ὄχι γιατί δέν εἶναι γνωστή, ἀλλά γιατί μέ βάση αὐτή θά προχωρήσω σέ κάποιες σκέψεις καί προτάσεις στή συνέχεια. «Μέ τίς γρήγορες ἀλλαγές πού χαρακτηρίζουν τόν αἰώνα πού ζοῦμε, ἡ ἐπαρχιακή ζωή ἔχει ἀλλάξει μέ τέτοιο τρόπο, ὥστε διερωτᾶται κανείς ἐάν αὐτοί πού ζοῦν στήν ἐπαρχία ἔχουν μπορέσει νά ἀφομοιώσουν αὐτή τήν ἀλλαγή. Ἡ τεχνολογία ἔχει εἰσβάλει ἀνεπαίσθητα σέ κάθε ὄψη τῆς ζωῆς, ἀπό τίς εὐκολίες τοῦ σπιτιοῦ μέχρι καί τοῦ τρόπου μέ τόν ὁποῖο καλλιεργεῖται ἡ γῆ. Ἡ κινητικότητα καί ἡ ἀνωνυμία, κύρια χαρακτηριστικά τῆς ἀστικοποίησης, ἔχουν διαφοροποιήσει τήν ἐπαρχιακή κοινότητα ἀπό τήν παλαιά της ὑπόσταση, μιά διαφοροποίηση πού πολλές φορές δέν ξεχωρίζει ἀπό τή ζωή τῆς πόλεως». Ἔτσι ἡ ἑλληνική ἐπαρχία ἀντιμετωπίζει μιά δραματική κρίση ταυτότητας, ἀφοῦ μέ τίς ἀλλαγές πού ἐπῆλθαν ξεριζώθηκε ἕνας τρόπος ζωῆς ἐμβολιασμένος ἀπό τήν παράδοση καί τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, πού ἦταν σχεδόν ἐντελῶς ἀντίθετος ἀπό τόν σημερινό καί μαζί του ξεριζώθηκαν ἤ ἀχρηστεύθηκαν ὅλα ἐκεῖνα τά σύμβολα, πού γιά αἰῶνες νοηματοδοτοῦσαν καί κατεύθυναν τήν ἀνθρώπινη ζωή στήν ἐπαρχία. Γιά παράδειγμα, ποιός γεωργός ξεκινοῦσε τή σπορά τῶν δημητριακῶν δίχως νά εὐλογηθεῖ ὁ σπόρος ἀπό τόν ἱερέα; Ἤ σέ ποιό σπίτι δέν ὑπῆρχε καί δέν ἄναβε καθημερινά τό καντήλι; Ἤ πόσο σημαντικό ἦταν τό νά περιποιηθεῖ κάποιος ἕνα ἐκκλησάκι ἤ νά δωρίσει μιά εἰκόνα; Ἐπειδή, λοιπόν, «αὐτά τά σύμβολα ἐξέφραζαν ἄμεσα μιά ἐκκλησιαστική ζωή, ἡ Ἐκκλησία ἔχει γίνει μέρος αὐτῆς τῆς κρίσης ταυτότητας, εἰδικά στήν ἐπαρχία». Σ’ αὐτή τήν ἀλλοτρίωση καταλυτικός ἦταν ὁ ρόλος τῆς παχυλῆς ἀφθονίας πού εἰσέβαλε στήν ἑλληνική ἐπαρχία τά τελευταῖα 20-30 χρόνια, μιά εἰσβολή πού ἔγινε μέ τέτοιο ρυθμό (σ’ αὐτό σημαντικά συνέτεινε ἡ τηλεόραση μέ τή διαφήμιση), ὥστε ὁ νεοέλληνας τῆς ἐπαρχίας δέν πρόλαβε νά τήν ἀφομοιώσει. Μέσα στό γενικότερο πνεῦμα τῆς ἐπιδίωξης τοῦ πλουτισμοῦ ἀλλά καί τῆς προσπάθειας τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἐπαρχίας νά μή μείνει στό περιθώριο, ἐμφανίστηκαν ἀκόμα δύο ἐπίσης στρεβλωτικά καί ἀλλοτριωτικά φαινόμενα:ὁ νεοπλουτισμός καί ἡ νοοτροπία πού τόν ἀκολουθεῖ καθώς καί ἡ μετατροπή τῆς Παράδοσης σέ φολκλόρ, δηλαδή σέ μιά φτηνή καί κακόγουστη διατήρηση καί ἀναπαράσταση ὁρισμένων ἐθίμων (ἄς θυμηθοῦμε τίς γνωστές σέ ὅλους «πολιτιστικές ἐκδηλώσεις» πού γίνονται στά χωριά τό καλοκαίρι). Δημιουργήθηκε ἔτσι στά χωριά μας ἕνας νέος «ψευδοσύγχρονος νεοπλουτίστικος πολιτισμός, πού ἐνσωμάτωσε ὅλα τα ἀρνητικά στοιχεῖα τοῦ ἀνατολικοῦ παρελθόντος του μέ τή δυτική τεχνοκρατική κοινωνία πού προσπαθεῖ νά μιμηθεῖ. Ἀπό ἕνα τέτοιο πολιτισμό λείπει κάθε ζωτικότητα, ὑπαρξιακή ἀναζήτηση, ὑπερβατικό ἐνδιαφέρον, πού ἀπαιτοῦν λεπτότητα καί εὐαισθησία. Περιορίζεται στίς “discos”, καφετέριες καί “pub”, πού “κοσμοῦν” τίς ἐπαρχιακές πόλεις καί πού ἔχουν γίνει ἴσως ὁ μόνος τρόπος πού οἱ νέοι διασκεδάζουν. Ἡ τηλεόραση ἔχει πάρει τή θέση τῶν διαπροσωπικῶν σχέσεων».Ὁ Τσέχωφ στό ἔργο του «Τρεῖς ἀδελφές» περιγράφει ζωντανά τήν κατάσταση τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐπαρχίας. Θά μοῦ ἐπιτρέψετε νά σᾶς διαβάσω τό σχετικό ἀπόσπασμα: «Ἡ πόλη μας ὑπάρχει ἐδῶ καί διακόσια χρόνια,- ἔχει κατοίκους ἑκατό χιλιάδες κι οὔτε ἕνας πού νά διαφέρει ἀπό τούς ἄλλους, ἕνας, ἔστω, πρωτοπόρος εἴτε στό παρελθόν εἴτε τώρα ἕνας ἐπιστήμων, ἕνας καλλιτέχνης, ἕνας τόσο δά ἀξιόλογος ἄνθρωπος, πού νά προκαλέσει τό φθόνο ἤ τή λαχτάρα νά τόν μιμηθοῦν. Μονάχα τρῶνε, πίνουν, κοιμοῦνται καί μετά πεθαίνουν… γεννιοῦνται ἄλλοι τρῶνε κι αὐτοί, πίνουν, κοιμοῦνται καί, γιά νά μήν ἀποβλακωθοῦν ἀπό τήν πλήξη, ποικίλλουν τή ζωή τους μέ αἰσχρά κουτσομπολιά, βότκα, χαρτιά καί ν’ ἀλληλοσέρνονται στά δικαστήρια,- κι οἱ γυναῖκες ἀπατοῦν τούς ἄντρες τους κι οἱ σύζυγοι λένε ψέματα, κάνουν πώς δέν βλέπουν τίποτε, τίποτε δέν ἀκοῦνε,- κι ὅλο αὐτό τό χυδαῖο παράδειγμα καταδυναστεύει ἀνελέητα τά παιδιά τους, σβήνει μέσα τους τή θεία φλόγα, τά μετατρέπει κι αὐτά σέ θλιβερά νεκροζώντανα πλάσματα, παρόμοια τό ἕνα μέ τό ἄλλο, ὅπως ἤτανε κι οἱ πατέρες καί οἱ μητέρες τους…». Ποιός μέσα σ’ αὐτό τό κείμενο δέν μπορεῖ νά βρεῖ στοιχεῖα ἀπό αὐτά πού χα-ρακτηρίζουν τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἐπαρχίας; Ποιά εἶναι ὅμως ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἐπαρχίας, ποῦ ζεῖ σ’ ἕνα περιβάλλον, ὅπως αὐτό πού μέ ἁδρές γραμμές περιγράψαμε, μέ τήν Ἐκκλησία; Βεβαίως στά χωριά καί στίς κωμοπόλεις μας ὁ ναός βρίσκεται σέ κεντρικό σημεῖο, δεσπόζει μέ τούς τρούλους καί τό καμπαναριό του κι ἐξακολουθεῖ νά παίζει ἕνα σημαίνοντα ρόλο στή ζωή τῶν κατοίκων, ἀφοῦ ἐκεῖ τελοῦνται τά μυστήρια, ἐκεῖ βαπτίζονται, παντρεύονται καί προπέμπονται στήν αἰώνια κατοικία τους οἱ κάτοικοι. Εἶναι ὅμως σίγουρο ὅτι ἡ ἐκκλησιαστική ζωή κρατᾶ τήν κεντρική θέση στή ζωή τῆς κοινότητας, ὅπως συνέβαινε παλιά; Διότι, ἄν αὐτό δέν συμβαίνει, τότε καί ἡ θέση τοῦ ἱερέα ἔχει ἀλλάξει δραματικά. Ἄς προσεγγίσουμε σύντομά τό θέμα. Δείξαμε στά προηγούμενα τίς ἀλλαγές πού ἐπῆλθαν στόν τρόπο σκέψης καί ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἐπαρχίας καί εἴδαμε ὅτι ὁ τρόπος ζωῆς πού τείνει νά ἀκολουθηθεῖ καί ἀπό αὐτόν εἶναι ἐκεῖνος τόν ὁποῖο ἐπιβάλλουν ἡ σύγχρονη τεχνολογία καί ἡ κοινωνία τῆς κατανάλωσης, πού κυριολεκτικά ξεθεμελιώνουν τόν ἐκκλησιαστικό τρόπο ζωῆς, ἀφοῦ τό πρότυπο ζωῆς καί ἡ βιοθεωρία πού προτείνουν καί προβάλλουν βρίσκονται στόν ἀντίποδά του. 

Ἔτσι ἡ πνευματική ζωή ὑποχωρεῖ μπροστά στόν ἄκρατο ὑλισμό, ἡ ἄσκηση ἐκλείπει μπροστά στήν ἐπιδίωξη τῆς ἡδονῆς καί τῆς εὐμάρειας, τό κοινοτικό πνεῦμα σβήνει μπροστά στήν ἐπέλαση τῆς ἀτομοκρατίας. Τό γεγονός αὐτό ἔχει κάμει τόν ἄνθρωπο ἀπαθή καί ἀδιάφορο γιά ὁ,τιδήποτε πνευματικό, γιά ὑπαρξιακές καί μεταφυσικές ἀναζητήσεις, μέ ἀποτέλεσμα ἡ συμμετοχή του στή λατρεία νά εἶναι μικρή ἤ ἐλάχιστη, σέ σημεῖο πού ἀκολουθίες, ὅπως ὁ ἑσπερινός ἤ ὁ ὄρθρος ἀλλά καί οἱ καθημερινές γιορτές, νά ἔχουν περιπέσει στήν ἀφάνεια καί νά κινδυνεύουν (ἄν αὐτό δέν ἔχει συμβεῖ ἤδη, στούς νέους κυρίως) νά γίνουν παντελῶς ἄγνωστες ἤ ἀκατανόητες στούς ἀνθρώπους. «Στό ὄνομα τῆς “κοινωνικῆς προόδου’’ καί τῆς “πολιτιστικῆς ἀλλαγῆς’’, ὄχι μόνον οἱ νέοι θεωροῦν ξεπερασμένο νά ἐκκλησιαστοῦν ἀλλά πολλές φορές τούς ἀποθαρρύνουν οἱ ἡλικιωμένοι, πού ἀποτελοῦν ὄχι μόνο τήν πλειοψηφία τῶν ἐκκλησιαζομένων ἀλλά καί τήν πλειοψηφία τοῦ πληθυσμοῦ τῆς ἐπαρχίας. Οἱ περισσότεροι κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας συνήθως θά λειτουργηθοῦν ἀπό κοινωνική ὑποχρέωση, πού κυρίως συνδέεται μέ τά μνημόσυνα. Ἔτσι ὅμως ἡ λειτουργία συνταυτίζεται μέ τό θάνατο μᾶλλον παρά μέ αὐτό πού πράγματι εἶναι: νίκη κατά τοῦ θανάτου». Ὅμως τά προβλήματα τοῦ ἱερέα τῆς ἐπαρχίας δέν εἶναι μόνο αὐτά πού προέρχονται ἀπό τίς ἀλλαγές πού ἔχουν ἐπέλθει στό περιβάλλον μέσα στό ὁποῖο ἀσκεῖ τή διακονία του. Ἔχει ἀκόμη νά ἀντιμετωπίσει τήν προσκόλληση τῶν ἀνθρώπων σέ «πρωτόγονους θρησκοληπτικούς κανόνες πού βασίζονται στή δεισιδαιμονία καί στή μοίρα», τήν ἀμείλικτη κριτική πού «σφυροκοπάει τήν ἱερατική ψυχή καί προσπαθεῖ νά τήν ἐξουθενώσει», τήν παραπληροφόρηση καί συχνά τή συκοφαντία πού εἶναι «τό πιό συνηθισμένο παρακολούθημα τῆς ἀληθινῆς ποιμαντικῆς δραστηριότητας», καί ἀκόμη τίς «οἰκογενειακές φροντίδες», τίς «συζυγικές δυσκολίες, τά οἰκονομικά καί βιοτικά προβλήματα». Ὅλα αὐτά λειτουργοῦν πολύ συχνά ἀνασταλτικά γιά τό ἔργο του, κάποτε τόν ἀποκαρδιώνουν, τόν ἀδρανοποιοῦν ἴσως, ἀφοῦ βλέπει νά δυναμιτίζονται οἱ προσπάθειές του καί νά μήν καρποφοροῦν. Μέσα σ’ αὐτό τό περιβάλλον τί κάνει ὁ ἱερέας; Μήπως μένει στά ἀπολύτως ἀπαραίτητα, δηλαδή μόνο στήν τέλεση τῶν ἀκολουθιῶν; Μήπως δηλαδή ἔχει καταντήσει ἕνας τελετάρχης; Μήπως κι ὁ ἴδιος, χωρίς ἴσως νά τό ἀντιληφθεῖ, ἔχει συσσωματωθεῖ σ’ ἕνα ἔργο πού τοῦ ἐπιτάσσει τό νέο περιβάλλον; Μήπως, στήν προσπάθειά του νά μήν ἀποκοπεῖ ἀπό τούς ἀνθρώπους καί νά μή φαντάζει σάν ἕνα ἀπομεινάρι τοῦ παρελθόντος, ἕνα κομμάτι τοῦ «φολκλόρ» γιά τό ὁποῖο μιλήσαμε, ἔχει ἐκκοσμικευθεῖ κι ἔχει ἀσπαστεῖ τόν τρόπο ζωῆς τοῦ παρόντος ἤ ἔχει κάμει «ἐκπτώσεις» στήν εὐαγγελική διδασκαλία καί στόν ἐκκλησιαστικό τρόπο ζωῆς; Τέτοια ἐρωτήματα, πού σχετίζονται μέ τό ρόλο καί τό ἔργο τοῦ ἱερέα σήμερα, προβάλλουν καί τίθενται ἐδῶ καί καιρό μέ τόν πιό δραματικό τρόπο ἀπό ὅλους ὅσοι ἔχουν ἀντιληφθεῖ τή μεγάλη ἀλλαγή τοῦ τρόπου ζωῆς τῶν ἀνθρώπων καί τούς νέους προσανατολισμούς καί προτεραιότητες πού ἔχουν θέσει στή ζωή τους. Τέτοιας λογῆς ἐρωτήματα πρέπει νά θέτει καί ὁ ἱερέας στόν ἑαυτό του κάνοντας τήν αὐτοκριτική καί τόν αὐτοέλεγχό του. Διότι ὁ πιό μεγάλος πειρασμός τῆς Ἐκκλησίας διαχρονικά ἦταν καί εἶναι ἡ ἐκκοσμίκευση, νά γίνει δηλαδή ἡ Ἐκκλησία κόσμος (μέ τήν ἔννοια πού ἔχει ὁ ὅρος στό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιο), νά σκέφτεται, νά δρᾶ καί νά πορεύεται ὅπως ὁ κόσμος. Καί εἶναι, βέβαια, ἡ Ἐκκλησία «ἐν τῷ κόσμῳ», δέν εἶναι ὅμως «ἐκ τοῦ κόσμου». Ἡ Ἐκκλησία δημιουργήθηκε, γιά νά προσλάβει τόν κόσμο, νά τόν ἐκκλησιοποιήσει καί ὄχι νά γίνει ἐκείνη κόσμος, Διότι, «ἄν τό ἅλας μωρανθῇ ἐν τίνι ἁλισθήσεται;». Ἄν ἡ Ἐκκλησία ἐκκοσμικευθεῖ, πῶς μπορεῖ νά σώσει τόν κόσμο, μιά πού ὁ κόσμος εἶναι βέβαιο ὅτι ἀφ’ ἐαυτοῦ δέν μπορεῖ νά σωθεῖ; Μέσα, λοιπόν, στή νέα πραγματικότητα ὁ ἱερέας θά πρέπει νά ξαναδεῖ τό ρόλο του, νά ἐπανακαθορίσει τούς τρόπους προσέγγισης τῶν ἀνθρώπων, νά προσδιορίσει τίς νέες προτεραιότητες, νά βρεῖ τρόπους, ὥστε τό κήρυγμά του καί ἡ ὅλη παρουσία του νά λειτουργήσουν θετικά καί σωτηριολογικά γιά τόν ἄνθρωπο τοῦ σήμερα, γιά τό ποίμνιό του στό χωριό ἤ στήν πόλη. Κεντρικός σκοπός του θά πρέπει νά εἶναι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Βέβαια ἐδῶ τίθεται τό ἑξῆς βασικό, κατά τή γνώμη μου, ἐρώτημα: ἀπό τί σώζει ἀκριβῶς ἡ Ἐκκλησία τόν κόσμο καί πῶς μπορεῖ τό σωτηριῶδες αὐτό ἔργο νά καταστεῖ ἀποτελεσματικό; «Σώζει ἡ Ἐκκλησία τόν κόσμον ἀπό ὅ,τι ὁ κόσμος θέλει νά λυτρωθεῖ, ὁρίζει δηλαδή τό εὐαγγέλιον ὑπό τούς ὅρους τοῦ κόσμου, ἤ σώζει ἡ Ἐκκλησία τόν κόσμον ἀπό ὅ,τι αὐτή πιστεύει ὅτι πρέπει νά τόν σώσει, ὁρίζει δηλαδή τήν ἔννοιαν τοῦ κόσμου ἐκ τῆς ἐννοίας τοῦ ἰδικοῦ της εὐαγγελίου;». Τά ἐρωτήματα αὐτά ὁρίζουν, ὅπως καταλαβαίνει κανείς, τά δύο θεολογικά ρεύματα πού συνυπάρχουν στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀπό τά ὁποῖα τό πρῶτο τονίζει τό ἐνδοκοσμικό, ἐκκλησιολογικό-ἱστορικό στοιχεῖο καί τό δεύτερό το ὑπερ- βατικό καί ἐσχατολογικό, σύμφωνα καί μέ αὐτό πού ἤδη εἴπαμε γιά τήν Ἐκκλησία πού βρίσκεται ἐντός του κόσμου, δέν ἔχει ὅμως τήν καταγωγή της ἀπό τόν κόσμο. «Διά τόν Ὀρθόδοξον Θεολόγον», γράφει ὁ καθηγητής Σάββας Ἀγουρίδης, «αἱ δύο ἀπόψεις ἀλληλοσυμπληρούμεναι, ἐκφράζουν τήν ζωήν τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας. Ἡ θέσις αὕτη θά ἠδύνατο ἴσως νά συνοψιστεῖ ὡς ἑξῆς: ἄν δέν ἀρνηθεῖ κανείς τόν κόσμον, δέν ἠμπορεῖ νά τόν ἀγαπήσει ἀληθινά. Ἡ ἀγάπη διά τόν κόσμον κι ἡ ἀναδημιουργία του προϋποθέτουν παραδόξως τήν ἀπάρνησιν καί τήν καταδίκην του. Ἡ δι᾽ ἡμῶν μεταμόρφωσις τοῦ κόσμου καί ἡ ἀνάστασίς του εἰς νέαν ζωήν προϋποθέτουν τήν νέκρωσιν τοῦ κόσμου ἐντός ἡμῶν». Ἔτσι ὁ ἱερέας πού ζεῖ μέσα στόν κόσμο τῆς ἐπαρχίας, ὅπως τόν περιγράψαμε, ὀφείλει, ἀπό ἀγάπη πρός τούς ἀνθρώπους, νά τόν ἀρνηθεῖ καί νά τόν ἀπορρίψει μέσα του, γιά νά μπορέσει νά λειτουργήσει ὡς ποιμένας, κυβερνήτης, γιατρός καί δάσκαλός του. Γιατί ὅλα αὐτά εἶναι ὁ ἱερέας. Εἶναι πρῶτα-πρῶτα ποιμένας, εἶναι δηλαδή «ὁ τά ἀπολωλότα λογικά πρόβατα δι᾽ ἀκακίας, δι’ οἰκείας σπουδῆς καί εὐχῆς ἀναζητῆσαι δυνάμενος». Εἶναι, ἔπειτα, κυβερνήτης, ὡς «ἰσχύν νοεράν ἐκ Θεοῦ καί οἰκείων μόχθων εἰληφώς, οὐ μόνον ἐκ τρικυμίας, ἀλλά καί ἐξ αὐτῆς τῆς ἀβύσσου τήν ναῦν ἀποσπᾶσαι δυνάμενος». Εἶναι, ἐπίσης, ἰατρός, ὡς «τό σῶμα κεκτημένος ἄνοσον, μηδεμιᾶς ἐμπλάστρου δεόμενος ἐπ’ αὐτοῖς». Εἶναι, τέλος, διδάσκαλος, ὡς «νοεράν δέλτον γνώσεως δακτύλῳ Θεοῦ, ἤγουν ἐνεργείᾳ ἐλλάμψεως ἐξ αὐτοῦ κομισάμενος καί τῶν λοιπῶν βίβλων ἀνενδεής γενόμενος. Ἀπρεπές διδασκάλοις ἐξ ἀντιγράφων παιδεύειν καί ζωγράφοις ἐκ πινάκων παλαιῶν σημειοῦσθαι». Τά λόγια αὐτά τοῦμεγάλου Πατέρα τῆς νηπτικῆς καί ἀσκητικῆς θεολογίας, ὁσίου Ἰωάννου τοῦ συγγραφέα τῆς Κλίμακας, δίνουν τό στίγμα τοῦ ἱερατικοῦ ἔργου καθώς καί τίς ἀρετές μέ τίς ὁποῖες πρέπει νά κοσμεῖται ἡ ζωή καί τό πρόσωπο τοῦ ἱερέα καί συγχρόνως διαγράφουν τό μέγεθος τῶν εὐθυνῶν του. Ὁ ἱερέας, μποροῦμε νά ὑποστηρίξουμε, θά πρέπει νά σαρκώνει στήν πράξη τό τριπλό ἀξίωμα τοῦ Χριστοῦ: τό βασιλικό, τό ἱερατικό, τό προφητικό. Ὁ ἱερέας εἶναι, ὅπως ἤδη εἴπαμε, ποιμένας, ἀσκεῖ ποιμαντικό ἔργο. Τό θέμα εἶναι πῶς τό ἀσκεῖ: ἀνέχεται καί συντηρεῖ μιά μαγική θρησκευτικότητα ἐπενδυμένη μέ ἐκκλησιαστικό μανδύα, ἐνδιαφέρεται νά «τά ἔχει καλά μέ ὅλους», ἀπαιτεῖ ἀπό τόν κόσμο νά θεωρεῖ αὐτονόητα αὐτά πού ὁ ἴδιος θεωρεῖ ὡς τέτοια ἤ ἀγωνίζεται νά κατανοήσει τό σύγχρονο ἄνθρωπο καί νά βρεῖ πρόσφορους τρόπους προσέγγισής του, νά δώσει πειστικές ἀπαντήσεις στά προβλήματά του μέ μιά γλώσσα σύγχρονη, νά προσφέρει ἀγάπη ἀπροσποίητη καί νά μή συμπεριφέρεται σάν δημόσιος ὑπάλληλος; Εἶναι ὅμως καί λειτουργός ὁ ἱερέας. Τί σημαίνει ὅμως τελικά γιά κεῖνον ἡ Θ. Λειτουργία; Μήπως εἶναι ἁπλῶς μιά εὐσεβής πράξη καί ὁ ἐκκλησιασμός μιά καλή συνήθεια, πού ὅμως δέν ἔχει καμιά σχέση καί σύνδεση ὀντολογική μέ τήν ὑπόλοιπη ζωή; Διότι, ἄν ἡ Θ. Λειτουργία δέν σχετίζεται μέ τή ζωή καί δέν συνεχίζεται μετά τό τέλος της, ἄν δέν διαποτίζει δηλαδή τή ζωή τοῦ ἱερέα καί τῶν πιστῶν, τότε ἔχει καταντήσει μιά μαγικό-θρησκευτική τελετή, πού δέν μεταμορφώνει τόν κόσμο καί τόν ἄνθρωπο. Γράφει ὁ μακαριστός π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν: «Καί τώρα ἦρθε γιά μᾶς ὁ καιρός νά γυρίσουμε στόν κόσμο μέσα. ‘‘Ἐν εἰρήνῃ προέλθωμεν’’, λέει ὁ ἱερουργός ἀφήνοντας τό θυσιαστήριο καί αὐτή εἶναι ἡ τελευταία ἐντολή τῆς λειτουργίας… Μᾶς στέλνουνε πίσω. Τώρα ὅμως- ‘‘εἴδομεν τό φῶς τό ἀληθινόν, ἐλάβομεν πνεῦμα ἐπουράνιον’’. Καί πρέπει νά ‘‘ξεκινήσουμε’’ καί νά ἀρχίσουμε τήν ἀτέρμονη ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας ὡς μάρτυρες αὐτοῦ του Φωτός, ὡς μάρτυρες αὐτοῦ τοῦ Πνεύματος…». Εἶναι ἀκόμη προφήτης, δηλαδή δάσκαλος, ὁ ἱερέας. Ποιό εἶναι ὅμως τό κήρυγμά του, ὅταν κηρύττει; Ἔχουμε σκεφτεῖ ἴσως γιατί ὁ λαός μᾶς λέει τή φράση «μή μοῦ κάνεις κήρυγμα», ἐννοώντας ὅτι δέν ἀνέχεται συμβουλές ὅλο βερμπαλισμό καί φτηνή ἠθικολογία καί ταυτίζοντας ἔτσι τό κήρυγμα μέ κάτι τό ἐνοχλητικό, καταπιεστικό, κουραστικό καί ἀπωθητικό; Μήπως τό κήρυγμα παραμένει δέσμιο ἄλλων ἐποχῶν, ὑποχείριο μιᾶς στεγνῆς ἠθικολογίας, ἕνα κήρυγμα χωρίς Χριστό, χωρίς Ἐκκλησία, χωρίς ἁγίους, μέ μοναδικό περιεχόμενο τίς ἠθικές συμβουλές καί ἐντολές καί μάλιστα μέ ἐπιτιμητικό καί εἰσαγγελικό συχνά ὕφος; «Δέν εἶναι λίγοι οἱ ἱεροκήρυκες πού ἔχοντας μιά ἰδεοληψία ἀναζητοῦν μιά εὐκαιρία νά ἐπιβάλουν τήν ἐμμονή τους. Ἀνεξάρτητα ἀπό τό ἡμερήσιο θέμα πού ἀποτελεῖ μόνο τόν πρό-λογο, ἑστιάζονται στό βασικό τους θέμα πού συνήθως εἶναι καταστροφολογία: ἡ ἀνηθικότητα τῆς κοινωνίας, ἡ κυριαρχία τοῦ Διαβόλου, ἡ τιμωρία τῶν ἁμαρτωλῶν. Κραυγή, πίκρα, παράπονο, ἀπειλή, ἐνοχοποίηση, συναισθηματικός ἐκβιασμός. Ζωγραφίζουν ἀνάλογα μέ τή διάθεσή τους ἕνα Θεό Δία πού θυμώνει μέ τούς ἀνθρώπους καί τούς κατακεραυνώνει, ἕνα Ἰουδαῖο Γιαχβέ πού ὑπάρχει μόνο γιά κάποιους διαλεκτούς, ἤ ἕνα Βούδα πού ζητᾶ τήν περιφρόνηση τοῦ ὑλικοῦ κόσμου. Δυστυχῶς ὅλα αὐτά καταγράφονται δῆθεν ἐν ὀνόματι τῆς «καθαρῆς» Ὀρθοδοξίας. Ὁ ἱερέας πού γκρινιάζει στό κήρυγμα γιά τήν πορεία τοῦ σημερινοῦ κόσμου, νιώθει ὅτι ἀνεπαρκεῖ. Ἔχει παραιτηθεῖ ἀπό τή δυνατότητα νά εἶναι ὁδηγός καί τό μόνο πού τοῦ μένει εἶναι νά γκρινιάζει γιά τήν πορεία πού οἱ ἄνθρωποι ἀκολουθοῦν. Νιώθει ἀνεπαρκής νά ἀνταποκριθεῖ στίς σύγχρονες ἀπαιτήσεις καί τελικά ἐπιτυγχάνει νά ἀπολέσουν οἱ ἄνθρωποι τήν ἐμπιστοσύνη τους στό Λόγο τῆς Ἐκκλησίας». Τί μένει, λοιπόν, νά γίνει; Τί μπορεῖ καί τί πρέπει νά κάμει ὁ ἱερέας μέσα στόν κόσμο, ὅπως τόν περιγράψαμε; Ἤδη εἰπώθηκαν ἤ ὑπαινίχθηκαν ἀρκετά. Θά ἤθελα ὅμως νά προσθέσω κάποια πράγματα ἀκόμα. Πρῶτα - πρῶτα, θά ἔλεγα ἐξαρχῆς ὅτι μαγικές συνταγές δέν ὑπάρχουν. Ἀπαιτεῖται ἡ συνεχής καί ἀδιάλειπτη προσευχή καί ἐπίκληση τῆς βοήθειας καί τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ καί μαζί ὁ προσωπικός ἀγώνας, ἡ προσωπική ἀγωνία καί τό ἐνδιαφέρον γιά τό ποίμνιο πού ὁ Θεός ἔταξε νά ποιμαίνει ὁ καθένας. Ὁ ἱερέας σήμερα πρέπει πρῶτα- πρῶτα νά εἶναι ἕνας καλός ἱερουργός. Ἕνας ἱερουργός πού τελεῖ σωστά καί μέ ὀρθοέπεια τίς ἀκολουθίες, πού γνωρίζει τή σημασία καί τό βάρος τους γιά τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν πιστῶν. Ἀμέριστο πρέπει νά εἶναι τό ἐνδιαφέρον του γιά τήν εὐπρέπεια τοῦ ἐνοριακοῦ ναοῦ καί τῶν ἐξωκκλησίων, τά ὁποῖα πολύ συχνά εἶναι παρατημένα στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἔπειτα, ἡ ἐπιτυχία τοῦ διδακτικοῦ καί ποιμαντικοῦ του ἔργου ἐξαρτᾶται ἀπό τό κατά πόσο μελετᾶ τή Γραφή καί τούς Πατέρες, ἐνδιαφέρεται γιά τή θεολογική παιδεία του καί γιά τή θεολογική σκέψη τοῦ σήμερα, ὥστε νά εἶναι σέ θέση νά ἀπαντᾶ μέ σύγχρονη γλώσσα στά προβλήματα τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου καί νά μπορεῖ νά κάνει ἐπιλογές, γιά ὅσα, ἐπί παραδείγματι, ἀφοροῦν τήν αἰσθητική τῶν ναῶν, μέ θεολογικά καί ἀμιγῶς ἐκκλησιαστικά κριτήρια. «Δεῖ φωτισθῆναι πρῶτον εἶτα καί ἑτέρους φωτίσαι», λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Ὁ λόγος τοῦ ἱερέα πρέπει νά εἶναι θεολογικός, διότι μόνο τότε «εἶναι καί ἀνθρωπολογικός». Τό νά μένει κανείς σ’ αὐτά πού ἔμαθε ὡς μαθητής τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Σχολῆς ἤ καί ὡς φοιτητής στό Πανεπιστήμιο καί νά μήν ἀνανεώνεται θεολογικά συνιστᾶ σαφῶς μιά κατάσταση στασιμότητας, ἡ ὁποία μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου γίνεται τέλμα κι ἔτσι ὅλα καταντοῦν ψυχοφθόρα συνήθεια, πράγμα πού σβήνει τή φλόγα τῆς ἱερωσύνης, δηλαδή τή φωτιά τοῦ Πνεύματος. Ὁ ἱερέας πρέπει ἀνά πᾶσα στιγμή νά ζητᾶ καί νά ἀναβαπτίζεται στή φλόγα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού ἔλαβε μέ τήν ἱερωσύνη του καί νά ἀναζωπυρώνει ἔτσι τό χάρισμα πού τοῦ δόθηκε ἀπό τά χέρια τοῦ ἐπισκόπου. Χωρίς αὐτή τή φλόγα, χωρίς τή θέληση γιά θυσία καί ἀγάπη πρός τό ποίμνιό του καί πρός τόν κάθε ἄνθρωπο, τό ἔργο του κινδυνεύει νά ἀποχρωματιστεῖ ἐκκλησιαστικά καί θεολογικά καί ὁ ἴδιος νά περιπέσει σέ μιά κατάσταση θεολογικῆς ἀφασίας, ἀπό τήν ὁποία δύσκολα θά βγεῖ στή συνέχεια. «Ὁ ἐκκλησιαστικός-πατερικός λόγος», γράφει σύγχρονος ἱερέας-θεολόγος, «δέν εἶναι θέμα εὐφυίας, ἀλλά γέννημα πάθους. Εἶναι καρπός τῆς ὀδυνώμενης, πάσχουσας καρδιᾶς, στήν ἀγαπητική σχέση της μέ τόν Ἕνα Κύριό της χάριν τῆς σωτηρίας τοῦ ἑνός ἀνθρώπου». Σέ μιά ἐποχή πού ἡ αὐθεντία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ λόγου καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας ἀμφισβητοῦνται καί ἀπό τήν ὥρα πού ζοῦμε σ’ ἕνα παγκοσμιοποιημένο κόσμο, μέ τήν ἀπειλή τῶν κάθε λογῆς αἱρέσεων καί μέ τίς ἄλλες θρησκεῖες «ἐπί θύραις», ὁ ἱερέας καλεῖται νά δίδει λόγο πειστικό, νά δείξει ὄχι τήν ἀνωτερότητα τῆς «θρησκείας» του σάν φονταμενταλιστής, ἀλλά νά προβάλλει μέ τό λόγο καί τή ζωή του τήν Ἐκκλησία ὡς ὑπέρβαση τῆς θρησκείας, ὡς χῶρο ἑνότητας καί καταλλαγῆς ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ὡς τό χῶρο ὅπου ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά μεταμορφώσει τή ζωή του καί νά ἑνωθεῖ μέ τό Θεό, τό Θεό πού ἔγινε ἄνθρωπος γιά τόν ἄνθρωπο. Καί εἶναι πειστικός ὁ λόγος τοῦ ἱερέα, ὅταν ὁ ἴδιος δέν μιλᾶ ἁπλῶς καί δέν ἐκφράζει ἀπόψεις γιά τά θεία καίτά ἀνθρώπινα, ἀλλά πάσχει τά θεῖα καί τά ἀνθρώπινα. Καί τότε ὁ λόγος του «εἶναι ἐπίπονη ἄσκηση, μαρτυρία ζωῆς, ἔνθεος πολιτεία, θρόμβος αἵματος, σφραγίδα ἑνός ἤθους, ἑνός τρόπου ὑπάρξεως, ἑνός πληρώματος καρδιᾶς, ὅπως αὐτά τά ἐνσαρκώνει κυρίως ἡ Ἱερωσύνη καί ἡ Θεολογία». Ἕνας τέτοιος λόγος δέν μπορεῖ νά εἶναι ἁπλῶς ἠθικολογικός, ἀλλά κυρίως λόγος χριστολογικός, σωτηριολογικός, λειτουργικός, ἐκκλησιολογικός. Γιά νά γίνουν ὅλα αὐτά, πέρα ἀπό τήν προσπάθεια προσωπικῆς τελείωσης, τόν ἀγώνα καί τή βαθιά ἐπιθυμία τοῦ ἱερέα γιά ζῶσα σχέση μέ τόν Χριστό, τό πρῶτο καί σημαντικότερο εἶναι νά λειτουργήσουν ξανά οἱ ἐνορίες ὡς ζωντανές ἐκκλησιαστικές κοινότητες, ἀφοῦ ἡ ἐνορία εἶναι τό πρωταρχικό κύτταρο καί ὁ σκοπός τῆς Ἐκκλησίας. Μέσα στόν ἀτομοκρατούμενο κόσμο, μέ τίς χαλαρές καί ἐπιφανειακές σχέσεις τῶν ἀνθρώπων, ὁ ἱερέας καί ἡ Ἐκκλησία ὁλόκληρη πρέπει νά ἀντισταθοῦν, ὥστε νά διασωθεῖ αὐτό πού ἡ ἴδια εἶναι ἀπό τή φύση της: ἡ καινούργια Κοινωνία τῆς ἑνότητας, τῆς ἀδελφοσύνης καί τῆς νέας σχέσης τῶν ἀνθρώπων μέ τό Θεό, μέ τήν κτίση καί μεταξύ τους. Αὐτή ἡ νέα Κοινωνία τῆς Ἀγάπης σαρκώνεται στήν παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας στήν ἐνορία. Μέσα στό πλαίσιο τῆς ἐνοριακῆς ζωῆς θά πρέπει νά ἐνταχθεῖ κάθε δραστηριότητα, ἡ ὁποία θά εἶναι προσανατολισμένη πρός τά σύγχρονα προβλήματα τῶν ἀνθρώπων μέ προτεραιότητα στούς νέους. Ἡ συνεργασία καί ἡ ἀνταλλαγή σκέψεων μέ τούς ἄλλους ἱερεῖς, ἡ ἀναζήτηση τῆς γνώμης εἰδικῶν στά διάφορα θέματα, ἡ σωστή ἐπιλογή καί καθοδήγηση συνεργατῶν καί στελεχῶν καί προπαντός ἡ συνεργασία μέ τόν τοπικό ἐπίσκοπο ἀποτελοῦν ὅρους ἐκ τῶν «ὧν οὐκ ἄνευ» γιά τό ἐνοριακό ἔργο. Θά πρέπει νά ἐπισημανθεῖ ὅτι κεντρικό ρόλο στήν προσπάθεια γιά ἀναγέννηση τῶν ἐνοριῶν παίζει ὁ ἱερέας, τοῦ ὁποίου ἡ ποιμαντική ἔχει πάντα χαρακτήρα προσωπικῆς προσέγγισης καί γνώσης τῶν μελῶν τοῦ ποιμνίου. Μαζική ποιμαντική δέν ὑπάρχει, ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία (ἑπομένως καί ἡ ἐνορία, ὡς ἡ καθολική Ἐκκλησία «ἐν σμικρῷ») εἶναι κοινωνία προσώπων, ὄχι ἀπρόσωπη μάζα, οὔτε ὄχλος. Ὁ Χριστός ἀναζήτησε τό ἕνα, τό «ἀπολωλός» πρόβατο, δείχνοντας ἔτσι τήν ἀξία τοῦ κάθε ἀνθρώπου ὡς προσώπου. Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι πολιτικός ὀργανισμός, γιά νά λύνει μαζικά τα προβλήματα καί νά δίνει ὑποσχέσεις ἀτομικῆς εὐζωίας. Εἶναι θεανθρώπινος ὀργανισμός, ἐντός του ὁποίου ὁ ἄνθρωπος βρίσκει αὐτό πού εἶναι ὡς πρόσωπο, συσσωματούμενος ἐλεύθερα μέ τό Χριστό καί τούς ἀδελφούς του. Σημαντικό ρόλο μπορεῖ νά παίξει ὁ σύγχρονος ἱερέας στήν προβολή τοῦ οἰκολογικοῦ προβλήματος καί στήν ἀνάπτυξη οἰκολογικῆς συνείδησης στούς ἐνορίτες του, ἀφοῦ ἀφενός οἱ γεωργοί στήν πλειονότητά τους κάτοικοι τῆς ὑπαίθρου εἶναι ἐκεῖνοι πού μποροῦν καί πρέπει νά ἀποκτήσουν μιά ἄλλη σχέση μέ τή γῆ τήν ὁποία καλλιεργοῦν καί τό περιβάλλον ἐν γένει, καί ἀφετέρου ἡ ἀντιμετώπιση τοῦ συγκεκριμένου προβλήματος ἀποτελεῖ ἕνα ἀπό τά ζητούμενα τῆς ἐποχῆς μας γιά τό ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία πρέπει νά ἔχει λόγο. Ἔτσι, ἀργά ἴσως ἀλλά σταθερά, ὁ ἱερέας θά ἀλλάξει τίς συνειδήσεις τῶν ἀνθρώπων, γιά νά τούς ὁδηγήσει τελικά σ’ αὐτό πού εἶναι καί ὁ τελικός τους σκοπός: ἡ μεταμόρφωση τῆς ζωῆς τους καί ὁ προσανατολισμός πρός τό νέο κόσμο τοῦ Θεοῦ, τήν Ἐκκλησία, ἐκεῖ ὅπου λειτουργεῖται ἡ ζωή ὡς ἑνότητα καί σχέση ἀληθινή, βαθιά καί οὐσιαστική μέ τήν κτίση, τόν ἄνθρωπο καί τό Θεό. Εἶναι σαφές ὅτι γιά τήν πραγμάτωση αὐτῆς τῆς νέας κοινωνίας ἀπαιτεῖται ἀπό μέρους τοῦ ἱερέα ἀκράδαντη πίστη, κρυστάλλινο ἦθος, ζωντανή ἱερατική παρουσία καί πάνω ἀπ’ ὅλα ἀνυπόκριτη ἀγάπη: ἀγάπη πρός τό Θεό καί ἀγάπη πρός τόν ἄνθρωπο, δηλαδή τήρηση τῆς «καινῆς ἐντολῆς» τοῦ Κυρίου πρός τούς ἀνά τούς αἰῶνες μαθητές Του. Ὁ ἱερέας πρέπει νά ξέρει καί νά θυμᾶται πάντα ὅτι ἡ Ἀγάπη εἶναι «ἡ πάντων μητέρα τῶν ἀγαθῶν», ὅτι «τοῖς ἀγαπῶσι καί τά δύσκολα εὔκολα φαίνεται» καί ὅτι «ὁ ἀγαπῶν, ὡς χρή, τόν πλησίον, οὐ παραιτεῖται δουλεύειν αὐτῷ παντός δούλου ταπεινότερον. Καθάπερ γάρ πῦρ ὁμιλῆσαν κηρῷ μαλάσσει ῥαδίως αὐτόν, οὕτω καί ἡ τῆς ἀγάπης θερμότης πάντα τύφον καί ἀπόνοιαν πυρός σφοδρότερον διαλύει». Αὐτή ἡ ἀγαπητική στάση καί σχέση πρός τόν ἄνθρωπο καί τόν κόσμο, αὐτό τό θυσιαστικό ἦθος καί ἡ βαθιά πίστη στό Θεό πού πεθαίνει ἀπό ἀγάπη γιά τόν ἄνθρωπο εἶναι ἡ σωτήρια ἀπάντηση τῆς Ἐκκλησίας στή σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα μέ τά φαινόμενα τῆς διάλυσης, τῆς ἀπουσίας πνευματικότητας, τῆς μοναξιᾶς καί τοῦ ἀτομισμοῦ. Δύσκολη ὑπόθεση ἡ ἱερωσύνη καί προπαντός σήμερα. Ἡ ἱερωσύνη ὄντως εἶναι σταυρός, ἀλλά ἕνας σταυρόςπού τέλος του ἔχει τήν ἀνάσταση. Εἶναι ἡ στενή ὁδός πού ὅμως ὁδηγεῖ στή ζωή, τή ζωή τήνἀληθινή, τή ζωή πού ἔχει νόημα καί περιεχόμενο ὑψηλό, γιατί εἶναι ζωή «ἐν Χριστῷ». 

Προσπάθησα, ἔχοντας ἐπίγνωση τῆς ἀνεπάρκειάς μου, νά παρουσιάσω μέ συντομία κά-ποιες πλευρές ἑνός εὐρέως θέματος. Σκοπός μου ἦταν νά λειτουργήσει τοῦτος ὁ λόγος μου δίκην ἑνός καθρέπτη πού θά δώσει τήν εὐκαιρία νά καθρεπτιστοῦμε μέσα του, νά ξαναδοῦμε τό ἔργο μας στήν προοπτική τοῦ παρόντος, νά προβληματιστοῦμε, νά ξανασκεφτοῦμε τή διακονία μας εἴτε ὡς κληρικῶν εἴτε ὡς πιστῶν λαϊκῶν. Τό θέμα εἶναι ἡ συνειδητοποίηση τῶν προβλημάτων καί τῆς ἀνάγκης γιά μιά ζωντανή παρουσία τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ λόγου στό δύσκολο παρόν τοῦ κόσμου μας. Τά ἄλλα ἄς τά ἀφήσουμε στή χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἐξάλλου, ὅπως ἔχει πεῖ ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων, «ἐν ἐμοί μέν τό εἰπεῖν, ἐν ὑμῖν δέ τό προθέσθαι, ἐν Θεῷ δέ τό τελειῶσαι».

Ἰωάννου Γ. Τσερεβελάκη,
Θεολόγου-Φιλολόγου καθηγητῆ

Ἄγκυρα Ἐλπίδος

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...