/*--

Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

Γενικὴ ἐκτίμηση τῶν μοντέλων διακονίας καὶ ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς στὶς ἑπτὰ κοινότητες

    
Θεωρώντας συνολικὰ καὶ ὄχι πιὰ ἐπὶ μέρους τὶς ἑπτὰ ἐπιστολὲς πρὸς τοὺς ἑπτὰ ἀγγέλους καὶ τὶς ἑπτὰ ἐκκλησιαστικὲς κοινότητες τῆς Δ. Μ. Ἀσίας θὰ μπορούσαμε, σὲ σχέση μὲ τὸ θέμα ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ, νὰ διατυπώσουμε δύο ἀκόμη βασικὲς παρατηρήσεις:

1) Τὰ δεδομένα τῆς Ἀποκάλυψης καὶ μάλιστα τῶν κεφαλαίων 2 καὶ 3 ὡς πρὸς τὴν ἱερατικὴ προσωπικότητα, τὴν ἱερατικὴ διακονία καὶ τὴ ζωὴ τῶν ἐκκλησιαστικῶν κοινοτήτων ἐκφράζουν μὲ προφητικὴ ἐνάργεια τὴν ἱστορικὴ πραγματικότητα τῆς Ἐκκλησίας, εἴτε τῆς ἐποχῆς ποὺ γράφεται ἡ Ἀποκάλυψη εἴτε διαχρονικά. Ὅπως δείχνει ἡ κατάσταση τῶν κοινοτήτων τῆς Δ. Μ. Ἀσίας συχνὰ τὰ τρία αὐτὰ δὲν λειτουργοῦν σὲ ἀπόλυτα ἰδεώδη μορφή, ἀλλὰ καὶ σπάνια εἶναι ἀπολύτως ἀχρειωμένα. Στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας συνυπάρχει συνήθως μαζὶ μὲ τὴν ἐπιτυχία καὶ ἡ ἁμαρτία ὡς ἀστοχία, ὅπως στὶς περισσότερες ἀπὸ τὶς ἑπτὰ κοινότητες τῆς Δ. Μ. Ἀσίας, ὅπου ὁ ἔπαινος συνυπάρχει μὲ τὸ ψόγο. Τὰ ἰδανικὰ πρότυπα διακονίας καὶ ἡ ἰδεώδη ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ εἶναι αὐτὸ ποὺ ὁραματιζόμαστε, ἀλλὰ ποὺ πετυχαίνουμε δύσκολα καὶ ὄχι πάντα. Τὸ ἰδεῶδες τῆς ἱερατικῆς διακονίας καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς δὲν εἶναι μὲν οὐτοπία, καθολικὰ ὅμως συμπίπτει μόνο μὲ τὰ ἔσχατα. Αὐτὸ τὸ ἰδεῶδες ἔρχεται ἐντός τῆς ἱστορίας καὶ ὑπάρχει μέσα σ’ αὐτὴν στὸ βαθμὸ ποὺ ἡ ἱστορία μας καὶ ἡ ἐκκλησιαστική μας ζωὴ ἔχει σφραγιστεῖ ἀπὸ τὴν ἐσχατολογικὴ πραγματικότητα καὶ ἔχει μπολιαστεῖ σ’ αὐτή. Τὰ ἔσχατα νοοῦνται ἐδῶ ὄχι ὡς χρόνος ἀλλὰ ὡς στάση ζωῆς καὶ συμπεριφορᾶς πολιτῶν ὄχι τοῦ παρόντος αἰῶνος ἀλλὰ πολιτῶν τῆς βασιλείας τοῦ Χριστοῦ. Βασικὸ μήνυμα τῆς Ἀποκάλυψης εἶναι ἡ ἀνάγκη μετάνοιας καὶ ἀγῶνα γιὰ διόρθωση καὶ βελτίωση αὐτοῦ ποὺ ὑπάρχει ἐδῶ καὶ τώρα. Αὐτὰ τὰ δυὸ στοιχεῖα, ἡ μετάνοια καὶ ὁ ἀγῶνας, εἶναι λοιπὸν τὸ ζητούμενο · ἀποδεικνύονται μάλιστα ἰσχυρότερα τῆς ὅποιας πτώσης μας ἢ τῆς ἁμαρτίας μας.

2) Τὸ μεγάλο καὶ ἐπικίνδυνο πρόβλημα τῶν κοινοτήτων τῆς Ἀποκάλυψης καὶ ἡ ἀγωνία τοῦ προφήτη Ἰωάννη φαίνεται ὅτι σχετίζονται μὲ τὸ σφετερισμὸ τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀληθινοῦ ἐκ μέρους τοῦ κάλπικου καὶ κακέκτυπου, ποὺ συνέβαινε τότε καὶ συμβαίνει συχνὰ στὴν ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου καὶ φυσικὰ τῆς Ἐκκλησίας. Ἐννοῶ :

i) Σφετερισμὸ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Χριστοῦ ἐκ μέρους τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας. Στὴ θρησκευτικοποιημένη της μορφὴ ἡ Ρωμαϊκὴ πολιτικὴ ἐξουσία ἐνεργοῦσε, κατὰ τὰ χρόνια συγγραφῆς τῆς Ἀποκάλυψης -καὶ δὲν παύει νὰ συμπεριφέρεται ἔτσι συχνὰ ὥς σήμερα- ὡς σωσίας τοῦ Θεοῦ καὶ μάλιστα τοῦ Χριστοῦ, σφετεριζόμενη τὰ ἀποκλειστικά του δικαιώματα πάνω στὸν ἄνθρωπο. Αὐτὸ θὰ πεῖ ὅτι ἀπαιτοῦσε καὶ ἀπαιτεῖ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο ὅ, τι ἀπαιτεῖ ἀπὸ αὐτόν, δικαιολογημένα ὅμως, ὁ Χριστός, αὐτὸς ποὺ σταυρώθηκε γιὰ τὸν κόσμο. Πιὸ συγκεκριμένα, ἡ πολιτικὴ ἐξουσία ἀπαιτοῦσε λατρεία, ὑπακοὴ ἄνευ ὅρων, ἔλεγχο ἐν παντί, πλήρη ἐξάρτηση τῶν ὑπηκόων της. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἀπαιτοῦσε ὡς Χριστός, ξένος ὅμως καὶ ἀμέτοχος σταυροῦ καὶ θυσίας. Πρόκειται συνεπῶς γιὰ ἕνα ἀντεστραμμένο Χριστό, ξένο σταυροῦ, δηλαδὴ ἀντίχριστο ποὺ μάχεται τὴν ἀλήθεια καὶ σφετερίζεται τὰ δικαιώματα τοῦ ἐσφαγμένου ἀρνίου/Χριστοῦ μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀρνεῖται στὴ συνέχεια καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου. Ἂν ὁ ἀναγνώστης τῆς Ἀποκάλυψης προσέξει θὰ διαπιστώσει ὅτι ὁ Ἰωάννης στὸ ἔργο του πολεμάει μὲ ἔξυπνο ἀλλὰ δυναμικὸ τρόπο καὶ τὴν προπαγανδιζόμενη ἀπὸ τὸ κρατικὸ ἱερατεῖο αὐτοκρατορικὴ λατρεία καὶ τὴ ψευδοπροφητεία, ὡς κακέκτυπα τῆς γνήσιας λατρείας τοῦ ἐσφαγμένου ἀρνίου /Χριστοῦ. Γιὰ νὰ διαπιστώσει κανεὶς τὰ παραπάνω ἀρκεῖ νὰ ἀντιπαραβάλλει τὸ κεφ. 5, ὅπου προβάλλεται τὸ ἀρνίον /Χριστὸς καὶ ἡ λατρεία του, μὲ τὸ κεφ. 13, στὸ ὁποῖο, μὲ τρόπο ἄκρως εἰκονικό, ὁ συγγραφέας ἐμφανίζει τὴ λατρεία τοῦ δράκοντα καὶ τῶν δύο θηρίων, τὴ λατρεία δηλαδὴ τῆς ἀντίθεης τριάδας, ὡς χλεύη, ἀντίποδα καὶ κακέκτυπό τῆς λατρείας τοῦ Χριστοῦ.

ii) Πιὸ ἐπικίνδυνος καὶ δυσδιάκριτος βεβαίως εἶναι ὁ σφετερισμὸς τῆς ἀπόλυτης ἐξουσίας καὶ κυριαρχίας τοῦ Χριστοῦ μέσα στὶς ἐκκλησιαστικὲς κοινότητες. Στὸν ἐκκλησιαστικὸ χῶρο ὁ σφετερισμὸς τῶν δικαιωμάτων τοῦ Χριστοῦ στὰ χρόνια τῆς Ἀποκάλυψης φαίνεται ὅτι ἐκδηλωνόταν μὲ δύο μορφές: πρῶτον ὡς σφετερισμὸς τοῦ γνήσιου προφητικοῦ πνεύματος ἐκ μέρους κάποιων ψευδοπνευματοκρατῶν καὶ ψευδοπροφητῶν καὶ δεύτερον ὡς σφετερισμὸς τῆς μοναδικότητα τοῦ Χριστοῦ ἐκ μέρους κάποιων ποὺ ὑπερεκτιμοῦσαν πρόσωπα ἢ ἄλλα μεγέθη περισσότερο ἀπὸ ὅσο τὸν ἴδιο τὸν Χριστό. Ὡς πρὸς τὴν πρώτη μορφή, τὸ σφετερισμὸ δηλαδὴ τοῦ γνήσιου προφητικοῦ πνεύματος ἐκ μέρους ψευδοπροφητῶν νὰ διευκρινίσουμε ὅτι, ὡς φαίνεται, δίπλα στὴ γνήσια προφητεία δρᾷ στὰ χρόνια συγγραφῆς τῆς Ἀποκάλυψης ἡ κάλπικη, ἡ ψευδεπίγραφη, ἡ θολὴ ψευδοπροφητεία, ποὺ θαμπώνει καὶ πλανᾷ. Ἔτσι ἐξηγεῖται ἡ πολεμικὴ ποὺ ὁ γνήσιος προφήτης Ἰωάννης ἀσκεῖ ἐναντίον δύο ἀρχέτυπων τῆς ψευδοπροφητείας, τοῦ Βαλαὰμ καὶ τῆς Ἰεζάβελ καὶ ἡ συχνὴ (ἑπτὰ φορὲς) καὶ μὲ ἐπίταση πρόσκλησή του πρὸς τὶς κοινότητες νὰ ἀκοῦνε καὶ νὰ προσέχουν τὸ Πνεῦμα ποὺ λαλεῖ στὶς ἐκκλησίες καὶ ὄχι τὴν κάθε λογῆς θολὴ ψευδοπροφητεία. Μόνο μία ἱερωσύνη μὲ χαρισματικὴ-προφητικὴ διάσταση καὶ μιὰ κοινωτικὴ ζωὴ ποὺ ἀφουγκράζεται τὸν προφητικὸ-πνευματικὸ λόγο ταιριάζει στὴν ἀλήθεια καὶ στὴ φύση τῆς Ἐκκλησίας.

Ὡς πρὸς τὴ δεύτερη μορφή, τὸ σφετερισμὸ δηλαδὴ τῆς μοναδικότητας τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ, νὰ διευκρινίσουμε τὸ ἑξῆς: Ὁ Ἰωάννης τὴ μορφὴ αὐτοῦ τοῦ σφετερισμοῦ τὴ βλέπει νὰ συμβαίνει ἀκόμη καὶ σὲ σχέση μὲ τὰ πιὸ πνευματικὰ κτιστὰ μεγέθη, τοὺς ἀγγέλους. Γιὰ νὰ τὸ κατανοήσουμε αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ λάβουμε ὑπόψη μας ὅτι πέντε ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους τῶν κοινοτήτων, παραλῆπτες τῶν ἑπτὰ ἐπιστολῶν, ψέγονται καὶ μάλιστα μὲ δριμύτητα. Ἀναρωτιέται κανείς: πῶς νοεῖται αὐτὸς ὁ ψόγος πρὸς τοὺς ἀγγέλους; Εἶναι δυνατὸν νὰ σφὰλλουν οἱ ἄγγελοι; Ἡ ἀπάντηση -ἔτσι ἁπλὰ- εἶναι: Δὲν σφάλλουν οἱ ἄγγελοι. Ἄλλωστε, ὁ Ἰωάννης δὲν θὰ μποροῦσε νὰ στείλει ἐπιστολὲς σὲ ἀγγέλους. Αὐτοὶ ποὺ προφανῶς σφάλλουν εἶναι κάποιοι πιστοὶ μέσα στὶς κοινότητες, οἱ ὁποῖοι ὑπερεκτιμοῦσαν τοὺς ἀγγέλους καὶ τοὺς θεωροῦσαν ὑπέρτερους ἀκόμη καὶ τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ ἡ ὑπερεκτίμηση τῶν ἀγγέλων στὴν περιοχὴ τῆς Δ. Μ. Ἀσίας γινόταν ἀπὸ παλιὰ καὶ σὲ μεγάλη ἔκταση. Ἂς θυμηθοῦμε τὴν κριτικὴ ποὺ ἀσκεῖ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴν ὑπερεκτίμηση αὐτὴ στὴν πρὸς Κολοσσαεῖς ἐπιστολή του. Τὴν ἴδια ὑπερεκτίμηση συναντᾶμε καὶ στὸ φιλοσοφικοθεολογικὸ σύστημα τῶν Γνωστικῶν, οἱ ὁποῖοι θεωροῦσαν τοὺς ἀγγέλους «κοσμοποιούς», κατέχοντες στὴν πνευματικὴ ἱεραρχία ἀνώτερη θέση ἀπὸ αὐτὴν τοῦ Χριστοῦ.

Ὅτι στὴν περιοχὴ ἄκμαζε ἡ ἀγγελολατρεία καὶ πολὺ ἀργότερα, τὸ πληροφορούμεθα καὶ ἀπὸ μεταγενέστερες πηγές, ὅπως λ.χ. ἀποφάσεις συνόδων. Ἡ ὑπερεκτίμηση, λοιπόν, τῶν ἀγγέλων ἐκ μέρους τῶν πιστῶν σχετικοποιοῦσε τὸ ἀπόλυτο πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ἀποδὶδοντας, συνεπῶς, ὁ Παῦλος σφάλματα στοὺς ἀγγέλους οὐσιαστικὰ κατηγορεῖ τὴν τάση κάποιων μελῶν νὰ τοὺς ὑπερεκτιμοῦν εἰς βάρος τῆς μοναδικότητας τοῦ Χριστοῦ. Καταλαβαίνει κανεὶς ὅτι ψέγοντας ὁ Ἰωάννης στὴν Ἀποκάλυψη τοὺς ἀγγέλους μᾶς λέει σὲ ὅλους τούς τόνους: στὴν Ἐκκλησία δὲν χωροῦν αὐθεντίες καὶ ἐξουσίες πέραν τοῦ Χριστοῦ. Πολὺ περισσότερο δὲν χωροῦν σῳσίες ἢ σφετεριστές. Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ ἀπόλυτο πρόσωπο. Καὶ οἱ «πνευματικότερες» μορφές, τὰ ἀγγελικὰ ὄντα, ὅταν λειτουργοῦν, ἐξαιτίας λαθῶν τῶν μελῶν τῆς ἐκκλησίας, σὲ βάρος τοῦ μοναδικοῦ Κυρίου της, τοῦ Χριστοῦ, ἐλέγχονται. Δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ γεγονὸς ὅτι δύο φορὲς ἀποτρέπεται (βλ. «ὅρᾳ μὴ» = μὴ πρὸς Θεοῦ) μὲ ἀπόλυτο τρόπο καὶ ὁ ἴδιος ὁ Ἰωάννης ἀπὸ προσκύνηση ἀγγέλου. Τέλος, δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι στὴν παράσταση τοῦ 1,16 καὶ 20 ὁ Χριστὸς κρατεῖ στὰ χέρια του, ἄρα ὑπὸ τὴν ἐξουσία του, ὅ,τι μπορεῖ νὰ τὸν ὑποκαταστήσει στὶς συνειδήσεις τῶν πιστῶν: ἀστέρια καὶ ἀγγέλους. Στὴν ἐν λόγῳ παράσταση ἐξισώνονται καὶ τίθενται ὑπὸ τὴν ἐξουσία του ἄγγελοι καὶ ἀστέρες, δύο μεγέθη ποὺ στὸν ἑλληνικὸ ἀλλὰ καὶ ἰουδαϊκὸ κόσμο συχνὰ κατανοήθηκαν ὡς προσωποποιήσεις τῶν δυνάμεων ποὺ κυριαρχοῦν στὸν κόσμο ἢ γενικὰ ὡς θεϊκὰ ὄντα ποὺ διεκδικοῦν λατρεία. Τὸ μήνυμα τῆς παράστασης εἶναι ἰσχυρό: Ὁ Χριστὸς κρατάει ὅλη τὴν κτίση καὶ πολὺ περισσότερο τὴν Ἐκκλησία στὰ χέρια του. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ τοῦ τὴν ἀφαιρέσει («καὶ οὒχ ἁρπάσει τις αὐτὰ ἐκ τῆς χειρός μου33»), ἀλλὰ καὶ κανεὶς δὲν τὴν ἐξουσιάζει πέραν αὐτοῦ.

 Πιὸ πάνω, ὅπως ἔγινε φανερό, ταυτίσαμε τοὺς ἀγγέλους τῶν ἑπτὰ κοινοτήτων μὲ τοὺς πραγματικοὺς ἀγγέλους καὶ εἴπαμε ὅτι κατηγορώντας τους συμβατικά, ὁ Ἰωάννης θέλει νὰ διαφυλάξει τὸν ἀπόλυτο καὶ μοναδικὸ ρόλο τοῦ Χριστοῦ μέσα στὴν Ἐκκλησία. Τὸ ἴδιο θὰ λέγαμε κι ἂν ὑπὸ τοὺς ἀγγέλους δοῦμε -κάτι γιὰ τὸ ὁποῖο βεβαίως διαφωνοῦμε- εἴτε τοὺς ἐπισκόπους εἴτε κάποιο ἐκκλησιαστικὸ ἀξίωμα. Καὶ διαφωνοῦμε γιατὶ σὲ μιὰ τέτοια ἑρμηνεία, ἐκτός του ὅτι δὲν δικαιώνεται γλωσσικὰ, παραμένουν ἀναπάντητα πολλὰ ἐρωτήματα : λ.χ. ἂν λάβει κανεὶς ὑπόψη του ὅτι πέντε ἀπὸ τοὺς ἑπτὰ ἀγγέλους ψέγονται καὶ μάλιστα δριμύτατα, ἀναρωτιέται κανείς: πότε πρόλαβε τὸ 70% τῶν ἐπισκόπων καὶ ἀλλοιώθηκε σὲ τόσο βαθμὸ μέσα σὲ δυό-τρεῖς δεκαετίες! Κάποια βέβαια λύση τῆς ἀπορίας αὐτῆς θὰ μποροῦσε νὰ ἀποτελέσει ἡ σκέψη ὅτι μέσα σὲ ἕνα κλίμα ἔντονης καὶ πολυμέτωπης πολεμικῆς κατὰ τῶν ἐκκλησιαστικῶν κοινοτήτων εἶναι ἴσως δυνατὴ ἡ ἀλλοίωση τοῦ φρονήματος ἢ ἡ χαλάρωση ἢ ἡ ἔκπτωση ἀπὸ τὴν ὀρθὴ πίστη καὶ πράξη. Κάποια ἄλλη σκέψη ποὺ ἱκανοποιεῖ ἴσως τὴν ἀπορία μας εἶναι ὅτι τὰ ἀπαισιόδοξα αὐτὰ στατιστικὰ ἀντανακλοῦν ὄχι τὸ παρὸν τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν γραφόταν δηλαδὴ ἡ Ἀποκάλυψη, ἀλλὰ ὅλη τὴν μελλοντικὴ πορεία της ἐντός τῆς ἱστορίας. Ὅμως, κάποια ἄλλα ἐρωτήματα βρίσκουν ἀκόμα πιὸ δύσκολα ἱκανοποιητικὴ ἀπάντηση ἄν θελήσουμε νὰ ταυτίσουμε τοὺς ἀγγάλους μὲ ἐπισκόπους, ὅπως λ.χ. : γιατί νὰ ψέγεται ὁ ἐπίσκοπος γιὰ παραπτώματα γιὰ τὰ ὁποία βαρύνονται μέλη τῶν κοινοτήτων ἢ νὰ ἐπαινεῖται γιὰ ἐπιτεύγματα μελῶν τῆς Ἐκκλησίας; Δύσκολα ἀπαντᾶται καὶ τὸ ἐρώτημα : πῶς ὁ Χριστὸς θὰ συνιστοῦσε μετάνοια, ἐγρήγορση καὶ ἄλλες πνευματικὲς ἐπιδόσεις μόνο σὲ ἕνα πρόσωπο καὶ ὄχι στὸ σύνολο τῆς Ἐκκλησίας ἢ πὼς ἐξηγεῖται ἡ ἐναλλαγὴ τῶν προσώπων, καθὼς ὁ Ἰωάννης ἄλλοτε ἀπευθύνεται πρὸς τὸν ἄγγελο σὲ δεύτερο ἑνικὸ πρόσωπο καὶ ἄλλοτε σὲ δεύτερο πληθυντικό; Σὲ κάθε περίπτωση κι ἂν ὑπὸ τοὺς ἀγγέλους νοοῦνται ἐπίσκοποι ἢ ἄλλοι φορεῖς ἐκκλησιαστικῶν ἀξιωμάτων πάλι ὁ Ἰωάννης, μὲ τὸν ψόγο ποὺ τοὺς ἀπευθύνει, μιὰ ἀλήθεια ὑπογραμμίζει : ὅπως καὶ οἱ πνευματικότερες μορφές, οἱ ἄγγελοι,ἔτσι καὶ οἱ ἐκκλησιαστικότεροι θεσμοὶ μπορεῖ νὰ χρησιμοποιοῦνται σφετεριστικὰ σὲ βάρος τοῦ μοναδικοῦ Κυρίου τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ Χριστοῦ. Καὶ τὰ δυὸ αὐτὰ μεγέθη, ὅταν φανερὰ ἢ καμουφλαρισμένα παρεμβαίνουν μεταξύ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν πιστῶν τόσο καὶ ἔτσι ὥστε νὰ σκιάζεται ἢ νὰ κρύβεται τὸ ἀπόλυτο πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, στὴν πράγματικότητα τελοῦμε σὲ θανατηφόρα πλάνη. Ὁ Ἰωάννης μὲ προφητικὸ πέλεκυ τέμνει τέτοιες ἀξιώσεις καὶ μὲ προφητικὸ νηστέρι καθαρίζει τὶς σάπιες αὐτὲς συμπεριφορὲς καὶ στάσεις. Κανεὶς καὶ μὲ τίποτα δὲν πρέπει νὰ σχετικοποιεῖ στὴ θεωρία (κάτι ποὺ σπάνια μπορεῖ νὰ γίνει) ἢ στὴν πράξη ( κάτι ποὺ γίνεται συχνὰ ἀλλὰ ἀνομολόγητα) τὸ ἀπόλυτο πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ἀπὸ ὅσα περὶ σφετερισμοῦ εἴπαμε προκύπτουν δύο βασικὰ μηνύματα γιὰ τὴν ἱερατικὴ διακονία, ὅπως τὴν ὁραματίζεται ἡ Ἀποκάλυψη: α) ὅτι τὴ σωτηρία ἐγγυᾶται ἡ πίστη στὸ Χριστό, ὄχι ὁποιαδήποτε θεοποιημένα κτιστὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου καὶ β) ὅτι μέσα στὶς κοινότητες πρέπει νὰ ἀκούγεται μόνο ὁ προφητικὸς λόγος, ὁ ὁποῖος καθοδηγεῖται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα καὶ ὁδηγεῖ ὅλους καὶ ὅλα στὸ ἀπόλυτο καὶ μοναδικὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος κυριαρχεῖ ἐφ’ ὅλων.
Νὰ παρακολουθήσουμε τώρα, κάπως ἀπὸ κοντά, τὶς μορφὲς τῶν εἴκοσι τεσσάρων πρεσβυτέρων, ποὺ καθὼς εἴπαμε προσφέρονται προκειμένου νὰ οἰκοδομήσει κανεὶς ἱερατικὰ πρότυπα καὶ κατ’ ἐπέκταση πρότυπα ἐκκλησιαστικῶν κοινοτήτων.

πηγή : Σελίδες Χρηστών Α.Π.Θ.

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...