/*--

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

«Οἱ οὐρανοί διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ

    
Α. Ὁ οὐρανός μέ γυμνό ὀφθαλμό
Γιά κάποιον μυστήριο λόγο τό σύμπαν καί ἡ θέα του περικλείουν μιά μοναδική μαγεία, μιά ἰδαίτερη γοητεία. Ἀπό τήν ἀρχαιότητα ἀκόμη τραβοῦσε τήν προσοχή καί τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων. Ἀλλά καί στίς μέρες μας σύλλογοι ἐρασιτεχνῶν, ἐκλαϊκευμένες ἐκδόσεις, ποικίλες ἐκδηλώσεις ἔρχονται νά ἐπιβεβαιώσουν τή βαθιά σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τά ἄστρα, τό σύμπαν καί τόν οὐρανό.

Καί μόνον ἡ ἁπλῆ θέα τοῦ ἔναστρου οὐρανοῦ μιά ἀσέληνη νύχτα, χωρίς περισσότερη γνώση, μαγεύει καί ὑποβάλλει. Στά ποιητικά καί πνευματικά κείμενα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης χρησιμοποιοῦνται ἐκφράσεις πολύ δυνατές, προκειμένου νά περιγράψουν τήν ὀμορφιά, τή σοφία καί τό μεγαλεῖο του: «Οἱ οὐρανοί δηγοῦνται δόξαν Θεοῦ, ποίησιν δέ χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλλει τό στερέωμα»1 καί «ὅτε ἐγενήθησαν ἄστρα ᾔνεσάν με φωνῇ μεγάλῃ πάντες ἄγγελοί μου»2. Τέτοιες ἐκφράσεις, πού βέβαια δέν προῆλθαν ἀπό ἐπιστημονική γνώση, δέν χρησιμοποιοῦνται γιά κανένα ἄλλο στοιχεῖο τῆς κτίσεως.
Σίγουρα ἡ ἀνοικτή θέα ἀπό τήν κορυφή ἑνός βουνοῦ σέ μία μέρα μέ μεγάλη ὁρατότητα, ἡ πολυχρωμία τῶν λουλουδιῶν, ἡ μελωδία τῶν ἀηδονιῶν, οἱ ἐπιβλητικοί γεωλογικοί σχηματισμοί, ἀποτελοῦν φρυσικά ἐρεθίσματα τῶν αἰσθήσεων πού ξεκουράζουν, ἐντυπωσιάζουν, ἀναδεικνύουν ἄγνωστες πτυχές τῆς ψυχῆς μέ μοναδικό τρόπο, διεγείρουν τόν νοῦ, ἐνεργοποιοῦν πολύ εὐγενικά κομμάτια τοῦ ἐσωτερικοῦ ἀνθρώπου.

Αὐτό ὅμως πού προκαλεῖ ἡ θέα καί ἡ σκέψη τοῦ οὐρανοῦ, τῶν ἄστρων, τοῦ γαλαξία, τοῦ σύμπαντος, εἶναι κάτι ἄλλο καί κάτι πολύ μεγάλο καί ἰδιάζον γιά τήν ἀνθρώπινη ἐμπειρία. Εἶναι κάτι τό μοναδκό.

Αὐτό πού κυριολεκτικά θέλγει στήν παρατήρηση διά γυμνοῦ ὀφθαλμοῦ εἶναι ὅτι ἐνῶ ἡ εἰκόνα τοῦ οὐρανοῦ εἶναι δίχρωμη μαυρόασπρη, μελαγολική, ἐντυπωσιάζει τό πλῆθος τῶν ἄστρων, οἱ ποικιλία τους, ἡ ἀσυμμετρία τῆς κατανομῆς τους, ἡ αἴσθηση τοῦ ἄγνωστου κόσμου τους, οἱ παρατηρούμενες μεταβολές στίς θέσεις τους, τό τρεμούλιασμα τῆς λάμψης τους, ἡ ἐπιβλητικότητα τοῦ γαλαξία, ἡ θλίψη τοῦ φεγγαριοῦ πού σταδιακά μικραίνει, ἡ ἐλπίδα τῆς σελήνης πού προοδευτικά μεγαλώνει, τό ξάφνιασμα τῶν διαττόντων ἀστέρων, ὁ συνδυασμός τῆς ἡσυχίας μέ τό ἄγνωστο, ἀφοῦ οἱ παρατηρήσεις γιά νά εἶναι καθαρές γίνονται σέ ἐρημικά σημεῖα, ἡ ἀδυναμία τῆς ἄμεσης γνώσης, ἐλέγχου καί ψηλάφησης. Ἡ φαντασία καλπάζει, τό συναίσθημα πάλλεται, ἡ σκέψη προκαλεῖται, ἡ αἴσθηση τῆς μικρότητας ἐπιβάλλεται.Πράγματι ἡ ἐμπειρία τοῦ οὐράνιου στερεώματος εἶναι μοναδική.

Β. Ἡ ἀποκάλυψη τῆς τεχνολογικῆς ὅρασης

Μέ τό πέρασμα τῶν χρόνων ἡ παρατήρηση τοῦ οὐρανοῦ ἐξελίχθηκε, ὁ ἄνθρωπος τόν πλησίασε. Ἐντυπωσιακές κατασκευές ἐπινοήθηκαν γιά νά διερευνηθεῖ τό ἄγνωστο μεγαλεῖο τοῦ κόσμου. Τηλεσκόπια διοπτρικά, κατοπτρικά, ραδιοτηλεσκόπια τεράστια σέ μέγεθος μᾶς πρόσφεραν τή δυνατότητα νά ἐκτείνουμε τίς αἰσθήσεις μας, νά προσεγγίσουμε λεπτομέρειες, νά βαθύνουμε στόν χῶρο καί νά ἐπιστρέψουμε μαζί μέ τή σκέψη καί τά μάτια μας στό ἀπώτερο χρονικό παρελθόν. Πρόσφατα ἡ ἐξέλιξη τῆς διαστημικῆς τεχνολογίας ἐπινόησε κατασκευές πού καταφέρνουν νά ψηλαφοῦν τήν παρουσία ἀστρικῶν σωμάτων καί ὕλης σέ ἄλλως ἀπρόσιτες περιοχές τοῦ ἠλεκτρομαγνητικοῦ φάσματος, ὅπως τά μικροκύματα, τό ὑπέρυθρο, τό ὑπεριῶδες, οἱ ἀκτῖνες Χ καί οἱ ἀκτῖνες γ. Ἐκεῖ πού δέν φαινόταν τίποτα ἄρχισαν νά δηλώνουν τήν παρουσία τους ἀθέατες ὡς τώρα πηγές φωτός καί ἄγνωστες κοσμικές ὀντότητες μέ λιγότερο ἤ περισσότερο παράξενες ἰδιότητες.

Ἡ παρατήρηση μέσω ἑνός τηλεσκοπίου ἀναδεικνύει τίς αἰσθήσεις μέ μοναδικό τρόπο καί ὁδηγεῖ τόν παρατηρητή σέ αἰσθήματα καί σκέψεις ἄλλως ἀσύλληπτα. Βάζοντας τό μάτι σου στόν προσοφθάλμιο φακό ἑνός τηλεσκοπίου ἀποκτᾶς τήν αἴσθηση τοῦ βάθους μέσα στό σύμπαν, τά ἀστέρια δέν εἶναι κολλημένα σέ μιά σφαιρική ἐπιφάνεια ἀλλά κολυμποῦν ἐλεύθερα σέ ἕναν ἀχανῆ ὠκεανό χώρου, οἱ ἀποστάσεις γίνονται ἀντιληπτές, ἐμφανίζονται χρώματα, σχηματισμοί, νεφελώματα, ἀλλοιώσεις, τά φωτεινά σημεῖα ἀποκτοῦν διαστάσεις, μεγενθύνονται, καταλαμβάνουν ἐπιφάνεια, ἀναλύονται.

Γ. Ἡ ἀξία τῶν αἰσθήσεων, Περιστατικό στό Haystak

Κατά τή διάρκεια τῶν σπουδῶν μου στήν Ἀμερική, ἕνας νεαρός καθηγητής μου, μέ εἰδίκευση στήν Ραδιοαστρονομία, ἀρκετά ἐκφραστικός καί συναισθηματικός σάν χαρακτήρας, ξετρελαμένος μέ τίς ἀνακαλύψεις του, ἔχοντας σπάνιο χάρισμα νά μεταγγίζει τή γνώση καί τήν ἀγάπη του, προσπαθοῦσε νά μέ πείσει νά ἐργαστῶ μαζί του. Γιά τόν λόγο αὐτόν, ὑποστήριζε σέ μένα, πού ἤμουν θεωρητικός, ὅτι ἡ παρατήρηση καί τό πείραμα εἶναι ἀνώτερα ἀπό τή θεωρία. Εἶναι πιό ἁπτά, ψηλαφητά, ἀποδεικτικά, πειστικά, δημιουργοῦν αἴσθηση ἐγγύτητας πρός τήν ἀλήθεια ἰσχυρότερη. Αὐτή ἡ βεβαιότητα πού τά συνοδεύει, κατά τήν ἄποψή του, τούς δίνει στοιχεῖα ὑπεροχῆς ἀπέναντι στή θεωρία. Αὐτή τοῦ φαινόταν ὅτι εἶναι ἀσαφής, ἐκτεθειμένη σέ ἀμφισβήτηση, κάπως ἀόριστη, ἀφηρημένη, μεταβαλλόμενη.

Ὅσοι ζήσαμε σέ ἐρευνητικούς χώρους, γνωρίζουμε πόσο συνήθης εἶναι μία τέτοια διαμάχη ἀνάμεσα στούς ἐπιστήμονες πού βρῆκαν ὁ καθέ-νας τήν ἱκανοποίησή του, ἴσως καί κάποια ὁλοκλήρωσή του, σέ διαφορετικό χῶρο. Ἡ μέθη τοῦ διαλόγου μέ τήν ἐπιστημονική γνώση, ἀνακάλυψη, κατάκτηση δημιουργεῖ σχέση καί βιώματα ἐρωτικοῦ ἰδιώματος. Προξενεῖ ζάλη, τάση ἀπολυτοποίησης καί ὑπερβολῶν. Στήν ἔρευνα δίνεσαι ὁλόκληρος καί ἀπολαμβάνεις τό πλῆρες. Σέ τυφλώνει λίγο καί ὁ ...φωτισμός σου.

Ἐγώ, ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, λίγο ψυχρά, σαφῶς μαγεμένος ἀπό τήν θεωρητική κλίση καί ὡς τότε ἐμπειρία μου, μεθυσμένος ἀπό τό δικό μου θεωρητικό ὅραμα, ἀσυγκίνητος ἀπό τό δικό του πάθος, μονολεκτικά σχεδόν τοῦ ἀπαντοῦσα ὅτι ἡ θεωρία διαφέρει ἀπό τήν παρατήρηση ὅσο ἡ σκέψη ἀπό τήν αἴσθηση. Αὐτό τοῦ ἔλεγα. Καί τό πίστευα. Κι ἐκεῖνος δυσκολευόταν, ὄχι τόσο πού δέν μέ ἔπειθε, ὅσο πού δέν μποροῦσα νά ἀγαπήσω ὅπως ὁ ἴδιος τήν ἀγάπη του. Ἡ ὀμορφιά ὅμως τῆς λεπτότητάς της, ἡ ἀνωτερότητα τῆς κατανόησης ἀπό τήν διαπίστωση, ἡ προϋπόθεση τῆς εὐφυΐας ὡς εἰδικῆς ἱκανότητας πού σπανίζει, καί ὄχι τῆς ὀξυωπίας ἤ τῆς προσοχῆς πού εἶναι πιό βιολογικές ἐπιδεξιότητες, δίνει στή θεωρία ἕνα σαφές προβάδσμα καί μία ἀδιαμφισβήτητη ποιοτική ὑπεροχή.

Μοῦ πρότεινε νά περάσουμε ἕνα βράδυ στόν Ἀστρονομικό σταθμό τοῦ Harvard καί τοῦ MIT, στό Haystack, μία προστατευόμενη περιοχή μία περίπου ὥρα βορειοδυτικά τῆς Βοστώνης. Συνήνεσα καί προγραμματίσαμε μέ πολύ ἐνθουσιασμό νά πᾶμε μία ἀνέφελη καί πεντακάθαρη νύχτα τοῦ Νοεμβρίου, ἀφοῦ προηγουμένως κινητοποιήσαμε τούς …πειραματικούς μετεωρολόγους. Αὐτοί ἦταν προφανῶς πιό ἀναγκαῖοι ἀπό τούς θεωρητικούς ἀστρονόμους… Ὁ Θεός προνόησε, ἔγινε καί τό θαῦμα, καί ἐπιτυχῶς προβλέψανε τήν κατάλληλη νύχτα.
Τήν περίμενα πολύ αὐτή τήν ὥρα. Καθώς πηγαίναμε, διέκρινα μέσα μου ἐνθουσιασμό, ἀνυπομονησία, καλπασμό τῆς φαντασίας, προσμονή δυνατῆς ἐμπειρίας, ὑποψία μοναδικῆς γνωριμίας, στοιχεῖα κάπως ἰδιαίτερα. Δέν εἶπα ὅμως τίποτα.

Φτάσαμε στόν προορισμό μας. Τρία ὀπτικά τηλεσκόπια, τό ἕνα ἀπό τά μεγαλύτερα διοπτρικά -δέν θυμᾶμαι καλά τό μέγεθός του-, καί τέσσερα ραδιοτηλεσκόπια, τό μεγαλύτερο διαμέτρου 37 μέτρων. Ἡ περιήγηση θά ξεκινοῦσε ἀπό ὀπτική παρατήρηση. Ἦταν Νοέμβριος. Ζήτησα νά ἑστιάσουμε τό τηλεσκόπιο στό νεφέλωμα τοῦ Ὠρίωνα. Ἤθελα πολύ νά δῶ τά χρώματα, νά συγκρίνω μέ τίς ἐντυπωσιακές φωτογραφίες πού κυκλοφοροῦν, νά ἀφήσω τό μάτι μου νά προσαρμοστεῖ, τήν φαντασία μου νά προχωρήσει, νά παρατηρήσει τίς σημειακές πηγές νά καταλαμβάνουν ἔκταση, νά δεῖ πιό πολλά ἀπό αὐτά πού φαίνονται. Ἐν πάσῃ περιπτώσει διψοῦσα γιά μεταμόρφωση τῆς φαντασίας μου σέ πρωτόγνωρη ἐμπειρία.

Ἀνέβηκα σέ ἕναν μικρό ἀναβατήρα, μιά πού ὁ προσοφθάλμιος φακός ἦταν σέ ὕψος 3 περίπου μέτρων. Καθώς ἀνέβαινα συνειδητοποίησα ὅτι ἡ καρδιά μου χτυποῦσε ἔντονα. Βιαζόμουν νά δῶ. Ὅλα ἦταν ἕτοιμα. Ὁ θόλος ἀνοιχτός, τό τηλεσκόπιο ἑστιασμένο, τό μυστήριο τοῦ οὐρανοῦ πολύ πιό κοντά μου, κι ἐγώ μπροστά στήν εὐκαιρία πού λογικά εἶχα ἀδικήσει μέσα καί ἔξω μου.

Ἦρθε ἡ ὥρα. Βάζω τό μάτι μου στόν φακό. Θόλωσε… Εἶχα δακρύσει. Εἶχα συγκινηθεῖ... Τό σκούπισα καί ξαναδοκίμασα. Ὅπως μοῦ εἶπαν ἀργότερα ἔμεινα 25 λεπτά καρφωμένος καί ἄφωνος. Δέν ἤθελα νά ξεκολλήσω. Ἔβλεπα τό ἴδιο πράγμα πού ὅμως, καθώς συνήθιζε τό μάτι μου, αὐτό ἄλλαζε. Μοῦ γινόταν ὅλο καί πιό δικό μου. Σάν νά πλησίαζα. Σιγά-σιγά ἄρχισα νά διακρίνω ἀμυδρά κάποια χρώματα. Ἡ ὀφθαλμική ἐντύπωση εἶναι πολύ πιό δυνατή καί ἀπό τήν καλύτερη φωτογραφική ἀποτύπωση. Εἶναι ζωντανή, πραγματική αἴσθηση. Ἀντίθετα, ἡ φωτογραφία εἶναι εἰκόνα, πού μπορεῖ νά ἔχει μεγαλύτερη ἀκρίβεια, μειονεκτεῖ ὅμως σέ ἀμεσότητα καί ζωντάνια. Τό μάτι ἀντιλαμβάνεται τόν χῶρο· καθώς παρατηρεῖς βιώνεις καί τή ροή τοῦ χρόνου. Αἰσθάνεσαι τήν κίνηση, κάνεις σύγκριση· ἐκεῖ πού δέν βλέπεις τίποτε διαπιστώνεις ὅτι ὑπάρχει κάτι, ἐκεῖ πού ἀντικρίζεις ἕνα φωτεινό σημεῖο, διαπιστώνεις ὅτι καταλαμβάνει ἔκταση, ἐκεῖ πού βλέπεις μία μεμονωμένη φωτεινή πηγή, διαπιστώνεις ὅτι αὐτή ὑπάρχει μέσα σέ ἕνα ποικιλότατο περιβάλλον. Ἀντίθετα, ἡ φωτογραφία τά κάνει ὅλα ἐπίπεδακαί στιγμιαία, ἀβαθῆ καί στατικά, χωρίς ἄμεση σύγκριση, ὄχι τόσο ἀληθινά. Ἡ φωτογραφία δίνει πληροφορίες καί ἐντύπωση. Εἶναι πολύτιμη. Ἡ ζωντανή ὅμως παρατήρηση σέ χορταίνει μέ αἴσθηση. Στή μία περίπτωση παρατηρεῖς κάτι ἀπ’ ἔξω, στή δεύτερη σκέπτεσαι τό σύμπαν ἀπό μέσα. Εἶσαι μέρος του. Εἶναι περιβάλλον σου. Τό ζεῖς.

Παρατηρήσαμε γιά μία ὥρα περίπου καί τόν Κρόνο, συνεχίσαμε μέ τόν Ἄρη, ἄλλα νεφελώματα, γαλαξίες κ.λπ. Γύρω στίς 2 τό βράδυ πήγαμε στό μεγάλο ραδιοτηλεσκόπιο. Ἕνα πιάτο διαμέτρου ἴσης μέ τό ὕψος μίας 14ώροφης πολυκατοικίας. Εἶχαν ἑστιάσει σέ ἕνα quasar πού βρισκόταν σέ ἀπόσταση 5,5 δισεκατομμυρίων ἐτῶν φωτός. Παίρναμε δηλαδή φῶς πού ἡ ἐκπομπή του εἶχε ξεκινήσει 1 δισεκατομμύριο χρόνια πρίν νά δημιουργηθεῖ τό ἡλιακό μας σύστημα. Ἡ πηγή πού ἀνιχνεύαμε μᾶς ἔδειχνε τήν τόσο παλιά ταυτότητά της. Ἐδῶ δέν ἔβλεπε τό μάτι, ἀλλά ἀνίχνευε μία βελόνα καί θόλωνε ἡ σκέψη. Ἤξερα ἀπό τά μαθήματα ὅτι ὑπάρχουν τέτοιες πηγές, τό γυμνό ὅμως μάτι δέν τίς βλέπει. Γι᾽ αὐτό καί δέν μπορεῖ κανείς εὔκολα νά φιλοσοφήσει. Τά διαβάζεις στό βιβλίο καί ἀδυνατεῖς νά τά ἐγγράψεις στό στερέωμα τῶν ἐντυπώσεών σου. Γιατί τά βλέπεις ὄχι ὅπως εἶναι, ἀλλά ὅπως φαίνονται.

Τώρα ὅμως πού ἐγώ τά εἶδα; Πόσο μικρός εἶναι τελικά ὁ ἄνθρωπος! Μικρός στή διάρκεια, μικρός στίς διαστάσεις, μικρός στήν ὁποιαδήποτε σύγκριση. Καί πόσο μεγάλος! Ἱκανός μέ ἰδιοφυεῖς κατασκευές καί συλλήψεις νά διακρίνει τή μικρότητά του καί τήν παλαιότητα τοῦ κόσμου του.

Ἀπό τότε πέρασαν σχεδόν 30 χρόνια. Οἱ σύγχρονες τηλεσκοπικές συσκευές εἶναι ἀπείρως διεισδυτικότερες. Μᾶς πλησιάζουν στά πιό ἀπόμακρα σημεῖα τοῦ χώρου, στήν πιό ἀρχή τοῦ χρόνου, στήν κορυφή τῆς κοσμολογικῆς ἀλήθειας, στό ὅριο ὕπαρξης καί ἀνυπαρξίας· δίνουν φυσική αἴσθηση στά πιό προκλητικά ἐρωτήματα καί μυστικά τῆς σκέψης, σέ ὑποχρεώνουν νά ταλαντώνεσαι ἀνάμεσα στό ἀπόλυτο μηδέν καί τό ἄπειρο, τήν κατανόηση καί τήν ἀμφισβήτηση. Ὅταν κάτι εἶναι ἀσύλληπτο, δυσκολεύεσαι νά τό πιστέψεις. Καί δικαιολογημένα. Διερωτᾶσαι μήπως κάπου ἔχει παρεισφρύσει κάποιο λάθος. Εἶναι δυνατόν αὐτό πού ὑπάρχει καί τό βλέπεις νά μήν τό κατανοεῖς;

Ἡ νύχτα ἐκείνη θά μοῦ μείνει ἀξέχαστη. Μόλις τελειώσαμε, καθί-σαμε γιά συζήτηση. Αὐτοί ἦταν ὅλοι τους συνηθισμένοι. Μία ὁμάδα νέων ἐπιστημόνων. Ἀνθρώπων τῆς …νύχτας. Τῆς ὑπέροχης αὐτῆς νύχτας. Ὅσο γιά μένα, ἔπρεπε νά ὁμολογήσω τήν ἀλήθεια, αὐτό πού αἰσθάνθηκα. Εἶχα πραγματικά ἀδικήσει τούς παρατηρησιακούς. Εἶχα ὑποτιμήσει τό σῶμα καί τίς αἰσθήσεις μου. Εἶχα ἀδικήσει τόν ἑαυτό μου. Πράγματι, μπορεῖ ἡ σκέψη νά εἶναι μεγαλειώδης γιά τή διεισδυτικότητά της, ἀλλά ἡ ἀμεσότητα τῶν αἰσθήσεων ἔχει κάτι τό μοναδικό. Εἶναι ἄλλο πράγμα ἡ ὅραση, τό ἄκουσμα, ἡ ψηλάφηση, ἡ διαπίστωση.

Ἀγάπησα μέ πρωτοφανῆ τρόπο τίς αἰσθήσεις μου, συνειδητοποίησα τήν ἀξία τοῦ σώματός μου, τοῦ ὑλικοῦ ὑποβάθρου μου.

Δ. Τό μεγαλεῖο της σκέψης

Καί ἡ σκέψη ὅμως ἔχει τό μεγαλεῖο της. Ἡ θεωρητική γνώση τῶν μυ-στικῶν τοῦ σύμπαντος κάνει τόν ἐπιστήμονα νά πλησιάζει τό μή κατάνοητό καί νά προσεγγίζει ἔννοιες ὅπως τό αἰώνιο, τό χάος, τό ἄπειρο, τήν πρώτη ἀρχή, τήν ἐξέλιξη τοῦ κόσμου, τό μέλλον, τίς δυνατότητες καί τούς φραγμούς του, μέ τρόπο πού δέν μπορεῖ ἡ παρατήρηση καί οἱ αἰσθήσεις.

Ὅταν μέ τή σκέψη σου ἀνακαλύπτεις αὐτά πού δέν φαίνονται, ἐξη-γεῖς αὐτά πού δέν κατανοοῦνται, προβλέπεις αὐτά πού δέν ὑποψιάζονται, τότε ἀξιολογεῖς τή δική της εὐρύτητα, λεπτότητα καί διεισδυτικότητα. Οἱ θεωρίες τῆς σχετικότητας, ἡ περιγραφή καί ἀνάλυση γυμνῶν καί ἀφηρημένων φυσικῶν ἐννοιῶν ὅπως ὁ χῶρος καί ὁ χρόνος, οἱ προσπάθειες ἑρμηνείας τῶν πεδίων καί ἐνοποίησης τῶν δυνάμεων, περιγραφῆς καί κατανόησης τῶν χρωμάτων, τῶν εἰκόνων, τῶν φαινομένων, συσχέτισης τοῦ παρόντος μέ τίς αἰτίες τοῦ ἀπώτατου παρελθόντος, πρόβλεψης τῶν σταδίων ἐξέλιξης τοῦ μέλλοντος καί ἡ ἐπαλήθευση τῶν θεωρητικῶν προτάσεων ἀπό τίς παρατηρήσεις, ὁ σχεδιασμός ἰδιοφυιῶν συσκευῶν (τηλεσκόπια, ἀστρο-νομικοί σταθμοί κ.λπ.) καταδεικνύουν τήν ἐπίσης μεγάλη ἀξία τῆς σκέψης.

Ἡ παρατήρηση δείχνει τόν χῶρο καί ἁπλά μετράει τόν χρόνο καί διαπιστώνει τίς δυνάμεις. Ἡ θεωρία τά ἐξηγεῖ, τά ἑρμηνεύει, τά ἀναλύει, τά περιγράφει, τά συνδέει, τὰ προεκτείνει, τὰ προβλέπει. Ἡ ἡσυχία τῆς σκέψης εἶναι συνήθως πιό διαπεραστική ἀπό τήν ἐξωτερική ἡσυχία τοῦ ἀστρονόμου παρατηρητῆ. Τελικά στή σκέψη τοῦ ἀνθρώπου μπορεῖ νά κρύβεται ἕνας κόσμος ἀνάλογης ἀξίας μέ τό σύμπαν. Καί ὁ ἄνθρωπος ὡς σῶμα, νοῦς καί πνεῦμα νά φιλοξενεῖ μέσα του ἕναν κόσμο πιό μεγάλο ἀπό τόν ἀσύλληπτο φυσικό κόσμο.

Οἱ παρατηρήσεις καί οἱ μετρήσεις μᾶς ὁδηγοῦν σέ ἐπιβεβαιώσεις θεωριῶν ἤ ὑποψίες συμβαινομένων πού δέν θά μπορούσαμε διαφορετικά νά ὑποψιαστοῦμε. Ὁ συνδυασμός παρατήρησης καί θεωρίας, ἐπιστήμης καί τεχνολογίας, ὁδηγεῖ σέ συμπεράσματα ὅπως ὅτι τό σύμπαν εἶναι περισσότερο ἀθέατο, ἀκατανόητο, ἀμέθεκτο, ὅτι κρύβει τά μυστικά του μέσα στό ἀπρόσιτο στοιχεῖο του. Καί ὅτι αὐτή του ἡ ἰδιότητα ἀποτελεῖ τή βαθύτερη ἀλήθεια του καί τή μεγαλύτερη ὀμορφιά του. Εἶναι τόσο κόσμημα ὁ κόσμος μας! Εἶναι ὑπέροχη ἡ ἐπιστήμη μας!

Ε. Ἡ σημασία τῆς νύχτας, τῆς ἡσυχίας καί τῆς ἐρημιᾶς

Ὅλα αὐτά κρύβονται πίσω ἀπό τό σκοτεινό, δίχρωμο, ἀμυδρά καί ἀσύμμετρα φωτισμένο οὐράνιο στερέωμα, μέ τό ὁποῖο μπορεῖς νά δια-λεχθεῖς μόνο μέσα στήν ἐρημιά τῆς νύχτας, στήν ἡσυχία τῆς μόνωσης ἤ στήν ψύχρα τοῦ διαστήματος, μέ συνοδό τήν περιορισμένη αἴσθησή σου καί τήν πεπερασμένη σκέψη σου.

Ἡ ἐρημικότητα, ἡ ἡσυχία, τό σκοτάδι συνήθως φοβίζουν γιατί μᾶς τοποθετοῦν μπροστά στό ἄγνωστο, γεννοῦν φόβους, εἶναι ἀντίθετες μέ τήν κοινωνικότητα, τόν διάλογο, τό φῶς. Ἀπό τήν ἄλλη μεριά κρύβουν θησαυρούς καί ἀφυπνίζουν ἐσωτερικές δυνάμεις στό ἀνθρώπινο πνεῦμα πού τίποτε ἄλλο δέν μπορεῖ νά τίς ἐνεργοποιήσει. «Νυκτός μετά καρδίας μου ἠδολέσχουν καί ἔσκαλλε τό πνεῦμά μου», λέει ἕνας ψαλμός3. Ἀδολεσχία σημαίνει κίνηση, πνευματική ἐνασχόληση, διεισδυτική διερεύνηση. Τή νύκτα πιό εὔκολα ἡ καρδιά κινεῖται καί σκαλίζει τό πνεῦμα. Ἡ νύχτα φανερώνει κόσμους πού κρύβει τό φῶς. Γί αὐτό καί οἱ ἡσυχαστές προτιμοῦν τήν ἐρημιά καί τό σκοτάδι τῆς νύχτας προκειμένου νά μελετήσουν τίς λεπτομέρειες τοῦ ἐσωτερικοῦ κόσμου καί τούς κόσμους τοῦ πνευματικοῦ στερε-ώματος. «Ἡ ἡσυχία τάς αἰσθήσεις τάς ἔξω νεκροί καί τάς κινήσεις τάς ἔσω ἐγείρει», γράφει ὁ πατέρας τοῦ ἡσυχασμοῦ Ἀββάς Ἰσαάκ.
Δέν ξέρω ἄν μπορεῖ κανείς νά τό κατανοήσει αὐτό καλύτερα ἀπό ἕναν ἀστρονόμο. Ὁ διάλογος μέ τόν κόσμο τῆς νύχτας καί τῆς ἐρημιᾶς ἔχει μία μοναδικότητα. Σέ ξανοίγει σέ κόσμους πού τίποτε ἄλλο δέν μπορεῖ νά φανερώσει.

Καθώς παρατηρεῖς καί συλλογίζεσαι, μαθαίνεις καί σκέπτεσαι, καθώς συνειδητοποιεῖς τά ἀσύλληπτα μεγέθη τοῦ συμπαντικοῦ κόσμου, μπορεῖς νὰ νοιώσεις ταυτόχρονα ἀσύλληπτα μικρός -σχεδόν τίποτα-, χρονικά πολύ σημειακός -σχεδόν μηδέν. Τό σύμπαν φαίνεται πολύ ἀφιλόξενο, πολύ ψυχρό –μόλις 2,7 K-, πολύ σκοτεινό -ἐλάχιστα φωτόνια κυκλοφοροῦν στά ἀχανῆ περάσματά του γιά νά θυμίζουν τήν ἀρχική του ἔκρηξη-, ὑπερβολικά στατικό, ἄδειο -σχεδόν ἀπόλυτα κενό. Αὐθόρμητα νοιώθεις τή μικρότητά σου ὡς ἀπελπισία, τή ματαιότητά σου ὡς ἀναπάντητη ἀπορία, τή μοναξιά σου ὡς ἀδιέξοδο, τόν λόγο τῆς παρουσίας σου σέ αὐτόν τόν ἐκπληκτικό κόσμο ὡς δοκιμασία, ἀμφισβητεῖς τήν ἀξία τῆς ὑπάρξεώς σου, τό ἐνδεχόμενο τῆς προοπτικῆς σου, τήν ἀληθινότητα τῶν ἐλάχιστων πού κατανοεῖς. Ὑποψιάζεσαι ὅμως ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ συμπεράσματα εἶναι μᾶλλον λάθος.
Ὅ,τι εἶναι μικρό, ὅ,τι δέν φαίνεται δέν σημαίνει πώς εἶναι ἀμελητέο καί ἀσήμαντο καί πολύ περισσότερο πώς δέν ὑπάρχει. Οἱ μαῦρες τρύπες δέν φαίνονται, οὔτε οἱ διαστάσεις τους εἶναι σημαντικές στό ἐπίπεδο τῶν κοσμικῶν μεγεθῶν. Εἶναι ὅμως τόσο βέβαιη ἡ παρουσία τους καί τόσο μεγάλη ἡ σπουδαιότητά τους. Κρύβουν μέσα τους μυστικό πού δέν κοινοποιεῖται ἀλλά ἐξυπονοεῖται. Μάλιστα, καθώς μικραίνουν καί καταρρέουν, ἀπειρίζουν τό βαρυτικό πεδίο τους. Ἴσως καί στό σύμπαν, ὅσο πιό μικρός δείχνεις, ὅσο πιό ταπεινά νοιώθεις τόσο περισσότερο νά βλέπεις, τόσο πιό πολύ συναντᾶς τήν ἀξία σου, τήν μεγάλη ἀλήθεια αὐτοῦ του κόσμου. Τότε νοιώθεις μικρός, ἀλλά πολύ γλυκά. Δυναμώνεις τό βαρυτικό πεδίο σου. Μέσα ἀπό τή γεωμετρική μικρότητα καί λογική συστολή σου, ἀντικρίζεις τήν τεράστια πνευματική ἀξία σου, τή μεταμόρφωση τοῦ κόσμου σου. Τό σύμπαν μπορεῖ νά ἔχει χαμηλές θερμοκρασίες, ἀλλά γίνεται πολύ θερμό· μπορεῖ νά σπανίζουν τά φωτόνιά του, γίνεται ὅμως πολύ φωτεινό· μπορεῖ νά ἀποδεικνύει τή μοναξιά σου, τό ζεῖς ὅμως γεμάτο κίνηση καί παρουσία.

Τό γιατί ἔτσι συμπεριφέρεται ὑποχρεώνει σέ ὑποψίες ὅτι πίσω ἀπό τό ἀθέατο σύμπαν κρύβεται ἡ ἀλήθεια πού δέν φαίνεται, ἀλλά μαγεύει περισσότερο ἀπό ὅσο ἡ ὁρατή καί κατανοητή οὐσία του. Τό σύμπαν εἶναι κάτι περισσότερο ἀπό ἀθέατη ὕλη καί ἐνέργεια καί κρύβει κάτι πέραν ἀπό τήν ἀδυναμία μας νά τό κατανοήσουμε, κάτι πιό πολύ ἀπό ὅσα ὄμορφα φανερώνει, κάτι πολύ πιό μεγάλο ἀπό τίς ἀσύλληπτες διαστάσεις του. Ἔχει μιὰ ἑτερότητα ἡ ὀμορφιά του.

Στ. Μυστικά τοῦ ὁρατοῦ καί ἀθέατου σύμπαντος
1) Κυρίως ἀθέατο (96%)

Τό σύμπαν τελικά διαφέρει πολύ ἀπό τίς ἐκτιμήσεις τῶν αἰσθήσεών μας. Ὁ χῶρος εἶναι καμπύλος, οἱ διαστάσεις του μποροῦν νά συστέλλονται καί νά πολλαπλασιάζονται, ὁ χρόνος μπορεῖ νά διαστέλλεται καί νά συνδέεται μέ τόν χῶρο, ἡ συμπεριφορά τους στίς μικρές διαστάσεις ἤ στίς μεγάλες ταχύτητες ἤ στά κοσμικά δεδομένα νά εἶναι ἐντελῶς ἀσυνήθιστη γιά τίς αἰσθήσεις μας καί ἐντελῶς ἀσύμβατη μέ τήν ἀντίληψή μας.Τελικά τό σύμπαν κρύβει καί τήν ὕλη του καί τά μυστικά τῆς λογικῆς του. Συμπεριφέρεται σάν νά θέλει μόνο νά ὑποψιάζει. Γιά ποιόν ἄραγε λόγο τό θεατό ποσοστό του νά εἶναι μόνο 4% τή στιγμή πού ἡ σκοτεινή του ὕλη φτάνει τό 23% καί ἡ σκοτεινή ἐνέργεια τό 73%;

Ἡ πρώτη του ἰδιότητα εἶναι ὅτι δέν δείχνεται στόν κόσμο τῶν αἰσθήσεών μας. Πιστοποιεῖ τήν ἀνεπάρκειά τους. Περισσότερο κρύβεται καὶ λίγο φανερώνεται.

2) Μή κατανοητό

Τό σύμπαν ὅμως δέν ἱκανοποιεῖ ἀπόλυτα καί τή σκέψη μας. Δέν εἶναι οὔτε ἀντιληπτό στίς διαστάσεις καί τούς ἀριθμούς του οὔτε κατανοητό στίς ἰδιότητές του οὔτε ἐρμηνευτό στό σύνολό του.
Ὅταν τό πλῆθος τῶν ἀστέρων τοῦ γαλαξία μας εἶναι τῆς τάξεως τοῦ 1011 καί ὁ ἀριθμός τῶν γαλαξιῶν ἀνάλογος, ὅταν οἱ ἡλικίες καί οἱ χρόνοι μετροῦνται σέ δισεκατομμύρια χρόνια καί οἱ ἀποστάσεις σέ δισεκατομμύρια ἔτη φωτός, ὅταν παρά τήν παρουσία τόσης ὕλης, τό σύμπαν στήν οὐσία εἶναι κενό, τότε πῶς νά χωρέσει στήν ἀντίληψή μας ὁ χῶρος του, οἱ λόγοι καί τά αἴτιά του, ἡ ἀνάγκη κατανόησης τῶν μυστικῶν του;

Ἀριθμοί πάνω ἀπό 1010, δηλαδή μεγαλύτεροι ἀπό δέκα δισεκατομ-μύρια, δέν χωροῦν στήν ἀνθρώπινη ἀντίληψη. Στό σύμπαν ὅμως μιλοῦμε γιά μεγέθη μέχρι καί 1087, τόσος εἶναι ὁ ὄγκος του σέ mm3. Μιλοῦμε γιά χρόνους 10-43sec, αὐτή εἶναι ἡ πιό ἀπόμακρη στιγμή ἀπό τό σήμερα καί ἡ πιό κοντινή στήν Big Bang· ἕνας χρόνος ἴσος μέ αὐτόν πού ἀπαιτεῖται ὥστε τό φῶς, πού καλύπτει τήν ἀπόσταση Γῆς - Σελήνης σέ ἕνα δευτερόλεπτο, νά διανύσει τή διάμετρο τοῦ πρωτονίου. Οὔτε τό μεγάλο συλλαμβάνεται οὔτε τό μικρό χωράει στό νοῦ μας.

Τελικά, ἡ ἀκρίβεια ὅλων αὐτῶν τῶν ἀριθμῶν εἶναι μᾶλλον ἐνδει-κτική, στατιστική καί ἀσυμπτωτική, παρά ἀριθμητικά καί λογικά ἀποδεικτική. Ἀλλά καί ὅταν συμβαίνει τό δεύτερο, ἡ κατανόηση αὐτῶν τῶν μεγεθῶν εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατη. Ὁ κτιστός κόσμος μας γνωρίζεται, ἀλλά δέν κατανοεῖται.

3) Μή κοινωνούμενο

Ὁ κόσμος γίνεται φοβερά ἑλκυστικός, ἀλλά ἀποδεικνύεται τραγικά ἀπομονωτικός. Οἱ μεγάλες φυσικές σταθερές ἔχουν τιμές πού δικαιολογοῦν τήν ὑποχρεωτική μας ὕπαρξη ὡς ἀνθρώπων (Ἀνθρωπική Ἀρχή), ἀλλά καίτήν ἐπίσης ὑποχρεωτική μας ἀπομόνωση. Τό σύμπαν εἶναι τεράστιο καί οἱ ταχύτητες ἀνυπέρβλητα μικρές γιά νά ἐπικοινωνοῦμε. Ἡ ταχύτητα τοῦ φωτός, ἡ μεγαλύτερη ταχύτητα, ἡ ταχύτητα τῆς ἐπικοινωνίας μας, εἶναι ἀξεπέραστη καί πεπερασμένη. Μποροῦμε νά ἀκοῦμε -νά λαμβάνουμε ἐρεθίσματα- μποροῦμε νά μιλᾶμε -νά στέλνουμε μηνύματα-, ἀλλά δέν μποροῦμε νά διαλεχθοῦμε, ἀδυνατοῦμε νά ἐπικοινωνήσουμε διαστρικά καί διαγαλαξιακά.

Ἐνῶ, κατά τόν Ἀριστοτέλη, εἴμαστε κοινωνικά ὄντα, «ὁ ἄνθρωπος ζῷόν ἐστι πολιτικόν»4, εἴμαστε καταδικασμένοι σέ μοναξιά. Ἐνῶ, κατά τόν ἴδιο Ἕλληνα ἀρχαῖο φιλόσοφο, «φύσει τοῦ εἰδέναι ὀρέγεται ὁ ἄνθρωπος»5, εἴμαστε καταδικασμένοι καί σέ ἄγνοια. Ἔτσι φαίνεται ἡ ἀνεπάρκεια καί τῆς ἐπιστήμης καί τῆς τεχνολογίας μας. Ἐνῶ ἡ κατάστασή μας, τά ἐπιτεύγματά καί ἡ γνώση μας σέ ἀνθρώπινη κλίμακα εἶναι ἀπίστευτα, συγκλονιστικά καί ἀσύλληπτα, τήν ἴδια στιγμή, σέ κοσμικές διαστάσεις πλησιάζουν τό τίποτα καί συγγενεύουν μέ τό λάθος.

Εἶναι πολύ μαγευτική ἡ ἰδέα τῆς ὕπαρξης καί ἄλλων λογικῶν ὄντων στό σύμπαν. Καί φαίνεται στατιστικά πιθανή. Εἶναι ἐπίσης μαγευτική ἡ ἰδέα τῆς μοναδικότητάς μας μέσα σέ αὐτό τόν ἀσύλληπτα ἀχανῆ κόσμο. Τελικά ὅμως τό ἐρώτημα εἶναι ἄνευ σημασίας. Γιατί καί νά ὑπάρχουν, δέν μποροῦμε νά ἐπικοινωνήσουμε, ἀκόμη καί ἄν γνωρίζαμε τή γλῶσσα τους. Ἀκόμη καί ἄν εἶναι ὅπως ἐμεῖς. Ἡ διάρκεια τῆς ζωῆς μας εἶναι πολύ μικρή γιά νὰ ἐπιτρέπει τὸν κοσμικό διάλογο. Οἱ φυσικοί περιορισμοί εἶναι τραγικά ἀπομονωτικοί.

4) Μή γνωστό (10500 σύμπαντα ἴσως)

Σάν νά μήν ἔφθαναν ὅλα αὐτά, τελευταῖα γίνεται λόγος γιά ὕπαρξη καί ἄλλων κόσμων καί συμπάντων ἔξω ἀπό τά δικά μας. Ὅπως ἡ μελέτη φαινομένων στίς περιφέρειες τῶν γαλαξιῶν ὁδήγησε στήν ἀναζήτηση ὕλης καί ἐνέργειας πέραν τῶν ὁρατῶν, ἔτσι καί ἡ ἀκραία συμπεριφορά στίς ἐσχατιές τοῦ σύμπαντος καί τοῦ παρελθόντος χρόνου ὁδηγεῖ κάποιους σέ ἀναζητήσεις συμπάντων πέραν τοῦ γνωστοῦ. Μάλιστα κάποιοι ὁμιλοῦν γιά ἀριθμούς τῆς τάξεως τοῦ 10500 καί παραπάνω6.
Τό σύμπαν, ἐνῶ ἐπιθυμοῦμε τόσο νά τό βλέπουμε, στό μεγαλύτερο ποσοστό του εἶναι ἀθέατο. Ἐνῶ θέλουμε νά τό κατανοοῦμε, ὑπερβαίνει τήνἀντιληπτική μας ἱκανότητα· ἐνῶ μέσα σέ αὐτό ποθοῦμε νά ἐκφράσουμε τόν κοινωνικό μας χαρακτήρα, μᾶς τό ἀπαγορεύει· ἐνῶ προσπαθοῦμε νά τό γνωρίσουμε, διαρκῶς αἰφνιδιάζει τή σκέψη μας καί τῆς ξεφεύγει.

5) Μή τεχνολογούμενο

Τό σύμπαν, ἐνῶ μᾶς εἶναι τόσο ἀγαπητό καί τόσο δικό μας, δέν μποροῦμε οὔτε νά τό ἀλλάξουμε οὔτε κάπως σέ αὐτό νά παρέμβουμε. Αὐτό τό κάνουμε μέ τήν ὕλη, μέ τά κύτταρα, μέ τίς βιολογικές ἰδιότητες, ἀκόμη καί μέ τήν ἀνθρώπινη ζωή. Τό μικρό καί τό ζωντανό τεχνολογοῦνται. Τό κοσμικό καί τό συμπαντικό δέν μποροῦν μέ κανέναν τρόπο νά ὑποταχθοῦν στήν ἀνθρώπινη δύναμη καί ἐπιθυμία.

6) Εἶναι κρυπτόμενο

Ἡ φύση δείχνει πώς, ὅσο τήν πλησιάζουμε, ἀρέσκεται νά ἀποκρύπτει τά μυστικά της. Πλησιάζουμε στήν ἀρχή τοῦ κόσμου, μόλις 10-43 sec ἀπό τό Big Bang, καί πρίν τήν κατακτήσουμε, καταρρέουν οἱ ἐξισώσεις μας, ἔχουμε ἀνωμαλία (singularity). «Ἡ μεγάλη Ἔκρηξη εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς ἄγνοιάς μας»7, ὁμολογοῦν κάποιοι μεγάλοι ταπεινοί ἐρευνητές. Κυνηγοῦμε τίς ἐσχατιές τοῦ σύμπαντος, τά πιό ἀπόμακρα σημεῖα του, καί διαπιστώνουμε ὅτι, ὅσο τίς πλησιάζουμε, αὐτές ἀπομακρύνονται μέ μεγαλύτερη ταχύτητα (νόμος τοῦ Hubble). Ὅσο αὐξάνουμε τή γνώση μας γιά τόν κόσμο, τόσο αὐτός ἀποκαλύπτει τή διογκούμενη ἀγνωσία μας. Ἡ θεωρία τῆς ἀβεβαιότητος (Uncertainty Principle) αὐτό ἀποδεικνύει. Προσδιορίζουμε μέ ἀκρίβεια μιά ἰδιότητα τῆς φύσης καί ὑποχρεωνόμαστε σέ σφάλμα γιά τή συζυγῆ της. Τό ἴδιο καί στό σύμπαν· προχωροῦμε στήν ἔρευνά του καί βρίσκουμε μαῦρες τρύπες, σκοτεινή ὕλη καί ἐνέργεια, μυστικές συμμετρίες, σωμάτια πού ἀγνοοῦμε τά βασικά τους στοιχεῖα, παράξενες ὀντότητες, πού τούς ἀποδίδουμε μεταφυσικά ὀνόματα (strange quark, God’s particle), οἱ ὁποῖες ὅμως κρύβουν τά πιό ὡραῖα μυστικά.

Στόν ὑπέροχο καί ταυτόχρονα παράξενο αὐτόν κόσμο, συνυπάρχει τό μικρό μέ τό μεγάλο, τό ὁρατό μέ τό ἀθέατο, τό κατανοητό μέ τό ἀκατανόητο, τό κρυφό μέ τό φανερό, ἡ γνώση μέ τήν ἀγνωσία, τό μεγαλεῖο μέ τή μικρότητα, τό καλό μέ τό κακό, ἡ ἑνότητα μέ τή διαφορετικότητα. Ὑπάρχει τό κοινωνούμενο στοιχεῖο μέ τό ἀσυμπτωτικά ἀναζητούμενο.Ε. Μηνύματα ἀπό τό μή ὁρώμενο Σύμπαν.

Τό σύμπαν μᾶς ὑπερβαίνει. Ἡ ἐπιθυμία τῆς κυριαρχίας μας ἐπάνω του σέ συνδυασμό μέ τά συντριπτικά μεγέθη καί τήν ἀπλησίαστη λογική του μπορεῖ νά συνθλίψει τή σκέψη καί νά καταθλίψει τήν ἀνθρώπινη ψυχή. Εἶναι τόσο εὔκολο νά νοιώσεις ὑπερβολικά μικρός, λίγος καί μόνος καί αὐτό νά μή τό ἀντέξεις. Νά αἰσθανθεῖς δίπλα του τίποτα.
Κάποιοι, ἐνῶ μιλοῦν γιά τή θεωρία τῶν πάντων, διακηρύσσουν ταυτό-χρονα ὅτι «εἴμαστε μιά ἀνακατανομή τοῦ τίποτα».8 Αὐτό βιώνουν. Ἐνῶ ἀναφερόμαστε σέ θεωρίες Ὑπερσυμμετρίας, αὐτές πού μέ βεβαιότητα σήμερα υἱοθετοῦμε ἔχουν τά ὀνόματα τῆς Σχετικότητας καί τῆς Ἀβεβαιότητας. Ἐπίσης, ἐνῶ βρίσκουμε τά μυστικά τῶν θεωριῶν μας, ἐνῶ περιγράφουμε τήν ἀπώτερη ἀρχή καί τό ἔσχατο τέλος μας ἤ τίς λεπτομέρειες τοῦ μικρόκοσμου καί τοῦ μακρόκοσμου μας, δέν τά καταφέρνουμε καλά μέ τό παρόν καί τήν πραγματικότητά μας. Ἐνῶ μέ τό ἐργαλεῖο τοῦ πολύ μικροῦ καί χρονικά ἀπειροστοῦ, ἀνιχνεύουμε τά μυστικά τοῦ κοσμικά ἀρχικοῦ καί τοῦ συμπαντικά πολύ μεγάλου, καταφέρνουμε τά μικρά προβλήματα νά τά κάνουμε ἀνυπέρβλητα μεγάλα. Κάποιοι, λίγοι, διατείνονται ὅτι κατανοοῦν τά μυστικά τοῦ κόσμου, κανένας ὅμως ἀπό μᾶς δέν τούς κατανοεῖ, οὔτε μπορεῖ νά τούς πιστεύσει.

Συχνά οἱ σύγχρονοι ἐπιστήμονες προσπαθοῦν τίς φιλοσοφικές ἐπιθυ-μίες τους νά τίς θωρακίσουν μέ μεταφυσικίζουσες ἐπιστημονικές θεωρίες, νά τίς κρύψουν σέ ἐξωσυμπαντικούς κόσμους, σέ ἀναπόδεικτες ἑρμηνεῖες, σέ ἀκατανόητες καί ἀνεξέλεγκτες ἐπιστημονικοφανεῖς ἀδολεσχίες. Μιλοῦν γιά ὑπεσυμμετρίες, γιά ὑπερχορδές, γιά πολυσύμπαντα, γιά πιθανολογικές φαντασιώσεις, γιά παραμυθένιους ἐκθέτες στίς ποσοτικές τους ἐκτιμήσεις. Γι’ αὐτό καί διαφωνοῦν ἐπί τῆς ἐπιστήμης μή ἐπιστημονικά. Φαίνεται πώς ἐνῶ ἡ αἴγλη τῆς ἐπιστήμης εἶναι μεγαλύτερη, ἡ ἕλξη τῆς φιλοσοφίας εἶναι δυνατότερη.

Τό σύμπαν ἔχει μία στάθμη ὕπαρξης καί λογικῆς πέραν τῆς ἀνθρώ-πινης. Δέν ἔχει τό δημιουργικό, οὔτε τό αὐτεξούσιο οὔτε καί τό ἔμψυχο στοιχεῖο τοῦ ἀνθρώπου. Δέν ἔχει τήν θεϊκότητα ὡς φύση του, ἀλλά τήν προσφέρει ὡς ἀντανάκλασή του. Σέ ὅλα αὐτά ὑπερτερεῖ ὁ ἄνθρωπος.

Φαίνεται ὅτι τό σύμπαν ὑπάρχει γιά νά φιλοξενήσει τήν ἀνθρώπινη ζωή (Ἀνθρωπική ἀρχή). Οἱ παγκόσμιες σταθερές καί οἱ τιμές τους, ἐκεῖὁδηγοῦν. Ὑπάρχει ὅμως κυρίως γιά νά ἐκτείνει τόν ἄνθρωπο καί στά ἔσχατα ὅριά του. Μέ τίς ὑπερβαίνουσες τήν ἀνθρώπινη ἱκανότητα ἰδιότητές του μπορεῖ νά μᾶς ὑποψιάσει γιά τήν ὑπερβατικότητα τοῦ κόσμου ὅσο τίποτε ἄλλο. Μπορεῖ νά μᾶς ὑποδείξει κόσμους πέραν ἀπό τόν ἑαυτό του. Ἄν ἡ τυχαιότητα ἤ καί ἡ ἀναγκαιότητα τῆς ὕπαρξής του φανοῦν ὡς λιγότερο πειστικές ἀπό τήν ὕπαρξη, τή δημιουργική δύναμη καί τή σοφία τοῦ Θεοῦ, τότε μπορεῖ νά φανερώσει καί τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ, πού «εἶπε καί ἐγενήθησαν, ἐνετείλατο καί ἐκτίσθησαν»9, ὡς πιό μεθεκτή ἀπό τόν ἑαυτό του.

Ἄν ἡ ἀρχή του, ἡ αἰτία, ὁ λόγος του, ἡ ὑποβάλλουσα αἰσθητική, τό θαυμαστό κάλλος του, ἡ ἁρμονία, ἡ φυσική του, οἱ νόμοι του, τό ἀνεξερεύνητο μυστήριό του, τό μεγαλεῖο του δέν μποροῦν νά στηριχθοῦν στήν τύχη ἤ νά ἑρμηνευθοῦν μέ λογική πού δέν μπορεῖ νά τά καταλάβει, τότε ἡ ἀναζήτηση θεϊκοῦ νοῦ καί λόγου εἶναι μονόδρομος.

Τό σύμπαν βέβαια δέν ἀποδεικνύει τόν Θεό. Ἁπλά, Τόν ὑποδεικνύει καί ἴσως Τόν ἐπιδεικνύει. Ὁ Θεός δέν ἀποδεικνύεται. Θεός πού ἀποδεικνύεται μέ παρατηρήσεις, τηλεσκόπια, ἐξισώσεις, σκέψεις, θεωρίες, μεθόδους κ.λπ. ὅτι ὑπάρχει ἤ ὅτι δέν ὑπάρχει, δέν ὑπάρχει. Ὁ Θεός φανερώνεται. Τό σύμπαν διευκολύνει τή φανέρωση τοῦ Θεοῦ. Ὑπογραμμίζει τήν πίστη στόν Θεό. Κάνει τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ νά φαίνεται πολύ πιό πιθανή καί λογική ἀπό τήν ἀπουσία Του. Τό σύμπαν ὑπάρχει κυρίως γιά νά ἐπιβεβαιώνει τή θεϊκή ὑποψία.
Ὑπάρχει ἕνας μεγαλύτερος ἀπό τό σύμπαν κόσμος μέσα μας. Καί ἕνας ἀκόμη μεγαλύτερος ἀπό τό σύμπαν ἔξω του ἤ μᾶλλον πέραν ἀπό αὐτό. Τό κοσμικό σύμπαν εἶναι ἕνα τέλειο τηλεσκόπιο πού ἑνώνει τούς δύο κόσμους, τόν μεγάλο πού φιλοξενεῖται μέσα μας καί τόν ἀκόμη μεγαλύτερο πού κρύβεται στό πρίν ἀπό τήν ἀρχή, στό ἔξω ἀπό τά ὅρια, στό πέραν ἀπό τά νοούμενα. Ἕνα δῶρο τοῦ Θεοῦ γιά νά μᾶς μεταφέρει ἀπό τά κτιστά, πεπερασμένα, χρονικά καί ἀνθρώπινα στά ἄκτιστα καί ἄπειρα, γιά νά μᾶς βγάζει ἀπό τήν πραγματικότητα τῶν ὁρατῶν καί ἀθεάτων καί νά μᾶς εἰσάγει στήν ἀλήθεια τῶν μή ὁρωμένων.

Μητροπολίτoυ Μεσογαίας & Λαυρεωτικῆς Νικολάου

1 Ψάλμ. 19,1.
2 Ἰώβ 38,7.
3 Ψαλμ. 76,7.
4 W.D. Ross, ἐκδ. 1957. Aristotelis Politica. Ὀξφόρδη: Clarendon Press. Ἀνατ. 1964.
5 Ἀριστοτέλη, Μετά τά Φυσικά, 922α, πρώτη πρόταση.
6 Anil Ananthaswamy, How to map the multiverse? New Scientist, 2706, 4 May 2009, pp 35-37.
7 Ἡλιόπουλος, Γιάννης. Ἀπό τό ἀπειροστά μικρό στό ἀπείρως μεγάλο. Τά μυστήρια τοῦ Σύμπαντος, τ. 8. Φεβρουάριος 2008, σ. 22
8 Δημήτρης Νανόπουλος, http://www.physics4u.gr/news/2001/nanopoulos.html
9 Ψαλμ. 32,9.



+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...