/*--

Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2013

«Ο ΘΕΟΣ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΗΜΩΝ»

     
Ἦταν ἀνέκαθεν στοὺς ἀνθρώπους προσφιλὴς ὁ τίτλος «πατήρ», ἀφοῦ μὲ τὸ λεξιλογικὸ αὐτὸ τύπο ἀποδιδόταν τὸ πρότυπο τοῦ γεννήτορα, κατὰ πρῶτο καὶ ἥσσονα λόγο, καὶ τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, κατὰ δεύτερο ἀλλὰ μείζονα τρόπο.

Καὶ τὴ χρήση τοῦ ὅρου συναντοῦμε στὰ κείμενα καὶ τῆς παλαιᾶς οἰκονομίας, ὅπως καὶ τῆς θύραθεν παιδείας. Εἶναι γνωστό, ἐπίσης, ὅτι ἡ ἐπιστήμη τῆς Πατρολογίας παραπέμπει στὸ Α΄ Κορινθίους 4, 14-16, γιὰ νὰ αἰτιολογήσει τὶς ἀπαρχὲς τοῦ ὅρου «πατὴρ» μὲ τὴ νέα του εὐαγγελικὴ διάσταση, στὸ χῶρο τῆς νέας οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν κόσμο: «Οὐκ ἐντρέπων ὑμᾶς γράφω ταῦτα ἀλλ᾿ ὡς τέκνα μου ἀγαπητὰ νουθετῶ. Ἐὰν γὰρ μυρίους παιδαγωγοὺς ἔχητε ἐν Χριστῷ ἀλλ᾿ οὐ πολλοὺς πατέρας. Ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ διὰ τοῦ εὐαγγελίου ἐγὼ ὑμᾶς ἐγέννησα».Καὶ ἐδῶ θὰ προβῶ σὲ μιὰ παρατήρηση, ὄχι ἀσήμαντη, ἀλλὰ καίρια καὶ ἀναγκαία, γιὰ νὰ διασυνδέσω τὸ πρόσωπο τοῦ «πατρός», ὅπως ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τὸ ὁριοθετεῖ στὴ γενική του ἔννοια ἀλλὰ καὶ ὅπως ἡ Ἐκκλησία μας τὸ υἱοθετεῖ μὲ τὴν εἰδική του ἔννοια. Ἡ πτώση τῶν πρωτοπλάστων συνεπέφερε καὶ τὴν ἀταξία καὶ τὴν ἀποστασία ἀλλὰ καὶ τὴν ὠδίνη τῆς κτίσης (Ρωμ. 8,18-22). Ἡ οἰκονομία τοῦ Χριστοῦ, ἔχοντας ὡς πρώτιστο στόχο της τὴν ἐπαναγωγὴ τοῦ ἀνθρώπου στὴν πρωτόκτιστη κατάστασή του, δὲν ἀναφέρεται ἀποκλειστικὰ καὶ περιοριστικὰ στὸ πρόσωπο τοῦ ἀνθρώπου ἀλλὰ λειτουργεῖ κοσμολογικὰ καὶ συμπαντικά. Ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος ἐπισημαίνει ὅτι «ἡ Χριστοῦ παρουσία ἀπ᾿ οὐρανοῦ ὅλην τὴν γῆν ἡγίασε» (Ἐπιφανίου, Ἀγκυρωτός, 40, PG 43, 89AB). Γεγονός, τὸ ὁποῖο δηλώνει ὅτι «ἡ ἀποκαραδοκία τῆς κτίσεως τὴν ἀποκάλυψιν τῶν υἱῶν τοῦ Θεοῦ ἀπεκδέχεται» καὶ ὅτι «καὶ αὐτὴ ἡ κτίσις ἐλευθερωθήσεται ἀπὸ τῆς δουλείας τῆς φθορᾶς εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. 8,21). Ἔτσι, ἂν ὁ «ἐκκλησιαστικὸς πατέρας», μὲ τὴ γενικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου, εἶναι ὁ ἐντεταλμένος φορέας, ἕνεκα τοῦ μυστηρίου τῆς ἱερωσύνης, νὰ ἀποτάσσει τὸ κακὸ καὶ νὰ συντάσσει τὸν ἄνθρωπο στὸ Θεό, κατὰ τὴν ἀναστάσιμη ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ στοὺς Ἀποστόλους: «Λάβετε πνεῦμα Ἅγιον» (Ἰω. 20, 22), τότε αὐτὴ ἡ ἀποκατάσταση τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου σημαίνει ταυτόχρονα καὶ τὴ συμπερίληψη καὶ σύνταξη τῆς κτίσης στὴν ἐν Χριστῷ οἰκονομία.

Ὅμως, ἡ λεπτὴ καὶ διακριτικὴ ἐπιλογὴ καὶ κατονομασία κάποιων μὲ τὸ θεοφιλὲς καὶ χριστοτίμητο προσωνύμιο τοῦ «πατρὸς καὶ διδασκάλου», λόγῳ τοῦ ἐξιδιασμένου ρόλου καὶ τοῦ ἔργου του στὰ ἐκκλησιαστικὰ δρώμενα, ἰδιαίτερα μάλιστα, σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὸ δόγμα ἢ καὶ τὸ ἦθος τῆς Ἐκκλησίας, ἔχει προσλάβει καὶ μιὰν ἄλλη διάσταση ἱεροπρεπῆ καὶ πολυσήμαντη. Καὶ ἐξηγοῦμαι: Κατὰ τοὺς ὑπὸ ἀναφορὰ «πατέρες»μας, ὅπως κοινότυπα ἐπικράτησε νὰ λέγονται οἱ «πατέρες καὶ διδάσκαλοι» τῆς Ἐκκλησίας μας, τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα δὲν ἦταν μιὰ ἠθικὴ παράβαση ἀλλὰ μιὰ ὀντολογικὴ ἐκτροπή. Ἡ ἀπόπειρα ἀθέτησης τοῦ Θεοῦ, ὡς τοῦ ὄντως ὄντος, καὶ τῆς ὑποκατάστασής του ἐκ τοῦ μὴ ὄντος παραγομένου ἀνθρώπου, συνιστοῦσε σὲ τελικὴ ἐκφορὰ αἱρετικὸ ἀτόπημα κορυφαίου μεγέθους. Ἡ ἀναίρεση τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ μέρους τοῦ ἀνθρώπου, κατὰ τὴν ὑπόδειξη τοῦ διαβόλου, ἀπέβαινε ὡς αἱρετικὴ-δαιμονικὴ βλασφημία καὶ ἄρα πράξη ἔσχατης πτώσης. Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς ἐπικεντρώνεται ὅλη ἡ σπουδὴ καὶ ἡ σημασία τοῦ προσώπου τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ρόλος καὶ ἡ ἀγωνία τους δὲν εἶναι μόνο πῶς νὰ συμβάλουν στὴν ἠθικὴ θεραπεία τῶν ἀνθρώπων μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἀλλά, πρωτίστως καὶ κυρίως, πῶς νὰ ὁριοθετήσουν τὴν ἐκκλησιαστικὴ πίστη τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ μᾶς προστατεύσουν ἀπὸ τὴν ἐπανάληψη τῆς προπατορικῆς ἀστοχίας, ὥστε νὰ μὴν καταστοῦμε αὐτοείδωλα, ἀνασυστήνοντας τὴ δική μας αὐθαίρετη καὶ καταστροφικὴ ὀντολογία καὶ θεολογία. Ἑπομένως, ἡ ἔννοια τοῦ «πατρός» εἶναι στενὰ συνδεδεμένη μὲ τὴν ἀληθινὴ θεογνωσία, δηλαδὴ τὴ σώζουσα γνώση καὶ τὴν ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας περὶ Θεοῦ καὶ τῶν τοῦ Θεοῦ πραγμάτων. Τοῦτος ὁ συσχετισμὸς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔργου μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ «πατρός», ἀνέκαθεν λειτούργησε στὴ ζωὴ καὶ στὴν πράξη τῆς Ἐκκλησίας. Γιατί, ὅταν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος δηλώνει: «ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ διὰ τοῦ εὐαγγελίου ἐγὼ ὑμᾶς ἐγέννησα» (Α΄ Κορ. 4,15), δὲν ἐννοεῖ οὔτε καὶ διδάσκει ἕνα Χριστό, κτίσμα τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος οὔτε τὸν ἑαυτό του μπορεῖ τελικὰ νὰ σώσει, ἀφοῦ καὶ αὐτὸς «περίκειται ἀσθένειαν» (Ἑβρ. 5,2) οὔτε εἰσάγει ἕνα κολοβωμένο, καὶ κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα Χριστό, ὅπως γιὰ παράδειγμα, ἡ ἀρειανικὴ κακόνοια εἰσηγεῖτο. Γι᾿ αὐτὸ καὶ οἱ πατέρες στόμωναν τοῦ Ἀρείου τὴ γλωσσαλγία μὲ τὸ ἐπιχείρημα: «Τὶ νὰ τὸν κάνουμε ἕναν τέτοιο Χριστό», ἔστω καὶ ἂν ὁ Ἄρειος τὸν ἀποκαλοῦσε «ἀνώτερο πάντων τῶν κτισμάτων», ἀφοῦ τελικά, ὁτιδήποτε καὶ νὰ συμβαίνει, εἶναι κτίσμα; Καὶ ἐπιπρόσθετα, αὐτὸς ὁ ἀδύναμος Χριστὸς σὲ «τὶ μπορεῖ νὰ μᾶς βοηθήσει καὶ ὠφελήσει»; «τὶ τὸ κτίσμα ταῖς κτίσεσιν ἐργάζεται»; (Ἐπιφανίου, Ἀγκυρωτός, ΡG 46, 43, 100AB. Τοῦ Ἰδίου, Πανάριον, 69,36, ΡG 42, 500). Ἀλλὰ, καὶ πολὺ νωρίτερα, μέσα στὴν Καινὴ Διαθήκη, τὶ ἐννοεῖ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν μὲ πατρικὴ ἀγάπη καὶ ἀγωνία διαμηνύει: «Τεκνία μου, οὓς πάλιν ὠδίνω ἄχρις οὗ μορφωθῇ Χριστός»; (Γαλ..4, 19). Ἀλήθεια, γιὰ ποιὸ Χριστὸ μιλᾶ καὶ ποιὸ Χριστὸ ἐννοεῖ ὁ Παῦλος; Ἐντύπωση, πάντως, προκαλεῖ καὶ στὴν Α΄ Καθολικὴ Ἐπιστολὴ τοῦ Ἰωάννου τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ «ἠγαπημένος μαθητὴς» κατὰ πλεονασμὸ καταφεύγει καὶ καταγράφει τὸν ὅρο «τεκνία». Τοῦτο δηλώνει μιὰν ἀμεσότητα προσωπικὴ καὶ κυρίως πνευματικὴ καὶ ἐκκλησιολογικὴ τοῦ Ἀποστόλου μὲ τοὺς παραλῆπτες τοῦ Γράμματός του. Καὶ τὸ ἀντικείμενο, ἀσφαλῶς, ἀναφορᾶς του εἶναι τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Παρατηρεῖται δηλαδὴ μιὰ λειτουργικὴ ἐκκλησιολογικὴ σχέση μεταξὺ τοῦ Ἰωάννη καὶ τοῦ Παύλου, ὡς ἀποστόλων, καὶ τῶν Χριστιανῶν μὲ ἀφετηριακὸ καὶ τερματικὸ μέγεθος τὸ Χριστό. Ναί, ἀλλὰ ποιὸ Χριστό;

Τὴν ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα, ποὺ εἶναι καὶ ἡ διήκουσα ἔννοια τοῦ θέματός μας καὶ ποὺ προσδιορίζει, πιστεύω, τὸ γνώρισμα τοῦ «πατρός», ὅπως καὶ πιὸ πάνω τὸν ὁρίσαμε, τὴν καταθέτει ὡς πεντόσταγμα τοῦ περιεχομένου της καὶ ἡ Α΄ Καθολικὴ Ἐπιστολὴ τοῦ Ἰωάννου, στὸ τέλος της, ὡς ἑξῆς: «Οἴδαμεν ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἥκει καὶ δέδωκεν ἡμῖν διάνοιαν ἵνα γινώσκωμεν τὸν ἀληθινὸν καὶ ἐσμὲν ἐν τῷ ἀληθινῷ ἐν τῷ υἱῷ αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστῷ. Οὗτός ἐστιν ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ ζωὴ αἰώνιος» (Α΄ Ἰω. 5, 20). Γιὰ νὰ προσθέσει ἀλλοῦ ὁ Ἀπόστολος: «Τεκνία, φυλάξατε ἑαυτοὺς ἀπὸ τῶν εἰδώλων» (Α΄ Ἰω. 5, 21.). Τοῦτο τὸ τελευταῖο εἶναι πολυσήμαντο. Ἡ ἑρμηνεία τῆς ἐντολῆς αὐτῆς δηλοποιεῖ τὴ μέριμνα καὶ τὴν εὐθύνη τοῦ «πατρὸς» τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νὰ προφυλαχθεῖ τὸ ποίμνιο, προ- παντὸς, ἀπὸ τὸν κίνδυνο τῶν πλανεμένων περὶ Θεοῦ ἀντιλήψεων. Ἔτσι, ἡ ἔννοια τοῦ εἰδώλου δὲν ἀναφέρεται στὴν ὁρισμένη κατασκευὴ ἀπὸ ὕληκάποιου θεοῦ, ἀλλὰ μᾶλλον ἐννοεῖ τὴν παρασκευὴ ἑνὸς δογματικοῦ μορφώματος, ξένου καὶ ἀντίθετου πρὸς τὴ σώζουσα ἀλήθεια, σὲ ἀντίθεση καὶ ὑποκατάσταση ἐκείνης ποὺ ὁ Θεὸς ἀποκάλυψε καὶ παρέδωσε στὴν Ἐκκλησία. Γιατὶ τελικὰ τὸ εἴδωλο παριστάνει τὴ μὴ πραγματικὴ, τὴ μὴ ὀρθὴ καὶ τὴ μὴ ὑπαρκτὴ ἀλήθεια, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν παρεκτροπή, καὶ ὑπονομεύει ἢ προσβάλλει τὴν ὀρθὴ δόξα τῆς Ἐκκλησίας. Γι᾿ αὐτὸ καὶ οἱ πατέρες ἀποβαίνουν, κυρίως, οἱ θεματοφύλακες τῆς ὀρθοδοξίας. Ἡ εἴδηση, ἄλλωστε, τοῦ θεολόγου Ἰωάννη ὅτι «πολλοὶ ψευδοπροφῆται ἐξεληλύθασιν εἰς τὸν κόσμον» (Α΄ Ἰω. 4, 1) καὶ ὅτι αὐτοὶ διαβάλλουν, μὲ ὅσα διδάσκουν, τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀποκαλοῦνται ἀντίχριστοι (Α΄ Ἰω. 4, 3), εἶναι καθοριστική. Ἀφοῦ, κατὰ τὸ κείμενο τῆς Διδαχῆς τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων, ἕνα ἔργο ἢ, μᾶλλον, μιὰ συλλογὴ λόγων ἢ κειμένων τοῦ τέλους τοῦ 1ου καὶ ἀρχὲς τοῦ 2ου αἰώνα μ.Χ., ἀληθινὸς «προφήτης» εἶναι ὁ γνήσιος ἀποστολικὸς πατέρας, ὁ ὁποῖος κέκτηται τὴν αὐθεντία ἢ τὸ «πρωτεῖον ἀληθείας», κατὰ τὸν καθηγητὴ Στυλιανὸ Παπαδόπουλο (Στ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Α΄, τόμ. Α΄, Ἀθήνα 42000, σ. 163).Σύμφωνα, μάλιστα, καὶ μὲ τὴν ἔνατη Παραβολὴ τοῦ «Ποιμένος τοῦ Ἑρμᾶ», ἕνα ἀποκαλυπτικὸ κείμενο, ποὺ συντάχθηκε τὸ α΄ ἥμισυ τοῦ β΄ αἰ., οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὡς διάδοχοι τῶν Ἀποστόλων καὶ διδάσκαλοι, ἀποβαίνουν «αἱ πολλαὶ πηγαὶ» τοῦ ὄρους ἐκείνου, δηλαδὴ τοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ ὅπου «πᾶσα ἡ κτίσις» ἀρδεύεται, κατὰ τρόπο χριστοκεντρικὸ καὶ ἐκκλησιολογικό. Καὶ ἐννοοῦνται ἐδῶ, πάλι κατὰ τὸν «Ποιμένα τοῦ Ἑρμᾶ», οἱ «κηρύξαντες καὶ οἱ διδάξαντες σεμνῶς καὶ ἁγνῶς τὸν λόγον τοῦ Κυρίου, καὶ μηδὲν ὅλως νοσφισάμενοι εἰς ἐπιθυμίαν πονηράν, ἀλλὰ πάντοτε ἐν δικαιοσύνῃ καὶ ἀληθείᾳ πορευθέντες, καθὼς καὶ παρέλαβον τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον» (Ἑρμᾶ, Ποιμήν, Παραβολή Θ΄, 25, ΒΕΠ, τόμ. 3, σ. 100). Καὶ τὸ ἐντυπωσιακὸ στὸ πιὸ πάνω κείμενο εἶναι ὅτι μέσα σὲ λίγες λέξεις προσδιορίζονται τὰ γνωρίσματα τοῦ προσώπου τοῦ «πατρός», ὅτι δηλαδὴ κηρύττει καὶ διδάσκει τὸ λόγο τοῦ Κυρίου μὲ σεμνότητα καὶ καθαρότητα, χωρὶς νὰ ἀποβαίνει πονηρὸς καταχραστὴς τοῦ διακονήματός του αὐτοῦ, ἀλλὰ πορεύεται μὲ δικαιοσύνη καὶ ἀλήθεια, ἔχοντας ὡς ἐχέγγυο τὴν ἐμπειρία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Τούτη, ἑπομένως, ἡ ἐκκλησιολογικὴ συνείδηση καὶ ἐμπειρία εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία καθιστᾶ καὶ ἀναδεικνύει τὸν πατέρα αὐθεντία μέσα στὴ ζωὴ καὶ τὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας. Ὄντας στερεωμένος μὲ αὐτὴ τὴν ἐμπειρία, πῶς μποροῦσε ὁ «θαυμασιώτατος Πολύκαρπος», κατὰ τὸ συντάκτη τοῦ «Μαρτυρίου» του (Μαρτύριον Πολυκάρπου Ἐπισκόπου Σμύρνης, 5, ΒΕΠ, τόμ. 3, σ. 22), νὰ φοβηθεῖ τὶς προκλήσεις τοῦ ἀνθυπάτου καὶ τὶς ἀπειλὲς τοῦ ὄχλου τῶν ἐθνικῶν καὶ τῶν Ἰουδαίων, καὶ νὰ ἀποβεῖ προδότης, ὅταν τὸν ὁδήγησαν στὸ στάδιο; «Τὶ γὰρ κακὸν ἔστιν εἰπεῖν· κύριος Καῖσαρ, καὶ ἐπιθῦσαι καὶ τὰ τούτου ἀκόλουθα καὶ διασώζεσθαι;», συμβουλεύουν καὶ ὑποβάλλουν στὸν Πολύκαρπο. Καὶ ὁ ἐπίσκοπος Σμύρνης ἀπαντᾶ: «Οὐ μέλλω ποιεῖν ὃ συμβουλεύετέ μοι».( Μαρτύριον, ὅ.π. 8, ΒΕΠ, τόμ. 2, σ. 23). Καὶ ὅταν στὴ συνέχεια προσάγεται στὸ στάδιο καὶ προκαλεῖται «θόρυβος μέγας», στὴν ἐπερώτηση τοῦ ἀνθυπάτου: «αἰδέσθητί σου τὴν ἡλικίαν... ὄμοσον τὴν Καίσαρος τύχην, μετανόησον, εἶπον· αἶρε τοὺς ἀθέους», ὁ Πολύκαρπος «ἐμβριθεῖ τῷ προσώπῳ εἰς πάντα τὸν ὄχλον τῶν ἐν τῷ σταδίῳ ἀνόμων ἐθνῶν ἐμβλέψας καὶ ἐπισείσας τὴν χεῖρα, στενάξας τε καὶ ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν, εἶπε: αἶρε τοὺς ἀθέους». Καὶ στὶς ἀλλεπάλληλες ἐρωτήσεις τοῦ ἐπάρχου, «ὄμοσον καὶ ἀπολύσω σέ· λοιδόρησον τὸν Χριστὸν· ἔφη ὁ Πολύκαρπος· ὀγδοήκοντα καὶ ἓξ ἔτη δουλεύω αὐτῷ καὶ οὐδέν με ἠδίκησεν· καὶ πῶς δύναμαι βλασφημῆσαι τὸν βασιλέα μου, τὸν σώσαντά με;» (Μαρτύριον, ὅ.π. 9, ΒΕΠ, τόμ. 2, σ. 23). Καὶ στὶς ἀπειλὲς: «θηρία ἔχω, τούτοις σὲ παραβαλῶ, ἐὰν μὴ μετανοήσῃς», ὁ Πολύκαρπος ἀπαντᾶ: «Κάλει.....». «Πυρὶ σε ποιῶ δαπανηθῆναι...»· «πῦρ ἀπειλεῖς τὸ πρὸς ὥραν καιόμενον.... ἀγνοεῖς τὸ τῆς μελλούσης κρίσεως... ἀλλὰ τὶ βραδύνεις; φέρε ὃ βούλει» ( Μαρτύριον, ὅ.π. 13, ΒΕΠ, τόμ. 2, σ. 24) «Χριστιανὸς εἰμί» (Μαρτύριον, ὅ.π. 10, ΒΕΠ,τόμ. 2, σ. 23). Τούτη, τελικά, ἡ παραδοχὴ ἀπέβαινε ὡς καταδικαστικὴ ὁμολογία τοῦ Πολυκάρπου, τὴν ὁποία, μὲ βάση τὴ Ρωμαϊκὴ νομοθεσία, ὁ κήρυκας διακήρυξε τρεῖς φορές: «Πολύκαρπος ὡμολόγησεν ἑαυτὸν Χριστιανὸν εἶναι»· γιὰ νὰ ἀντιβοήσει, ὡς ἐπωδός, «ἅπαν τὸ πλῆθος ἐθνῶν τε καὶ Ἰουδαίων... ἀκατασχέτῳ θυμῷ καὶ μεγάλῃ φωνῇ...οὗτός ἐστιν ὁ τῆς Ἀσίας διδάσκαλος, ὁ πατὴρ τῶν Χριστιανῶν..» (Μαρτύριον, ὅ.π. 11, ΒΕΠ, τόμ. 2, σ. 24). Καὶ τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι τὸ ἐκπληκτικὸ σημεῖο ἀναφορᾶς, τὸ ὁποῖο καὶ ἀποτελεῖ καὶ τὸ σημαντικὸ ἐργαλεῖο στὴν παρουσίαση τοῦ θέματός μας. 

Τὸ «ἔγκλημα» τοῦ Πολυκάρπου, γιὰ τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἐκεῖνο ποὺ συνιστᾶ καὶ τὸ γνώρισμά του, ἀλλὰ καὶ ποὺ ἀποβαίνει ὁ στέφανός του γιὰ τὴν Ἐκκλησία. Εἶναι ὁ Πολύκαρπος, «ὁ πατὴρ τῶν Χριστιανῶν», ἔτσι ἀποκαλεῖται καὶ χλευάζεται, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀρνεῖται νὰ λοιδορήσει τὸ Χριστό, νὰ τὸν ἀνταλλάξει μὲ τὸν Καίσαρα, νὰ τὸν βλασφημήσει! Εἶναι ὁ Πολύκαρπος «ὁ πατὴρ τῶν Χριστιανῶν», γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀποβαίνει τῶν ψεύτικων «θεῶν καθαιρέτης, ὁ πολλοὺς διδάσκων μὴ θύειν μηδὲ προσκυνεῖν» (Μαρτύριον, ὅ.π. 12, ΒΕΠ, τόμ. 2, σ. 24). τὰ εἴδωλα. Εἶναι ὁ Πολύκαρπος «ὁ πατὴρ τῶν Χριστιανῶν», γι᾿ αὐτὸ καὶ λίγα λεπτά, πρὶν ἀπὸ τὸν διὰ πυρᾶς θάνατό του, «ὀπίσω τὰς χεῖρας ποιήσας καὶ προσθεδείς, ὥσπερ κριὸς ἐπίσημος», καθίσταται «ὁλοκαύτωμα δεκτὸν τῷ Θεῷ» (Μαρτύριον, ὅ.π. 14, ΒΕΠ, τόμ. 2, σσ. 24-25). Καὶ τὸ πεντόσταγμα τῆς πρὸς τὸν Θεὸ ἀγάπης καὶ ἀφοσίωσης ἀλλὰ καὶ εὐγνωμοσύνης του ἀφήνεται νὰ ἐκχειλίσει στὴ σύντομη προοιμιακὴ προσευχή του, πρὶν τὸ μαρτύριό του. «Κύριε ὁ Θεός, ὁ παντοκράτωρ, ὁ τοῦ ἀγαπητοῦ καὶ εὐλογητοῦ παιδὸς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ πατήρ, δι᾿ οὗ τὴν περὶ σοῦ ἐπίγνωσιν εἰλήφαμεν...» (Μαρτύριον, ὅ.π. 14, ΒΕΠ, τόμ. 2, σ. 25)! Τούτη, ἑπομένως, ἡ ἐπωδός: «δι᾿ οὗ (Ἰησοῦ) τὴν περὶ σοῦ ἐπίγνωσιν εἰλήφαμεν...», ἐπικεντρώνει καὶ διαμηνύει τὸ γνώρισμα καὶ τὸ μεγαλεῖο τοῦ «πατρὸς καὶ διδασκάλου» τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ συνείδηση δηλαδὴ καὶ ἡ ἐμπειρία ὅτι στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀποκαλύπτεται ἡ ἀληθινὴ γνώση τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς καὶ ἄρα ἡ σωτηρία. Τὸ πρόσωπο τοῦ Πατρὸς στὴ θεότητα, κατὰ τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας μας, συνιστᾶ, κατὰ ἄρρητο τρόπο, τὴν πηγὴ καὶ τὴν αἰτία τῶν προσώπων τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἔτσι, ὁ Υἱός καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, κατὰ τὸ Διονύσιο Ἀλεξανδρείας καὶ τὸ Μ. Ἀθανάσιο (Διονυσίου Ἀλεξανδρείας, Ἀποσπάσματα, ΡG 10, 1577Α. Μ. Ἀθανασίου, Κατά Ἀρειανῶν, 1, 19, ΡG 26, 49C-52B) ἐπαληθεύουν τὸν Πατέρα, ἀφοῦ ὁ ποταμὸς καὶ τὸ νερό, δηλαδὴ ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, δὲν μποροῦν νὰ ὑπάρξουν χωρὶς τὴν πηγή, ἀλλὰ οὔτε καὶ ὁ Πατήρ, ὡς πηγή, δηλαδὴ, εἶναι νοητὴ καὶ ὑπαρκτὴ χωρὶς τὸν ποταμὸ καὶ τὸ νερό. Ἑπομένως, ὁ Υἱός, ὡς «ἐκ τοῦ Πατρὸς προελθὼν», ἀποκαλύπτει τὸν Πατέρα, ἀφοῦ κάθε δώρημα «ἄνωθέν ἐστι καταβαῖνον ἐκ τοῦ Πατρὸς τῶν φώτων» ( Ἰακ. 1, 17).

Στοὺς «πατέρες», κατὰ συνέπεια, τὸ κυρίαρχο στοιχεῖο εἶναι ἡ ὀρθὴ περὶ Θεοῦ δόξα ἀλλὰ καὶ ἡ ὀρθὴ κατὰ Θεὸν πράξη. Ὀρθοδοξία, λοιπόν, καὶ ὀρθοπραξία ἐν ἔργῳ καὶ λόγῳ. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀνάλογη ἔκφραση ζωῆς καὶ πράξης παρατηρεῖται καὶ στὸν προαπελθόντα τοῦ Πολυκάρπου πατέρα μέγιστο Ἰγνάτιο Θεοφόρο. Αὐτός, ἑλκόμενος πρὸς τὸ μαρτύριό του (112μ.Χ.), εἶναι ἔμπλεος χαρᾶς καὶ εὐφροσύνης, καὶ πατρικὰ ἐπιτιμᾶ καὶ ἀπαγορεύει στοὺς Ρωμαίους Χριστιανοὺς νὰ διαμεσολαβήσουν γιὰ τὴν ἀθώωσή του, διότι «τὸν ἐπίσκοπον Συρίας ὁ Θεὸς κατηξίωσεν εἰς δύσιν» (Ἰγνατίου, Πρὸς Ρωμαίους, 2, ΒΕΠ, τόμ. 2, σ. 274), γιὰ νὰ μαρτυρήσει. Γι᾿ αὐτὸ καὶ δηλώνει ὅτι «νῦν ἄρχομαι μαθητὴς εἶναι» (Ἰγνατίου, Πρὸς Ρωμαίους, 2, ΒΕΠ, τόμ. 2, σ. 274) καὶ τώρα «ὁ τοκετός μοι ἐπίκειται». (Ἰγνατίου, ὅ π., 6, ΒΕΠ., τόμ. 2, σ. 275). Καὶ ὅλα τὰ ἀποδέχεται καὶ εἶναι ἕτοιμος μὲ πλείστη χαρὰ νὰ τὰ ὑποστεῖ, προκειμένου νὰ ἐπιτύχει τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ καταλείπει παρακαταθήκη ἱερὴ στοὺς χριστιανούς. Μὲ τὸν τρόπο τοῦτο διακηρύττει ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος, ὅτι δηλαδὴ θανατούμενος ὑπὲρ Χριστοῦ(Ρωμ. 8,36), συνεχῶς, «ἀναφερόμεθα εἰς τὰ ὕψη διὰ τῆς μηχανῆς Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὃς ἐστι σταυρός, σχοινίῳ χρώμενοι τῷ Πνεύματι τῷ Ἁγίῳ» (Ἰγνατίου, Πρὸς Ἐφεσίους, 9, ΒΕΠ, τόμ. 9, σ. 266). Τοῦτο ἀκριβῶς διδάσκει καὶ ὁ Μέγας Βασίλειος, κατέχοντας ἐμπειρικὰ, ὅ,τι καὶ ὁ Ἰγνάτιος: «...ὑποδεχόμενοι τὰ δῶρα (τοῦ Ἁγίου Πνεύματος), πρῶτον ἐντυγχάνομεν τῷ διανέμοντι, εἶτα ἐννοοῦμεν τὸν ἀποστείλαντα (τὸν Υἱὸν), εἶτα ἀνάγομεν τὴν ἐνθύμησιν ἐπὶ τὴν πηγὴν καὶ αἰτίαν τῶν ἀγαθῶν» (δηλ. τὸν Πατέρα) (Ἐπιφανίου, Ἀγκυρωτός, 15, ΡG 43, 44.BC). Αὐτὴ εἶναι ἡ ὁδὸς τῆς θεογνωσίας καὶ αὐτὴ ἡ ὁδὸς συνιστᾶ τὸ γνώρισμα καὶ τὸ μέγεθος καὶ τῆς διδασκαλίας τῆς ἐκκλησιαστικῆς σπουδῆς τῶν Πατέρων, οἱ ὁποῖοι καὶ μαθητεύουν σ᾿ αὐτή. Τοῦτο τὸ γεγονὸς μ᾿ ἕνα θαυμάσιο καὶ πρακτικὸ τρόπο διδάσκει καὶ ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος, διερμηνεύοντας τὸ πρόσωπο τοῦ «πατρὸς καὶ διδασκάλου» τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἑξῆς: «...ἐν τῷ Πνεύματι τῷ Ἁγίῳ ἔστιν ἡ γνῶσις τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν βαθέων τοῦ Θεοῦ». «Βαθέα γὰρ εἰσι τὰ ρήματα τοῦ ἁγίου Θεοῦ, Πνεύματι δὲ Ἁγίῳ διὰ τῶν χαρισμάτων δίδοται». (Ἐπιφανίου, ὅ.π., 16, ΡG 43, 45.BC).Ἔτσι, «οἱ μὴ λαβόντες Πνεῦμα Ἅγιον, οὐκ ἔμαθον τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ καὶ εἰς ταύτας περιεκλάσθησαν τὰς αἱρέσεις καὶ εἰς τὰς τῶν σχισμάτων ἐρεσχελίας· καταλείψαντες γὰρ τὴν ἀλήθειαν, ἐπὶ πολλὰς τρίβους ἐβάδισαν, ἄλλοτε ἄλλως καὶ ἄλλα διανοούμενοι». (Ἐπιφανίου, ὅ.π., 14, ΡG 43, 41B).

Ἰδού, λοιπόν, γιατὶ οἱ «πατέρες» χαρακτηρίζονται «θεόπνευστοι», (Προσόμοιον Ἑορτῆς τῶν Πατέρων) ὑπὸ τὴ γενικὴ τοῦ ὅρου ἔννοια, καὶ τὰ συγγράμματά τους, κατὰ τὴν Πενθέκτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, εἶναι «θεοπαράδοτα» (Γ. Ἀ. Ράλλη-Μ.Ποτλῆ, Σύνταγμα τῶν θείων καὶ ἱερῶν κανόνων, τῆς ἐν Τρούλλῳ Στ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, κανὼν α΄, Ἀθήνησιν 1852, σ. 305. Ἀσφαλῶς στοὺς «πατέρες» δὲν ἔχουμε ροὴ ἀποκαλύψεων τῶν θείων ἀληθειῶν, ἀλλὰ φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γιὰ ἑρμηνεία καὶ ὁριοθέτηση τῶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ «πεφυλαγμένων δογμάτων καὶ κηρυγμάτων» (Μ. Βασιλείου, Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, 27, 66, PG 32, 188A), προπαντός, ὅταν ὑπάρχει πρόκληση ἢ «ζήτηση», κατὰ τὸ Μ. Φώτιο (Φωτίου, Ἐπιστολή 24, Μητροπολίτῃ Ἀκυλείας, 20, PG 102, 813AB). Αὐτὴ εἶναι ἡ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τοὺς «πατέρες». Γι᾿ αὐτὸ καὶ σεμνύνεται αὐτὴ ἡ Ἐκκλησία γι᾿ αὐτούς. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ συνείδηση τῶν «πατέρων» γιὰ τοὺς πρὸ αὐτῶν «πατέρες». Διακηρύττει χαρακτηριστικὰ ὁ Μ. Βασίλειος: «Πίστιν δὲ ἡμεῖς οὔτε παρ᾿ ἄλλων γραφομένην ἡμῖν νεωτέραν παραδεχόμεθα, οὔτε αὐτοὶ τὰ τῆς ἡμετέρας διανοίας γεννήματα παραδιδόναι τολμῶμεν, ἵνα μὴ ἀνθρώπινα ποιήσωμεν τὰ τῆς εὐσεβείας ῥήματα· ἀλλ᾿ ἅπερ παρὰ τῶν ἁγίων πατέρων δεδιδάγμεθα, ταῦτα τοῖς ἐρωτῶσιν ἡμᾶς διαγγέλλομεν».( Μ. Βασιλείου, Ἐπιστολὴ 140, τῇ Ἀντιοχέων Ἐκκλησίᾳ, PG 32, 588Β) Εὔγλωττη εἶναι, ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καὶ ἡ διακήρυξη τῶν 350 Πατέρων τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία ἔρχεται καὶ ὡς ἐπιστέγασμα τῶν ἀποφάσεών της: «Ἡ ἁγία Σύνοδος ἐξεβόησε· τῶν θεοφθόγγων Πατέρων αἱ διδασκαλίαι ἡμᾶς διορθώσαντο. Ἐξ αὐτῶν ἀρυσάμενοι τὴν ἀλήθειαν, ἐποτίσθημεν. Αὐτοῖς κατακολουθήσαντες, τὸ ψεῦδος ἐδιώξαμεν. Παρ’ αὐτῶν διδαχθέντες, σεπτὰς εἰκόνας ἀσπαζόμεθα. Πατέρες κηρύττουσι, τέκνα ὑπακοῆς ἐσμεν, Καὶ ἐγκαυχώμεθα ἐν προσώπῳ μητρὸς τῇ παραδόσει τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας... Ἡμεῖς τῇ ἀρχαίᾳ θεσμοθεσίᾳ τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐπακολουθοῦμεν. Ἡμεῖς τοὺς θεσμοὺς τῶν Πατέρων φυλάττομεν» ( MANSI, 13, 128). 

Αὐτοί, λοιπόν, εἶναι οἱ «πατέρες» μας. Καὶ καυχόμεθα γι᾿ αὐτοὺς, καὶ τοὺς ἐμπιστευόμαστε, «καὶ τούτοις ἑπόμεθα», ἀφοῦ ὁ Θεός μας, εἶναι ὁ Θεὸς τῶν «πατέρων» μας. Προνόμιο γιὰ μᾶς τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ὑποχρέωσή μας.

Καθ. Νίκου Ἰ. Νικολαΐδη

πηγή : «Πνευματική Διακονία» Περιοδική Ἔκδοση τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κωνσταντίας - Ἀμμοχώστου

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...