/*--

Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

H ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

   
«Δεν καταλάβαινα γρυ απ’ ότι έλεγε τούτη η προσευχή (το πάτερ ημών) και μια μέρα είπα στη μάνα μου: «Το ‘πάτ’, μπρε μάννα, ξέρω τί θα πεί, μα εκείνο το ‘ερημών’ με μπερδεύει!»
Η απορία προέρχεται από τα χείλη παιδιού σχολικής ηλικίας στις αρχές του 20ου αιώνα. Μετά από έναν αιώνα όσες μετρήσεις έχουν γίνει μέχρι σήμερα με τη χρήση του ερωτηματολογίου, είτε σε μαθητές της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης είτε σε ομάδες ενηλίκων, οδηγούν στα ίδια αρνητικά αποτελέσματα.

Τα ευρήματα από τις σύγχρονες εμπειρικές έρευνες αλλά και οι λειτουργικές εκφράσεις που πέρασαν παλαιότερα στην καθημερινή ομιλία συχνά δημιουργούν θυμηδία, συχνότερα όμως θλίψη.

Η θυμηδία οφείλεται στις παρανοήσεις και τις παραφράσεις του νοήματος των κειμένων, που η Γλωσσολογία ερμηνεύει με το φαινόμενο της παρετυμολογίας και της αναλογίας: καθετί που δεν είναι κατανοητό στο γλωσσικό αισθητήριό του ο ομιλητής προσπαθεί να το ερμηνεύσει με κάτι περισσότερο οικείο, του τύπου:

«είναι ζεστός και θερμαινόμενος»: ἦν δε Πέτρος ἑστώς και θερμαινόμενος (Ιω. 18,18) (Μ. Πέμπτη)
«ζωή χαρισάμενη»: Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν…ζωήν χαρισάμενος (η χαρούμενη ατμόσφαιρα της ακολουθίας φορτίζει αναλογικά με την έννοια της χαράς και τη λέξη χαρισάμενος).

«βρώμα και δυσωδία» (=βρομιά και κακοσμία, η λέξη «βρῶμα» δεν είναι οικεία και φορτίζεται με σημασία ανάλογη προς τη δυσωδία) ἐξέλθωμεν και ἴδωμεν ἐν τοῖς τάφοις….σκωλήκων βρῶμα (> βιβρώσκω=κατατρώγω, τροφή των σκουληκιών) και δυσωδία.

Η θλίψη προκαλείται από την αποδεδειγμένη αδυναμία της πλειοψηφίας του εκκλησιάσματος να αποκωδικοποιήσει γλωσσικά το περιεχόμενο της δέησης, της δοξολογίας και της ευχαριστίας προς τον Θεό. Για παράδειγμα: Στῶμεν καλῶς…προσφέρειν: στο καλό, χωρίς φόβο, στην αγία αναφορά, που μας προσφέρει χωρίς φόβο. Η αγωνία του Απ. Παύλου για τη συμμετοχή των πιστών στην ευχαριστία και την πνευματική τους οικοδομή είναι επίκαιρη και ανησυχητική: ἐπεὶ ἐὰν εὐλογῇς ἐν πνεύματι, ὁ ἀναπληρῶν τὸν τόπον τοῦ ἰδιώτου πῶς ἐρεῖ τὸ ἀμήν ἐπὶ τῇ σῇ εὐχαριστίᾳ; ἐπειδὴ τί λέγεις οὐκ οἶδεν∙ σὺ μὲν γὰρ καλῶς εὐχαριστεῖς ἀλλʹ ὁ ἕτερος οὐκ οικοδομεῖται (Α’Κορ. 14, 16‐17).

Η γλώσσα της λατρείας είναι λοιπόν ακατανόητη για το μεγαλύτερο ποσοστό των Ελλήνων και των ελληνοφώνων, δηλαδή και όλων εκείνων που μιλούν την Ελληνική, χωρίς να είναι μητρική τους γλώσσα. Και αυτό συμβαίνει διότι η Νεοελληνική είναι διαφορετική από την Ελληνιστική Κοινή των βιβλικών αναγνωσμάτων και από τη λόγια γραπτή του Βυζαντίου των λειτουργικών κειμένων. Όπως μία εγγονή διαφέρει από μία πρόγονό της, ακριβέστερα από την 55η προμάμμη της.

Μία ζωντανή γλώσσα, δηλαδή αυτή που διαρκώς ομιλείται και εξυπηρετεί τις γλωσσικές ανάγκες μιας συγκεκριμένης γλωσσικής κοινότητας, μεταβάλλεται μέσα στο χρόνο. Αυτό οφείλεται στη δυναμική της και βεβαίως στις εξωτερικές συνθήκες που επιταχύνουν ή επιβραδύνουν τις αλλαγές.

Στη μακρόσυρτη πορεία της Ελληνικής, σε μεγάλες σχετικά περιόδους, παρατηρούνται διαφοροποιήσεις σε όλα τα επίπεδα που αναλύεται μία γλώσσα: στη φωνητική, τη μορφολογία, τη σύνταξη και το λεξιλόγιο. Από τη φύση της η γλώσσα μας παρουσιάζει αργή εξέλιξη, όμως κατά περιόδους συσσωρεύονται οι ποικίλες γλωσσικές αλλαγές και όλες μαζί συγκλίνουν προς μια καινούρια μορφή της γλώσσας, η οποία δε σημαίνει ότι είναι τελείως διαφορετική από την προηγούμενη. Στο λεξιλόγιο μπορεί να διατηρούνται λέξεις με την ίδια σημασία ή με διαφορετική, άλλες να έχουν περιπέσει σε αχρηστία και άλλες καινούριες να έχουν εισέλθει, για να εκφράσουν καινούριες έννοιες ή προϊόντα. Όμως η γλώσσα δεν είναι κατάλογος λέξεων, αλλά σύστημα κανόνων γραμματικής και συντακτικού. Ακριβώς επειδή έχει αλλάξει η δομή της ΝΕ  σε σχέση με την ΑΕ, η αναγνώριση των λέξεων δεν επαρκεί για την κατανόηση του νοήματος μιας πρότασης.Σε αυτή τη φυσική πορεία της γλώσσας μας με τα διάφορα στάδιά της, την ομηρική, τις διαλέκτους της Αρχαίας Ελληνικής, την Ελληνιστική Κοινή, προφορική δημώδη, Νεοελληνική, θα πρέπει να προστεθεί και το ισχυρό ρεύμα του Αττικισμού, που εμφανίστηκε στους Ελληνιστικούς χρόνους και επιβλήθηκε στη γραπτή γραμματεία και αργότερα στη διοίκηση του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους στο γραπτό λόγο.

Μετά το διάταγμα των Μεδιολάνων (313 μ. Χ.), όταν η Εκκλησία άρχισε να διαλέγεται με τους πανίσχυρες ρήτορες και φιλοσόφους, υιοθέτησε τον Αττικισμό, τον μόνον παραδεκτό κώδικα γραπτής επικοινωνίας με τη διανόηση της εποχής. Ο Αττικισμός δε σήμαινε μόνον μία πιστή εφαρμογή των κανόνων της γραμματικής και του συντακτικού της αττικής διαλέκτου, αλλά και άφθονη συγκομιδή ρητορικών σχημάτων κατά τα παραγγέλματα της Β’ Σοφιστικής. Οι γλωσσικές αυτές και υφολογικές επιλογές στο γραπτό λόγο ποικίλουν κατά χρονικές περιόδους, κατά συγγραφέα και κατά το λογοτεχνικό είδος, έχουν όμως κοινό παρονομαστή τη μίμηση των κανόνων της αττικής. Η κλασσική αττική διδασκόταν στη θύραθεν παιδεία, ενώ είχε αρκετή απόκλιση από την προφορική Κοινή και αργότερα από τη δημώδη του Βυζαντίου. Πόσο μάλλον από τη σημερινή Νεοελληνική.
Οι Καππαδόκες Πατέρες και ο Ιωάννης Χρυσόστομος χάραξαν μία ευφυή γλωσσική πολιτική, με στόχο τον ευαγγελισμό των Εθνικών. Το ζητούμενο ήταν να δώσουν επαρκή απάντηση στο Αριστοτελικό «πρέπον»: δηλαδή να δικαιολογήσουν την ισορροπία ανάμεσα στη μορφή και το περιεχόμενο. Διότι κατά τον θεμελιώδη κανόνα της Ρητορικής τα υψηλά νοήματα απαιτούν περισπούδαστη γλώσσα (αττικισμός και ρητορικό ύφος στο προκείμενο) και οπωσδήποτε όχι μια γλώσσα των ψαράδων (sermo pescatorius). Ως εκ τούτου μία ασήμαντη γλώσσα δεν μπορεί να περιέχει κορυφαίες αλήθειες.

Οι ίδιοι λοιπόν δικαιολόγησαν την απλή γλώσσα και το απέριττο ύφος των Γραφών με τα παραδεκτά μέσα, χρησιμοποιώντας τη λογοτεχνική θεωρία του Ερμογένη περί Ιδεών, ώστε να γίνει αποδεκτή η αποκαλυπτική αλήθεια με αναγνωρισμένους γλωσσικούς κώδικες. Σε αυτή τη λόγια γλώσσα, δηλαδή τη μίμηση της κλασσικής αττικής διανθισμένης με ρητορικά σχήματα, έχουν γραφεί τα λειτουργικά και τα υμνολογικά μας κείμενα, στα οποία εμπεριέχεται και αφθονία βιβλικών χωρίων στην Ελληνιστική Κοινή.

Στο σημείο αυτό τίθεται το ερώτημα: αυτά τα λειτουργικά κείμενα πόσο ήταν κατανοητά στο παρελθόν από το ελληνόφωνο εκκλησίασμα; Οι ίδιοι στο διάβα μιας χιλιετίας μιλούσαν την προφορική δημώδη, η οποία διαρκώς απομακρύνονταν από τη λόγια γραπτή ακόμη και από την άμεση προγονό της Ελληνιστική Κοινή, μέχρι να δώσει τα δείγματα της Νεοελληνικής από τον 12ο αιώνα20 και εξής. Εξάλλου σε αυτήν την εποχή ελάχιστοι ήταν εκείνοι που είχαν το προνόμιο της εγκυκλίου‐κλασσικής παιδείας, εκ των οποίων αμελητέα ήταν τα ποσοστά των γυναικών.

Η απάντηση στο ερώτημα δεν είναι διόλου εύκολη, διότι λείπουν μαρτυρίες και είναι αδύνατες οι εμπειρικές μετρήσεις. Θα μπορούσαμε μόνον να υποθέσουμε βάσιμα ότι η χρήση του Ψαλτηρίου και άλλων λειτουργικών βιβλίων για τα στοιχειώδη γράμματα, την ανάγνωση και τη γραφή και ο συχνός εκκλησιασμός οδηγούσε στην εξοικείωση.

Οι Μεγάλοι λοιπόν Πατέρες της Εκκλησίας, ως προς την ελληνόφωνη πραγματικότητα, σεβάστηκαν το γόητρο της κλασσικής γλωσσικής κληρονομιάς και υιοθέτησαν τη γραπτή Hochsprache, ώστε οι θύραθεν συνομιλητές τους να πειστούν ότι η θεολογική τους σκέψη ανήκει στη Hochliteratur, κατά το αριστοτελικό «πρέπον» (decus).

Η γλώσσα όμως αυτή ήταν μόνον για το γραπτό λόγο και για συγκεκριμένα λογοτεχνικά είδη. Και είναι αυτονόητο ότι οι ίδιοι οι διδάσκαλοι της Εκκλησίας δεν την χρησιμοποιούσαν στον προφορικό λόγο.

Ως προς τους αλλόγλωσσους και τους αλλογενείς νεοφώτιστους, η Γραφή και τα λειτουργικά κείμενα ήταν τα πρώτα που μεταφράστηκαν στη γλώσσα τους, (συριακή, αρμενική, γεωργιανή, γοτθική, σλαβονική κ.ο.κ). Στην Ανατολή ίσχυσε πάντοτε η θεμελιώδης ιεραποστολική αρχή του σεβασμού των πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων των λαών, που αποτελεί και κατά Χριστόν καύχηση της Εκκλησίας από τους πρώτους αιώνες. Δεν συνέβη το ίδιο με τη λατινόφωνη ιεραποστολή μέχρι τις αρχές του 20 ου αι.

Τις τελευταίες δεκαετίες προφανώς οι ποιμαντικές ευθύνες έγιναν αφορμή, για να γίνει παραδεκτή η αδυναμία της συντριπτικής πλειοψηφίας των ελληνοφώνων να κατανοούν τη γλώσσα της θείας λειτουργίας και η ανάγκη να εξευρεθούν λύσεις. Οι απαντήσεις που κατά περιόδους διατυπώνονται έχουν κοινές αλλά και διαφορετικές θέσεις.

Όλοι όσοι ασχολούνται με το θέμα από κοινού εκφράζουν τη θλίψη τους, γιατί ελαττώθηκαν σημαντικά οι ώρες διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Ως εκ τούτου οι νέοι στερούνται πλέον τη δυνατότητα να προσεγγίζουν ευχερέστερα τις παλαιότερες μορφές της Ελληνικής. Γι αυτό το λόγο προτείνεται η χρήση εγκολπίου τουλάχιστον για τη θεία λειτουργία με παράλληλη μετάφραση. Ωστόσο, αυτή η προτεινόμενη λύση οδηγεί μάλλον σε ασκήσεις γραμματικής και συντακτικού της κλασσικής αττικής διαλέκτου στην ώρα της θείας λειτουργίας, όταν οι πιστοί καλούνται όλοι μαζί να εκφράσουν μετά παρρησίας την πίστη τους και την ευχαριστία τους προς τον Θεό. Και είναι αυτονόητο ότι ο καημός, η αγωνία, η ανάγκη, η δοξολογία, η ευχαριστία και ο έρωτας αρθρώνονται στη μητρική γλώσσα.

Επιπλέον ορισμένοι προσθέτουν ότι με κατάλληλα ενοριακά μαθήματα, μπορεί να εμπεδωθεί το περιεχόμενο της θείας λειτουργίας. Όμως πόσοι θα μπορέσουν ή θα θελήσουν να τα παρακολουθήσουν; Επιπροσθέτως, εκτός από τη θεία λειτουργία, χρειάζεται γλωσσικό φροντιστήριο και για τις υπόλοιπες ιερές ακολουθίες.

Η διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών (ΑΕ), εξάλλου, είναι θέμα της Πολιτείας και των γενικότερων εκπαιδευτικών τάσεων της εποχής.

Η γνώση των ΑΕ είναι ανεκτίμητο εφόδιο για τη σκέψη, την έκφραση και το χειρισμό της Νέας Ελληνικής (ΝΕ). Βεβαίως και για την ευχερή πρόσβαση στα γραπτά μνημεία της μοναδικής μας πολιτιστικής κληρονομιάς. Όμως σε κανένα σύγχρονο αναλυτικό πρόγραμμα, επί του παρόντος, δεν προβλέπεται επάρκεια ωρών διδασκαλίας των ΑΕ σε όλα τα επίπεδα και σε όλες τις κατευθύνσεις της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.

Ο λόγος γίνεται για τους εφήβους. Το έλλειμμα, ωστόσο, της αρχαιομάθειας περιλαμβάνει και τους μαθητές της προσχολικής και της σχολικής ηλικίας, τους ομογενείς και τους ποικίλους μετανάστες που παροικούν στη χώρα μας.

Εκτός από την κοινή διαπίστωση για τη γλωσσική αδυναμία από την ελλιπή διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών, αποκρυσταλλώθηκαν δύο ευδιάκριτες τάσεις:

Η μία συζητεί την απόδοση των λειτουργικών κειμένων στη ΝΕ ως επιτακτική ποιμαντική ανάγκη για τη συμμετοχή τεκφωνεί τα βιβλικά αναγνώσματα και το Προφητολόγιο από τις εγκεκριμένες μεταφράσεις και σπανιότερα αναγινώσκει στα ΝΕ τις ευχές από τα ιερά μυστήρια, του γάμου, της βάπτισης, του μεγάλου Αγιασμού, του εσπερινού της Πεντηκοστής.

Παράλληλα τονίζει την ανάγκη για τη συγκρότηση ειδικών επιτροπών, προκειμένου να αναληφθεί συγκροτημένη προσπάθεια και να δοθούν έγκυρες λύσεις στα μεταφραστικά και ερμηνευτικά προβλήματα. Είναι αυτονόητο ότι η πρωταρχική φροντίδα οφείλει να προσανατολίζεται στα πεζά μέρη, όπου μία μετάφραση δε συνεπάγεται ριζική ανατροπή του λειτουργικού κειμένου. Σημαίνει αναλυτική σύνταξη, διατήρηση πολλών οικείων λειτουργικών όρων και φράσεων και προσεγμένο γλωσσικό ύφος. Διότι, όπως επισημαίνεται, πολλοί όροι είναι γνωστοί και ταυτισμένοι με τη λατρεία (π.χ Κύριε ἐλέησον, αμήν κλπ), όμως ο συντακτικός ρόλος έστω και γνωστών λέξεων μέσα σε κάθε πρόταση δεν αναγνωρίζεται (ποιο είναι το υποκείμενο και το αντικείμενο κάθε μετοχής ή απαρεμφάτου) και γι’ αυτό δεν βγαίνει για τους Νεοέλληνες νόημα, όπως αποδεικνύεται και από τις εμπειρικές έρευνες. Ως προς την υμνογραφία, εκεί χρειάζεται εκτός από μία φλογερή πίστη, περίσσιο ποιητικό τάλαντο και προσαρμογή του μέλους.

Μνημονεύουμε την άποψη του Καθηγητή Νίκου Ματσούκα που δίδασκε ότι «η λειτουργική μας ποίηση είναι ένα αριστούργημα τέχνης που εκφράζει την εποχή του, ενώ οποιαδήποτε προσπάθεια για αποσύνδεσή του από τα στοιχεία της εποχής της (πχ γλώσσα) θα της αφαιρέσει το μεγαλείο της. Αυτά τα κείμενα θα πρέπει να διαφυλαχθούν ως μνημεία του πολιτισμού και της αγιοπνευματικής εμπειρίας. Στη λατρεία θα πρέπει να εισαχθούν καινούρια, που θα διαλέγονται με το σύγχρονο κόσμο με τις ίδιες πνευματικές προϋποθέσεις. Διότι δεν αρκεί να εξηγήσει κανείς τα λόγια των ύμνων, αλλά χρειάζεται για παράδειγμα να ερμηνεύσει και τη σημασία του Άδη και των καταχθονίων στις δοξασίες του αρχαίου κόσμου σε σχέση με την ανάσταση των νεκρών…».

Η άποψη ρηξικέλευθη. Επί του παρόντος όμως από την υμνογραφία και τον πλούτο των λειτουργικών κειμένων του νυχθημέρου ούτε η γλώσσα ούτε το κοσμοείδωλο γίνονται αντιληπτά για τους περισσοτέρους, είτε κληρικούς είτε λαϊκούς.ου πληρώματος στη θεία λατρεία. Αρχίζει με τη μετάφραση της θείας λειτουργίας, σποραδικά έργο μιας υπεύθυνης και φωτισμένης ειδικής επιτροπής, της οποίας το έργο, όταν αρχίσει, προβλέπεται μακροχρόνιο.

Η άλλη τάση παρακάμπτει την ανάγκη γλωσσικής κατανόησης και υποστηρίζει ότι:

‐Η γλώσσα των κειμένων απέκτησε ιερότητα από την εμπειρία των αγίων και ταυτίστηκε με τα σημαινόμενά της, ως εκ τούτου δεν πρέπει να αλλοιωθεί.

‐Δεν είναι αναγκαία η πλήρης κατανόηση των κειμένων για τη μέθεξη του μυστηρίου. Προέχει η ασκητική ζωή και η κάθαρση που καθιστά τον πιστό άξιο για τη θέωση. Προφανώς αυτή η προσέγγιση προσπαθεί να ερμηνεύσει ένα γλωσσικό φαινόμενο με θεολογικά κριτήρια και εκ των πραγμάτων οδηγείται σε άτοπα συμπεράσματα.

Η περίπτωση, τηρουμένων των αναλογιών, μοιάζει σαν να επιδιώκουμε να προσδιορίσουμε ένα φυσικό φαινόμενο, π.χ. την εαρινή ισημερία με την Ασκητική Θεολογία και όχι με τα μέσα που διαθέτει η Αστρονομία. Βεβαίως, οι πιστοί παραδεχόμαστε ότι η κτίση είναι καλά λίαν δημιουργία του Θεού εκ του μηδενός, ότι ο άκτιστος Υιός και Λόγος του Θεού εισήλθε μέσα στη δημιουργία και η θεία οικονομία μετρήθηκε μέσα στον κτιστό χώρο και το χρόνο. Επίσης ότι η ανάμνηση όλων αυτών των σωτηριωδών γεγονότων της θείας οικονομίας και η βίωσή τους στο λειτουργικό «σήμερον» εν Αγίω Πνεύματι είναι θέματα πίστεως που τα εξετάζει η Θεολογία. Όμως ο χρονικός προσδιορισμός του Πάθους του Χριστού του εορτασμού του Πάσχα παραμένει αντικείμενο της Αστρονομίας.

Η επιστήμη της Γλωσσολογίας θα μπορούσε να διευκολύνει τη συζήτηση με τα εξής:

‐Η γλώσσα μεταβάλλεται μέσα στο χρόνο, που σημαίνει ζωντάνια και δυνατότητα να εκφράζει τις ανάγκες της παρούσης όπως και της παρελθούσης γλωσσικής κοινότητας. Η Ελληνική σε όλα τα στάδιά της εξέφρασε υψηλά νοήματα, βαθύτατες υπαρξιακές αναζητήσεις, τραγικά πάθη, καλλιτεχνικές ευαισθησίες. Εξέφρασε προ πάντων τον Αποκαλυπτικό λόγο και μάλιστα σε μία άκρως περιφρονημένη της μορφή, επονομαζόμενη «χυδαία» (vulgaire).

‐Η Νεοελληνική είναι εξίσου πλούσια και καλλιεργημένη, για να αποδώσει τα λειτουργικά κείμενα. Σημειώνεται ότι απαριθμεί δύο βραβεία Νόμπελ Λογοτεχνίας τις τελευταίες δεκαετίες. Αυτό σημαίνει ότι η δυνατότητα είναι δεδομένη και η μετάφραση είναι θέμα των ειδικών και του φωτισμού του Αγίου Πνεύματος. Επ’ αυτού το παράδειγμα των Πατέρων είναι σαφές: επαρκής γνώση της Ελληνικής και ζέουσα πίστη.

‐Δεν υπάρχει γλώσσα ιερή. Όλες οι γλώσσες του κόσμου είναι όντως ένα δώρο του Θεού, που χαρακτηρίζει την ποικιλία των ανθρώπων και τις πολιτιστικές τους ιδιαιτερότητες. Δεν είναι ιεροί οι κανόνες της φωνητικής, της γραμματικής και του συντακτικού, οι φθόγγοι, οι λέξεις , ο τονισμός των λέξεων και ο επιτονισμός των φράσεων. Ιερό μπορεί να είναι το περιεχόμενο των κειμένων, το νόημα των λέξεων και των προτάσεων.

Στην ιστορία των θρησκειών ορισμένες γλώσσες θεωρήθηκαν ως ιερές, γιατί σε αυτές καταγράφηκαν κάποτε τα ιερά τους κείμενα Με την πάροδο όμως του χρόνου μόνον λίγοι κατέληξαν να τις γνωρίζουν, οι οποίοι στη συνέχεια ερμηνεύουν το ιερό περιεχόμενο των κειμένων στους πιστούς (πβ σανσκριτική/ βέδες, αραβική 7ου αι. /Κοράνι, Π. Διαθήκη εβραϊκή/ μεταφράσεις Ταργκούμ στην αραμαϊκή).

Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι αξιοσημείωτη η επιτακτική διαμεσολάβηση των λειτουργών που γνωρίζουν αυτές τις κλασικές γλώσσες και ο πανίσχυρος ρόλος τους σε θέματα σωτηρίας των πιστών.

Στη δική μας παράδοση η στάση των θεοφόρων Πατέρων του 4ου αι απέναντι στην Κοινή της Γραφής είναι καθοριστική. Δεν την θεώρησαν ιερή, παρόλη την ανυπέρβλητη ιερότητα του περιεχομένου της, αλλά χωρίς δισταγμούς υιοθέτησαν τον αττικισμό και τα ρητορικά παραγγέλματα των ειδωλολατρών, για να ευαγγελιστούν τα έθνη.‐Μία «μέθεξη του μυστηρίου χωρίς τη γλωσσική κατανόηση», όπως υποστηρίζεται, οδηγεί στο εύλογο ερώτημα: γιατί κάποτε ήταν κατανοητά τα λειτουργικά κείμενα και ποια είναι η διαφορά της μέθεξης με γλωσσική κατανόηση από τη μέθεξη χωρίς γλωσσική κατανόηση;

Η Εκκλησία κηρύττει και διδάσκει το μέγα μυστήριο της πίστεως με κάθε μέσο: με τα σύμβολα, την αρχιτεκτονική, την αγιογραφία, την υμνογραφία, το κήρυγμα, τους βίους των αγίων, την ανυπέρβλητη λατρεία της και καλεί τους πιστούς μετά καθαρού συνειδότος να συμμετάσχουν στο αποκορύφωμα της μέθεξης θείου και ανθρώπινου, στη θεία ευχαριστία. Όμως είναι άξιο απορίας πώς ετοιμάζεται ένα νέος «νά ἀπολαύσει την ουράνια μυσταγωγία, να χορεύσει με τα σεραφείμ και να γίνει ένα με τον Δεσπότη», όταν μεταφράζει τον Χερουβικό ύμνο ως εξής:

Οι τα Χερουβείμ μυστικώς εικονίζοντες:
‐αυτοί που κάνουν τις εικόνες των μυστικών Χερουβείμ ( Γυμν.)
‐ οι μυστικοί πράκτορες του Θεού (Γυμν.)
‐οι τα Χερουβείμ εικονίζονται μυστικά και με την ψυχή τους τραγουδούν τον τρισάγιο (Γυμν.)
‐ οι άγγελοι μυστικά εικονίζουν και ζωοποιούν την Αγία Τριάδα και τραγουδούν ύμνους. Αυτοί οι άγγελοι ‘χάσαν τη ζωή τους και ο βασιλιάς τους υποδέχτηκε (Γυμν.)
‐όπως τα Χερουβείμ εικονίζονται μυστικά και όπως το τρισάγιο ύμνο στην Αγία Τριάδα δίδομε, έτσι πρέπει να διώξουμε κάθε βιοτική μέριμνα και όλοι μαζί να υποδεχτούμε τον βασιλιά (Γυμν.).
‐τραγουδούν ύμνους για τις καθημερινές ανάγκες των ανθρώπων (Γυμν)
‐τα Χερουβείμ εικονίζουν μυστικά και τριγυρίζουν την Αγία Τριάδα ψάλλοντας ύμνους (Γυμν.).
‐εμείς που παρουσιάζουμε με τρόπο μυστικό τα Χερουβείμ, ας αναλάβουμε κάθε φροντίδα για τη ζωή (Λύκ.).
‐‐τα Χερουβείμ εικονίζουν μυστικά και τριγυρίζουν την Αγία Τριάδα ψάλλοντας (Λύκ.).

Η υμνογραφία της Εκκλησίας μας αποτελεί μία απαράμιλλη δημιουργία, που αποτελεί καρπό των δωρεών του Αγίου Πνεύματος. Στηρίχτηκε στη βαθειά γνώση των Γραφών, στη διδασκαλία των Οικουμενικών Συνόδων και στην πατερική σκέψη. Προσέλαβε το κοσμοείδωλο της εποχής, κωδικοποιήθηκε στην κλασσική αττική και κοσμήθηκε με τους ωραιότερους εκφραστικούς τρόπους της ρητορικής. Οι ύμνοι και οι ευχές κηρύττουν το Ευαγγέλιο της χάριτος και της σωτηρίας, διδάσκουν τις αλήθειες της πίστεως, οικοδομούν πνευματικά τους πιστούς και τους δημιουργούν τις κατάλληλες προϋποθέσεις, ώστε να συνεργήσουν στην εξαγιαστική χάρη του Αγίου Πνεύματος και να καρποφορήσουν στη ζωή τους οι δωρεές του. Σήμερα είναι πολλοί λίγοι εκείνοι που κατανοούν αυτά τα θαυμάσια κείμενα που γράφηκαν για να είναι κατανοητά. Η συντριπτική πλειοψηφία αντιλαμβάνεται τη σημασία τους κατά προσέγγισιν, κατ’ αναλογίαν ή κατά το δοκούν. Πολλοί προβάλλουν το επιχείρημα της λαϊκής ευσέβειας. Όμως η σύγχρονη μαρτυρία και η βίωση της Ορθοδοξίας εντάσσεται σε τελείως διαφορετικά κοινωνικά πλαίσια.

Εξάλλου και η λατρεία μας δεν καθιερώθηκε και δεν προσφέρθηκε ανά τους αιώνες στις ιεραποστολικές εκκλησίες με σύμβολα, κινήσεις εικόνες, μελωδίες και ακατανόητα λόγια. Διότι ο πιστός που ευρίσκεται μέσα στο ναό αποτελεί με όλους τους άλλους πιστούς μία σύναξη, που διαρκώς καλούνται να εύχονται για όσα σε κάθε στιγμή χρειάζεται να γίνουν, ώστε από κοινού με το λειτουργό να επιτελείται η θεία ευχαριστία:«ἔτι προσφέρομέν σοι τήν λογική ταύτην και άναίμακτον λατρείαν καί δεόμεθα καί ἱκετεύομεν κατάπεμψον το Πνεῦμα σου το Ἅγιον ἐφ’ ἡμᾶς και ἐπί τά προκείμενα δῶρα ταῦτα… καί ποίησον…».

Τμήμα Θεολογίας ΑΠΘ –Σύλλογος Μεταπτυχιακών Φοιτητών και Υποψηφίων Διδακτόρων Τμήματος Θεολογίας Θεολογικής
Σχολής ΑΠΘ «Απόστολος Ιάσων ο Θεσσαλονικεύς»
Θεσσαλονίκη 30/5‐1/2/2012
Γ’ Πανελλήνιο Διεπιστημονικό Συνέδριο
«Επιστήμη και Θρησκεία ‐Μεταξύ διαλόγου και πολεμικής»
Καθηγήτρια Δήμητρα Α. Κούκουρα

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...