/*--

Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2013

«Ἐξέλιξη καί διαμόρφωση τοῦ Μυστηρίου τῆς Μετανοίας»

   
Μετά τό γεγονός τῆς πτώσης, ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό Θεό προσδιορίζεται ἀπό ἕνα συνεχή καί πάντοτε μέ τή χάρη Του ἀγώνα ἐπιστροφῆς στό πρωτόκτιστον κάλλος καί τή χαρά τοῦ Παραδείσου.
Στήν Παλαιά Διαθήκη ὁ «οἰκτίρμων καί ἐλεήμων» (Ἔξοδ. 34,6) Κύριος καλεῖ τόν ἄνθρωπο σέ μετάνοια, τόν παιδαγωγεῖ μέ διάφορους τρόπους, ὅπως τόν κατακλυσμό, τή διαίρεση τῶν γλωσσῶν κ.ἄ., καί ζητᾶ τή θεληματική του ἐπάνοδο στή ζωή τοῦ Δημιουργοῦ του. Ἡ διαδικασία ἀποκατάστασης τῆς κοινωνίας τοῦ ἀνθρώπου μέ τό Θεό, προϋπέθετε ἀσφαλῶς τήν καρδιακή συμμετοχή τοῦ μετανοοῦντος, γιά νά μήν ἐκφυλισθεῖ στό ἐπίπεδο τῆς τυπολατρίας, ἀλλά προέβλεπε καί συγκεκριμένη τελετουργία, πού γινόταν «ἤ διά θυσιῶν, ἤ δι’ ἐλεημοσύνης, ἤ διά καθαρσίων»1. 

Εἰδικότερα ὑπῆρχε ἀτομική ἤ συλλογική ὁμολογία τῶν ἁμαρτιῶν (Λευϊτ. 26,40· Ἀριθμ. 5,5-7), νηστεία (Κριτ. 20,26), σχίσιμο τῶν ἐνδυμάτων καί ἔνδυση σάκκου (Γ΄ Βασιλ. 20,27) καί προσφορά ἐξιλαστήριας θυσίας γιά τήν ἄφεση τῆς ἁμαρτίας (Λευϊτ. 5,6). Ἡ ὅλη αὐτή τελετουργία καί ἡ ἐξομολόγηση φαίνεται πώς δέν γινόταν ἐνώπιον ἱερέων, προφητῶν ἤ πατριαρχῶν. Σίγουρα πάντως δέν εἶχε μυστηριακό χαρακτήρα, καί ὡς ἐκ τούτου, δέν παρεῖχε ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ μεταονοῦντος2. Τό ἀποτέλεσμα ἦταν ἡ ἀπαλλαγή «μόνον τῶν ἐκ τῆς θείας ὀργῆς ἐπαγομένων προσκαίρων τιμωριῶν»3. Ἡ ὅλη πορεία τῆς μετανοίας στήν ἀρχαία ἐποχή ἦταν πορεία προετοιμασίας τοῦ λαοῦ, γιά νά δεχθεῖ τή μυστηριακή μετάνοια, πού χορηγεῖ ἡ Ἐκκλησία. Ὁ τελευταῖος δέ τῶν προφητῶν, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, ἀνακεφαλαιώνει ξεκάθαρα τό προφητικό μήνυμα γιά προσωπική μετάνοια, ἡ ὁποία τώρα εἶναι ἐνταγμένη στήν προοπτική τῆς βασιλείας4.

Στήν Καινή Διαθήκη ἡ μετάνοια ὡς ἀλλαγή τοῦ τρόπου ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου τοποθετεῖται σέ ἐκκλησιολογική βάση καί συνδέεται μέ τό ἔργο τῆς σωτηριώδους οἰκονομίας τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος καλεῖ τούς «ἁμαρτωλούς εἰς μετάνοιαν» (Λουκ. 5,32), παρέχει συνεχῶς τή συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν, ὅπως π.χ συνέβη μέ τόν παραλυτικό (Ματθ. 9,2· Μάρκ. 2,5· Λουκ. 5,20), διδάσκει τή μετάνοια μέσα ἀπό συγκεκριμένα παραδείγματα, ὅπως τοῦ Ζακχαίου (Λουκ. 19,8), τοῦ ἀποστόλου Πέτρου (Μάρκ. 14, 66-72), τοῦ ἀσώτου υἱοῦ (Λουκ. 15, 11- 32) κ.ἄ. Μετά τήν Ἀνάστασή Του ὁ Κύριος δίδει στόν ἀπόστολο Πέτρο καί τούς λειτουργούς της Ἐκκλησίας γενικότερα τήν ἐξουσία τοῦ «δεσμεῖν» καί «λύειν» (Ματθ. 18,18). Ἡ πράξη αὐτή κατά μίαν ἄποψη ἀποτελεῖ καί τή σύσταση τοῦ μυστηρίου τῆς ἐξομολογήσεως. Κατ’ ἄλλην ἄποψη ἡ ἐξουσία αὐτή ἔχει γενικότερο χαρακτήρα καί τό μυστήριο τῆς μετανοίας θεμελιώνεται στή φράση τοῦ ἀποστόλου Ἰακώβου «ἐξομολογεῖσθαι ἀλλήλοις τάς ἁμαρτίας» (Ἰακ. 5,16), ὅπου τό «ἀλλήλοις» ἀναφέτεται στή λειτουργική σύναξη τῆς Ἐκκλησίας5. Μέ βάση τήν ὡς ἄνω μαρτυρία τοῦ ἁγίου Ἰακώβου, ἀλλά καί τό λόγο τοῦ εὐαγγελιστοῦΜατθαίου περί ἐξομολογητικῆς συνεξήγησης πρίν τή συμμετοχή στή θεία Εὐχαριστία (Ματθ. 5,23-24) ὑποστηρίζεται ὁ μυστηριακός χαρακτήρας τῆς μετανοίας, ὁ δημόσιος χαρακτήρας της6 καί ἡ σημασία της ὡς γεγονότος συμφιλίωσης τοῦ πιστοῦ μέ τήν Ἐκκλησία του, τή στιγμή μάλιστα, πού αὐτό γίνεται στά πλαίσια τῆς εὐχαριστιακῆς σύναξης. Ἄλλα στοιχεῖα, ὅπως ἡ ὁμολογία τῶν ἁμαρτιῶν (Α΄ Ἰω. 1,9), ἡ παρουσία Ἐπισκόπου καί ἡ δι’ ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν (Α΄ Τιμ. 5,20- 22) καί τά ἐπιτίμια, πού ἐδίδοντο ὡς θεραπευτικά μέσα σέ περιπτώσεις βαρέων ἁμαρτημάτων, ὅπως αὐτό τοῦ ἀφορισμοῦ τοῦ αἱμομίκτου ἀπό τήν Ἐκκλησία (Α΄ Κορ. 5,3-5), ὑπαινίσσονται καί τή μορφή, πού εἶχε ἡ τελετουργική διαδικασία τοῦ μυστηρίου τῆς ἐξομολογήσεως καί τῆς μετανοίας στήν Καινή Διαθήκη. Κατ’ ἄλλην ἄποψη ὑπάρχουν πολλά ἐρωτηματικά σχετικά μέ τήν ὕπαρξη τελετουργίας ὅσον ἀφορᾶ τήν μετάνοια κατά τήν ἀποστολική ἐποχή7. Σέ κάθε ὅμως περίπτωση ἡ μετάνοια τοῦ μετά τό βάπτισμα ἁμαρτήσαντος ἀνθρώπου θεμελιώνεται στήν Καινή Διαθήκη, οἱ ρίζες της εἶναι θεοσύστατες μέ τήν ἔννοια πάντοτε τῆς ἐν τῷ θανάτῳ καί τή ἀναστάσει τοῦ Κυρίου μας πλήρους ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν καί τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου8, καθόσον «ἐχθροί ὄντες κατηλλάγημεν τῷ Θεῷ, διά τοῦ θανάτου τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, πολλῷ μᾶλλον καταλλαγέντες σωθησόμεθα ἐν τῇ ζωῇ αὐτοῦ» (Ρωμ. 5,10).

Οἱ ἑπόμενοι αἰῶνες εἶναι καθοριστικοί γιά τήν ἐξέλιξη καί διαμόρφωση τοῦ τυπικοῦ του μυστηρίου τῆς ἐξομολογήσεως.Ἡ παλαιότερη πληροφορία ἀπό τίς πηγές τῆς μεταποστολικῆς ἐποχῆς περί «τελετουργικῆς μετανοίας» εἶναι τοῦ Κλήμεντα Ρώμης, ὁ ὁποῖος μέ στόχο τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας προτρέπει ὅσους διαταράσσουν αὐτή τήν ἑνότητα νά προστρέχουν στούς πρεσβυτέρους «εἰς μετάνοιαν κάμψαντες τά γόνατα τῆς καρδίας αὐτῶν»9. Ἡ κάμψη τῶν γονάτων, τό αἴτημα ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν, ἡ ἱκεσία καί τά δάκρυα, καθώς καί οἱ προσευχές μετανοίας (π.χ. τοῦ 50οῦ ψαλμοῦ) εἶναι στοιχεῖα τοῦ τυπικοῦ τῆς μετανοίας καθ’ ὅλην τήν περίοδο τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων10. Ἀπό τόν 2ο καί κυρίως τόν 3ο μ.Χ αἰώνα ἡ πράξη τοῦ μυστηρίου τῆς μετανοίας ἐπηρεάζεται ἀπό τή νέα τάξη τῶν μετανοούντων, οἱ ὁποῖοι ὡς διαπράξαντες μεγάλα ἁμαρτήματα ἀπεκόπτοντο ἀπό τή μετοχή στή θεία Εὐχαριστία. Τήν περίοδο αὐτή εἶναι ἐμφανής ἡ παρουσία τοῦ Ἐπισκόπου καί τῶν πρεσβυτέρων11. Ἡ ἐξομολόγηση γίνεται δημόσια καί στά πλαίσια τῆς θείας Εὐχαριστίας12. Σιγά σιγά ἐπικρατεῖ καί ὁ μυστικός τρόπος ἐξομολογήσεως13 κάτι πού συντελεῖ στήν διαμόρφωση τοῦ θεσμοῦ τοῦ «πρεσβυτέρου τῆς μετανοίας»14, ὁ ὁποῖος καταργήθηκε στά τέλη τοῦ 4ου μ.Χ αἰ. γιά νά ἐπανιδρυθεῖ τό 12ο μ.Χ. αἰ. Ἡ ἀντίληψη, ὅτι ἡ ἐξομολόγηση πρέπει νά γίνεται ἐνώπιον τῶν ἱερέων, εἶναι ἔντονη στά κείμενα ἀπό τόν 3ο μ.Χ. αἰ. καί ἐντεῦθεν.

Ὁ Ὠριγένης π.χ. μιλᾶ γιά τόν ἔμπειρο πνευματικό ὁδηγό καί τό νουνεχῆ ἰατρό στόν ὁποῖον ὁ πνευματικά ἀσθενής ὁμολογεῖ τά σφάλματά του προκειμένου νά λάβει τά κατάλληλα φάρμακα γιά τήν θεραπεία του15. Ὁ ἴδιος συγγραφέας ἀναφέρει τήν κατά τό τελετουργικό τῆς μετανοίας ἐπικράτηση τῆς ἐπίθεσης τῶν χειρῶν τοῦ Ἐπισκόπου ἤ τῶν πρεσβυτέρων στό κεφάλι τοῦ μετανοοῦντος, ἀλλά καί τή χρήση μέ ἔλαιο κάτι πού ἐκφράζει τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού παρέχεται στόν μετανοοῦντα16. Στήν τάξη τοῦ μυστηρίου τῆς μετανοίας ἀναφέρονται καί δυό ἄλλα πολύ σημαντικά κείμενα τοῦ 3ου μ.Χ αἰ., αὐτό τῆς Διδασκαλίας τῶν Ἀποστόλων (200-250) καί ἡ Ἀποστολική Παράδοση τοῦ Ἱππολύτου (235).

Καί τά δυό κείμενα ἐπισημαίνουν τό ρόλο τοῦ Ἐπισκόπου στό θέμα αὐτό, ἀφοῦ εἶναι ἐκεῖνος πού ἐξετάζει τόν μετανοοῦντα, ἐάν εἶναι ἕτοιμος νά ἐνταχθεῖ καί πάλι στήν Ἐκκλησία, τόν νουθετεῖ, τοῦ ὁρίζει συγκεκριμένη νηστεία ἀπό δυό ἕως ἑπτά ἑβδομάδες καί τοῦ δίδει τήν ἄφεση κατά τήν εὐχαριστιακή σύναξη μετά τή λειτουργία τοῦ Λόγου δι’ ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν17. Στήν εὐχή ἐπίσης ἐπί χειροτονίᾳ Ἐπισκόπου, πού παραθέτει ὁ Ἱππόλυτος Ρώμης στήν Ἀποστολική Παράδοση, ἐπισημαίνεται ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος ἔχει «ἐξουσίαν ἀφιέναι ἁμαρτίας»18. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἐπισημαίνει ὅτι «ὥσπερ ἄνθρωπος ὑπό ἀνθρώπου ἱερέως βαπτιζόμενος φωτίζεται τῇ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος χάριτι, οὕτω καί ὁ ἐξομολογούμενος ἐν μετανοίᾳ διά τοῦ ἱερέως λαμβάνει τήν ἄφεσιν χάριτι Χριστοῦ»19.

Ὁ Μέγας Βασίλειος κάνει τή διάκριση μεταξύ ἐξομολόγησης τῶν ἁμαρτιῶν καί ἐξαγόρευσης τῶν λογισμῶν καί καθόρισε τή μυστική ἐξομολόγηση τῶν μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νά ὁμολογοῦν «τά κρυπτά τῆς καρδίας τοῖς πεπιστευμένοις τῶν ἀδελφῶν»20. Στούς ἔμπειρους αὐτούς πνευματικούς καί ἐξομολόγους, προσέφευγαν καί πολλοί λαϊκοί21. Ὁ δέ Ἱερός Χρυστόστομος ἐνθαρρύνει τόσο τήν προσωπική καί ἀπευθείας πρός τό Θεό ἐξαγόρευση τῶν ἁμαρτιῶν22, ὅσο καί τήν προσέλευση τῶν μετανοούντων ἐνώπιον τῶν ἱερέων23. Τήν πληρέστερη, ὅμως, εἰκόνα τοῦ μυστηρίου τῆς μετανοίας κατά τούς τέσσερις πρώτους αἰῶνες, μᾶς δίδουν οἱ Διαταγές τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων (380). Κατά τό κείμενο αὐτό ἡ τάξη τῆς μετανοίας γινόταν εἴτε ἐντός τῆς θείας Εὐχαριστίας, εἴτε ἐκτός αὐτῆς, μέ τή συμμετοχή πάντοτε τοῦ Ἐπισκόπου καί τῶν πιστῶν. Στήν πρώτη περίπτωση οἱ μετανοοῦντες συμμετεῖχαν μέ τούς κατηχουμένους στή θεία Λειτουργία μέχρι τά ἀναγνώσματα, ὅποτε καί ἀποχωροῦσαν μετά ἀπό εἰδική εὐχή, πού ἔλεγε ὁ Ἐπίσκοπος, τή χειροθεσία ἀλλά καί τήν προσευχή τῶν πιστῶν24. Ὅταν ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν διδόταν ἐκτός τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας, ὁ Ἐπίσκοπος νουθετοῦσε πρῶτα τούς «ἡμαρτηκότας», τούς ὑπέβαλλε κάποιο χρονικό διάστημα νηστείας, τούς διάβαζε στό ναό τή συγχωρητική εὐχή, ἡ ὁποία συνοδευόταν ἀπό τή χειροθεσία, πράξη πού παραλληλίζεται μέ τό Βάπτισμα25. Τό ὅλο τελετουργικό ὁλοκληρωνόταν μέ τήν ὑπέρ τῶν μετανοούντων προσευχή τῶν πιστῶν26.

Κατά τούς ἑπόμενους αἰῶνες διαγράφεται σαφής ἐξέλιξη τῆς Ἀκολουθίας εἰς μετανοοῦντας καί ἐξομολογουμένους ἀρχικά μέ μεμονωμένες εὐχές, ὅπως φαίνεται στή χειρόγραφη παράδοση27, καί στή συνέχεια ἀπό τόν 11ο μ.Χ. αἰ., μέ πλήρη Ἀκολουθία ἀποδιδόμενη στόν ὅσιο Ἰωάννη τό Νηστευτή, ὁ ὁποῖος βεβαίως ἔζησε τόν 6ο μ.Χ. αἰ.28.

Ἡ ἐν λόγῳ Ἀκολουθία διαιρεῖται σέ τέσσερα τμήματα: α) Στήν ἱλαστήριο Ἀκολουθία, πού γίνεται μπροστά στό θυσιαστήριο μέ ψαλμούς καί τροπάρια μετανοίας καί συντριβῆς, μία εὐχή καί τρεῖς γονυκλισίες. β) Στήν κατήχηση τοῦ μετανοοῦντος, ὅπου ὁ ἱερέας τοῦ ὑπενθυμίζει ὅτι τή συγχώρηση τή δίδει ὁ Θεός καί τοῦ συνιστᾶ νά μήν ξανακάνει τό ἴδια ἁμαρτήματα, καθώς ἐπίσης νά μήν αἰσθάνεται ντροπή νά ὁμολογεῖ τά ἄθεσμα ἔργα του. γ) Στήν ἐξαγόρευση, ἡ ὁποία εἶναι λεπτομερής καί γίνεται «μετά πάσης ἀκριβείας». δ) Στή συγχώρηση καί τήν ἀπόλυση, ὅπου ὁ μετανοήσας εἶναι γονατιστός, ἐνῶ ὁ ἱερέας τοῦ διαβάλει ἑπτά συγχωρητικές εὐχές. Ἐγείρεται στή συνέχεια ἀπό τό ἔδαφος, τόν ἀσπάζεται ὁ ἱερέας καί τόν προτρέπει νά μήν ἀμελεῖ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, ἀλλά νά τίς τηρεῖ ἀπόλυτα προκειμένου νά τύχει τῆς σωτηρίας29. Ἐκτός ἀπό τήν ὡς ἄνω Ἀκολουθία καί τίς μαρτυρίες, πού διασώζουν τά χειρόγραφα, ἐνδιαφέρον ἔχουν καί τά ἔντυπα Εὐχολόγια, ἀλλά καί τά Ἐξομολογητάρια τῆς περιόδου τῆς Τουρκοκρατίας. Στά ἔντυπα διασώζονται μεμονωμένες εὐχές μετανοίας, ἐξομολογήσεως καί ἀφέσεως, ὅρκου καί λύσης ἀφορισμοῦ, δυό σύντομες Ἀκολουθίες εἰς λύσιν ἀφορισθέντος ἱερέως ἤ κοσμικοῦ, πού λέγονται στό τέλος τῆς θείας Λειτουργίας, μία Ἀκολουθία γιά τίς συνήθεις περιπτώσεις ἐξομολογουμένων, πού σαφῶς εἶναι ἐπηρεασμένη ἀπό τήν Ἀκολουθία τοῦ ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Νηστευτῆ καί ἕναν παρακλητικό κανόνα εἰς τήν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον ἐν ἐξομολογήσει ἁμαρτωλοῦ, ποίημα Εὐθυμίου μοναχοῦ Συγγέλου30. 

Στά ἔντυπα ἐπίσης Ἐξομολογητάρια ἡ μετάνοια διαιρεῖται σέ τρία μέρη: α) Στή συντριβή τῆς καρδίας, β) στήν ἐξομολόγηση καί γ) στήν ἱκανοποίηση. Συντριβή τῆς καρδίας σημαίνει ἐσωτερική θλίψη γιά τίς ἁμαρτίες, πού διεπράχθησαν. Ἐξομολόγηση εἶναι ἡ ἑκούσια ἐξαγόρευση τῶν ἁμαρτημάτων καί ἱκανοποίηση εἶναι ἡ ἔμπρακτη ἐφαρμογή τοῦ κανόνα, πού ὁ πνευματικός ὁρίζει στόν ἐξομολογηθέντα. Στό Ἐξομολογητάριο τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου π.χ. καταγράφεται ἡ τάξη τῆς Ἀκολουθίας εἰς ἐξομολογούμενον, στήν ὁποία μετά τό Εὐλογητός, τό Τρισάγιο καί τόν 50ο ψαλμό, ὁ μετανοῶν γονατίζει μπροστά στήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καί ὁμολογεῖ τίς ἁμαρτίες του. Οὐσιαστικά ἀπαντᾶ σέ σχετικά ἐρωτήματα τοῦ ἱερέα, ὅπως π.χ. ἐάν διέπραξε κάποια θανάσιμη ἁμαρτία, ἐάν πιστεύει στά δόγματα τῆς Καθολικῆς καί Ἀνατολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας κ.ἄ. Ἀκολουθοῦν χειροθεσία, ἡ συγχωρητική εὐχή καί ἡ ἀπόλυση31. Στό ἐν χρήσει τέλος Εὐχολόγιο διασώζονται μεμονωμένες εὐχές μετανοίας, παρακλητικός Κανόνας στή Θεοτόκο γιά τήν ἐξομολόγηση ἁμαρτωλοῦ, καθώς ἐπίσης καί Ἀκολουθία τῶν ἐξομολογουμένων. Ἡ πράξη αὐτή διακρίνεται σέ μία σύντομη ἱλαστήρια ἀκολουθία, στήν χωρίς κατήχηση ἐξαγόρευση καί στήν διά συντόμου ἀπολύσεως τῶν ἁμαρτιῶν ἐπάνοδο τοῦ ἐξομολογηθέντος στήν κατάσταση τῆς χάριτος.

Ἡ Ἀκολουθία τῶν ἐξομολογουμένων στό ἐν χρήσει Εὐχολόγιο μετά τό «Εὐλογητός ὁ Θεός ἡμῶν» περιλαμβάνει τή μικρή συναπτή, τήν εὐχή «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος», τρισάγιον, Κύριε ἐλέησον (ιβ΄), τό «Δεῦτε προσκυνήσωμεν», τόν 50ο ψαλμό, τρία τροπάρια μετανοίας, Κύριε ἐλέησον (μ΄), τήν εὐχή «Ὁ Θεός ὁ Σωτήρ ἡμῶν, ὁ διά τοῦ προφήτου σου Νάθαν», γονυκλισία τοῦ μετανοοῦντος καί ἐξαγόρευση τῶν ἁμαρτημάτων του καί τήν τελική εὐχή «ὁ Θεός, ὁ συγχωρήσας Δαυίδ, διά Νάθαν τοῦ προφήτου»32. Αὐτή βεβαίως ἡ Ἀκολουθία δέν χρησιμοποιεῖται προφανῶς γιά λόγους συντομίας. Λέγεται μόνο κάποια προσευχή στήν ἀρχή καί μετά τήν ἑκούσια ἐξομολόγηση τῶν ἁμαρτημάτων ὁ ἱερέας διαβάζει τή συγχωρητική εὐχή. Ἀποδεικνύεται ἔτσι τό πόσο δύσκολο εἶναι νά ἐπιβιώσει στήν πράξη μία τόσο ἐκτενέστατη Ἀκολουθία. Ἡ οὐσία πάντως εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὡς πρώτη προτεραιότητα θέτει τό κάλεσμα καί τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου σέ μετάνοια. Μία ἐμπειρία, πού μᾶς καθαρίζει ἀπό κάθε ἀδικία, μᾶς ἐλευθερώνει ἀπό τά πάθη καί τίς κακίες, καί μᾶς ἀνοίγει τό δρόμο γιά μία ζωή ἁγιοπνευματική καί μυστηριακή, γιά μία ζωή πού ὁδηγεῖ στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί τήν αἰωνιότητα.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Ἰσιδώρου Πηλουσιώτου, Ἐπιστολῶν βιβλίον Δ΄, ἐπιστ. ΡΟ΄, ΡG 78,
1261.
2. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς Ματθαῖον, Ὁμιλία Ι, PG 57,185: «Πρό τοῦ σταυροῦ οὐδαμοῦ φαίνεται ἄφεσις οὖσα· πανταχοῦ γάρ τῷ αἵματι αὐτοῦ τοῦτο λογίζεται».
3. Παναγιώτου Ν. Τρεμπέλα, Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. Γ΄, ἐκδ. «Σωτήρ», Ἀθῆναι 21979, σ. 240.
4. Ματθ. 3,2: «Μετανοεῖτε, ἤγγικε γάρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν… ποιήσατε οὖν καρπόν ἄξιον τῆς μετανοίας». Βλ. καί Παναγιώτη Ἰ. Σκαλτσῆ, ΛειτουργικέςΜελέτες ΙΙ, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 399.
5. Πέτρου Β. Βασιλειάδη, «Ἡ οὐσία τοῦ μυστηρίου τῆς μετανοίας (Σχόλιο στό Ἰακ. 5,16)», στό Ἐπίκαιρα Ἁγιογραφικά Θέματα, Ἁγία Γραφή καί Εὐχαριστία (Βιβλική Βιβλιοθήκη, 15) ἐκδ.Π.Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2000, σσ. 138-149.
6. Δημητρίου Βακάρου (Μ. Πρωτοπρεσβυτέρου), Τό μυστήριο τῆς μετανοίας καί ἐξομολογήσεως. Ἱστορία καί πράξη, Θεσσαλονίκη 1999, σ. 71.
7.Παναγιώτη Ἰ. Σκαλτσῆ, ὅ.π., σ. 402.
8.Παναγιώτη Ἰ. Σκαλτσῆ, ὅ.π., σ. 404.
9. 51,1, ΒΕΠΕΣ 1,35
10. Παναγιώτη Ἰ. Σκαλτσῆ, ὅ.π., σ. 406-420.
11. Ἰγνατίου Ἀντιοχείας, Πρός Φιλαδελφεῖς 8 ἔκδ. J. B. Lightfoot,e Apostolic Fathers 2, 3, Hildesheim, G. Olms, 1973, σ. 215. Ἰουστίνου, Πρός Σμυρναίους 9,1 PG 5, 713 BC. Ἰωάννου Κ. Ἀγγελοπούλου, Ἡ μετάνοια κατά τήν Ὀρθόδοξον Καθολικήν Ἐκκλησίαν, Ἀθῆναι 1998, σ. 331.
12. Διδαχή 14,1 ΒΕΠΕΣ 2, 220: «Καθ’ ἡμέραν Κυρίου συναχθέντες κλάσατε ἄρτον καί εὐχαριστήσατε, προεξομολογησάμενοι τά παραπτώματα ἡμῶν, ὅπως καθαρά ἡ θυσία ὑμῶν ᾖ» Τερτυλλιανοῦ, De paenitentia 9,4 PL 1, 1244A· 1245 B.
13. Ὠριγένους, In Leviticum8,10, PG 12, 502 B.
14. Βλ. Παναγιώτη Ἰ. Σκαλτσῆ ὅ.π., σσ. 410-412. Σωκράτους, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 7,16 PG 67,1457.
15. Εἰς Ψαλμούς 2,6 PG 12,1386.
16. In Leviticum 2,4 PG 12,418B- 419A. Βλ. καί Κυπριανοῦ, Epist. 9,2, PL 4, 257-259· 263-264.
17. F. X. Funk, Didaskalia et Constitutiones Αpostolorum, Torino 1979, σσ. 144 ἑξ.
18. B. Botte, La Tradition Apostolique…, MünsterWestfalen 1963, σ. 8
19. PG 26,1315.
20. Ὅροι κατά πλάτος 26, PG 31, 985D.
21. Δημητρίου Βακάρου (Μ. Πρωτοπρεσβυτέρου) ὅ.π., σ. 287.
22. Εἰς τούς τά πρῶτα Πάσχα νηστεύοντας, Λόγος τρίτος, δ΄, PG 48,857.
23. Περί ἱεροσύνης, Λόγος γ΄,5,6 PG 48,645: «Καί ἅπερ ἄν ἐργάσωνται κάτω οἱ ἱερεῖς, ταῦτα ὁ Θεός ἄνω κυροῖ καί τήν τῶν δούλων γνώμην ὁ Δεσπότης βεβαιοῖ». Αὐτή ἀκριβῶς ἡ πρακτική παγιώνεται καί κατά τούς ἑπόμενους αἰῶνες, ὅπως φαίνεται καί ἀπό τή μαρτυρία Ἀναστασίου τοῦ Σιναΐτου (520 599) ὅτι οἱ πιστοί πρέπει νά ἐξομολογοῦνται «τῷ Θεῷ διά τῶν ἱερέων» (Λόγος περί τῆς ἁγίας συνάξεως) PG 89,833).
24. 8,9,1 καί 9,8, Sources Chrétiennes 336, 162-164.
25. Διαταγαί τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων 2,412, SC 320,272: «Καί ἔσται αὐτῷ ἀντί τοῦ λούσματος ἡ χειροθεσία».
26. Γεωργίου Ν. Φίλια, Οἱ εὐχές τῶν Ἀποστολικῶν Διαταγῶν ὑπέρ τῶν μετανοούντων. Πρός μία διερεύνηση τοῦ τελετουργικοῦ τῆς μετανοίας κατά τούς τέσσερεις πρώτους αἰῶνες, Ἀθῆναι 1998, σσ. 529-530· 536,558. Βλ. καί Παναγιώτη Ἰ. Σκαλτσῆ, ὅ.π., σσ. 415-416.
27. Θεοδώρου Ἰ. Κουμαριανοῦ, Οἱ εὐχές μετανοίας καί οἱ ἀκολουθίες ἐξομολογήσεως στά ἑλληνικά χειρόγραφα εὐχολόγια ἀπό τον Η΄ ἕως τόν ΙΓ΄ αἰώνα, Ἀθῆναι 1998 (ἀνέκδοτη).
28. Ἡ Ἀκολουθία αὐτή ἀνήκει στά κανονικά ἔργα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Νηστευτῆ καί εἶναι τμῆμα τοῦ Ἐξομολογηταρίου του. Γιά τό ζήτημα τοῦ Ἐξομολογηταρίου βλ. Θεοδώρου Ξ. Γιάγκου, Νίκων ὁ Μαυρορείτης. Βίος-Συγγραφικό ἔργο-Κανονική Διδασκαλία, 1991, σ. 267 ἑξ.
29. Τό κείμενο αὐτῆς τῆς Ἀκολουθίας ὑπάρχει στήν Patrologia Creca (PG) 88, 1889-1932. Κριτική ἔκδοση βλ. Θεοδώρου Ἰ. Κουμαριανοῦ, ὅ.π., σσ. 184-200. Περιγραφή τῆς Ἀκολουθίας κάνουν οἱ α)
Γεώργιος Γ. Μπεκατῶρος, ΘΗΕ 8(1966) 1067-1069. β) Κωνσταντῖνος Ν. Καλλίνικος, Ὁ χριστιανικός ναός καί τά τελούμενα ἐν αὐτῷ, Ἀθῆναι 41969, σσ. 402- 407. γ) Ἱερομόναχος Γρηγόριος, Ἡ Ἱερά Ἐξομολόγησις, Σχόλια ἐκδ. «Δόμος» Ἀθήνα 1997, σσ. 57-58. Βλ. καί Παναγιώτη Ἰ. Σκαλτσῆ, ὅ.π., σσ. 420-426.
30. Τά κείμενα αὐτά ὑπάρχουν στό Jacobus Goar Εὐχολόγιον sive Ritvale Graecorum (Venetiis 21730, ἀνάτ. Graz 1960) σσ. 536-688. Βλ. καί Παναγιώτη Ἰ. Σκαλτσῆ, ὅ.π., σσ. 429-433.
31. Ἐξομολογητάριον ἐκδ. Ν. Δ. Παναγόπουλος, Ἀθῆναι 1988, σσ. 67-69,
113-114.
32. Εὐχολόγιον τό Μέγα ἐκδ. «Ἀστέρος», Ἀθῆναι 1980, σσ. 221-224.Μικρόν Εὐχολόγιον ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθήνα 132003, σσ. 149-161. Βλ. καί Παναγιώτη Ἰ. Σκαλτσῆ, ὅ.π., σσ., 435-436.

τοῦ Παναγιώτη Ἰ. Σκαλτσῆ,
Ἀναπληρωτῆ Καθηγητῆ τοῦ Α.Π.Θ.

πηγή :  H OΔOΣ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...