/*--

Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

Ἐγωισμός: μόνιμη κόλαση τοῦ ἀνθρώπου

  
Γιά νά μελετήσουμε τό θέμα τῆς κολάσεως καί τῆς μετά τόν θάνατο ζωῆς, θά πρέπει, πρωτίστως, νά ἀναφερθοῦμε, στήν ὑπαρξιακή ἑνότητα τοῦ ἀνθρώπου, πού ἀποτελεῖται ἀπό σῶμα καί ψυχή, διότι ἔτσι θά κατανοήσουμε τήν πορεία τῆς ψυχῆς μετά πού αὐτή διασπᾶται ἀπό τό σῶμα. Κατά τόν Ἰωάννη τό Δαμασκηνό1, τό σῶμα εἶναι αὐτό πού ἔχει μῆκος, πλάτος καί βάθος ἐνῶ ἡ ψυχή εἶναι ἡ ἁπλή ζῶσα οὐσία, ἀόρατη γιά τά σωματικά μάτια, ἡ ὁποία χρησιμοποιεῖ τό σῶμα ὡς ὄργανο καί τοῦ χαρίζει ζωή, αὔξηση, αἴσθηση καί γέννηση.

 Ὡστόσο, καί τό σῶμα καί ἡ ψυχή ἔχουν ἄρρηκτο σύνδεσμο μεταξύ τους καί οἱ ἐνέργειές τους εἶναι ἀλληλένδετες, ἀφοῦ τό σῶμα ὁδηγεῖται καί ἐξουσιάζεται ἀπό τήν ψυχή. Γιά νά γίνει αὐτό κατανοητό, φέρνουμε στή σκέψη τήν εἰκόνα κάποιου πού κόπηκε σ᾽ ἕνα σημεῖο τοῦ σώματός του. Στήν περίπτωση αὐτή ἡ ψυχή πονάει παρόλο πού ἡ ἴδια δέν κόβεται πρᾶγμα πού συμβαίνει, διότι ἀκριβῶς ὑπάρχει ἡ ἑνότητα τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης2. 

Ἡ ὑπαρξιακή ἑνότητα τοῦ ἀνθρώπου δέν περιορίζεται μόνο στήν διατήρηση τῆς ἰσορροπίας - ἑνότητας τοῦ σώματος καί τῆς ψυχῆς. Ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία πιστεύει ὅτι δέν μπορεῖ νά γίνει λόγος γιά ὕπαρξη καθαυτή, ἡ ὁποία θά εἶναι αὐτονομημένη καί θά ζεῖ ἀπομονωμένα. «Ἡ ὕπαρξη τοῦ καθενός εἶναι ἐνταγμένη στό κοινωνικό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τό ἕνα μέρος, καί ἡ ἀνάπτυξή της δέν στηρίζεται κατ’ ἀρχήν σέ καμιά αὐτόνομη ἐμφυτότητα, ἀλλά στή συμπεριφορά της καί ἔνταξή της μέσα σέ μία περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα μνήμης ἤ λήθης τοῦ Θεοῦ, δηλαδή ἔνταξή της στό θεϊκό περιβάλλον»3. 

Ὅταν λοιπόν διασπᾶται ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό θεϊκό περιβάλλον, τότε σημαίνει ὅτι ὑπάρχει διάσπαση τῆς πραγματικότητας καί, κατά συνέπεια, διάσπαση τῆς ὑπαρξιακῆς ἑνότητάς του. Αὐτή ἡ κατάσταση δημιουργεῖ πρόβλημα, εἶναι πάθος, διότι εἶναι γεγονός ὅτι καμία λειτουργία δέν μπορεῖ νά αὐτονομηθεῖ ἤ νά κυριαρχήσει σέ βάρος κάποιας ἄλλης.

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος προσπαθεῖ νά αὐτονομήσει κάποια λειτουργία τῆς ὑπάρξεώς του, τότε σημαίνει ὅτι προσπαθεῖ νά διαιρέσει τήν ἑνότητα σώματος, ψυχῆς καί θεϊκοῦ περιβάλλοντος, μέ ἀποτέλεσμα «ἡ διαίρεση αὐτή νά συνιστᾶ τήν ἴδια τήν ἀποτυχία τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης»4. Αὐτή ἡ κατάσταση τῆς ἀπομόνωσης, τῆς ἐσωστρέφειας καί τοῦ ἐγωισμοῦ συνιστοῦν τήν ἀπεχθῆ κόλαση. Ἑπομένως, ὁ ἐγωισμός καί ἡ ἀπομόνωση εἶναι πάθη, διότι τά πάθη εἶναι «σχέσεις καί ἕξεις πρός ἕνα περιβάλλον, πού δέν ἐναρμονίζεται μέ τή μνήμη τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἔξω ἀπό τήν περιρρέουσα θεϊκή ἀτμόσφαιρα»5. Καί ὁ ἐγωισμός εἶναι κατάσταση πού, ἐφόσον ἀπομονώνει τόν ἄνθρωπο, τόν ὁδηγεῖ ἔξω ἀπό τό θεϊκό περιβάλλον.

 Ἡ πραγματικότητα αὐτή περιγράφεται μέ γλαφυρότητα ἀπό τόν Ἅγιο Ἰσαάκ τό Σύρο, ὁ ὁποῖος σημειώνει: «ὅπερ συμβαίνει τῷ ἰχθύι ἐξεληλυθότι τοῦ ὕδατος, τοῦτο καί τῷ νοί συμβαίνει ἐξεληλυθότι τῆς μνήμης Θεοῦ καί μετεωριζομένῳ ἐν τῇ μνήμῃ τοῦ κόσμου»6Ὡστόσο, κάθε πάθος ἀμετανόητο ὁδηγεῖ στήν κόλαση. Γι’ αὐτό οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὁμιλώντας γιά τήν κατάσταση τῆς κολάσεως, μᾶς παραπέμπουν ἀκριβῶς στήν κατάσταση τοῦ ἐγωισμοῦ καί τῆς ἀπομόνωσης, ἡ ὁποία ξεκινᾶ ἀπό τήν παροῦσα ζωή καί ἐπεκτείνεται μέχρι καί τή μετά θάνατο ζωή τοῦ ἀνθρώπου.

Πρέπει ἐδῶ νά σημειωθεῖ ὅτι «οἱ ἄνθρωποι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μή ἔχοντες σαφή ἀντίληψη – ἰδίως στούς πρώιμους χρόνους – γιά τή μετά θάνατον ζωή, τήν κατανοοῦσαν ὡς δῶρο τοῦ Θεοῦ μέ ὑλικό περιεχόμενο καί τή συνδύαζαν μέ τήν παράταση τῆς κοινωνίας μαζί Του»7. Παρά ταῦτα, μέ τήν Καινή Διαθήκη καί τή μετέπειτα πατερική παράδοση ἡ ἀντίληψη γιά τή μετά θάνατο ζωή ἀποσαφηνίσθηκε πλήρως καί βοήθησε τούς πατέρες νά μιλήσουν γιά τή συνέχιση τῶν ἐπιρροῶν τῆς ἁμαρτίας μετά τό θάνατο.

Κατά τόν Ἰωάννη τό Δαμασκηνό, «οἱ ἄνθρωποι πού ποθοῦν τό Θεό, μετά τό θάνατό τους συνεχίζουν νά τόν ποθοῦν, ἀφοῦ ἡ ζωή εἶναι ἑνιαία καί εὐφραίνονται8. Ἀντίθετα οἱ ἁμαρτωλοί, δηλαδή αὐτοί πού σκέπτονται συνεχῶς τήν κακία καί τήν ἁμαρτία, μετά τό θάνατο ποθώντας τήν ἁμαρτία κολάζονται χωρίς καμιά παρηγορία, γιατί δέν ἔχουν τό ὑλικό της ἁμαρτίας. Ἔχασαν «τάς ὕλας τῆς ἁμαρτίας», ἀφοῦ δέν ἔχουν πλέον τό σῶμα καί δέν μποροῦν νά ἁμαρτήσουν, ὅμως ἡ ψυχή τους συνεχίζει νά ἐπιθυμεῖ μόνο τήν ἁμαρτία9. «Ἐπιθυμοῦντες οὖν καί μή ἔχοντες τά τῆς ἐπιθυμίας πυρός δίκην ὑπό τῆς ἐπιθυμίας καταφλέγονται10,11.

Στήν περίπτωση τοῦ ἐγωισμοῦ ἡ ψυχή ὁδηγεῖ τό σῶμα στήν πλήρη ἀπομόνωση. Καί τό σῶμα ἐθίζεται στήν κατάσταση τοῦ «μή κοινωνεῖν». Χάνοντας ἡ ψυχή τό σῶμα μετά τό θάνατο, βασανίζεται, διότι δέν ἔχει τό ὄργανο αὐτό πού θά τή βοηθᾶ νά θεραπεύει τήν στροφή πρός «τά ἴδια» καί θά νιώθει ἀπόλυτα σχισμένη καί κατακερματισμένη. Ἐνῶ λοιπόν ὁ Θεός θά εἶναι παρών καί θά προσφέρεται γιά κοινωνία, ἡ ψυχή θά ἀδιαφορεῖ γι’ Αὐτόν, θά Τόν ἀγνοεῖ, δέ θά Τόν βλέπει. Τή γλυκιά φωνή τοῦ Θεοῦ θά τήν ἀκούει ὡς ἀπαίσια κραυγή, ἀποκρουστική καί διαπεραστική, διότι ἁπλῶς θά ἀναζητᾶ ἐναγωνίως τήν ἀπομόνωσή της, πού εἶναι συνδεδεμένη μέ τό συγκεκριμένο σῶμα της. «Γι’ αὐτό τό λόγο ὁ Δαμασκηνός σημειώνει πώς ἡ κόλαση δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά «ἡ τοῦ ποθουμένου στέρησις»12. Ὁ παράδεισος καί ἡ κόλαση εἶναι θέμα βουλητικό. Κατά τήν ἀναλογία τοῦ πόθου, ὅσοι ποθοῦν τό Θεό εὐφραίνονται καί ὅσοι ποθοῦν τήν ἁμαρτία κολάζονται»13.

Ὑποσημειώσεις

1. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως,Die Schrien des Johannes von Damaskos, ἔκδ. B. Kotter, Walter-De Gruyter 1973, t,II (Patristische Texte und Studien 12) 26, 58-59 καί 44-47»: «Σῶμά ἐστι τό τριχῇ διαστατόν ἤγουν τό ἔχον μῆκος καί πλάτος καί βάθος ἤτοι πάχος». «Ψυχή τοίνυν ἐστίν οὐσία ζῶσα ἁπλῆ, ἀσώματος, σωματικοῖς ὀφθαλμοῖς κατ’ οἰκείαν φύσιν ἀόρατος, λογική τε καί νοερά, ἀσχημάτιστος, ὀργανικῷ κεχρημένῃ σώματι καί τούτῳ ζωῆς αὐξήσεώς τε καί αἰσθήσεως καί γεννήσεως παρεκτική».
2. Λίλη Ἰωάννου, Κοσμολογία καί ἀνθρωπολογία στή διδασκαλία τοῦ Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Εἰσαγωγή στή δογματική μέσα ἀπό τά κείμενα τοῦ Δαμασκηνοῦ, Διδακτορική Διατριβή ὑποβληθεῖσα στή Θεολογική Σχολή τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2005, σελ. 116. (Τό κείμενο αὐτό δημοσιεύθηκε: Ἐκδόσεις Ἀντ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2009).
3. Ματσούκα Νίκου, Δογματική καί Συμβολική Θεολογία Β΄. Ἔκθεση τῆς ὀρθόδοξης πίστης σέ ἀντιπαράθεση μέ τή δυτική χριστιανοσύνη, Ἐκδόσεις Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1996, σελ. 508.
4. Ματσούκα Νίκου, Δογματική καί Συμβολική Θεολογία Α΄. Εἰσαγωγή στή θεολογική γνωσιολογία, Ἐκδόσεις Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1996, σελ. 219.
5. Ματσούκα Νίκου, Δογματική καί Συμβολική Θεολογία Β΄, ὅ.π., σελ. 506.
6. Ἰσάακ τοῦ Σύρου, Περί λογισμῶν, P.G. Migne. 86, 888A.
7. Σταύρου Καλαντζάκη, Ἑρμηνεία περικοπῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, Ἐκδόσεις Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2005, σελ. 166.
8. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Κατά Μανιχαίων, 75,16-17, Die Schrien des Johannes von Damaskos, ἔκδ. B. Kotter, Walter De Gruyter 1981, t. IV (Patristische Texte und Studien 22). «Καί οἱ μέν δίκαιοι ποθοῦντες τόν Θεόν καί ἔχοντες αὐτόν ἀεί ἐν αὐτῷ εὐφραίνονται».
9. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Κατά Μανιχαίων, 75, 17-19, «Οἱ δέ ἁμαρτωλοί ποθοῦντες τήν ἁμαρτίαν καί μή ἔχοντες τάς ὕλας τῆς ἁμαρτίας, ὡς ὑπό πυρός καί σκώληκος κατεσθιόμενοι, κολάζονται μηδεμίαν παρηγορίαν ἔχοντες».
10. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Κατά Μανιχαίων, 36, 14-15.
11. Λίλη Ἰωάννου, ὅ.π., σελ. 178.
12. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Κατά Μανιχαίων, 75,19-20, «Τί γάρ ἐστι κόλασις; εἰ μή τοῦ ποθουμένου στέρησις».
13. Λίλη Ἰωάννου, ὅ.π., σελ. 178.

τοῦ Ἀρχιμανδρίτου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου Μακαρίου Γρινιεζάκη

πηγή : H OΔOΣ ΤETΡAΜΗΝΙΑΙΟ ΦΥΛΛΑΔΙΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΙΔΑΧΗΣ
          ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΡΟΔΟΥ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...