/*--

Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2013

Στοχασμοί πνευματικοῦ γιά τή μετάνοια καί τήν Ἐξομολόγηση

  
Ἡ μετάνοια εἶναι μία λύπη τῆς ψυχῆς, μία γλυκιά ὅμως λύπη, μία λύπη πού συνοδεύεται μέ ἐλπίδα, ἐλπίδα στό Χριστό, μία λύπη ἡ ὁποία συνοδεύεται μέ τήν αἴσθηση ὅτι ὑπάρχει κάποιος ἀπέναντί σου, ὁ Χριστός, πού μόλις πᾶς νά παραδεχτεῖς τό λάθος σου καί τήν ἀδυναμία σου καί νά κλάψεις καί νά ἀπογοητευτεῖς, δέ σ’ ἀφήνει ν’ ἀπογοητευτεῖς.
Ἀμέσως σέ κρατάει, σοῦ σηκώνει τό βλέμμα καί σοῦ λέει: «Κοίτα με, κοίτα ἐδῶ, ἀρκεῖ πού τό παραδέχτηκες, ἀρκεῖ πού τό κατάλαβες, ἀρκεῖ πού ἔφτασες στή γνώση τῆς ἀλήθειας. Αὐτή εἶναι ἡ μεγαλύτερη γνώση: ὅτι εἶσαι ἀδύναμο πλάσμα, ὅτι εἶσαι ἁμαρτωλός. Τό κατάλαβες. Ἀφοῦ τό κατάλαβες, δέ θέλω τίποτα ἄλλο ἀπό σένα. Θέλω νά τό παραδεχτεῖς, νά μαλακώσει ἡ ψυχή σου, νά γλυκαθεῖ ἡ καρδιά σου, νά τρέξουν τά δάκρυα τῆς καρδιᾶς, νά μέ ζητήσεις ὡς ἀνάγκη πλέον τῆς ψυχῆς σου, νά πεῖς μέσα σου ἤ ψιθυριστά ἤ φωναχτά ἤ ψέλνοντας ἤ τραγουδώντας ’Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησέ με. Πλέον δέν μπορῶ μόνος μου, εἶμαι πολύ ἀδύναμος’’. Κι ὅταν τό πεῖς αὐτό, ὅλα τά ἄλλα θά στά δώσω ἐγώ. Παραδέξου, ὅμως, ποιός εἶσαι». Μήν περάσει ποτέ μέρα στή ζωή σου, μοῦ ’χε πεῖ κάποτε ἕνας ἁγιορείτης, πού τό βράδυ θά κοιμηθεῖς καί δέ θά πεῖς στό Θεό «Κύριε συγχώρεσέ μου τά λάθη τῆς κάθε μέρας καί τῆς σημερινῆς ἡμέρας». Καμία μέρα τῆς ζωῆς σου μή τό ξεχάσεις, ὅτι εἶσαι ἁμαρτωλός, ὅτι δέν εἶσαι τέλειος, ὅτι ἔχεις κάνει πολλά γνωστά καί ἄγνωστα ἁμαρτήματα. Ὑπάρχουν λάθη, πού δέν τά πῆρες εἴδηση, ὅπως ἕνα ἀρνητικό κλῖμα πού δημιούργησες, ἕνα βλέμμα πού πίκρανε κάποιον, λόγια πού εἶπες καί δέν κατάλαβες τί ἀντίκτυπο εἶχαν στούς ἄλλους. Ἔχεις κάνει πολλά ἁμαρτήματα μικρά καί μεγάλα. Κάθε βράδυ πρίν κοιμηθεῖς νά τό παραδέχεσαι καί νά μήν νιώθεις ἀναμάρτητος. Αὐτό μᾶς βοηθάει νά τό αἰσθανθοῦμε ἡ μετάνοια. Αὐτό τό ἔργο τό ἐπιτελεῖ ἡ μετάνοια, ὅταν μᾶς ἀγγίξει ὁ Θεός.


Σήμερα, ὅμως, δέν μετανιώνουν οἱ ἄνθρωποι, δέν μποροῦν νά καταλάβουν τά λάθη τους. Νιώθουμε ἀγέρωχοι καί στά ἔργα καί στά λόγια μας. Ἀπό ἐγωισμό φοβόμαστε νά παραδεχτοῦμε ὅτι εἴμαστε ἔνοχοι. Σκεφτόμαστε, ἄν τό πῶ τί θά ποῦν οἱ ἄλλοι, δέ θά ἔχω καλό προφίλ. Σήμερα ὁ κόσμος λέει γιά νά πᾶς μπροστά πρέπει νά ’σαι σκληρός.Μήν πεῖς, λέει, ὅτι εἶσαι ἀδύναμος.Μήν τό παραδεχτεῖς.Μή, ὄχι. Κι ἄς εἶσαι. Μήν τό λές, μήν τό παραδέχεσαι. Κράτα γερά, πάτα γερά κάτω. Νά λές αὐτό, πού δέν εἶσαι, ἀρκεῖ νά δημιουργεῖς μία ἐντύπωση γύρω σου. Στή σχέση μέ τόν ἑαυτό μου δέν πρέπει νά παραδεχτῶ ὅτι εἶμαι μέ ἀνάγκες, ὅτι εἶμαι ἀδύναμος ὅτι κάνω λάθη, ὅτι ἔχω ἐλλείψεις; Ὄχι, ὄχι.Μήν τό παραδεχτεῖς, μήν τό παραδεχτεῖς αὐτό, εἶναι μειονεξία αὐτό, εἶναι χαμηλή αὐτοεκτίμηση, ἔτσι θά σοῦ ποῦνε. Θά σέ δοῦνε οἱ ἄλλοι καί θά σέ ὑποτιμήσουνε. Θά χάσουν τήν καλή εἰκόνα πού ἔχουν γιά σένα. Μά πῶς θά βοηθηθῶ; Πῶς θ’ ἀλλάξω; Ἐδῶ δέ μιλᾶμε γιά μία δουλειά, πού πάω νά πιάσω καί πρέπει νά πῶ ὅτι ἔχω προσόντα, πού δέν ἔχω, γιά νά μή χάσω τή θέση. Ἐδῶ μιλᾶμε γιά τή σχέση μου πρός τούς ἀνθρώπους, τή σχέση μου πρός τό Θεό. Ἄν δέν παραδεχτῶ ὅτι εἶμαι ἀδύναμος, ἄν δέν παραδεχτῶ τά λάθη μου, θά ζῶ μέσα στό ψέμα συνέχεια κι εἶναι ψέμα νά λέω ὅτι εἶμαι σπουδαῖος. Ἀφοῦ ξέρω, κάθισα χτές καί σκέφτηκα τά λάθη μόνο τῆς χθεσινῆς μέρας ἀπό τό πρωί ὡς τό βράδυ καί θυμήθηκα αὐτό πού λέει ὁ δίκαιος Ἰώβ στήν Παλαιά Διαθήκη. Ὅτι ἀκόμα μία μέρα κι ἄν ζοῦσε ἕνας ἄνθρωπος, πάλι θά εἴχαμε ἁμαρτίες. Κάτι θά κάναμε, κάτι θά λέγαμε. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀδύναμος, ἁμαρτωλός, εἶναι ζυμωμένος μέ τήν ἀδυναμία, μέ τήν ἔνδεια, μέ τήν ἀνάγκη, μέ τήν ἀτέλεια. Δέν εἴμαστε τέλειοι.

Πῆγε κάποτε στόν π. Παΐσιο στό Ἅγιον Ὅρος ἕνας χριστιανός καί τοῦ μίλησε γιά τά προβλήματά του. Ὁ π. Παΐσιος, πού τόν ἄκουσε μέ πολλή ὑπομονή, ὅση ὥρα μιλοῦσε, τοῦ λέει στό τέλος: «Θά πᾶς στήν Ἐκκλησία, θά ἐξομολογηθεῖς καί θά κοινωνήσεις». Ἀπαντᾶ ὁ προσκυνητής:  «Μάλιστα, μά γιά τά προβλήματά μου, πού σᾶς εἶπα, δέ θά μοῦ πεῖτε τίποτε;» Ξανά ὁ π. Παΐσιος: «Σοῦ εἶπα παιδί μου. Θά πᾶς στήν Ἐκκλησία, θά ἐξομολογηθεῖς καί θά κοινωνήσεις». Ἀνταπαντᾶ ὁ προσκυνητής: «Ναί, πάτερ,ἀλλά ἐγώ σᾶς εἶπα τόσα πράγματα. Σᾶς εἶπα γιά τή δουλειά μου, γιά τή γυναίκα μου, γιά τά παιδιά μου, γιά τά προσωπικά μου, γιά τόν ἀδελφό μου, γιά τούς συγγενεῖς μου, σᾶς εἶπα τά προβλήματα τῆς οἰκογένειάς μου. Θέλω μία βοήθεια». Κλείνει τό διάλογο ὁ γέροντας: «Αὐτή εἶναι ἡ βοήθεια. Κάνε αὐτό καί θά δεῖς. Κάνε αὐτό καί ἔχει ὁ Θεός». Φεύγει ἀπό τό Ἅγιο Ὅρος ὁ προσκυνητής γεμᾶτος πίκρα καί ἀπογοήτευση. Πῆγα στό Ἅγιο Ὅρος, σκεφτόταν, νά ἀκούσω μία σωτήρια συμβουλή, κι ὄχι αὐτή τήν κοινότοπη συμβουλή, πού μοῦ εἶπε ὁ γέροντας. Ἐγώ ἔχω μεγάλα προβλήματα. Αὐτά δέ λύνονται ἔτσι. Μετά ἀπό καιρό, καθώς τά προβλήματα συνεχίζονταν, τό ξανασκέφθηκε: ἀφοῦ μοῦ τό εἶπε ὁ π. Παΐσιος, ἄς τό δοκιμάσω. Ἀρχικά πήγαινε στήν Ἐκκλησία τίς Κυριακές. Ἐκεῖ ἀργότερα βρῆκε ἕναν ἱερέα καί ἐξομολογήθηκε. Ὁ πνευματικός τοῦ ἔδωσε τήν εὐλογία νά κοινωνήσει. Ἀφοῦ κοινώνησε, ἄρχισαν τά προβλήματα τῆς ζωῆς του σιγά-σιγά νά τακτοποιοῦνται. Μετά ἀπό λίγο καιρό πάει στό Ἅγιο Ὅρος, τοῦ λέει ὁ π. Παΐσιος: - «Τί ἔγινε τελικά; Ὅλα καλά;». - «Πάτερ, τοῦ λέει, πῶς ἔγινε αὐτό τό πράγμα; Τελικά αὐτό, πού εἴπατε, ἦταν ἡ λύση. Αὐτό μοῦ τά ’λυσε ὅλα τά προβλήματα. Ὁ Χριστός, πού πῆγα Ἐκκλησία, πού ἐξομολογήθηκα καί κοινώνησα. Μπορεῖτε νά μοῦ τό ἐξηγήσετε, πάτερ, πώς γίνεται κι ἐσεῖς μοῦ λύσατε τό πρόβλημα τόσο ἁπλά, ἐνῶ οἱ ἄλλοι πού πήγαινα μέ μπέρδευαν περισσότερο, καί ἄκρη δέν ἔβρισκα;». Τοῦ λέει ὁ π. Παΐσιος. «Βρέ παιδί μου, κοίταξε νά δεῖς. Τά πράγματα εἶναι ἁπλά. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος τά βρεῖ μέ τό Χριστό, τότε ὁ Χριστός τοῦ χαρίζει ὅλα τά ἀγαθά τοῦ Ἀβραάμ. Ὅλα θά στά δώσει ὁ Θεός, ἀρκεῖ νά τά βρεῖς μαζί Του. Βρές τα μέ τό Θεό καί μετά, ἀφοῦ ὁ Θεός κυβερνᾶ τόν κόσμο ὅλο, ἀφοῦ Αὐτός κυβερνᾶ τή ζωή σου, Αὐτός κυβερνᾶ τό χῶρο τῆς ἐργασίας σου, τήν ὑγεία τοῦ παιδιοῦ σου, τά νεῦρα τῆς γυναίκας σου, τά προβλήματα τά οἰκονομικά σου, ὁτιδήποτε σέ ἀπασχολεῖ. Αὐτός δέ ρυθμίζει τά πάντα;

Ὅταν λοιπόν τά βρεῖς μέ τό ρυθμιστή τοῦ σύμπαντος, μέ τόν κυβερνήτη τοῦ κόσμου ὅλου, καί κάνεις φίλο σου τό Χριστό καί ἑνωθεῖς μέ τό Χριστό, ἔ, ὅλα τά ἄλλα θά στά δώσει. Γι’ αὐτό σέ ἄφηνε καί εἶχες τέτοιες περιπέτειες τόσο καιρό. Γιά νά Τόν βρεῖς νά Τόν ψάξεις, ν’ ἀνησυχήσεις, νά πεῖς κάτι δέν πάει καλά στή ζωή μου καί νά πᾶς κοντά Του. Κι αὐτό ἔγινε». - «Πῶ, πῶ, πάτερ, λέει, εἴχατε δίκιο. Τελικά εἶναι ἁπλή ἡ σωτηρία μας». Νά μήν ἀλλάζει κανείς πνευματικό. Αὐτόν πού ἔχεις ἀπό τότε, πού τόν διάλεξες. Ἄν δέν τόν διάλεξες, καί τό θεωρεῖς αὐτό ἀπό τό Θεό, μεῖνε. Ἄν δέν τόν διάλεξες, κι ἔγινε κάτι καταναγκαστικό, ἐπειδή ἤσουν μικρό παιδί κλπ., καί θές νά ἐπιλέξεις, ἐπειδή δέν αἰσθάνεσαι ὅτι διάλεξες ἐσύ, τότε μετά ἀπό εὐλογία τοῦ πνευματικοῦ σου καί μετά ἀπό πολλή προσευχή, ἀναζήτησε ἄλλον. Θά πᾶς στό Ἐξομολογητήριο νά πεῖς ὅτι ἔχει λυπήσει τό Χριστό καί πλήγωσε τήν ψυχή σου, ὅπως κακία, μῖσος, ζήλια, ἐκδίκηση, ἐκτρώσεις, παρανομίες. Θά πεῖς ὁτιδήποτε καταλαβαίνεις ὅτι σέ ἔχει βγάλει ἀπό τήν ἀγάπη. Ὅλοι εἴμαστε ἁμαρτωλοί. Ὅλοι εἴμαστε παιδιά τοῦ Ἀδάμ καί χρειάζεται νά προσπαθήσουμε νά γίνουμε παιδιά τοῦ Χριστοῦ, καθαροί καί ἀναγεννημένοι. Στήν Ἐξομολόγηση δέ θά πεῖς ἱστορίες τῆς ζωῆς σου ἀπό τότε, πού θυμᾶσαι τόν ἑαυτό σου, οὔτε θά περιγράψεις ἁμαρτωλές ἐνέργειες ἀπεραντολογώντας, ἀλλά θά μιλήσεις γιά συγκεκριμένες ἁμαρτίες. Ὅταν πᾶς στό γιατρό κι ἔχεις μία σοβαρή ἀρρώστια, δέν πιάνεις γενική συζήτηση, ἀλλά πᾶς κατευθεῖαν στό πρόβλημα. Λές γιατρέ ὑποφέρω. Ἔτσι καί στήν Ἐξομολόγηση ἀφήνεις τίς λεπτομέρειες, ἀφήνεις τά δευτερεύοντα καί πᾶς στήν οὐσία. Ἡ ἐξομολόγηση εἶναι νά ὁμολογήσεις ποῦ δέν πᾶς καλά. Νά ὁμολογήσεις τίς ἀποτυχίες σου. Πάτερ, ἔχω κάνει ἐκτρώσεις, πάτερ, ἔχω προσβάλει τή σύζυγό μου, ἔχω φερθεῖ μέ ἀπιστία στό σπίτι μου, ἔχω κλέψει, ἔχω ἀσωτέψει, ἔχω σκοτώσει, ἔχω κάνει διάφορα ἁμαρτήματα καί τά λές ἕνα-ἕνα. Ὅποιοι ἀπεραντολογοῦν, συνήθως ἐπιδιώκουν νά δικαιολογηθοῦν ἤ νά καμουφλάρουν τόν ἑαυτό τους. Αὐτοί δέν ἔχουν καταλάβει ὅτι στήν Ἐξομολόγηση ὁμιλοῦν στό Χριστό. Στήν Ἐξομολόγηση δέν ἦρθες νά κουβεντιάσεις, ἀλλά νά πεῖς τό τραῦμα σου. Νά βγάλεις τό δηλητήριο τῆς καρδιᾶς, πού κρύβεις μέσα σου, τόν ἐγωισμό, δέν θέλει πάνω ἀπό τρία λεπτά. Ἐπειδή δυσκολευόμαστε νά παραδεχτοῦμε τά ἁμαρτήματά μας κατευθεῖαν, κι ἐπειδή δέν θέλουμε νά εἴμαστε κατηγορηματικοί στόν ἑαυτό μας, κι ἐπειδή δέν θέλουμε νά βάλουμε τόν ἑαυτό μας στό σκαμνί τοῦ κατηγορουμένου, χρησιμοποιοῦμε περιστροφές. Στήν Ἐξομολόγηση ἀνοίγεις τήν καρδιά σου καί μετανοεῖς καί συγκινεῖσαι καί κλαῖς ἀπό πόνο γιά τήν ἁμαρτωλότητά σου καί ἀπό εὐγνωμοσύνη γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστός πρίν ἐξομολογηθεῖς σ’ ἔχει συγχωρέσει στό Γολγοθᾶ. Στήν Ἐξομολόγηση δέχεσαι τή δωρεά, πού πρόσφερε ὁ Χριστός σ’ ὅλο τόν κόσμο.

Πολλά ἁμαρτήματα, λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, συγχωροῦνται καί μέ τήν προσευχή. Τό λέμε σέ κάθε θεία Λειτουργία: «Συγγνώμην καί ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν καί τῶν πλημμελημάτων ἡμῶν παρά τοῦ Κυρίου αἰτησώμεθα». Στήν προσευχή μπορεῖς νά ἐξομολογηθεῖς γιά τίς μικρές ἁμαρτίες, πού ἀσυναίσθητα διαπράττεις. Τά μεγάλα ἁμαρτήματα θά τά πεῖς στόν ἄνθρωπο, στόν πνευματικό. Γιατί; Γιατί ἔτσι εἶπε ὁ Χριστός. Ὁ Χριστός εἶπε νά τό λέμε σέ ἀνθρώπους, ὁμοιοπαθεῖς μέ μᾶς. Ἡ ντροπή λυτρώνει στήν ἐξομολόγηση. Ἡ ντροπή σοῦ χρειάζεται, σέ βοηθάει. Ἡ ντροπή δέν εἶναι ἁμαρτία. Ἄνθρωποι εἴμαστε. Ἐννοεῖται ὅτι θά ντραποῦμε. Καί ἀπό τόν ἐγωισμό μας βέβαια ντρεπόμαστε. Ταπεινώνεσαι κι αὐτό ἐξευτελίζει τόν ἐγωισμό σου. Νά νιώσεις ὅτι ὁ Θεός σ’ ἀγαπάει, ὅπως καί νά ’σαι, ὅ,τι κι ἄν ἔχεις κάνει, σ’ ὅποιο κατάντημα κι ἄν ἔχεις φτάσει, σ’ ὅποιο βάραθρο κι ἄν ἔχεις φτάσει, σ’ ὅποια ἁμαρτία κι ἄν ἔχεις πέσει. Ὅλα συγχωροῦνται.

τοῦ Ἀρχιμ. Ἀνδρέα Κονάνου

πηγή : H OΔOΣ
          ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΟ ΦΥΛΛΑΔΙΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΙΔΑΧΗΣ
          ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΡΟΔΟΥ

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...