/*--

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013

Ἡ μητέρα τοῦ Κυρίου στό κατά Μᾶρκον εὐαγγέλιο

Εἰσαγωγή

Ἀναμφισβήτητα ἡ μητέρα τοῦ Κυρίου, εἶναι ἐκείνη, πού μετά ἀπό τόν Υἱό της, τόν Ἰησοῦ Χριστό, τιμήθηκε καί τιμᾶται στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλο πρόσωπο καί καταλαμβάνει κεντρική θέση στή θεολογική διδασκαλία τῶν Πατέρων. 

Ἀναρίθμητα εἶναι τά ἐγκώμια πού ἔχουν γραφεῖ γιά αὐτήν· ὁ Πρόκλος Ἰεροσολύμων, γιά παράδειγμα, μέ ποιητική γλῶσσα τήν χαρακτηρίζει «τὸ ἀμόλυντον τῆς παρθενίας κειμήλιον», «λογικὸν τοῦ δευτέρου Ἀδὰμ παράδεισον», «τὸ ἐργαστήριον τῆς ἑνώσεως τῶν φύσεων», «πανήγυριν τοῦ σωτηρίου συναλλάγματος», «παστάδα, ἐν ᾗ ὁ Λόγος ἐνυμφεύσατο τὴν σάρκα», «ἔμψυχον τῆς φύσεως βάτον», «ὄντως κούφη νεφέλη», «τὸν τοῦ ἐξ οὐρανοῦ ὑετοῦ καθαρότατον πόκον», «δούλη καὶ μητέρα», «Παρθένον καὶ οὐρανόν», «μόνη Θεοῦ πρὸς ἀνθρώπους γέφυρα», «φρικτὸν τῆς οἰκονομίας ἱστόν, ἐν ᾧ ἀρρήτως ὑφάνθη τῆς ἑνώσεως χιτών»1 καί ὁ Κύριλλος Ἀλεξανδρείας τῆς πλέκει τό ἐγκώμιο ὀνομάζοντάς την «σεμνὸν κειμήλιον ἁπάσης τῆς οἰκουμένης», «λαμπάδαν ἄσβεστον», «στέφανον τῆς παρθενίας», «σκῆπτρον τῆς ὀρθοδοξίας», «ναὸν ἀκατάλυτον», «χωρίον τοῦ ἀχωρήτου».2 Ἄν καί ἡ πατερική γραμματεία ἀναζήτησε καί ἐντόπισε σέ ὅλην τήν Ἁγία Γραφή προτυπώσεις ἤ κατά τό λόγο τοῦ Ἀνδρέα Κρήτης «ἐπισημασίας» τοῦ προσώπου της καί τοῦ ρόλου της μέσα στό σχέδιο τῆς Θείας Οἰκονομίας3, εἶναι γεγονός ὅτι οἱ ἀναφορές σέ αὐτήν στήν Καινή Διαθήκη εἶναι λιγοστές καί διάσπαρτες.

Αὐτή ἡ διαπίστωση προκαλεῖ βέβαια ἔκπληξη, εἶναι δυνατόν ὅμως νά ἐξηγηθεῖ, ἄν ληφθεῖ ὑπόψη τόσο ὁ χαρακτήρας τῶν κειμένων τῆς Καινῆς Διαθήκης, καί εἰδικότερα τῶν εὐαγγελίων, ὅπου ἀπαντοῦν οἱ περισσότερες ἀναφορές στό πρόσωπο τῆς Θεοτόκου, ὅσο καί ὁ θεολογικός σκοπός τῶν καινοδιαθηκικῶν κειμένων γενικότερα. Ἐνῶ δηλαδή τά εὐαγγέλια ἔχουν ἱστορικό χαρακτήρα, μέ τήν ἔννοια ὅτι διηγοῦνται ἱστορικά γεγονότα, πού ἔλαβαν χώρα σέ ἕνα συγκεκριμένο τόπο καί σέ μία ὁρισμένη ἱστορική στιγμή, σέ καμιά περίπτωση δέν περιορίζονται στήν ἁπλή ἱστορική καταγραφή οὔτε πολύ περισσότερο συνιστοῦν ἀναλυτικές βιογραφίες τοῦ Ἰησοῦ, ὅπου τό ἐνδιαφέρον τοῦ συγγραφέα ἑστιάζεται στὴν ὅσο τό δυνατόν πιστότερη καί μέ ἀκριβή χρονολογική διαδοχή παράθεση τῶν γεγονότων, ἀλλά, ὅπως παρατηρεῖ καί ὁ καθηγητής Ἰωάννης Καραβιδόπουλος, «εἶναι κυρίως καί κατεξοχήν μαρτυρίες πίστης, ἔκφραση βιώματος, κήρυγμα ἱεραποστολῆς καί μετάδοσης τοῦ χριστιανικοῦ μηνύματος πρός τούς ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι τέλος κατήχηση τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας»4.

Κατά συνέπεια τό κέντρο βάρους τόσο τῶν εὐαγγελίων ὅσο καί τῶν ὑπολοίπων κειμένων τῆς Καινῆς Διαθήκης βρίσκεται στήν ἑρμηνεία τῶν γεγονότων τῆς ζωῆς τοῦ Ἰησοῦ μέ ἀναφορά πάντοτε στή σωτηρία πού ὁ Θεός χάρισε δι’ αὐτοῦ στούς ἀνθρώπους.Ἔτσι παρελθόν, ὅπως αὐτό καταγράφηκε κυρίως στά κείμενα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, παρόν, ὅπως βιώνεται μέσα ἀπό τά γεγονότα τῆς ζωῆς καί τή διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ καί μέλλον, ὅπως προδοκᾶται ἀπό τήν Ἐκκλησία, κατανοοῦνται πάντοτε μέσα στήν προοπτική τῆς Θείας Οἰκονομίας καί τό κεντρικό πρόσωπο στήν Καινή Διαθήκη παραμένει πάντοτε ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ὅλα τά ὑπόλοιπα πρόσωπα πού ἐμφανίζονται μέσα σέ αὐτήν τήν πορεία, διαδραματίζουν μικρότερο ἤ μεγαλύτερο ρόλο στήν ἐκπλήρωση τοῦ θεϊκοῦ σχεδίου σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπινου γένους, παραμένουν ὅμως πάντοτε δευτερεύοντα.

Μέσα σέ αὐτό τό θεολογικό λοιπόν πλαίσιο θά μποροῦσε νά ἐνταχθεῖ καί νά κατανοηθεῖ τό πρόσωπο τῆς μητέρας τοῦ Ἰησοῦ κι ἀκόμη νά ἐξηγηθεῖ ἡ περιφερειακή πλήν ὅμως ἰδιαίτερα σημαντική παρουσία της μέσα στήν Καινή Διαθήκη. Πρίν προχωρήσουμε στήν ἀναλυτική παρουσίαση τῶν καινοδιαθηκικῶν μαρτυριῶν γιά τή Θεοτόκο καί προλαμβάνοντας τά ὅσα θά ακολουθήσουν, θά πρέπει νά σημειώσουμε ὅτι ἀκόμη καί μία βιαστική ἀνάγνωση τῶν μαρτυριῶν τῆς Καινῆς Διαθήκης γιά τό πρόσωπο τῆς μητέρας τοῦ Κυρίου ὁδηγεῖ στίς ἑξῆς διαπιστώσεις: 

α) οἱ πληροφορίες πού προκύπτουν σχετικά μέ αὐτήν εἶναι ἀποσπασματικές καί συχνά ἐλλιπεῖς,

β) ὁ κάθε συγγραφέας τονίζει διαφορετικές πτυχές τῆς προσωπικότητάς της καί παραθέτει διαφορετικά γεγονότα τῆς ζωῆς της ἐντάσσοντάς τα στό γενικότερο θεολογικό του πρόγραμμα.

γ) ἤδη στά ὅσα λιγοστά καταγράφονται μέσα στήν Καινή Διαθήκη γιά τό πρόσωπό της, ἐνυπάρχουν ἐκεῖνα τά θεολογικά στοιχεῖα πού θά ἀναπτύξει στή συνέχεια ἡ πατερική θεολογική γραμματεία. Ἡ ἀνάλυση, πού θά ἀκολουθήσει, θά συμβάλει στήν καλύτερη κατανόηση τῶν παραπάνω σημείων.

Ἡ μαρτυρία τοῦ ἀποστόλου Παύλου

Ἡ ἀρχαιότερη καινοδιαθηκική μαρτυρία γιά τή μητέρα τοῦ Κυρίου προέρχεται ἀπό τήν πρός Γαλάτας ἐπιστολή, ἡ ὁποία γράφηκε κατά πάσα πιθανότητα τό 54/56 μ.Χ.5 Ἀναπτύσσοντας στό 4ο κεφάλαιο ὁ ἀπόστολος Παῦλος τήν ἐπιχειρηματολογία του γιά τήν ἀπαλλαγή πού προσφέρει ὁ Κύριος ἀπό τή δουλεία τοῦ Νόμου, ἀναφέρεται στούς στ. 4 - 5 στήν ἐνανθρώπισή του ὡς ἑξῆς: «ὅτε δὲ ἦλθεν τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ, γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπὸ νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν». Πρόκειται γιά μία διατύπωση πίστης7, ἡ ὁποία συνδυάζει δύο στοιχεῖα: τό χριστολογικό (στ. 4) καί το σωτηριολογικό (στ. 5). Ὁ ἐρχομός μάλιστα τοῦ Ἰησοῦ στόν κόσμο ὁρίζεται μέ δύο σύντομες καί παράλληλες φράσεις: 

α) «γενόμενον ἐκ γυναικός», ἡ ὁποία δηλώνει τήν ἀνθρώπινη καταγωγή τοῦ Ἰησοῦ

β) «γενόμενον ὑπό νόμον», ἡ ὁποία δηλώνει τήν κατάσταση στήν ὁποία βρέθηκε ὁ ἐνανθρωπήσας υἱός τοῦ Θεοῦ6.

Ἔχει ὑποστηριχθεῖ ἀπό πολλούς σύγχρονους ἐρευνητές ὅτι ἐδῶ ὁ ἀπόστολος παραθέτει μία ἤδη προϋπάρχουσα κι ἑπομένως γνωστή στούς ἀναγνῶστες του ὁμολογία πίστης . Ἄν αὐτό λοιπόν ἰσχύει, τότε στό Γαλ 4, 4 δέν ἔχουμε ἁπλά τήν ἀρχαιότερη γραπτή μαρτυρία γιά τό πρόσωπο τῆς Θεοτόκου καί τοῦ ρόλου της μέσα στό σχέδιο τῆς Θείας Οἰκονομίας ἀλλά ταυτόχρονα καί μία ἀρχαιότατη μαρτυρία τῆς πρώτης Ἐκκλησίας γι’ αὐτήν.Εἶναι ἀξιοπρόσεκτο τό γεγονός ὅτι ἐδῶ ἡ μητέρα τοῦ Κυρίου δέν ἀναφέρεται μέ τό ὄνομά της, ἀλλά μέ τό γενικό χαρακτηρισμό «γυνή». Ἡ ἀνωνυμία της εἶναι ἕνα συνηθισμένο φαινόμενο στήν Καινή Διαθήκη, ὅπως θά φανεῖ καί στή συνέχεια. Ὁ χαρακτηρισμός της ὡστόσο ὡς «γυνή» ἀπαντᾶ ἐδῶ γιά πρώτη φορά καί στή συνέχεια στό κατά Ἰωάν- νην εὐαγγέλιο (Ἰωάν. 2, 4. 19, 26). Ὅπως ἤδη ἔχει ἐπισημανθεῖ, τόσο ἀπό Πατέρες ὅσο καί ἀπό σύγχρονους ἐξηγητές, δέν πρόκειται σέ αὐτές τίς περιπτώσεις γιά ἕναν ὑποτιμητικό χαρακτηρισμό τῆς Θεοτόκου, ἀλλά μέ αὐτόν ὑπογραμμίζεται ἡ ἀνθρώπινή της φύση.

Ἄλλωστε μέ αὐτήν τή σημασία χρησιμοποιείται ὁ ὅρος καί σέ ἄλλα ἁγιογραφικά κείμενα (βλ. Ἱώβ 14, 1. Ματθ. 11, 11. Λουκ. 7, 28). Εἰδικότερα στήν περίπτωση τῆς πρός Γαλάτας ἐπιστολῆς ἡ γέννηση τοῦ Ἰησοῦ «ἐκ γυναικὸς» δηλώνει ὅτι ἐκεῖνος ἔλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση καί κατέστη ἔτσι ἕνας τέλειος ἐκπρόσωπος τοῦ ἀνθρώπινου γένους8. Ἄν καί δέ λέγεται ἐδῶ ρητά, οἱ Πατέρες εἶδαν στὴν ἀποκλειστική ἀναφορά στή γέννηση τοῦ Ἰησοῦ ἐκ γυναικός μία ἔμμεση μαρτυρία τῆς ἐκ παρθένου γέννησής του.9 Συνοψίζοντας τό σχολιασμό τοῦ Γαλ. 4, 4 θά πρέπει νά ἐπισημάνουμε τό σημαντικό ρόλο πού διαδραματίζει, σύμφωνα μέ τή μαρτυρία τοῦ ἀποστόλου Παύλου καί τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, ἡ μητέρα τοῦ Κυρίου στό σχέδιο τῆς Θείας Οἰκονομίας, καθώς σχετίζεται ἄμεσα μέ τήν ἐνανθρώπισή του. Κεντρικό ὡστόσο πρόσωπο μέσα σέ αὐτό παραμένει ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ποὺ ἀποστέλλεται ἀπό τόν Πατέρα του γιά νά τό ἐκπληρώσει.

Ἡ μητέρα τοῦ Κυρίου στό κατά Μᾶρκον εὐαγγέλιο

Ἡ Θεοτόκος ἐμφανίζεται μόνο μία φορά στό κατά Μᾶρκον εὐαγγέλιο (3, 31-35), ἐνῶ γίνεται μία ἀκόμη ἀναφορά σέ αὐτήν ἀπό τούς συμπολίτες τοῦ Ἰησοῦ κατά τήν ὁμιλία του στή συναγωγή τῆς Ναζαρέτ (Μᾶρκ. 6,3), ὅταν γίνεται λόγος γιά τήν καταγωγή του («οὐχ οὗτος ἐστιν ὁ τέκτων, ὁ υἱὸς τῆς Μαρίας ...;»).

Στήν πρώτη περίπτωση ἡ μητέρα τοῦ Ἰησοῦ δέ φαίνεται νά δρᾶ ἀνεξάρτητα, ἀλλά ἀναφέρεται μαζί μέ τά ἄλλα μέλη τῆς οἰκογένειας τοῦ Ἰησοῦ. Σύμφωνα μέ τήν ἀφήγηση τοῦ εὐαγγελιστῆ ὁ Ἰησοῦς διδάσκει σέ ἕνα σπίτι στή Γαλιλαία, ὅταν ἐμφανίζονται οἱ ἀδελφοί του (καί οἱ ἀδελφές του) μαζί μέ τή μητέρα του ἔξω ἀπό αὐτό καί ζητοῦν νά τόν δοῦν. Οἱ λόγοι πού ὀδήγησαν στήν ἀναζήτησή του ἐκ μέρους τῶν οἰκείων του δέν εἶναι σαφεῖς, πολλοί ὅμως ἑρμηνευτές συνδέουν τό περιστατικό μέ τά ὅσα σημειώνει ὁ Μᾶρκος νωρίτερα στό στ. 21, ὅτι δηλαδή «οἱ παρ’ αὐτοῦ», οἱ ὁποῖοι ἐδῶ θά πρέπει νά θεωρηθοῦν ὅτι εἶναι ἡ φυσική του οἰκογένεια, βλέποντας τή δραστηριότητα τοῦ Ἰησοῦ «ἔλεγον ὅτι ἐξέστη»10 κι ἀποφασίζουν νά παρέμβουν δυναμικά («κρατῆσαι αὐτόν»). Ἡ ἀντίδραση τῶν οἰκείων του μπορεῖ νά συνδεθεῖ μέ τά ὅσα λέγονται στή συνέχεια σχετικά μέ τήν ἀντίδραση τῶν ἀπό Ἰεροσολύμων γραμματέων, ὅτι δηλαδή ὁ Ἰησοῦς ἐπιτελεῖ θαύματα μέ τή δύναμη τοῦ Βεελζεβούλ (στ. 22).

Ἔτσι οἰκεῖοι ἀλλὰ καί ξένοι ἀδυνατοῦν νά ἀντιληφθοῦν τό ἀληθινό νόημα τῆς διδασκαλίας καί τῶν πράξεων τοῦ Ἰησοῦ. Ὅσα ὅμως ἀναφέρονται στό στ. 21 μποροῦν νά ἐξηγήσουν τή στάση τοῦ Ἰησοῦ στή συνέχεια, ὅταν ἀντιδρώντας στήν πληροφορία ὅτι τόν ἀναζητᾶ ἡ οἰκογένειά του, δηλώνει ὅτι μητέρα καί ἀδελφοί του δέν εἶναι οἱ φυσικοί του συγγενεῖς, ἀλλά ὅσοι ἐφαρμόζουν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ (Μᾶρκ. 6, 35). Τό θέμα τῆς περικοπῆς 3, 31-35 εἶναι τό ποιοί συναπαρτίζουν τήν ἐσχατολογική οἰκογένεια τοῦ Ἰησοῦ, αὐτήν δηλαδή πού γεννήθηκε μέσα ἀπό τό κήρυγμά του γιά τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Χωρίς ἀναγκαστικά νά ἀποκλείονται ἀπό τή νέα αὐτή πραγματικότητα οἱ κατά κόσμον συγγενεῖς, τά κριτήρια πού θέτει ὁ Ἰησοῦς μέ το λόγο του στό στ. 35 («ὃς [γὰρ] ἂν ποιήσῃ τὸ θέλημα τοῦ θεοῦ, οὗτος ἀδελφός μου καὶ ἀδελφὴ καὶ μήτηρ ἐστίν») καθιστοῦν σαφές ὅτι δέν εἶναι ἀπαραίτητο ἐσχατολογική καί κατά κόσμον οἰκογένεια νά ταυτίζονται. Αὐτήν τή διευκρίνιση κάνει κι ὁ ἱ. Χρυσόστομος σχολιάζοντας τό παράλληλο χωρίο στό Μτ 12, 50: «οὐκ ἀρνεῖται τὴν κατὰ φύσιν συγγένειαν ἀλλὰ προστίθησιν τὴν κατ’ ἀρετήν»11.

Ἡ κριτική στάση ἀπέναντι στή φυσική οἰκογένεια, τήν ὁποία οἱ ἀληθινοί μαθητές πρέπει νά ἐγκαταλείψουν γιά να γίνουν μέλη τῆς νέας οἰκογένειας τοῦ Θεοῦ, ἀπαντᾶ κι ἀλλοῦ μέσα στό εὐαγγέλιο τοῦ Μάρκου (βλ. γιά παράδειγμα 1, 16-20. 10, 28). Κατά κάποιον τρόπο ἐκείνη συμβολίζει τό παρελθόν κάθε πιστοῦ ἀλλά καί τή συνεχή ἐπίδραση τοῦ κόσμου ἐπάνω του. Ἡ ἀναφορά στή συγκεκριμένη περικοπή στή μητέρα τοῦ Ἰησοῦ θά πρέπει λοιπόν νά τοποθετηθεῖ στήν ἴδια θεολογική συνάφεια. Αὐτό βέβαια δέ σημαίνει σέ καμιά περίπτωση ὅτι ἐκείνη ἀποκλείεται ἀπό τή νέα οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ. Ἡ κριτική ἐδῶ φαίνεται νά ἀφορᾶ γενικά στούς συγγενικούς δεσμούς πού μπορεῖ νά λειτουργήσουν ὡς τροχοπέδη σέ ὅσους ἐπιθυμοῦν νά γίνουν μαθητές τοῦ Ἰησοῦ κι ὄχι εἰδικά σέ ἐκείνην ἤ ἀκόμη καί στούς λεγόμενους «ἀδελφούς» τοῦ Ἰησοῦ, κάποιοι ἀπό τούς ὁποίους, ὡς γνωστόν, ὑπῆρξαν ἀπόστολοι. Ἄλλωστε, ὅπως τονίζεται, ἰδιαίτερα στό κατά Λουκᾶν, στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων καί στό κατά Ἰωάννην, ἡ Θεοτόκος εἶναι μέλος τῆς πρώτης Ἐκκλησίας καί τοῦ νέου λαοῦ τοῦ Θεοῦ.

Στό κατά Μᾶρκον καί συγκεκριμένα στό περιστατικό τοῦ κηρύγματος τοῦ Ἰησοῦ στή συναγωγή τῆς Ναζαρέτ (6, 1-6), ἀναφέρεται ἐπίσης γιά πρώτη φορά τό ὄνομα τῆς μητέρας τοῦ Ἰησοῦ, Μαρίας, ἀλλά καί ἐκεῖνα τῶν ἀδελφῶν του (6, 3), παιδιῶν πιθανόν τοῦ Ἰωσήφ ἀπό προηγούμενο γάμο. Ἐκτός ὅμως ἀπό τήν ἀναφορά τοῦ ὀνόματος τῆς Μαρίας ἀλλά καί τῆς σύνδεσης τῆς οἰκογένειας τοῦ 11 Ἰω. Χρυσοστόμου, Εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον ὁμ. μδ΄, PG 57, 466.Ἰησοῦ μέ τή Ναζαρέτ, εἶναι ἐπίσης ἀξιοπρόσεκτο τό γεγονός ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐδῶ προσδιορίζεται ὡς υἱός τῆς Μαρίας καί δέ γίνεται καμιά ἀναφορά στόν Ἰωσήφ. Ἴσως αὐτό νά σημαίνει ὅτι ὁ Ἰωσήφ εἶχε ἤδη πεθάνει πρό πολλοῦ ἤ ὅτι οἱ συμπατριῶτες τοῦ Ἰησοῦ ἀναφέρονται σέ αὐτόν περιφρονητικά συνδέοντας τήν καταγωγή του μέ μία γυναίκα, κάτι ὄχι ἰδιαίτερα τιμητικό στήν ἐποχή του. Ἀνεξάρτητα ὅμως ἀπό αὐτές τίς πιθανές ἐκδοχές, εἶναι ἐπίσης βέβαιο ὅτι ἐδῶ ὑποφώσκει ἡ πίστη τοῦ εὐαγγελιστῆ καί τῆς πρώτης χριστιανικῆς κοινότητας γιά τήν ἐκ παρθένου γέννηση τοῦ Ἰησοῦ.12

απόσπασμα από Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

Αἰκατερίνη Τσαλαμπούνη (Λέκτορας τοῦ Τμήματος Ποιμαντικῆς καὶ Κοινωνικῆς Θεολογίας Α.Π.Θ.)

παραπομπές 

1 Πρόκλου Ἰεροσολύμων, Ἐγκώμιον εἰς τὴν παναγίαν Θεοτόκον Μαρίαν 1, PG 65, 681A-B.
2 Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ὁμιλία Δ΄, PG 77, 992B.
3 Ἀνδρέα Κρήτης, Λόγος Δ΄, PG 97, 868B: οὐκ ἔστι γάρ, οὐκ ἔστιν, ὅπου μὴ διὰ πάσης ὁμοῦ τῆς θεοπνεύστου Γραφῆς περιερχόμενος ἴδοι τις ἂν αὐτῆς κατεσπαρμένας ποικίλως τὰς ἐπισημασίας, ἃς εἰ κατὰ σαυτὸν τῷ φιλοπόνῳ τῶν λόγων παραγυμνώσειας, εὑρήσεις ἂν ἐκτυπώτερον ὅσην παρὰ Θεοῦ τὴν δόξαν ἐνκολπώσατο».
4 Ἰ. Καραβιδόπουλου, Εἰσαγωγή στήν Καινή Διαθήκη, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 32007, σ. 116.
5 Ἰ. Καραβιδόπουλου, ὅ.π. σ. 236.
6 H. D. Betz, Galatians: A Commentary on Paul’s Letter to the Churches in Galatia, (Hermeneia series), Fortress Press, Philadelphia 1979, σ. 207.
7 Βλ. ἐνδεικτικά R. N. Longenecker, Word Biblical Commentary: Galatians, (Word Biblical Commentary 41), Word Incorporated, Dallas 2002, σ. 167.
8 Βλ. γιά παράδειγμα Μ. Ἀθανασίου, Κατὰ Ἀρειανῶν, Λόγος 3. 31, PG 26, 388D – 389A: «Ὅτε δὲ ἐκ Μαρίας ἐπεδήμησεν ἅπαξ ἐπὶ συντελείᾳ τῶν αἰώνων εἰς ἀθέτησιν ἁμαρτίας (οὕτω γὰρ εὐδοκήσας ὁ Πατὴρ ἔπεμψε τὸν ἑαυτοῦ Υἱὸν γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὐπὸ νόμον), τότε εἴρηται, ὅτι σάρκα προσλαβὼν γεγένηται ἄνθρωπος, καὶ ἐν ταύτῃ πέπονθεν ὑπὲρ ἡμῶν...».
9 Βλ. ἀντιπροσωπευτικά Κυρίλλου Ἰεροσολύμων, Κατηχήσεις 12.31, PG 33, 765: «... οὐ γενόμενον ἐξ ἀνδρὸς καὶ γυναικός, ἀλλὰ γενόμενον ἐκ γυναικὸς μόνον, τοῦτ’ ἔστιν ἐκ παρθένου».
10 Σύμφωνα μέ τόν καθ. Ἰ. Καραβιδόπουλο, Τὸ κατὰ Μᾶρκον εὐαγγέλιο, (Ἑρμηνεία Καινῆς Διαθήκης 2), ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2002, σ. 152, τό ρ. «ἐξίστημι» δηλώνει ὅτι ὁ Ἰησοῦς παραμέλησε σέ ὑπερβολικό σημεῖο τίς στοιχειώδεις γιά τόν ἑαυτό του φροντίδες. Ὁ ἱ. Χρυσόστομος ὡστόσο φαίνεται νά τό κατανοεῖ μέ τόν ἴδιο τρόπο πού τό κατανοοῦν ἀρκετοί σύγχρονοι ἑρμηνευτές (βλ. R.A. Guelich, Word Biblical Commentary: Mark 1-8:26, (Word Biblical Commentary 34A), Word, Incorporated, Dallas 2002, σ. 173), ὅταν τό θεωρεῖ συνώνυμο μέ τό «μαίνεσθαι» (Ἰ. Χρυστοστόμου, Εἰς τὸν Ἰωάννην, ὁμ. 31, PG 59, 182. Βλ. ἐπίσης Ἰωάν. 7, 20. 10, 20.
11 Ἰω. Χρυσοστόμου, Εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον ὁμ. μδ΄, PG 57, 466.
12 Ἰ. Καραβιδόπουλου, Τὸ κατὰ Μᾶρκον εὐαγγέλιο, σσ. 204-205

πηγή : «Πνευματική Διακονία»
Περιοδική Ἔκδοση τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κωνσταντίας - Ἀμμοχώστου

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...