/*--

Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2013

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΟΡΘΟΠΡΑΞΙΑ

   
Κεφάλαιον Α΄: Περὶ τοῦ πρωτείου τῆς ἀγάπης.

H χριστιανικὴ διδασκαλία εἶναι καταγεγραμμένη στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ στὰ ἔργα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἀσφαλὴς ὅμως γνώση της προϋποθέτει τὴν ἀνάπτυξη ὁρισμένων παράλληλων ζητημάτων ποὺ κατὰ τὴ γνώμη μας ἀποτελοῦν τὰ μόνα ἀσφαλῆ θεμέλια τῆς ὀρθῆς κατανόησής της.
Τὰ ζητήματα αὐτὰ σχετίζονται τόσο μὲ τὸν τρόπο λειτουργίας τοῦ μυστηρίου τῆς Θεολογίας, ὅσο καὶ μὲ τὴν ὀρθή γλωσσική του διατύπωση. Αὐτὰ τὰ ζητήματα θὰ προσπαθήσουμε τὸ κατὰ δύναμιν νὰ ἀναπτύξουμε συνοπτικὰ στὴ συνέχεια τοῦ λόγου μας. Ἂς ἀρχίσουμε λοιπὸν μὲ τὴν παρουσίαση τῆς σχέσης ποὺ ὑφίσταται ἀνάμεσα στὸ δόγμα καὶ τὸ ἦθος, ἀνάμεσα στὴν ὀρθοδοξία καὶ τὴν ὀρθοπραξία.Όλοι οἱ μεγάλοι Πατέρες καὶ Διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας ἀγωνίστηκαν γιὰ τὴν ὀρθὴ διατύπωση καὶ ἐπιβολὴ τῶν ὀρθόδοξων δογμάτων. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος γιὰ παράδειγμα καὶ οἱ Καππαδόκες Πατέρες ἀγωνίστηκαν γιὰ τὴ διατύπωση καὶ ἐπιβολὴ τοῦ Τριαδολογικοῦ δόγματος, ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας καὶ ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ ὁμολογητὴς ἀγωνίστηκαν γιὰ τὴ διατύπωση καὶ ἐπιβολὴ τοῦ Χριστολογικοῦ δόγματος κ.ο.κ. Στὸν ἀγώνα αὐτὸ γνώρισαν διωγμούς, φυλακίσεις, ἐξορίες καὶ μαρτύρια, ἐνῶ παράλληλα σήκωσαν τὸ βαρὺ σταυρὸ τῆς συκοφαντίας καὶ τοῦ ἀνθρώπινου κατατρεγμοῦ. Παρόλα αὐτὰ ἔμειναν μέχρι τέλους ἀνυποχώρητοι στὰ ζητήματα ποὺ ἀφοροῦσαν τὴν ὀρθότητα τῆς χριστιανικῆς πίστης καὶ ἀγωνίστηκαν ἕως θανάτου γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τῆς δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ διάφοροι αἱρετικοί, ποὺ εἶχαν κατὰ κανόνα μὲ τὸ μέρος τους τὴν κοσμικὴ ἐξουσία καὶ ἐπεδίωκαν τὶς πολιτειακὲς ἐπεμβάσεις στὰ ἐσωτερικὰ ζητήματα τῆς Ἐκκλησίας, χρησιμοποίησαν κάθε θεμιτὸ καὶ ἀθέμιτο μέσο γιὰ νὰ ἀναγκάσουν τοὺς Πατέρες νὰ παρεκκλίνουν ἔστω καὶ κατ᾽ ἐλάχιστο ἀπὸ τὴν ὀρθὴ διατύπωση τῆς χριστιανικῆς πίστης. Ἀντιμετώπισαν ὅμως πάντα τὴ γενναία καὶ ἀνένδοτη ἀντίστασή  τους, ἡ ὁποία ἐκφράζεται συνοπτικὰ μὲ τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Μάρκου Ἐφέσου τοῦ Εὐγενικοῦ: «…οὐ χωρεῖ συγκατάβασις εἰς τὰ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως…». ἄτεγκτη στάση τους γεννᾶ μία σειρὰ ἀπὸ λογικὰ ἐρωτήματα. Γιατί οἱ Πατέρες ἐμμένουν στὴν ὀρθὴ διατύπωση τῆς χριστιανικῆς πίστης; Γιατί ἐμφανίζονται ἀνυποχώρητοι στὸ ζήτημα αὐτό; Γιατί ἀγωνίζονται μέχρι θανάτου γιὰ τὴν ὀρθὴ διατύπωση καὶ ἐπιβολὴ τῶν ὀρθόδοξων δογμάτων; Ἂν ἡ στάση τους δὲν ἔχει κάποια πρακτικὴ ἀξία, τότε πρὸς τί οἱ αἱματηρὲς διαμάχες μὲ τοὺς αἱρετικοὺς ποὺ γιὰ αἰῶνες συντάραξαν τὴ Ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία; Δὲν θὰ ἦταν ἄραγε σωστότερο νὰ φανοῦν οἱ Πατέρες διαλλακτικοὶ ἀπέναντι στὶς προκλήσεις τῶν αἱρετικῶν καὶ νὰ ἐπιδιώξουν μία εἰρηνικὴ σύνθεση τῶν διαφορῶν ποὺ τοὺς χώριζαν ἀπὸ αὐτούς, ἀποβλέποντας στὴν ἀποκατάσταση τῆς ὁμόνοιας καὶ τῆς ἀγάπης μεταξὺ τῶν χριστιανῶν; Γιατί ἀπουσιάζει παντελῶς ἀπὸ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο τους ἡ ἔννοια τοῦ λεγόμενου «πρωτείου τῆς ἀγάπης» ποὺ τόσο ἔντονα προβάλλεται σήμερα ἀπὸ ὁρισμένους θεολογικοὺς κύκλους; Ἡ κοινή ἀπάντηση ὅλων αὐτῶν τῶν ἐρωτημάτων βρίσκεται στὴ στενότατη σχέση ποὺ ὑφίσταται ἀνάμεσα στὸ δόγμα καὶ τὸ ἦθος, ἀνάμεσα στὴν ὀρθοδοξία καὶ τὴν ὀρθοπραξία. Οἱ Πατέρες δὲν ὑποχωροῦν στὰ ζητήματα ποὺ σχετίζονται μὲ τὴν ὀρθότητα τῆς χριστιανικῆς πίστης, γιατί γνωρίζουν πὼς τὰ δόγματα δὲν εἶναι ἀφηρημένες θεωρητικὲς ἀρχές, δὲν εἶναι νοησιαρχικὰ δημιουργήματα τῆς ἀνθρώπινης σκέψης, τὰ ὁποῖα ὁ χριστιανὸς καλεῖται νὰ ἀποδεχθεῖ διανοητικά, ἀλλά ἀντίθετα ἀποτελοῦν τὴν ὀρθὴ γλωσσικὴ διατύπωση τῆς ὀντολογικῆς «γνώσης» ποὺ προσφέρει στὸν κτιστὸ ἄνθρωπο ἡ ἀληθινὴ ἕνωσή του μὲ τὸν ἄκτιστο Θεό. Καὶ μέσα ἀπὸ αὐτὴ τὴ «γνώση» καὶ τὴν ὀρθὴ γλωσσική της διατύπωση ὁρίζεται τὸ ὀρθόδοξο ἦθος, ἡ ἀληθινή δηλαδή ζωὴ ποὺ μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει τὸν κάθε ἄνθρωπο στὴν προσωπική του ἕνωση μὲ τὸ Θεὸ καὶ στὴν πραγμάτωση τῆς ἁγιότητας.

Αποκαλυπτικὸς στὸ σημεῖο αὐτὸ εἶναι ὁ λόγος τοῦ ἀββᾶ Ἀγάθωνα, τὸν ὁποῖο καὶ παραθέτουμε ἀπὸ τὸ Γεροντικό: «…Λέγανε γιὰ τὸν ἀββᾶ Ἀγάθωνα, ὅτι κάποιοι πῆγαν νὰ τὸν συναντήσουν, γιατὶ ἄκουσαν πὼς εἶχε πολλὴ διάκριση. Καὶ θέλοντας νὰ δοκιμάσουν τὸν γέροντα, ἂν ὀργίζεται, τοῦ εἶπαν:
– Ἐσὺ εἶσαι ὁ Ἀγάθων; Μᾶς εἶπαν γιὰ σένα πὼς εἶσαι πόρνος καὶ ὑπερήφανος.
– Ναί, ἔτσι εἶναι. Ἀπάντησε ἀτάραχος ὁ ἀββᾶς Ἀγάθων. Τότε τοῦ λένε:
– Ἐσὺ εἶσαι ὁ Ἀγάθων, ὁ φλύαρος καὶ κατάλαλος;
– Ναί, ἐγὼ εἶμαι. Ἀποκρίθηκε καὶ πάλι αὐτός. Τότε λοιπόν τοῦ λένε:
– Ἐσὺ εἶσαι ὁ Ἀγάθων, ὁ αἱρετικός; Καὶ ἀποκρίθηκε ὁ γέροντας:
– Ὄχι, αἱρετικὸς δὲν εἶμαι. Τότε οἱ ἐπισκέπτες τὸν παρακάλεσαν, λέγοντας:
– Πές μας, γιατί ὅλα ὅσα σοῦ εἴπαμε τὰ ἀποδέχθηκες, ἐνῶ αὐτὸν τὸ λόγο δὲν μπόρεσες νὰ τὸν βαστάξεις; Καὶ ὁ γέροντας ἀπάντησε:
– Τὰ πρῶτα ποὺ μοῦ εἴπατε τὰ ἀποδέχομαι, γιατί αὐτὸ εἶναι ὄφελος γιὰ τὴν ψυχή μου, ἀλλὰ τὸ νὰ περιπέσει ὁ ἄνθρωπος στὴν αἵρεση εἶναι χωρισμὸς ἀπὸ τὸ Θεό καὶ ἐγὼ δὲν θέλω νὰ χωριστῶ ἀπὸ τὸ Θεό. Ὅταν ἄκουσαν οἱ ἐπισκέπτες αὐτὴ τὴν ἀπάντηση, θαύμασαν τὴ διάκριση τοῦ γέροντα καὶ ἔφυγαν ὠφελημένοι…».
Ὁ ἀββᾶς Ἀγάθων δὲν ὑπῆρξε μεγάλος Θεολόγος. Θὰ μποροῦσε μάλιστα μὲ βάση τὴ διανοητική του μόρφωση νὰ χαρακτηρισθεῖ ὡς ἀγράμματος ἢ ἀπαίδευτος. Παρόλα αὐτά εἶχε σαφῆ συνείδηση τῆς σημασίας ποὺ ἔχει ἡ ὀρθὴ πίστη γιὰ τὴ χριστιανικὴ ζωὴ καὶ γι᾽ αὐτὸ ἀπαντᾶ στοὺς ἐπισκέπτες του ὡς μεγάλος Θεολόγος. Ἀποδέχεται ἀνεπιφύλακτα μὲ ἀληθινὴ χριστιανικὴ αὐτομεμψία τὶς κατηγορίες τῶν ἐπισκεπτῶν του, ἂν καὶ δὲν εἶναι ἀληθινές, γιατὶ γνωρίζει πὼς ὁ ἁμαρτωλὸς ἔχει περιθώρια καὶ ἐλπίδα σωτηρίας, ἐνῶ ἀρνεῖται νὰ ἀποδεχθεῖ τὴν κατηγορία τῆς αἵρεσης, γιατὶ γνωρίζει πὼς ὁ αἱρετικὸς εἶναι ὁριστικὰ χωρισμένος ἀπὸ τὸ Θεό, ἄσχετα μὲ τὸ ἐάν ἡ ζωή του εἶναι τυπικὰ ἐνάρετη ἢ ὄχι. Ὁ Θεόπνευστος λόγος τοῦ ἀββᾶ Ἀγάθωνα μᾶς ὑπενθυμίζει πὼς ἡ ὀρθὴ πίστη προηγεῖται ἀπὸ τὴν ὀρθὴ εὐσέβεια καὶ μάλιστα ἀποτελεῖ τὴν ἀπαραίτητη προϋπόθεση τῆς ἀπόκτησή της.

Θὰ μπορούσαμε νὰ κατανοήσουμε καλύτερα τὴ στενὴ σχέση ποὺ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὴν πίστη καὶ τὴ ζωὴ μέσα ἀπὸ ἕνα παράδειγμα προσιτὸ στὴν ἐμπειρία μας. Πρὶν ἀπὸ τὸ κτίσιμο ἑνὸς σπιτιοῦ προηγεῖται ἡ ἐκπόνηση ἑνὸς ἀρχιτεκτονικοῦ σχεδίου. Στὸ σχέδιο αὐτὸ ἀποτυπώνεται μὲ ἀκρίβεια ὁ τρόπος τῆς κατασκευῆς του καὶ ρυθμίζονται λεπτομερῶς ὅλα τὰ σχετικὰ μὲ αὐτὴν ζητήματα. Ἔστω λοιπόν ὅτι ὁ ὑπεύθυνος μηχανικὸς κάνει ἕνα λάθος στὸ σχεδιασμὸ τοῦ σπιτιοῦ. Ἄν γιὰ παράδειγμα ξεχάσει νὰ σχεδιάσει τὰ παράθυρα ἢ τὴν πόρτα ἑνὸς δωματίου, τότε τὸ λάθος του θὰ ἔχει ὁπωσδήποτε πρακτικὲς συνέπειες γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ θὰ ζήσουν στὸ σπίτι. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, γιὰ νὰ μείνουμε στὸ ἀνωτέρω παράδειγμα, θὰ ἔχουν στὸ σπίτι τους ἕνα σκοτεινὸ δωμάτιο ἢ ἕνα δωμάτιο στὸ ὁποῖο δὲν θὰ ἔχουν πρόσβαση. Σὲ κάθε περίπτωση τὸ ὅποιο λάθος στὸ ἀρχιτεκτονικὸ σχέδιο θὰ ἔχει ὁπωσδήποτε πρακτικὴ ἐπίπτωση στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων ποὺ θὰ ζήσουν στὸ σπίτι. Ἔτσι τὸ σχέδιο τοῦ σπιτιοῦ, ἂν καὶ τὸ ἴδιο δὲν εἶναι σπίτι, σχετίζεται ἄμεσα μὲ αὐτό, γιατί ὁρίζει μὲ ἀκρίβεια τὸν ὀρθὸ τρόπο τῆς κατασκευῆς του. Αὐτή ἀκριβῶς εἶναι ἡ σχέση ποὺ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὸ δόγμα καὶ τὸ ἦθος τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ στὴν περίπτωση αὐτὴ εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξει ἕνα λάθος στὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ λάθος αὐτὸ νὰ μὴν ἔχει πρακτικὲς συνέπειες στὸ χριστιανικὸ ἦθος, νὰ μὴν ἀλλοιώνει δηλαδή τὸ λάθος αὐτὸ μὲ τὸν ἕνα ἢ μὲ τὸν ἄλλο τρόπο τὴν ἀληθινὴ χριστιανικὴ εὐσέβεια. Ἡ συνείδηση τῆς ἄρρηκτης ἑνότητας τοῦ δόγματος μὲ τὸ ἦθος ἀναγκάζει τοὺς Πατέρες νὰ ἐμμένουν ἄτεγκτα στὴν ἀκρίβεια τῆς ὀρθόδοξης πίστης καὶ καθιστᾶ κάθε ἔννοια τοῦ λεγόμενου «πρωτείου τῆς ἀγάπης» ἀπόλυτα ἀσυμβίβαστη μὲ τὸ ἔργο καὶ τὴ διδασκαλία τους. ἀπόλυτα ἀσυμβίβαστη μὲ τὸ ἔργο καὶ τὴ διδασκαλία τους.

Κεφάλαιον Β΄: Περὶ τοῦ εὐσεβισμοῦ (pietismus).

Παρὰ τὴ στενότατη σχέση ποὺ ὑφίσταται ἀνάμεσα στὴ χριστιανικὴ πίστη καὶ τὴ χριστιανικὴ ζωή, ὁ σύγχρονος χριστιανὸς ἀδυνατεῖ νὰ κατανοήσει τὸ πῶς ἡ δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας ὁρίζει καίρια τὸ χριστιανικὸ ἦθος. Ἔτσι ὡς χριστιανοὶ νοιώθουμε συχνὰ τὴν ἀνάγκη νὰ ὁμολογήσουμε τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας ἢ καὶ νὰ τὴν ὑπερασπιστοῦμε ἔναντι τῶν διάφορων αἱρετικῶν, ἀλλὰ παράλληλα ἀγνοοῦμε πλήρως τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο αὐτὴ ἡ πίστη διαμορφώνει τὸν ὀρθὸ τρόπο τοῦ βίου. Σήμερα γιὰ παράδειγμα ἕνας ὀρθόδοξος χριστιανὸς μπορεῖ νὰ διαλέγεται μὲ ἕναν μάρτυρα τοῦ Ἰεχωβᾶ γιὰ τὸ ἐὰν ὁ Θεὸς ὑπάρχει ὡς Ἁγία Τριάδα ἢ ὡς Μονάδα Προσώπων, ἢ μὲ ἕναν ρωμαιοκαθολικὸ γιὰ τὸ ἐὰν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται μόνον ἀπὸ τὸν Πατέρα ἢ ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό, ἀλλά ταυτόχρονα ἂν κανεὶς μιλήσει μαζί τους γιὰ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἀντιλαμβάνονται τὸ χριστιανικὸ ἦθος, ἔκπληκτος θὰ παρατηρήσει πὼς μεταξύ τους δὲν ὑπάρχουν οὐσιαστικὲς διαφορές. Λίγο ἢ πολὺ οἱ ἠθικὲς ἐπιλογὲς ἑνὸς ὀρθόδοξου, ἑνὸς μάρτυρα τοῦ Ἰεχωβᾶ καὶ ἑνὸς ρωμαιοκαθολικοῦ εἶναι ταυτόσημες. Τὸ φαινόμενο αὐτὸ ὀφείλεται κατὰ τὴ γνώμη μας στὸν χωρισμὸ τῆς πίστης ἀπὸ τὴ ζωή, στὸ χωρισμὸ τοῦ δόγματος ἀπὸ τὸ ἦθος, στὸ χωρισμὸ τῆς ὀρθοδοξίας ἀπὸ τὴν ὀρθοπραξία. Ὁ χωρισμὸς αὐτὸς πηγάζει ἀπὸ τὴν ἄγνοια τῆς «ὀντολογικῆς ἢ ὑπαρξιακῆς διάστασης τῶν δογμάτων». Μὲ τὸν ὅρο αὐτὸ δηλώνουμε τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἡ ὀρθόδοξη δογματικὴ διδασκαλία ὁρίζει καὶ διαμορφώνει τὸ χριστιανικὸ ἦθος.

Μόνο ὅμως μέσα ἀπὸ τὴν ὀπτικὴ γωνία τῆς ὀντολογικῆς διάστασης τῶν δογμάτων μπορεῖ κανεὶς νὰ κατανοήσει τὸν ἀγώνα τῶν Πατέρων γιὰ τὴ διατύπωση καὶ ἐπιβολὴ τῆς ὀρθῆς πίστης. Καί κατὰ τὴν ἀντίστροφη ἔννοια, ἡ συνειδητοποίηση τῆς ὀντολογικῆς διάστασης τῶν δογμάτων εἶναι αὐτὴ ποὺ φανερώνει τὶς ὀδυνηρὲς συνέπειες τῆς ἀδυναμίας τῶν χριστιανῶν νὰ κατανοήσουν τὴν ἄρρηκτη ἑνότητα τῆς χριστιανικῆς πίστης μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὴ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας. ὸ χωρισμὸ τῆς δογματικῆς διδασκαλίας ἀπὸ τὴ χριστιανικὴ ἠθικὴ ὁρίζουμε ὡς «εὐσεβισμὸ» (ἢ πιετισμὸ ἀπὸ τὸ λατινικό pietas ποὺ σημαίνει εὐσέβεια). Ὁ εὐσεβισμὸς ὡς θεολογικὴ ἀντίληψη γεννήθηκε στὴ Δύση περὶ τὰ τέλη τοῦ 17ου αἰώνα καὶ ἀρχικά ἐμφανίστηκε ὡς μία εἰρηνικὴ ἀντίδραση στὴ βιαιότητα τῆς Μεταρρύθμισης. Εἰδικότερα, κατὰ τὴν περίοδο τῆς Μεταρρύθμισης ἡ διαμάχη ἀνάμεσα στὸ ρωμαιοκαθολικὸ καὶ τὸν προτεσταντικὸ κόσμο δὲν ἐξαντλήθηκε στὸ θεολογικὸ ἐπίπεδο, ἀλλὰ ὁδήγησε σὲ ἐμφύλιες καὶ διεθνεῖς πολεμικὲς συγκρούσεις ποὺ συνταράξαν γιὰ αἰῶνες τοὺς λαοὺς τῆς Εὐρώπης. Ἡ ὀξύτητα τῆς θεολογικῆς ἀντιπαράθεσης καὶ κυρίως οἱ σφαγὲς ποὺ πραγματοποιήθηκαν καὶ ἀπὸ τὶς δύο πλευρὲς μὲ ψυχολογικὸ ἄλλοθι τὴν ἱερὴ ἐπιθυμία γιὰ τὴν ἐπικράτηση τῆς «ὀρθῆς πίστης» ὁδήγησαν ὁρισμένους χριστιανούς, ποὺ προέρχονταν κυρίως ἀπὸ τὸν προτεσταντικὸ κόσμο, στὴν ἄρνηση τῆς σωτηριολογικῆς διάστασης τῶν δογμάτων τῆς χριστιανικῆς πίστης. Πάνω στὴν ἄρνηση αὐτὴ ὁ εὐσεβισμὸς ἐπιχείρησε νὰ θεμελιώσει τὴν ἀπόδειξη τοῦ οὐτοπικοῦ καὶ ἀνώφελου χαρακτήρα τῶν θεολογικῶν καὶ πολεμικῶν συγκρούσεων τῆς Μεταρρύθμισης, προτείνοντας ὡς λύση τοῦ προβλήματος τὴν πρόταξη τῆς ἀτομικῆς ἠθικῆς ἔναντι τῆς δογματικῆς διδασκαλίας. Γιὰ τὸν  εὐσεβισμὸ ἡ ἑνιαία ἀτομικὴ ἠθικὴ εἶναι ἡ λογικὴ βάση πάνω στὴν ὁποία οἱ δύο ἀντίπαλες παρατάξεις θὰ μποροῦσαν νὰ στηρίξουν τὴν ὑπέρβαση τῶν διαφορῶν τους καὶ τὴν οἰκοδόμηση τῆς εἰρηνικῆς τους συνύπαρξης. Ἔτσι ἀπέναντι στὴν ἀφηρημένη διανοητικὴ περὶ Θεοῦ ἀντίληψη, ποὺ ἐκφράζεται κυρίως μέσα ἀπὸ τὶς δομὲς τῆς σχολαστικῆς θεολογίας, ὁ εὐσεβισμὸς ἀντιπαρέθεσε τὴν αὐτόνομη θρησκευτικὴ πράξη, τὴν ἀτομικὴ εὐσέβεια, τὴ δικανικὴ ἀρετή, ἡ ὁποία νοεῖται ὡς συνεπὴς ὑποταγὴ σὲ κάποιον ὑπερφυσικὸ «νόμο» καὶ ἀποτιμᾶται ἀντικειμενικὰ μὲ βάση τὶς συμβατικὲς κατηγορίες τῆς κοινωνικῆς ἠθικῆς. Παρὰ τὶς καλὲς προθέσεις ποὺ σίγουρα ὑπῆρξαν, ὁ εὐσεβισμὸς δὲν πέτυχε τὸ σκοπό του. Ἀντίθετα στὴν προσπάθειά του νὰ ἀντιμετωπίσει τὴ νοσηρότητα τῆς δυτικῆς θρησκευτικότητας, κατέληξε σὲ ἕνα ἀκόμη λάθος, στὸν πλήρη δηλαδὴ χωρισμὸ τῆς πίστης ἀπὸ τὴ ζωή. Γιὰ τὸν εὐσεβισμὸ τὰ δόγματα δὲν εἶναι παρὰ οἱ «θεωρητικὲς ἀρχές» τῆς χριστιανικῆς πίστης ποὺ δὲν ἔχουν καμία πρακτικὴ ἀξία ἤ ἀκόμη καὶ πραγματικὴ ὑπόσταση, ἐνῶ κάθε λόγος γιὰ αὐτὲς θεωρεῖται μάταιος καὶ ἀποπροσανατολιστικός. Μὲ βάση αὐτὴ τὴ θεμελιώδη ἀντίληψη ὁ εὐσεβισμὸς ἀντιμετωπίζει τὰ δόγματα ὡς ἀναπόδεικτα ἀξιώματα ἄσχετα μὲ τὴ ζωὴ τῶν πιστῶν, τά ὁποῖα ὁ χριστιανὸς ἀποδέχεται ἢ ἀπορρίπτει μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ ἀποδέχεται ἢ ἀπορρίπτει τὶς θεωρητικὲς ἀρχὲς ἑνὸς φιλοσοφικοῦ συστήματος ἢ μιᾶς πολιτικῆς ἰδεολογίας.

Στὸ Δυτικὸ κόσμο ὁ εὐσεβισμὸς ἐκφράστηκε θεολογικὰ μὲ διάφορες μορφές. Οἱ πιὸ γνωστὲς εἶναι τὸ περίφημο «πρωτεῖο τῆς ἀγάπης» καὶ ἡ λεγόμενη «θεωρία τῶν κλάδων». Τὴν πρώτη ἀπὸ αὐτὲς τὴ χαρακτηρίσαμε ἤδη ὡς ἀπόλυτα ἀσύμβατη μὲ τὴ διδασκαλία τῶν Πατέρων (βλπ. Κεφ. Α΄). Ἡ θεωρία τῶν κλάδων ἰσχυρίζεται πὼς καμία ἀπὸ τὶς χριστιανικὲς «ἐκκλησίες» δὲν κατέχει μόνη της τὸ πλήρωμα τῆς Ἀλήθειας, ἀλλὰ κάθε μία ἀπὸ αὐτὲς κατέχει μόνον ἕνα μέρος Της καὶ συνεπῶς ὅλες μαζί στὸ σύνολό τους ἀποτελοῦν «…τὴ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία…», γιὰ τὴν ὁποία γίνεται λόγος στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως. Ἐννοεῖται φυσικὰ πὼς καὶ αὐτὴ ἡ ἀντίληψη εἶναι ἀπόλυτα ἀσύμβατη μὲ τὴ διδασκαλία τῶν Πατέρων, ἀφοῦ ἐξ ὁρισμοῦ προϋποθέτει χάριν τῆς «ἑνότητας» τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου τὴν ἄρνηση ἑνὸς μέρους ἀπὸ τὴν Ἀλήθεια τῆς ὀρθόδοξης πίστης καὶ τὴν ἀποδοχὴ ἑνὸς μέρους τῆς κακοδοξίας τῶν αἱρέσεων. Οἱ δύο αὐτὲς βασικὲς ἐκφράσεις τοῦ εὐσεβισμοῦ εἶναι ἐξαιρετικὰ ἐπίκαιρες στὶς ἡμέρες μας, γιατὶ πάνω τους στηρίζεται ἐν πολλοῖς ἡ θεολογικὴ θεμελίωση τοῦ λεγόμενου «Οἰκουμενικοῦ Διαλόγου». Μὲ τὸν ὅρο αὐτὸ δηλώνεται ἡ προσπάθεια τῆς ἕνωσης τῶν κακόδοξων χριστιανικῶν ὁμολογιῶν μὲ τὴν ἀληθινὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ στή βάση ὅμως ὄχι τῆς ἀναζήτησης καὶ ἀποδοχῆς τῆς Ἀλήθειας ποὺ μαρτυρεῖται στὴν Παράδοση, ἀλλὰ τῆς σύνθεσης τῶν δογματικῶν τους διαφορῶν. Ἔχοντας πλήρη συνείδηση τῆς βαρύτητας τοῦ λόγου μας τολμᾶμε μὲ κάθε ἐπιφύλαξη νὰ ποῦμε πὼς ὁ εὐσεβισμὸς τείνει νὰ ἐμφανιστεῖ σήμερα ὡς μία καινοφανὴς αἵρεση στὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησιολογίας, ἡ ὁποία γενικὰ χαρακτηρίζεται ὡς «Οἰκουμενισμός». Ὁ Οἰκουμενισμός ὡς αἵρεση ἀρνεῖται τὴν ἴδια τὴ φύση τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ ἐπιχειρεῖ νὰ στηρίξει τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ὄχι στὴ μετοχή του στὴν Ἀλήθεια (Θέωση), ἀλλὰ σὲ μία κτιστὴ καὶ θνησιγενῆ εὐσέβεια ποὺ εἶναι χωρισμένη από τὸν Τριαδικὸ Θεό, τὴ μόνη πηγὴ τῆς Ζωῆς. Σημειωτέον ὅτι τὴν αἱρετικὴ ἔννοια τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀντιδιαστέλλουμε ἀπὸ τὴν ἀντίστοιχη ἔννοια τοῦ «Ὀρθόδοξου Οἰκουμενισμοῦ», γνώρισμα τοῦ ὁποίου κατὰ τοὺς Ἰωσὴφ Βρυέννιο καὶ ἅγιο Μάρκο Ἐφέσου τὸν Εὐγενικό εἶναι ἡ προσπάθεια ἕνωσης τῶν χριστιανῶν ὄχι στή βάση τῆς σύνθεσης τῶν δογματικῶν τους διαφορῶν, ἀλλὰ τῆς εὕρεσης καὶ ἀποδοχῆς τῆς Ἀλήθειας ποὺ μαρτυρεῖται στὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.

Ο εὐσεβισμὸς ὡς θεολογικὴ ἀντίληψη δὲν περιορίστηκε στὸ χῶρο τῆς δυτικῆς θεολογίας. Μὲ πολλοὺς τρόπους πέρασε καὶ στὸ χῶρο τῆς ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς, προκαλώντας ἀνυπολόγιστη ζημιὰ στὶς συνειδήσεις τῶν πιστῶν. Θὰ ἀναφέρουμε ἐνδεικτικὰ τὶς δύο σπουδαιότερες ἐκφράσεις του. Στὴν ἐπίδραση τοῦ εὐσεβισμοῦ ὀφείλεται κατὰ τὴ γνώμη μας ἡ περιθωριοποίηση τῆς δογματικῆς διδασκαλίας ποὺ ἔντονα παρατηρεῖται στὶς ἡμέρες μας. Συχνὰ κυκλοφορεῖ μεταξὺ τῶν χριστιανῶν ἡ διάχυτη ἀντίληψη πὼς ἡ δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας ἀφορᾶ μόνο τοὺς «εἰδικούς» τῆς ἀκαδημαϊκῆς θεολογίας, πὼς ἡ φυσική της θέση βρίσκεται στὰ ἐπιστημονικὰ θεολογικὰ συγγράμματα, στὰ ἀμφιθέατρα τῶν θεολογικῶν σχολῶν καὶ στὰ διάφορα θεολογικὰ συνέδρια, ἐνῶ ὡς ἀντικείμενο μελέτης ἀφορᾶ ἀποκλειστικὰ ἕνα στενὸ καὶ ἐξειδικευμένο κοινό. Μὲ βάση αὐτὴ τὴν ἐσφαλμένη ἀντίληψη ὁ ἐπίσκοπος, ὁ ἱερέας, ὁ ἱεροκήρυκας καὶ ὁ κατηχητὴς ἀποφεύγουν συστηματικὰ νὰ διδάξουν στὸ λαό μας ἀκόμη καὶ τὶς θεμελιώδεις ἀλήθειες τῆς χριστιανικῆς πίστης, ἀφοῦ αὐτὸ θεωρεῖται ἐκ προοιμίου ἄχρηστο καὶ περιττό. Ἔτσι ὅμως μοιραῖα ἡ χριστιανικὴ διδασκαλία παύει νὰ εἶναι λόγος γιὰ τὴν Ἀλήθεια καὶ τὴ Ζωὴ καὶ ἐκπίπτει σὲ μία στείρα ἠθικολογία ποὺ εἶναι ἀπόλυτα συμβατὴ μὲ τὶς ἀντίστοιχες ἠθικολογίες τοῦ δυτικοῦ χριστιανικοῦ κόσμου. Τὸ φαινόμενο αὐτὸ ἔχει καταγγελθεῖ ἐξαντλητικὰ καὶ δὲν χρειάζεται νὰ τὸ σχολιάσουμε περισσότερο. Γενικά χαρακτηρίζεται ἀπὸ πολλοὺς μὲ τὸν ὅρο «πιετισμὸς» (ἡ χρήση τοῦ ὅρου δὲν εἶναι τελείως ἄστοχη, ἀλλὰ νομίζουμε πὼς ὁ ὅρος «πιετισμὸς» ἔχει σαφῶς εὐρύτερη θεολογικὴ σημασία, τὴν ὁποία ἤδη ἀναπτύξαμε ἀνωτέρω). Ἐπίσης στὴν ἐπίδραση τοῦ εὐσεβισμοῦ στὸν ὀρθόδοξο κόσμο ὀφείλεται καὶ τὸ φαινόμενο πού γενικά χαρακτηρίζεται ὡς «συντηρητισμὸς» ἢ καὶ ὡς «σύνδρομο τοῦ ὀρθοδοξοαμυντορισμοῦ». Μὲ τοὺς ὅρους αὐτοὺς δηλώνεται ἡ θεωρητικὴ διδασκαλία τῶν δογμάτων τῆς χριστιανικῆς πίστης χωρὶς τὴν παράλληλη ἀνάπτυξη τῆς ὀντολογικῆς τους διάστασης. Εἰδικότερα, στὶς ἡμέρες μας ἀκόμη καὶ ὅταν ἐπιχειρεῖται ἡ διδασκαλία τῶν δογμάτων, αὐτὴ κατὰ κανόνα συντελεῖται χωρὶς καμία ἀναφορὰ στὴ σχέση τους μὲ τὸ ὀρθόδοξο ἦθος. Ἔτσι ὅμως τὰ δόγματα προσφέρονται στοὺς πιστοὺς ἀποκομμένα ἀπὸ τὴν ὀντολογικὴ Ἀλήθεια καὶ Ζωὴ ποὺ «σημαίνεται» μέσα σὲ αὐτὰ καὶ ἡ ὅποια γνώση τους ἐξαντλεῖται στὴν καλύτερη περίπτωση στὴ διανοητική τους ἀφομοίωση. Καὶ σὲ τελικὴ ἀνάλυση, σὲ τί διαφοροποιεῖ ἡ στάση αὐτὴ τὸν ὀρθόδοξο κόσμο ἀπὸ τὸ δυτικὸ χριστιανισμό; Εἶναι μᾶλλον ἐπίκαιρος ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου ποὺ λέει πὼς οἱ χριστιανοὶ τῶν ἔσχατων χρόνων θὰ εἶναι ἄνθρωποι «… ἔχοντες μόρφωσιν εὐσεβείας, τὴν δὲ δύναμιν αὐτῆς ἠρνημένοι…» (Β΄ Τιμ. 3,5).

Θὰ μπορούσαμε τέλος νὰ παρομοιάσουμε τὸν εὐσεβισμὸ μὲ ἕνα σύννεφο ποὺ καλύπτει τὸν οὐρανὸ καὶ ἐμποδίζει τὶς ἀκτίνες τοῦ ἥλιου νὰ φωτίσουν τὸν κόσμο. Ὁ ρωμαιοκαθολικὸς καὶ ὁ προτεσταντικὸς κόσμος δὲν χάνουν στὴν πραγματι- κότητα κάτι ἀπὸ τὴν παρουσία του, ἀφοῦ ζοῦν μέσα στὴ νύκτα καὶ τὸ πνευματικὸ σκοτάδι τῆς ἄγνοιας τοῦ Θεοῦ. Ἡ Ἐκκλησία ὅμως βλάπτεται πολλαπλὰ ἀπὸ τὴν παρουσία του, γιατὶ τὸ σύννεφο αὐτό σὰν πνευματικὴ ὁμίχλη ἐμποδίζει τὰ πιστὰ μέλη της νὰ ἀνακαλύψουν τὴν ὁδὸ τῆς Θεώσεως καὶ τῆς ἀληθινῆς Θεογνωσίας

απόσπασμα
 (Η ΕΡΓΑΣΙΑ ΑΥΤΗ ΑΦΙΕΡΩΝΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΜΟΥ ΠΑΤΕΡΑ, ΤΟΝ ΠΑΝΟΣΙΟΛΟΓΙΩΤΑΤΟ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ π. ΛΑΥΡΕΝΤΙΟ ΓΡΑΤΣΙΑ, ΩΣ ΑΡΩΓΗΣ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗΣ ΑΝΤΙΔΩΡΟΝ.)
  ( ἔκθεσις συνοπτικὴ τῶν ἀρχῶν τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας εἰς κεφάλαια ΙΒ΄ (12) πονηθεῖσα ὑπὸ
Μιχαὴλ Κωνσταντίνου Μπερκουτάκη
ἐν ἔτει σωτηρίῳ 2013)

πηγή :   Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...