/*--

Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

«ΟΙ ΤΕΤΥΦΩΜΕΝΟΙ»

 
Εἶναι παράδοξες ἡμέρες οἱ ἔσχατες ἡμέρες πού θά προηγηθοῦν ἀπό τή Δευτέρα παρουσία τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο. Τότε, ὅταν «καί πάλιν ἐρχόμενον μετά δόξης κρίναι ζῶντας καί νεκρούς». Οἱ ἄνθρωποι θά εἶναι τότε ἀγνώριστοι. Δέν θά εἶναι ἔτσι, ὅπως τούς ἔπλασε ὁ Θεός. Δέν θά εἶναι ταπεινοί, ἁπλοί, σεμνοί. Δέν θά εἶναι μιά πνευματική ὀμορφιά πάνω στή γῆ, ὅπου ὁ Θεός ὅλα τά ἔπλασε «καλά λίαν».

Θά ἀποτελέσουν μιά ἀνομοιότητα μέσα στήν ὁμοιότητα καί ἁρμονία «πάντων τῶν ὡραίων τῆς γῆς». Κι αὐτό τό δείχνει μέ ἐκδηλώσεις, οἱ ὁποῖες εἶναι ἀπαράδεκτες γιά ἕνα λογικό πλάσμα, ὅπως εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Μιά δέ ἀπ’ αὐτές τίς ἐκδηλώσεις εἶναι καί ὁ τῦφος. Ἀλλά τί σημαίνει τῦφος; Σημαίνει ἔπαρση. Ἀλαζονεία. Κομπορρημοσύνη. Ὁ τῦφος εἶναι, ὅπως παρατηρεῖ ὁ ἑρμηνευτής Θεοδώρητος, ὄγκος ἄρρωστης ψυχῆς.

Εἶναι νοσηρή διανοητική κατάσταση. Πρόκειται γιά ὑπερηφάνεια στόν ἔσχατο βαθμό. Ὑπερβολική ἀλαζονεία πέρα ἀπό κάθε μέτρο. Γι’ αὐτό καί ἡ ἐτυμολογική ἑρμηνεία εἶναι ὅτι τῦφος σημαίνει ζόφος. Σκότος. Κι ἐδῶ ἡ ἀλαζονεία σκοτίζει τό μυαλό τοῦ τετυφωμένου ἀνθρώπου καί λέγει λόγια πού προκαλοῦν τό γέλιο. Ἄν ἐκφραστοῦμε λαϊκότερα, τῦφος εἶναι ἀέρας, φούσκα. Ἕνα μπαλόνι πού κάποια στιγμή σκάει καί πέφτει. Ἔτσι λοιπόν καί ἡ λέξη «τετυφωμένος», πού ἀναφέρει ὁ Ἀπ. Παῦλος στόν προκείμενο στίχο, ἔχει ἄμεση σχέση μέ τόν τῦφο. Εἶναι μετοχή τοῦ ρήματος τυφόομαι-οῦμαι καί σημαίνει πέφτω σέ παράνοια. Σέ παραφροσύνη. Σέ παραλογισμό. Μιά κατάσταση ἀπό τήν ὁποία ἀπουσιάζει ἡ λογική. Ὁ «τετυφωμένος» ἄνθρωπος εἶναι λίγο-πολύ ἄρρωστος πνευματικά. Ἔτσι «τετυφωμένος» εἶναι:

* Ὁ ἄνθρωπος πού λογίζεται καί διαλέγεται μέ βάση τήν προσωπική του ἄποψη σέ ὅλα τά θέματα. Ἡ ἐγκυκλοπαίδεια, ἀπ’ ὅπου ἀντλεῖ τίς γνώσεις, εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός του. Εἶναι μέ ἄλλα λόγια πηγή κάθε γνώσεως. Αὐτό ἀσφαλῶς εἶναι παραλογισμός. Ἔ, αὐτός εἶναι ὁ «τετυφωμένος». Καί τόν κάνει παράλογο ἡ ἀλαζονεία ἀπό τήν ὁποία διακατέχεται. Μιά ἀλαζονεία, ἡ ὁποία τόν ὁδηγεῖ σέ ἀκραῖο σημεῖο ὑπερηφάνειας. Στό ἄκρον ἄωτον τοῦ παραλογισμοῦ. Ὁ «τετυφωμένος» ἄνθρωπος προσπαθεῖ μέ «νύχια καί δόντια» νά ἐπιβάλλει τή γνώμη του. Τήν ἄποψή του. Καί μέ ἀπαίτηση νά ἐπικρατήσει ἡ δική του, ἡ προσωπική του γνώμη, ἀφοῦ εἶναι πεπεισμένος ὅτι αὐτή καί μόνο εἶναι ἡ ἀληθινή ἄποψη. Κι ἄν δέν τό πετύχει αὐτό, τό γεγονός καί μόνο ὅτι γίνεται θόρυβος γύρω ἀπό τό ὄνομά του, ὅτι ἀκούγεται καί γίνεται λόγος γύρω ἀπό τό πρόσωπό του, αὐτό τόν ἱκανοποιεῖ. Αὐτός εἶναι ὁ «τετυφωμένος». Ἄρρωστος διανοητικά καί πνευματικά!

* Ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει τή βεβαιότητα ὅτι δέν ὑπάρχει τίποτε πού νά μή τό γνωρίζει. Εἶναι τό ἀντίθετο μέ ἐκεῖνο πού πίστευε καί διακήρυττε ὁ σοφός ὅλων τῶν αἰώνων, ὁ Ἀθηναῖος Σωκράτης. Ὅσοι τολμοῦσαν ἀδιάκριτα νά τόν ἐπαινοῦν γιά τήν ἐγνωσμένη σοφία του, ἐκεῖνος ἔχοντας βιώσει τό ταπεινό φρόνημα σέ ὅλες του τίς διαστάσεις ἔλεγε πάντα τό: «ἕν οἶδα, ὅτι οὐδέν οἶδα». Ἕνα γνωρίζω. Κι αὐτό τό ἕνα εἶναι ὅτι δέν γνωρίζω τίποτε. Καί ἦταν ἀλήθεια αὐτό. Μπροστά σέ ὅλο τό σύμπαν, σέ ὅλο τόν ζωικό κόσμο, τόν φυτικό, τόν ἀστρικό, τό θαλάσσιο κόσμο καί τόσα ἄλλα, ναί, μπροστά στό σύμπαν σέ ὅλες του τίς διαστάσεις, συγκριτικά δέν γνώριζε τίποτε. Κι αὐτό τό ἐλάχιστο ἔτσι τό ἀποκαλοῦσε. Τίποτε. «Οὐδέν οἶδα». Τίποτε δέν γνωρίζω. Καί ἔλεγε καί τό ἄλλο ὁ φιλόσοφος Ἕλληνας Σωκράτης: «Γηράσκω ἀεί διδασκόμενος». Πάντα διδάσκομαι. Πάντα μαθαίνω, ὅσο περνοῦν τά χρόνια καί πλησιάζω ὅλο καί πιό πολύ πρός τά γηρατιά. Ὤ σοφέ Σωκράτη, ἔλα νά πεῖς δυό λόγια σέ ὅλους τούς «τετυφωμένους» τῆς πατρίδος μας, μήπως καί συνετισθοῦν. Μήπως καί λογικευθοῦν. Γιά νά ἀποφεύγονται ὀλέθρια λάθη, ἰδιαίτερα ἀπό ὅσους κατέχουν θέσεις μεγάλες ὡς πολιτικοί, κυβερνητικοί, Ἀκαδημαϊκοί Διδάσκαλοι, Παιδαγωγοί τῆς νεολαίας μας. Ἀκόμη, γιατί ὄχι, καί ὡς κληρικοί ὅλων τῶν βαθμίδων.

* Ὁ «τετυφωμένος» εἶναι ἀλαζόνας. Εἶναι μιά ἀσέληνη νύχτα. Νύχτα καί πάλι νύχτα στό μυαλό του καί στή ζωή του ὅλη. Καπνός πού γιά λίγο ἐντυπωσιάζει μέ τό σχῆμα του στήν ἀτμόσφαιρα κι ὕστερα γρήγορα, πολύ γρήγορα, σβήνει, χάνεται. Σάν φούσκα εἶναι ὁ ἀλαζόνας. Σάν μπαλόνι, τό ὁποῖο ὅλο καί προκαλεῖ τήν προσοχή τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά πρίν προλάβουν νά δοῦν καί νά θαυμάσουν τό θέαμα, ξαφνικά σκάει τό μπαλόνι καί χάνεται ἀπό τά μάτια μας, τήν προσοχή μας καί τό θαυμασμό μας. Μέ ἄλλα λόγια, νά τί εἶναι ὁ «τετυφωμένος». Εἶναι ἕνα ψέμα. Εἶναι ἀπάτη. Τίποτε περισσότερο. Καί μόνο κακό κάνουν οἱ ἀλαζόνες αὐτοί ἄνθρωποι. Καί ἀλλοίμονο ἄν κατέχουν μεγάλες θέσεις στήν κοινωνία. Τότε ἡ ζημιά πού προκαλοῦν, τό κακό πού κάνουν, εἶναι μεγάλο. Καί ἔχει κοινωνικές, ἐθνικές καί ἐκκλησιαστικές διαστάσεις.
* Οἱ «τετυφωμένοι» ἔχουν καί τοῦτο τό γνώρισμα. Δέν ἀκοῦν κανενός τή γνώμη. Δέν δέχονται καμιά συμβουλή. Κι αὐτό συμβαίνει γιατί αὐτοί τά ξέρουν ὅλα. Εἶναι, ὅπως τό λέμε λαϊκά, «ξερόλες» ἤ «ἐξυπνάκηδες». Μέ τό φρόνημα αὐτό οἱ «τετυφωμένοι» ἀποκόπτονται ἀπό τήν κοινωνία. Καί προκαλοῦν ἀναπόφευκτα τήν ἀποδοκιμασία καί τήν ἀποστροφή κι αὐτῶν ἀκόμη τῶν φίλων καί συνεργατῶν τους. Ἄλλωστε εἶναι γνωστό ὅτι τόν ἀλαζόνα ἄνθρωπο κανείς δέν τόν συμπαθεῖ. Κι ὅμως δυό ἄνθρωποι σκέπτοναι καλύτερα ἀπό τόν ἕνα. Καί τρεῖς ἐπίσης σκέπτοναι καλύτερα ἀπό τούς δύο. Ἀλλά αὐτό εἶναι γνώρισμα τῶν ταπεινῶν ἀνθρώπων.

* Καί ἕνα παράδειγμα. Στήν παραβολή τοῦ ἄφρονα πλουσίου τοῦ Εὐαγγελίου βλέπουμε ἕναν κλασικό «τετυφωμένο» ἄνθρωπο. Εἶναι ὁ ἀνώνυμος πλούσιος, τόν ὁποῖο ὁ Χριστός στήν παραβολή χαρακτηρίζει ἄφρονα. Ἄμυαλο. Ἀνόητο. Προσέξτε πῶς φέρεται. Προβληματισμένος ποῦ θά συνάξει τά πλούσια γεννήματα, πού ἀπέδωσαν τά χωράφια του, μονολογεῖ καί λέει: «Τί ποιήσω;». Τί νά κάνω; Μόνος του ἀντιμετωπίζει τό πρόβλημα. Δέν συμβουλεύεται κανένα συνάνθρωπο, φίλο ἤ συγγενή του. Δέν θέλει νά συμβουλευθεῖ. Καί βρίσκοντας τή λύση μόνος λέγει στόν ἑαυτό του: «Ψυχή, ἔχεις πολλά ἀγαθά κείμενα εἰς ἔτη πολλά· ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου» (Λουκ. 12, 16-21). Μόνος του ὁρίζει τά χρόνια τῆς ζωῆς του. Καί αὐτά θά εἶναι πολλά! Λάθος του αὐτό. Γιατί τήν ἴδια νύχτα οἱ δαίμονες πῆραν τήν ψυχή του, γιά νά τή μεταφέρουν ἐκεῖ πού τοῦ ταίριαζε. Ποιό τό τέλος τῶν «τετυφωμένων»; Τό εἶπε ὁ Κύριος μέ τήν παραβολή πού ἀναφέραμε: Ὅπως σ’ αὐτήν ἐδῶ τή ζωή, τήν ἐπίγεια ζωή, ζοῦν μακριά ἀπό τό Θεό, τό ἴδιο θά συμβεῖ καί στήν οὐράνια. Καί ἐκεῖ θά ζοῦν μακριά ἀπό τό Θεό, ἀφοῦ ἡ ζωή δέν διακόπτεται μέ τό θάνατο τοῦ σώματος, ἀλλά ὡς ψυχή ἀθάνατη ἐξακολουθεῖ νά ζεῖ αἰώνια. Κι αὐτό εἶναι τό πικρό «κέρδος» τους. Μιά ζωή φρίκης. Ἀνυπόφορη. Ἐκεῖ πού ζοῦν οἱ δαίμονες. Γι’ αὐτό καί τίς ψυχές τῶν «τετυφωμένων» δέν τίς παίρνουν οἱ ἄγγελοι, ἀλλά οἱ δαίμονες, τό θέλημα τῶν ὁποίων ἔκαναν στήν ἐπίγεια ζωή τους. Οἱ ἄγγελοι παίρνουν τίς ψυχές μόνο τῶν ταπεινῶν ἀνθρώπων. Τῶν ἀνθρώπων πού βίωσαν σέ ὅλη τους τή ζωή καί σέ ὅλο του τό μεγαλεῖο τό ταπεινό φρόνημα. Ἄλλωστε ὁ παράδεισος εἶναι ἡ πολι τεία μόνο τῶν ταπεινῶν ψυχῶν.

Ἀδελφοί,
Μέσα σέ μιά κοινωνία «τετυφωμένων» ἀνθρώπων, πού ἀποτελεῖ κι αὐτή γνώρισμα τῶν ἔσχατων ἡμερῶν πού ἤδη βιώνουμε, ἡμεῖς ἄς ταυτισθοῦμε μέ τή ζωή τοῦ Ἰησοῦ, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνο κήρυξε τό μεγαλεῖο τῆς ταπεινοφροσύνης, ἀλλά καί τό βίωσε σέ ὅλες του τίς διαστάσεις. Κρυστάλλινη ἡ μαρτυρία του: «Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ ὅτι... ταπεινός εἰμι τῇ καρδίᾳ» (Ματθ. 11, 29). Ἡ ταπεινοφροσύνη νά εἶναι τό δικό μας γνώρισμα. Ἔτσι, ὅπως ἦταν γνώρισμα τῆς Παναγίας μας, ἡ ὁποία ὁμολόγησε καί εἶπε: «Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τόν Κύριον... ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπί τήν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ» (Λουκ. 1, 48). Ἔτσι, πάλι, ὅπως ἦταν γνώρισμα καί τοῦ Ἀπ. Παύλου, ὁ ὁποῖος διακονοῦσε τό λόγο τοῦ Θεοῦ σέ ὅλο τόν κόσμο «μετά πάσης ταπεινοφροσύνης...» (Πράξ. 20, 19). Καί ἔτσι πάλι, τό ἴδιο, ὅπως ἦταν γνώρισμα ὅλων τῶν Ἀποστόλων, τῶν Μαρτύρων καί τῶν Ἁγίων τῆς Ἁγίας καί Ἀποστολικῆς μας Ἐκκλησίας.

Ναί, ἀδελφοί. Τήν ταπεινοφροσύνη νά ντυθοῦμε σάν ἄλλο λευκό ἔνδυμα. Ἔτσι ὅπως μᾶς συνιστᾶ ὁ μεγάλος Ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ: «Ἐνδύσασθε... ταπεινοφροσύνην...» (Κολασ. 3, 12). Καί ἔτσι, ὅπως τό ἴδιο μᾶς συνιστᾶ καί ὁ κορυφαῖος Ἀπ. Πέτρος: «...πάντες ἀλλήλοις ὑποτασσόμενοι τήν ταπεινοφροσύνην ἐγκομβώσασθε» (Α΄ Πέτρ. 5, 5). Ὑποτασσόμενοι μεταξύ σας ὁ ἕνας στόν ἄλλο φορέστε σάν ἔνδυμα τήν ταπεινοφροσύνη, κουμπωθεῖτε την καί δέστε την καλά ἐπάνω σας. Γιατί, Ἀπόστολε, νά τό κάνουμε αὐτό; Γιατί ὁ Θεός «ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν». Γιατί ὁ Θεός ἀντιστρατεύεται τούς ὑπερήφανους, ἐνῶ στούς ταπεινούς δίνει τή χάρη του.

Ἀρχιμ. Γ. Ι. Ρ.

πηγή :«ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΙ ΠΑΛΜΟΙ 

+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...